Supreme Court dismisses appeal against appellate court's correction of first-instance judgment for lack of passive standing.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three Cyprus-based entities and individuals against a Third Instance Court decision. The appellants argued that the appellate court violated substantive law by correcting the first-instance judgment without proper passive standing and infringed the presumption of innocence by failing to consider new evidence. The court ruled that a correction procedure strictly examines only the terms and conditions of the original correction request, excluding re-evaluation of evidence or new facts.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure; A correction procedure is limited to the specific terms of the correction request and cannot serve as a vehicle for re-evaluating evidence or addressing substantive errors unrelated to the correction's scope.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 906 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 906/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) εταιρίας με την επωνυμία «SHARELINK FINANCIAL SERVICES LIMITED», που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα υπό του Χ. Έ. του Α.,
2) εταιρίας με την επωνυμία «SHARELINK SECURITIES LIMITED», που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα,
3) Χ. Έ. του Α., κατοίκου ... ... Κύπρου,
4) Φ. Λ. του Ξ., κατοίκου ... Κύπρου,
5) Ν. Ν. του Κ., κατοίκου ... Κύπρου και
6) Ι. Π. του Σ., κατοίκου ... Κύπρου. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σοφό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Γ. του Γ., κατοίκου ….. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αντωνία Τσίκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.07.2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6154/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 5408/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 01.08.2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη από 01.08.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ. 5408/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου και απορρίφθηκε η αντέφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθμ. 6154/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου έναντι των οκτώ πρώτων εναγομένων και έναντι του 15ου εξ αυτών, απορρίφθηκε δε αυτή ως προς τους 9η, 10η, 11η, 12η, 13η και 14η των εναγομένων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως απαράδεκτο που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 12/2000).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η άσκηση της αντέφεσης, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να αφορά τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση ή τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, δηλαδή η άσκησή της πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα από την έφεση όρια.
Ως κεφάλαιο κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε και κατά την ταυτόσημη έννοια του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ σε σχέση με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης, είναι κάθε οριστική διάταξη της πρωτόδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση (ΑΠ 132/2004).
Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Εξ άλλου, αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που εφεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν ως προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας με αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος αντίθετων ή απλώς ασύμβατων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα εκκληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 978/20014, ΑΠ 697/2012).
[III] Εν προκειμένω, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 26.07.2010 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (συνολικά 15 τον αριθμό) να του καταβάλουν ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 157.851,81 ευρώ, πλην του 15ου των εναγομένων Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, ευθυνομένου μέχρι του ποσού των 27.666,33 ευρώ. Ζήτησε, επίσης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το ποσό των 15.785,18 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη εξ αιτίας της σε βάρος του αδικοπραξίας.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αγωγή, με την 6154/2011 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς τις 9η, 10η, 11η και 12η των εναγομένων, ενώ απέρριψε την αγωγή και ως προς τις 13η και 14η των εναγομένων (ήδη πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειόντων). Δέχθηκε δε περαιτέρω εν μέρει την αγωγή ως προς λοιπούς εναγομένους, ήτοι τους 1η, 2η, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο και 15ο εξ αυτών και αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να καταβάλουν στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο το ποσό των 140.736,53 ευρώ, εις ολόκληρον έκαστος, πλην του 15ου, του οποίου η υποχρέωση καταβολής περιορίστηκε στο ποσό των 27.666,33 ευρώ.
Κατά της οριστικής αυτής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο ενάγων – αναιρεσίβλητος άσκησε την από 08.12.2014 έφεσή του, με μοναδικό λόγο έφεσης τη διόρθωση της ως άνω εκκαλούμενης απόφασης ως προς την εσφαλμένη αναγραφή στο διατακτικό της ότι απορρίπτεται η αγωγή και ως προς τις 13η και 14η των εναγομένων.
