Supreme Court allows appeal against dismissal of public employee pension claim due to statute of limitations error.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court granted the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a public employee's pension claim. The appellant argued the lower court incorrectly applied the six-month statute of limitations to a specific retirement compensation scheme. The Court ruled that the lower court erred in applying general civil procedure rules to this specific statutory regime, thereby allowing the appeal and remanding the case for retrial.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 204(3)(a) of Law 3584/2007; Art. 6(2) of Law 3198/1955: The six-month limitation period for general employees does not apply to public personnel covered by specific statutory provisions for retirement compensation, requiring the Court to apply the special law over the general rule.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 905 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 905/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Τάση, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαμεντζελόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ. Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξυλοκάστρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/2/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 11 Φεβρουαρίου 2021 και με αριθμό κατάθεσης 19/11.2.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμό 81/17.3.2020 απόφαση του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που έκρινε επί της από 8.2.2018 και με αριθμό κατάθεσης 6/2018 έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και των από 15.2.2018 και με αριθμό κατάθεσης 11/ΤΜ11/2019 πρόσθετων λόγων έφεσης του ως άνω διαδίκου κατά του δεύτερου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και κατά της με αριθμό 92/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, δέχθηκε ότι η από 20.1.2017 και με αριθμό κατάθεσης 3/30.1.2017 αγωγή του δεύτερου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος (που είχε ασκηθεί από κοινού με τον πρώτο ενάγοντα και μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη) είναι παραδεκτή, νόμιμη και εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 15.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για αποζημίωση λόγω αποχώρησής του από την υπηρεσία του εναγομένου - αναιρεσίβλητου έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την ως άνω έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση. Στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε ως απαράδεκτη την ως άνω αγωγή του δεύτερου ενάγοντος-εφεσίβλητου- αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, με την παραδοχή ότι η αγωγή αφορά αξίωση καταβολής από τον τελευταίο στον πρώτο αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης και έχει κοινοποιηθεί στον εναγόμενο - εκκαλούντα - αναιρεσίβλητο μετά την πάροδο της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (δηλαδή μέσα στη διετή προθεσμία) δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Κορίνθου στις 11.2.2021 και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 17.3.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α` του άρθρου 6 του Ν. 3198/1955 "Πάσα αξίωσις μισθωτού επί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά το ν.2112/1920, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή το Β.Δ της 16/18.7.1920 αποζημιώσεως τυγχάνει απαράδεκτος, εφ` όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου, αφ` ης κατέστη απαιτητή" και κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 8 του ιδίου νόμου (δηλαδή του ν.3198/1955), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν.435/1976 "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου να αποχωρούν της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι, το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς, το 50% της αποζημιώσεως, της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου.
Δια την κατά τ` ανωτέρω χορηγουμένην εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωσιν, εφαρμόζονται κατά τα λοιπά πάντα τα οριζόμενα υπό των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, και 9 του Ν.3198/1955 ως και των διατάξεων του Ν.2112/1920 και του Β.Δ/τος της 16/18.7.1920, πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.3198/1955 για την άσκηση της αγωγής προς καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το ν.2112/1920 ή το Β.Δ/γμα της 16/18.7.1920 αποζημίωσης ισχύει και για την προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 8 του ιδίου νόμου 3198/1955 μειωμένη αποζημίωση που χορηγείται στους αποχωρούντες ή απομακρυνόμενους από την εργασία τους μισθωτούς λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος.
Αφετηρία για την έναρξη της προθεσμίας αυτής δεν είναι η ημέρα, κατά την οποία ο μισθωτός υπέβαλε αίτηση στον Ασφαλιστικό του Οργανισμό για συνταξιοδότηση, αλλά η ημέρα, κατά την οποία ο εργαζόμενος, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση πλήρους σύνταξης γήρατος, αποχωρήσει από την εργασία του εκδηλώνοντας έτσι τη βούλησή του να λύσει την εργασιακή σύμβαση.
Η ως άνω προθεσμία είναι αποσβεστική και σύμφωνα με το άρθρο 280 του ΑΚ λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (σχ. ΑΠ 44/2006). Πρόδηλο, όμως, είναι ότι η οριζόμενη στο άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία αφορά στην αποζημίωση του μισθωτού, την οποία δικαιούται υπό τις ως άνω προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 2 του ίδιου νόμου και όχι στην αποζημίωση την οποία ο μισθωτός δικαιούται από διατάξεις άλλων νόμων (σχ.
ΑΠ 277/2006).
