Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for late submission of new facts and failure to consider them.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellants argued that the lower court failed to consider new facts regarding land usage rights and the opponent's inaction, claiming this constituted an abuse of right. The court ruled that these facts were introduced for the first time in the appellate stage and were inadmissible, while also noting the lower court did not err in its assessment of the opponent's conduct.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559(18), 579(1)(b), 580(4), 581(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the facts relied upon were not presented to the court of first instance or if the lower court did not err in its evaluation of the opponent's conduct.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 906 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 906/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Θαλασσινό και κατέθεσε προτάσεις, 2) ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δημητρούκα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ... και 4) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μόσχα Κωτσέλη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Δεκεμβρίου 1998 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην σημερινή δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2263/2000 μη οριστική και 4270/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4617/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 18 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή τους και τους από 12 Δεκεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 318/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθμό 4617/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η υπ' αριθμό 3035/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 16/7/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 23/10/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου της αναίρεσης και την παραδοχή του δεύτερου λόγου. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Κ.Πολ.Δ ορίζει στο άρθρο 559 αριθμ. 18, ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της αραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, στο 579 παρ 1 εδ. β, ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο κατά το σημείο, που στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, στο άρθρο 580 παρ. 4 ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και στο άρθρο 581 παρ. 2 ότι παρ. 2 στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα, που έλυσε ο Αρειος Πάγος δεχόμενος το σχετικό λόγο αναιρέσεως. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Και για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) το νομικό ζήτημα που έλυσε ο Αρειος Πάγος στη συγκεκριμένη υπόθεση β) οι παραδοχές του δικαστηρίου της παραπομπής ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να είναι
δυνατόν να κριθεί εάν το τελευταίο συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε ο Αρειος Πάγος ή έδωσε διαφορετική λύση (ΑΠ 367.2005). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων δικαιοπάροχός του με την από 20-12-1998 αγωγή του, ισχυριζόταν ότι με τις εναγόμενες είναι συγκύριος ενός οικοπέδου που με λεπτομέρεια περιγράφεται στην αγωγή, ότι επί του οικοπέδου αυτού έχει συσταθεί κάθετη ιδιοκτησία και έχει καθοριστεί το τμήμα που ανήκει στην αποκλειστική χρήση του καθενός και ότι οι εναγόμενες κατά παράβαση της πράξεως συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας ανήγειραν στο τμήμα του οικοπεδούχου ανήκει στην αποκλειστική τους χρήση κτίσματα που υπερκαλύπτουν το ποσοστό, που τους ανήκει με αποτέλεσμα να περιορίσουν αντίστοιχα το ποσοστό, που αυτός δικαιούται να οικοδομήσει.
Ζήτησε δε με βάση το ιστορικό αυτό κυρίως μεν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να κατεδαφίσουν τα επιπλέον των όσων εδικαιούντο κτίσματα, διαφορετικά να τα κατεδαφίσει αυτός και διαφορετικά να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες του οφείλουν αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας του από τον περιορισμό του δικαιώματος του προς ανέγερση των επιπλέον κτισμάτων.
Η αγωγή αυτή έγινε μερικά δεκτή με την 4270/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η 4617/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των εναγομένων ως αβάσιμη στην ουσία και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε δεχτεί την αγωγή, ενώ έγινε δεκτή η έφεση του ενάγοντος, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα περί αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντος κέρδους και, αφού δίκασε την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό, την απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ασκήθηκε από τις εναγόμενες η από 18-9-2004 αίτηση αναίρεσης και οι από 12-12-2005 πρόσθετοι λόγοι αυτής. Μετά την άσκηση της αναίρεσης αυτής απεβίωσε ο αρχικός ενάγων και υποκαταστάθηκε από τη σύζυγο και τα τέκνα αυτού. Με την 318/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά παραδοχή του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.