Κατά της ίδιας ως άνω απόφασης οι αναιρεσείοντες (13η, 14η, 3ος, 4ος, 5ος και 6ος των εναγομένων αντίστοιχα) άσκησαν με ιδιαίτερο δικόγραφο την από 07.11.2016 αντέφεσή τους.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα αναφορικά με την έφεση του αναιρεσιβλήτου:
Από την παραδεκτή επισκόπηση και ανάγνωση της εκκαλούμενης απόφασης προκύπτει ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη όσον αφορά τις ένατη, δέκατη, ενδέκατη και δωδέκατη των εναγομένων, ενώ ως προς τους λοιπούς διαδίκους η αγωγή ερευνήθηκε στην ουσία της και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης ότι « [...] Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η ανάληψη των υπό διαχείριση κεφαλαίων της SHARELINK FINANCIAL SERVICES Ltd, 13ης εναγομένης, και η είσπραξη του ποσού των 400.000.000 δρχ.
από λογαριασμό που τηρούσε η πρώτη εναγόμενη ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ. για χρήματα επενδυτών της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, έγινε από τον Πρόεδρο της ανωτέρω εταιρίας SHARELINK FINANCIAL SERVICES Ltd, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως νομίμου εκπροσώπου αυτής και ως εκ τούτου η ανωτέρω εταιρεία ευθύνεται εις ολόκληρον μαζί με τους λοιπούς ανωτέρω εναγομένους για τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες.
Εξ άλλου, από την επιστολή της Κ. Σ. προς τον Χ. Έ. (σελ. 1043-1044 της ποινικής αποφάσεως), προκύπτει η γνώση αυτού για την τέλεση της κακουργηματικής πλαστογραφίας των 52 πινακιδίων, που φέρεται ότι εκδόθηκαν από την SHARELINK SECURITIES Ltd, 14η εναγομένη, και παρόλα αυτά ουδέν έπραξε για την αποτροπή της αξιόποινης πράξης, ως είχε υποχρέωση ως αντιπρόεδρος του Δ.Σ.
της πρώτης εναγομένης ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ. και ως εκ τούτου τέλεση την πράξη της απλής συνέργειας στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως νόμιμος εκπρόσωπος της κυπριακής εταιρίας SHARELINK SECURITIES Ltd, 14ης εναγομένης, καθώς τα ανωτέρω πλαστά πινακίδια φέρεται ότι εκδόθηκαν από την τελευταία, η οποία ευθύνεται εις ολόκληρον σε αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες, απορριπτομένων έτσι των ισχυρισμών τους και της ενστάσεώς τους περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης [...]» (14η σελίδα οπίσθιο φύλλο).
Επίσης, στο 17ο φύλλο (εμπρόσθια σελίδα) της απόφασης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι « [...] Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι πλην των 9, 10, 11 και 12, για τους οποίους απερρίφθη η αγωγή, οφείλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα τα εξής ποσά [...]».
Ωστόσο, ενώ από τα όσα ανωτέρω αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης, σαφώς και προδήλως προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχεται στο σκεπτικό του ότι η δέκατη τρίτη και η δέκατη τέταρτη των εναγομένων ευθύνονται σε ολόκληρον με τους λοιπούς εναγόμενους (πλην των ένατης, δέκατης, ενδέκατης και δωδέκατης των εναγομένων), για την αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος και της ηθικής βλάβης που του προκλήθηκε, στο διατακτικό της απόφασης, από προφανή παραδρομή αναγράφεται, εσφαλμένα, ότι « [...] ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς τους 9η, 10η, 11η, 12η, 13η και 14η των εναγομένων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή ως προς του λοιπούς εναγομένους 1η, 2η, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο και 8ο. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι εναγόμενοι 1η, 2η, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος και 8ος οφείλουν να καταβάλουν [...]».
Δηλαδή, η εκκαλουμένη συμπεριέλαβε στην απορριπτική της διάταξη τις δέκατη τρίτη και δέκατη τέταρτη των εναγομένων, ενώ ως προς αυτές η αγωγή είχε γίνει δεκτή».
Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκανε δεκτό το μοναδικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίον αυτός ζήτησε τη διόρθωση της εκκληθείσας με αριθμό 6154/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και διόρθωσε το διατακτικό της εν λόγω πρωτοβάθμιας απόφασης. Περαιτέρω και όσον αφορά την αντέφεση των αναιρεσειόντων, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα:
« [...] Στην προκειμένη περίπτωση, η ασκηθείσα ως άνω αντέφεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον τα προσβαλλόμενα με αυτήν κεφάλαια δεν έχουν προσβληθεί με την έφεση, ούτε συνέχονται αναγκαστικά με το προσβληθέν με αυτήν (έφεση) μοναδικό κεφάλαιο. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, ο εκκαλών με το μοναδικό λόγο της έφεσής του παραπονείται για σφάλμα της εκκαλουμένης που εμφιλοχώρησε στο διατακτικό της σχετικά με τις δέκατη τρίτη και δέκατη τέταρτη των εναγομένων, ως προς τις οποίες, εκ παραδρομής, αναφέρεται ότι απορρίπτεται η αγωγή, ενώ από το σκεπτικό της απόφασης σαφώς προκύπτει η ευθύνη και αυτών των εναγομένων έναντι του ενάγοντος.
Κατά τα λοιπά η πρωτόδικη απόφαση δεν εκκαλείται και επομένως, ως προς τα λοιπά κεφάλαιά της, όπως και εκείνο της υπαιτιότητας, έχει καταστεί τελεσίδικη. Με την αντέφεση που άσκησαν οι προαναφερθέντες εναγόμενοι, η οποία ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης και επομένως δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αυτοτελής έφεση, πλήττονται κυρίως, τα κεφάλαια που σχετίζονται με την κρίση της εκκαλουμένης ως προς την υπαιτιότητα των αντεκκαλούντων διαδίκων.
Συγκεκριμένα, οι αντεκκαλούντες παραπονούνται: (α) για τη μη αποδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αιτήματός τους για αναβολή της δίκης κατ’ άρθρο 250 ΚΠολΔ, (β) για αοριστία της αγωγής όσον αφορά την υπαιτιότητά τους, (γ) για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης όσον αφορά την πρώτη και δεύτερη των αντεκκαλούντων, (δ) για έλλειψη αδικοπρακτικής ευθύνης των αντεκκαλούντων (καθώς, μάλιστα, όπως επικαλούνται, ένας εξ αυτών – Φ.
Λ. – ήδη αθωώθηκε από το ποινικό δικαστήριο, ενώ έτερος – Χ. Έ. – έχει ασκήσει αναίρεση κατά της απόφασης που τον καταδίκασε) και (ε) για το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, τα ως άνω κεφάλαια της εκκαλούμενης απόφασης δεν προσβλήθηκαν με έφεση, ούτε και συνέχονται αναγκαίως με το προσβληθέν με αυτήν κεφάλαιο».
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αντέφεση των αντεκκαλούντων –αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αντέφεση του αναιρεσειόντων και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι, πράγματι τα κεφάλαια της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που προσβλήθηκαν με την αντέφεση των αντεκκαλούντων – αναιρεσειόντων δεν προσβλήθηκαν με την έφεση, ούτε συνέχονταν αναγκαστικά, με την έννοια που εκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, με το κεφάλαιο που προσβλήθηκε με την έφεση, δεδομένου ότι η έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσιβλήτου είχε ως μοναδικό λόγο τη διόρθωση της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ. Επομένως, ορθά κρίνοντας το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτη την αντέφεση των αναιρεσειόντων και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τους αριθμούς 1 και 19, όπως θεωρούν οι αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
[IV] Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ενώ κατά τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αντικείμενο της διόρθωσης δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία αίρονται μόνο με την άσκηση ενδίκων μέσων, αλλά ακούσιες πλημμέλειες που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης.