Περαιτέρω, στο άρθρο 204 παρ. 1, 3 εδαφ. α και 5 του ν. 3584/2007 "Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων" (ΦΕΚ Α 143/28.6.2007), που είναι ενταγμένο στο τμήμα Β του δεύτερου μέρους του ως άνω νόμου, το οποίο (τμήμα) φέρει τον τίτλο "προσωπικό ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για κάλυψη οργανικών θέσεων ΟΤΑ", ορίζονται τα εξής: "1.Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος, η αποζημίωση λόγω απολύσεως ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία καθορίζεται ως εξής:
α. Για το προσωπικό που έχει συνεχή υπηρεσία από ένα έτος μέχρι τρία έτη οι αποδοχές ενός μήνα, πάνω από τρία και μέχρι έξι έτη οι αποδοχές δύο μηνών, πάνω από έξι και μέχρι οκτώ έτη οι αποδοχές τριών μηνών και πάνω από οκτώ και μέχρι δέκα έτη οι αποδοχές τεσσάρων μηνών. β. Για κάθε συμπληρωμένο έτος υπηρεσίας μετά τα δέκα και μέχρι τα τριάντα έτη, η πιο πάνω αποζημίωση προσαυξάνεται με το ποσό των αποδοχών ενός μήνα. 2.
Ο υπολογισμός της αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές το τελευταίου μήνα, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, οι μηνιαίες αποδοχές δεν λαμβάνονται υπόψη κατά το ποσοστό που υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό τριάντα (30) 3.
Το προσωπικό του παρόντος τμήματος, το οποίο δεν υπάγεται για τη χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου, εφόσον συμπληρώνει τις προϋποθέσεις λήψεως σύνταξης, μπορεί να αποχωρεί από την υπηρεσία, λαμβάνοντας το μεν επικουρικά ασφαλισμένο το 50%, το δε μη επικουρικά ασφαλισμένο το 60% της αποζημίωσης που ορίζεται από την παράγραφο 1 του παρόντος. [...]. 4. ... 5.
Το ποσοστό αποζημίωσης που προβλέπεται στις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ανώτατο όριο αποζημίωσης του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 (ΦΕΚ 189 Α), όπως αυτό κάθε φορά αναπροσαρμόζεται". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι με αυτές ρυθμίζονται κατά τρόπο πλήρη και ειδικό τα ζητήματα που αφορούν στην αποζημίωση που δικαιούται το προσωπικό που απασχολείται σε ΟΤΑ (Δήμο) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για την κάλυψη οργανικών τους θέσεων, όταν αποχωρεί από την υπηρεσία έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψης σύνταξης από ασφαλιστικό φορέα άλλον, πλην του Δημοσίου.
Συγκεκριμένα καθορίζονται οι προϋποθέσεις καταβολής της ως άνω αποζημίωσης, το ύψος αυτής με βάση τη διάρκεια της σχέσης, ο τρόπος υπολογισμού αποδοχών και ο καθορισμός του ανωτάτου ορίου αποζημίωσης, με αποτέλεσμα να μην απομένει έδαφος παραπομπής (ούτε και συμπληρωματικά) στις διατάξεις των παλαιότερων νόμων 2112/1920 και 3198/1955.
Το αντίθετο δεν συνάγεται ούτε και από τη διάταξη του άρθρου 216 του ως άνω ν. 3584/2007, σύμφωνα με την οποία: "Κατά τα λοιπά για το προσωπικό του παρόντος τμήματος εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας", διότι με τη τελευταία διάταξη γίνεται παραπομπή "συμπληρωματικά" στις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 μόνο για τα λοιπά θέματα που δεν ρυθμίζονται από το ν. 3584/2007, και όχι γι' αυτά που ρυθμίζονται από τα άρθρα του, όπως είναι το άρθρο 204 παρ. 1,2,3 εδαφ.
α και 5, το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, ορίζει με τρόπο ειδικό και λεπτομερή το δικαίωμα αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης του με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου προσωπικού των Δήμων. Κατά συνέπεια, αφού ως προς το ως άνω άρθρο δεν υφίσταται πεδίο συμπληρωματικής εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας (ν. 2112/1920 και ν. 3158/1955), για την αξίωση καταβολής αποζημίωσης σύμφωνα με το άρθρο αυτό (δηλαδή το άρθρο 204 παρ. 1, 2, 3 εδαφ.