Δ. διότι με την αναιρεθείσα απόφαση το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγομένων περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος χωρίς αιτιολογία. Με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου λύθηκε μόνο το νομικό ζήτημα της ελλείψεως αιτιολογίας της αναιρεθείσας απόφασης, ενώ τα ζητήματα του νομίμου και ουσιαστικά βασίμου της ενστάσεως των εναγομένων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος αφέθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της παραπομπής Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την προβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την εν λόγω ένσταση ως μη νόμιμη δεν έκρινε πέρα από τα όρια της αναιρετικής απόφασης και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρίθμ. 18 Κ.Πολ Δ είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί.
Επί ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος κάθε ένα από τα πραγματικά περιστατικά, που συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αποτελεί πραγματικό ισχυρισμό που πρέπει να εξετάζεται από το δικαστήριο (βλ Α.Π 1830/2005). Εξάλλου κατά το αρθρ. 591 παρ 1 Κ.Πολ.Δ, όπως
ίσχυε πριν την αντικατάσταση του από το άρθρο 19 του νόμου 2115/2001, "Τα άρθρα 1 έως και 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες εκτός αν αντιβαίνουν προς τελεσίδικες διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν .......ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο β) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά ...." Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνες των άρθρων 649 , 650 ,115 παρ . 3 , 256 στοιχείο δ237 παρ. 1 και 3, 269 παρ. 1 και 2 και 527 Κ.Πολ.
Δ, συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται δε σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως γενόμενο στο ακροατήριο καταγράφεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005 ). Περαιτέρω. ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου559 Κ.Πολ.Δ, δεν ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός, που προτάθηκε και δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός στην περίπτωση που δεν είναι νόμιμος δεν ασκεί καμία επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η ένσταση των αναιρεσειουσών περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος διότι τα επικαλούμενα περιστατικά, που την συγκροτούσαν και προτάθηκαν παραδεκτά με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν συνιστούσαν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
Όπως προκύπτει από τις ως άνω προτάσεις, σε αυτές περιλαμβάνονταν και άλλα περιστατικά για τη θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως, τα οποία το καθένα αποτελούσε ισχυρισμό που μπορούσε να προταθεί και χωριστά, όπως αναφέρεται και στη μείζονα σκέψη. Ειδικότερα από τις ως άνω προτάσεις προκύπτει, ότι οι αναιρεσείουσες για την θεμελίωση της ενστάσεως τους για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων είχαν προτείνει και τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ωσαύτως η υπό κρίσιν αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστικώς ασκηθείσα δοθέντος ότι ο αντίδικος άφησε να διαρρεύσει χρονικό διάστημα 26 ετών από τον χρόνον κατά τον οποίο έλαβε γνώσιν των υφ' ημών ανεγερθέντων οικοδομών .
ουδέποτε αντήλεξε και ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την τύχη του οικοπέδου αυτού....Η δόμηση στην περιοχή σύμφωνα με το από 5-4-1982 διάταγμα γίνεται με συντελεστή δόμησης 1.00 , ενώ κατά τον χρόνο που ανοικοδομήθηκαν ο συντελεστής δόμησης ήτο 1,4. Όταν εξεδόθησαν οι άδειες οικοδομής ημών των εναγομένων επιτρέπετο να δομηθούν σε όλο το οικόπεδο 1050,44 τ.μ.
Σήμερα με τη μείωση του συντελεστή δομείται επιφάνεια 750,32 τ.μ, ήτοι κατα'300 τ.μ λιγότερο ...Ο αντίδικος δύναται να ανεγείρει σήμερα οικοδομή 183,20 τ.μ και αυτό είναι αποτέλεσμα της μείωσης του συντελεστή δόμησης και δεν προέρχεται από δικές μας ενέργειες. Επειδή η πρώτη εξ ημών δυνάμει των νομίμως προσκομιζομένων και επικαλουμένων υπ αρίθμ. ...