Τα σφάλματα αυτά πρέπει να είναι πρόδηλα, δηλαδή να προκύπτουν από το κείμενο της απόφασης και των στοιχείων που ορίζουν το περιεχόμενό της ή από τα πρακτικά ή από τις προτάσεις ή τα δικόγραφα των διαδίκων, έτσι ώστε να αποκλείεται η διόρθωση με βάση νέα στοιχεία. Εξ άλλου, από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι επιτρεπτή διόρθωση της απόφασης, που μπορεί να αφορά οποιοδήποτε τμήμα της, άρα και το διατακτικό της, χωρίς να παραβιάζονται οι αρχές του δεδικασμένου, υφίσταται όταν τα σφάλματα που πρέπει να διορθωθούν οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων που έχουν διατυπωθεί, αρκεί η μεν παραδρομή, στην οποία οφείλονται τα λάθη, να προκύπτει από την όλη διάρθρωση της απόφασης και όσα συνέβησαν κατά τη σύνταξή της, η δε διόρθωση να μη σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης ή να μεταβάλλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της (ΑΠ 1540/2018, ΑΠ 283/2017).
Εξ άλλου, αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης διόρθωσης είναι το δικαστήριο που εξέδωσε τη διορθωτέα απόφαση. Ωστόσο, η διόρθωση αυτή μπορεί να ζητηθεί και με την άσκηση έφεσης, λόγω της φύσης της τελευταίας ως τακτικού ένδικου μέσου, που μπορεί επομένως να συμπεριλάβει κάθε πλημμέλεια, ακόμα και αυτή που οφείλεται σε παραδρομή της απόφασης (ΑΠ 548/2017).
[V] Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες διατείνονται με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης ότι το Εφετείο, μέσω της διόρθωσης της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 71 ΑΚ και 32 και 33 του ΕμπΝ, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της πρώτης και της δεύτερης εξ αυτών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αναίρεση.
Διατείνονται, επίσης, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης ότι το Εφετείο, προβαίνοντας στη διόρθωση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παραβίασε με την απόφασή του το τεκμήριο αθωότητας, που αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία της δίκαιης δίκης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Ότι ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρόλο που προέβη στη διόρθωση, δεν έλαβε υπόψη του τα νέα στοιχεία που προσκόμισαν ενώπιόν του με επίκληση, ούτε επανεκτίμησε τις αποδείξεις και συγκεκριμένα, τις αναφερόμενες αποφάσεις του Τριμελούς και του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες κηρύχθηκαν αθώοι των κατηγοριών για υπεξαίρεση και πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος οι τέταρτος και πέμπτος και ένοχος ο τρίτος εξ αυτών, καθώς και το γεγονός ότι ο τελευταίος άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί.
Πλην, όμως, το Εφετείο, με βάση το μοναδικό λόγο της έφεσης του εκκαλούντος –αναιρεσιβλήτου, που ήταν η διόρθωση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, μόνο τους όρους και τις προϋποθέσεις της διόρθωσης της απόφασης μπορούσε να ερευνήσει.
Στη διαδικασία δε αυτής της διόρθωσης, όπως εκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεν αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης τα σφάλματα του δικαστηρίου, τα οποία αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, όπως δεν αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης η επανεκτίμηση των αποδείξεων ή η εκτίμηση νέων αποδείξεων, ενώ, τέλος, η διόρθωση δεν μπορεί να σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης και, παραβιάζοντας το δεδικασμένο, να μεταβάλλει το περιεχόμενο της υπό διόρθωση απόφασης.
Συνεπώς, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 11 γ' αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
[VI] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και περαιτέρω, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5408/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου
αποχωρήσαντος
από την υπηρεσία,
ο αρχαιότερος της
σύνθεσης Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος
του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη
Αντιπρόεδρος του
Αρείου Πάγου