α και 5 του ν. 3584/2007) δεν ισχύει η αποκλειστική εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 (σχ. ΑΠ 250/1991, ΑΠ 217/1992).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20.1.2017 και με αριθμό κατάθεσης 3/30.1.2017 αγωγή (την οποία άσκησε από κοινού με τον πρώτο ενάγοντα και μη διάδικο κατά την περαιτέρω διαδικασία) ο δεύτερος ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε τα εξής:
Ότι την 1.10.1984 προσλήφθηκε στον "..." ως μόνιμο προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι μετά την από 1.1.2007 απόσχιση του κλάδου "..." του Ο.Σ.Ε και την εισφορά του στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", κατ' εφαρμογή του π.δ. 41/2005 μεταφέρθηκε στην "Ε.ΔΙ.Σ.Υ. ΑΕ". Ότι από τις 30.11.2010 με τη με αριθμό Φ8/οικ.57795/5636/26.11.2010 απόφαση του Υπουργού Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων (ΦΕΚ τ.Α.Ε.
και ΕΠΕ 13557/29.11.2010) εγκρίθηκε η συγχώνευση των ανωνύμων εταιρειών "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος ΑΕ- Ο.Σ.Ε. ΑΕ" και "...", με απορρόφηση της δεύτερης εταιρείας από την πρώτη και ότι από την ίδια ημερομηνία (δηλαδή στις 30.11.2010) αυτός μεταφέρθηκε εκ νέου στην "Ο.Σ.Ε. ΑΕ". Ότι στις 3.5.2011, με τη με αριθμό 17062/2011 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (Φ.Ε.Κ.
Γ 235/2011), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 16 του ν. 3891/2010 (ΦΕΚ Α 188), αυτός μεταφέρθηκε σε προσωποπαγή θέση στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο, ως εργάτης καθαριότητας υποχρεωτικής εκπαίδευσης και κατατάχθηκε στο βαθμό Γ με μισθολογικό κλιμάκιο 16, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 16 παρ. 9 του ν. 3891/2010 και στο άρθρο 2 παρ. 22 του ν. 3899/2010.
Ότι στον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο απασχολήθηκε με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μέχρι τις 16.3.2015, οπότε υπέβαλε αίτηση οικειοθελούς αποχώρησης λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων λήψης σύνταξης γήρατος από το ΙΚΑ και επικουρικής σύνταξης από το ΕΤΑΜ τέως ΤΕΑΔΥ. Ότι, στη συνέχεια, υπέβαλε τη με αριθμό πρωτ. 4450/17.3.2015 αίτηση συνταξιοδότησης στο τοπικό υποκατάστημα Ι.Κ.Α.
ασφαλισμένων του εντασσόμενου κλάδου σύνταξης του ΤΑΠ - ΟΤΕ λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων και του ορίου ηλικίας για τη λήψη πλήρους σύνταξης, έχοντας συμπληρώσει 31 χρόνια συνεχούς εργασίας. Ότι του απονεμήθηκε οριστική σύνταξη λόγω γήρατος από 16.3.2014 δυνάμει της με αριθμό 1723/7.6.2016 απόφασης του Ι.Κ.Α και ότι, κατόπιν αυτού, με τη με αριθμό πρωτ. 7984/16.6.2016 αίτησή του ζήτησε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο την προβλεπόμενη στο άρθρο 204 παρ. 3 εδαφ.α του ν. 3584/2007 αποζημίωση, αλλά ο εναγόμενος αρνήθηκε την καταβολή της.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει: α) για την ως άνω αιτία το ποσό των 15.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τα οριζόμενα στην αγωγή και β) το ποσό των 3.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης. Το Ειρηνοδικείο Ξυλοκάστρου με τη με αριθμό 92/2017 απόφασή του δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή έχει ασκηθεί παραδεκτά και ότι είναι νόμιμη και αφού την ερεύνησε κατ' ουσία, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το κεφάλαιο και το αίτημά της περί καταβολής (και) στο δεύτερο ενάγοντα-αναιρεσείοντα της αποζημίωσης του άρθρου 204 παρ. 3 εδαφ.
α του ν. 3584/2007, ύψους 15.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κεφάλαιο και το αίτημά της περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης ύψους 3.000 ευρώ. Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο εναγόμενος - εκκαλών -αναιρεσίβλητος Δήμος άσκησε την από 8.2.2018 και με αριθμό κατάθεσης 6/8.2.2018 έφεση και τους από 15.2.2018 και με αριθμό κατάθεσης 11/ΤΜ11/17.1.2019 πρόσθετους λόγους έφεσης.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως εφετείο, αφού συνεκδίκασε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή κρίθηκε ότι αρμοδίως και παραδεκτώς εισήχθη προς εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο Ξυλοκάστρου, κατά τη διαδικασία των άρθρων 676 επ.