και .... αδειών του Γραφείου πολεοδομίας ανήγειρα ισόγειον οικοδομήν ως και πρώτον και δεύτερον υπέρ το ισόγειον ορόφους εκ τριών δωματίων, χωλλ, κουζίνας ...επί του ημετέρου κατά χρήσιν οικοπέδου καθ υπόδειξιν των ορίων υπό των μηχανικών του Δήμου Χαϊδαρίου και του Σχεδίου Πόλεως , ο δε αρχικός κύριοςτου οικοπέδου του αντιδίκου ....
λαβών γνώσιν της υφ ημών ανεγειρόμενης οικοδομής εις ουδεμίαν διαμαρτυρίαν προέβη καθόσον, όπως ο ίδιος διαπίστωσε η οικοδομή μας ανεγείρετο επί του ημετέρου κατά χρήσιν οικοπέδου. Ωσαύτως και η δευτέρα εξ ημών δυνάμει της υπ αρίθμ. ..., οικοδομικής αδείας ανήγειρα πρώτο και δεύτερο υπέρ το ισόγειο όροφο καθ υπόδειξη των ορίων υπό του μηχανικού.
Ο δε αντίδικος εις ουδεμίαν διαμαρτυρίαν προέβη καθ όσον, όπως ο ίδιος διαπίστωσες οικοδομή ανεγείρετο επί του ημετέρου κατά χρήσιν οικοπέδου. Ούτω κατά την ανέγερσιν της οικίας μας εν έτει 1963 -1964 και 1973 δεν επεξετάθημεν επί του κατά χρήσιν οικοπέδου του αντιδίκου, αλλά οικοδομήσαμε εντός των ορίων της ημετέρας κατά χρήσιν ιδιοκτησίας.
Ήτοι ο αντίδικος ουδέν τμήμα της κατα'χρήσιν ιδικτησίας του απώλεσεν . Ημείς και πάλι ισχυριζόμεθα ότι ουδέν τμήμα της κατά χρήσιν ιδιοκτησίας του αντιδίκου κατελάβαμε ότε οικοδομούσαμε την ιδικήν μας και επί του ημετέρου κατά χρήσιν ακινήτου υπάρχουσαν οικία μας. Τα μέτρα που διεκδικεί ο αντίδικος αφορούν το τμήμα που βρίσκεται στο βόρειο μέρος του οικοπέδου και είναι κοινόχρηστος χώρος διαμορφωθείς, από το 1962 σε οδό .....
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εκτιμώμενα στο σύνολο τους και μεεκείνα τα οποία δέχτηκε το Εφετείο προβλήθηκαν παραδεκτά αναφέρονται μόνο σε μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου του αγωγικού δικαιώματος δικαιοπαρόχου αναιρεσιβλήτου χωρίς να αποδίδεται σε αυτόν συμπεριφορά τέτοια που η μεταγενέστερη άσκησή του να μην καθιστάει ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Έτσι και με τη συνεκτίμηση των ανωτέρω περιστατικών, τα οποία παρέλειψε το Εφετείο να λάβει υπόψη, δεν θεμελιώνεται καταχρηστική άσκηση αγωγικού δικαιώματος και η σχετική ένσταση των αναιρεσειουσών είναι μη νόμιμη με συνέπεια από την μη λήψη υπόψη αυτών από το Εφετείο να μην ιδρύεται λόγος αναιρέσεως.
Τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στις από 28-1-2002 προτάσεις των αναιρεσειουσών7τα οποία προτάθηκαν για τη θεμελίωση της ως άνω ενστάσεως και δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, προτάθηκαν για πρώτη φορά με τις ανωτέρω προτάσεις σε μεταγενέστερη της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και κατά συνέπεια η προβολή τους ήταν απαράδεκτη σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη όπως το Εφετείο έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη.
Συνακόλουθα, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες που του αποδίδονται από το άρθρο 559 αριθμ 1, 8 και 14 Κ.Πολ,Δ και οι αντίθετες αιτιάσεις του τελευταίου λόγου της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες .Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 16 Ιουλίου 2007 των Χ1 κλπ για αναίρεση της 3035/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