ΚΠολΔ, ότι είναι ορισμένη αυτή και νόμιμη, πλην του αιτήματος περί τοκοφορίας της απαίτησης, το οποίο κρίθηκε νόμιμο για το μετά την επίδοση της αγωγής χρόνο και περαιτέρω ερευνώμενη κρίθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο, ήδη εκκαλούντα (δηλαδή τον αναιρεσίβλητο) να καταβάλει στον ενάγοντα - εφεσίβλητο (δηλαδή στον αναιρεσείοντα) το ποσό των 15.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση [...].
Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τυγχάνει εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.δ. 3198/1955 (εννοείται του ν. 3198/1955) και η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, καθώς σύμφωνα με τα έγγραφα που προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο εφεσίβλητος και ειδικότερα την από 16.3.2015 και με αριθμό πρωτ. 3197/16.3.2015 με αριθμό 155/2015 διαπιστωτική πράξη του Δήμου Ξυλοκάστρου - Ευρωστίνης, προκύπτει ότι η λύση της εργασιακής σχέσης των διαδίκων επήλθε στις 16.3.2015, χρονικό σημείο έναρξης και της συνταξιοδότησης του εφεσιβλήτου [...].
Ωστόσο ο τελευταίος στράφηκε κατά του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος το πρώτον με την από 20.1.2017 αγωγή του, η οποία επιδόθηκε προς αυτόν (εναγόμενο) στις 9.2.2017, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1243Β/9.2.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου, που είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Κορίνθου Σωτηρίου Κορωνιώτη, συνεπεία των ανωτέρω προκύπτει ότι, από τις ανωτέρω ημερομηνίες τόσο της λύσεως όσο και της εγέρσεως της αγωγής με την ολοκλήρωση της άσκησής της με την ανωτέρω επίδοση, παρήλθε η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία (εννοείται του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955) και ως εκ τούτου, η κρινόμενη αγωγή τυγχάνει απορριπτέα και συνεπώς το Ειρηνοδικείο Ξυλοκάστρου εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και δεν εξέτασε, ως όφειλε, αυτεπάγγελτα, την ως άνω εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία και συνεπεία της παρέλευσής της έπρεπε να απορρίψει αυτή ως απαράδεκτη.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω γενομένου δεκτού του προταθέντος προσθέτως λόγου εφέσεως από το εκκαλόν (ορθό τον εκκαλούντα) ως νόμω και ουσία βάσιμου, παρελκομένων εξέτασης των λοιπών λόγων εφέσεως, διότι ο γενόμενος δεκτός λόγος αυτής αφορά το παραδεκτό της αγωγής, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με αριθμό 92/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου [...] να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο η από 20.1.2017 και με α/α κατάθεσης 3/30.1.2017 αγωγή και να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη, [...]".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές και το συμπέρασμα που διατύπωσε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 204 παρ. 1,2,3 εδαφ. α και 5 του ν. 3584/2007 "Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων] και των άρθρων 6 παρ. 2 και 8 παρ. 2 του ν. 3198/1955.
Ειδικότερα εσφαλμένα ερμήνευσε το άρθρο 204 παρ. 3 εδαφ. α του ν. 3584/2007 και εσφαλμένα εφήρμοσε τα άρθρα 6 παρ. 2 και 8 παρ. 2 του ν. 3198/1955. Τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στην προηγηθείσα σκέψη, για το προσωπικό του αναιρεσίβλητου Δήμου, στο οποίο συγκαταλέγεται και ο δεύτερος ενάγων-αναιρεσείων και το οποίο:
α) απασχολείται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για την κάλυψη οργανικών θέσεων, β) δεν υπάγεται για τη χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου και γ) αποχωρεί έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψης σύνταξης γήρατος ισχύουν οι παρατεθείσες ειδικές διατάξεις του άρθρου 204 παρ. 1, 2, 3 εδαφ.
α και 5 του ν. 3584/2007.
Συνεπώς, για το παραδεκτό της ένδικης αγωγής, με την οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο δεύτερος ενάγων - αναιρεσείων επιδιώκει την καταβολή από τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο Δήμο της ειδικά προβλεπόμενης από το ως άνω άρθρο 204 παρ. 3 εδαφ. α του ν. 3584/2007 αποζημίωσης, δεν εφαρμόζεται η αποκλειστική εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 8 παρ. 2 του ίδιου νόμου, που ορίζει τις προϋποθέσεις αποζημίωσης των εν γένει μισθωτών που αποχωρούν από την εργασία τους λόγω συνταξιοδότησης. Κατόπιν αυτού ο μοναδικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στην κρινόμενη αίτηση) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ως άνω σφάλμα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Συνακόλουθα, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό 81/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος Δήμος, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 11.2.2021 και με αριθμό κατάθεσης 19/11.2.2021 αίτηση αναίρεσης.
Αναιρεί τη με αριθμό 81/17.3.2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