Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
898/2023 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction grounds, ruling civil court had authority over enrichment claim.

Geschäftsnummer 898/2023
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Thessaly Regional Unit against the First Instance Court of Volos. The appellant argued the lower court lacked jurisdiction because the dispute involved a public administration contract, but the court found the claim was based on unjust enrichment arising from a private law contract. Consequently, the court ruled that the First Instance Court correctly exercised its jurisdiction over the civil matter.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 904 et seq. of the Civil Code; Article 560, paragraph 3, number 3 of the Code of Civil Procedure: A civil court has jurisdiction over claims for unjust enrichment even if they stem from a public administration contract, provided the underlying legal relationship is governed by private law.

Schlagwörter

KI-generiert
unjust enrichment claim jurisdiction of civil courts public administration contract private law relationship appeal dismissal legal standing contract validity Gemeindefinanzen

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 904 et seq. of the Civil Code
Article 560, paragraph 3, number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, number 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1, number 3 of Law 3693/1957

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 898 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 898/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή- Εισηγήτρια, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ" που εδρεύει στην Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Φώτου και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/6/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 74/2014 μη οριστική και 51/2017 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/12/2017 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. ... Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 51/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 39/2013 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Βόλου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως προς την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 11.900 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Η αίτηση αναιρέσεως, της οποίας ορίσθηκε νέα δικάσιμος, η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης, με την υπ'αριθ.... Πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία κοινοποιήθηκε με κλήση για τη συζήτηση στους αντίκλητους δικηγόρους των διαδίκων (άρθρο 307 παρ.1 ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.

Επίσης, κατά το άρθρο 908 εδ. α' ΑΚ, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ'αυτό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξιώσεως είναι η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβαρύνσεως, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη. Ειδικότερα, από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι, αναγκαία προϋπόθεση για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι και το ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μια από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητάς της.

Συγκεκριμένα, στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ' όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από τη μία περιουσία στην άλλη, β) τη συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 342/2015).

Έτσι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης συμβάσεως, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας αποδόσεως της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.

Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ ΑΠ 218/1977, ΑΠ 160/2018, ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 1537/2014). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 80 και 85 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" για τις συμβάσεις που συνάπτει το Δημόσιο, με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των 2.500 ευρώ, απαιτείται με ποινή ακυρότητας έγγραφος τύπος (ιδιωτικό έγγραφο).

Ο ίδιος άλλωστε έγγραφος τύπος απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", και για το κύρος των συμβάσεων που συνάπτουν τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών (και μεταγενέστερα κατά την υπ' αριθ. 2054839/452/0026/3/9-7-1992 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών 150.000 δραχμών (ή 440,20 €), ήδη δε κατά την υπ' αριθ. 2/59649/0026/2001 απόφαση του αυτού Υπουργού 2.500 ευρώ ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό του Δημοσίου ή αναλόγως ΝΠΔΔ ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρο 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτελέσεως της συμβάσεως, μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ ΑΠ 862/1984, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1057/2011, ΑΠ 1135/2010).

Στην περίπτωση αυτή της άκυρης σύμβασης η παροχή, που τυχόν έγινε σε εκτέλεση της σύμβασης παρά την ακυρότητά της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και μπορεί συνεπώς, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αναζητηθεί αυτούσια η παροχή ή αναλόγως η αντίστοιχη ωφέλεια που επήλθε στο άλλο μέρος, την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 831/2020, ΑΠ909/2018, ΑΠ 1358/2015, ΑΠ 1442/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ... παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 80 του Ν 2362/1995, δεχόμενο την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ενώ δεν είχε τηρηθεί ο έγγραφος τύπος για την ένδικη σύμβαση.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: <<Τον Φεβρουάριο του 2009 ο Αντιδήμαρχος Πρασίνου του Δήμου ... συμφώνησε με το αρμόδιο τμήμα πολιτικής προστασίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε αυτοδικαίως το εκκαλούν, την από κοινού εκτέλεση του έργου κοπής και αποκομιδής των κλαδιών των δένδρων που έπεφταν εντός και κατά μήκος του χειμάρρου ...

και της οδού ... στην πόλη του .... Ειδικότερα, υπεύθυνος της αποκομιδής των κλαδιών που έπεφταν στην κοίτη του χειμάρρου ήταν η Νομαρχιακή .... Με τον τρίτο λόγο της έφεσης το εκκαλούν παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρξε συμφωνία για την εκτέλεση του έργου μεταξύ του υπευθύνου του τμήματος πολιτικής προστασίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ...

και του εφεσιβλήτου, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι ουδέποτε ανατέθηκε το έργο στον τελευταίο ούτε εκτέλεσε τις εργασίες αποκομιδής των κλαδιών και ότι δεν οφείλεται αμοιβή. Αποδείχθηκε ότι για την αποκομιδή των κλαδιών που έπεφταν στην κοίτη του χειμάρρου, η Νομαρχιακή ... ανέθεσε απευθείας το έργο στον εφεσίβλητο και συμφωνήθηκε προφορικώς η αμοιβή του στο ποσό των 10.000 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ.

Ο εφεσίβλητος εργάστηκε περίπου σαράντα- σαράντα πέντε ημέρες και εκτέλεσε το έργο, εξέδωσε δε το ... τιμολόγιο ποσού 10.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, ποσού 1.900 ευρώ. Η σύναψη της σύμβασης αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ιδία δε από την κατάθεση του μάρτυρα, δημοτικού υπαλλήλου, που εξετάστηκε πρωτοβαθμίως, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα...

Περαιτέρω, το γεγονός ότι δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος συστατικός τύπος του ιδιωτικού εγγράφου για την κατάρτιση της σύμβασης, έχει ως συνέπεια ότι αυτή είναι άκυρη και δεν παρήγαγε υποχρέωση να καταβληθούν οι συμφωνηθείσες παροχές εκατέρωθεν... Ωστόσο, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος εκτέλεσε το έργο, το εκκαλούν που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., κατέστη πλουσιότερο κατά το ποσό των 10.000 ευρώ, πλέον του ΦΠΑ των 1.900 ευρώ και συνολικά κατά το ποσό των 11.900 ευρώ.

Σε αυτό το ποσό ανέρχεται η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών που δέχθηκε το εκκαλούν και το οποίο εξοικονόμησε από τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν, αν προέβαινε στην αποδοχή των ίδιων υπηρεσιών από έγκυρη σύμβαση έργου. Επομένως, ευθύνεται στα πλαίσια των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού και πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εφεσίβλητο το συνολικό ποσό των 11.900 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση και έκανε δεκτή την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση ως κατ'ουσίαν βάσιμη, δεν έσφαλε...>>. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 80 του Ν 2362/1995, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής της διατάξεως, αλλά των διατάξεων των άρθρων 904 επ.

του ΑΚ. Τούτο δε διότι οι ως άνω παραδοχές του δικαστηρίου πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι συνέτρεχαν όλες οι ως άνω προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ένδικης αξιώσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και συγκεκριμένα η ύπαρξη πλουτισμού (ωφέλειας) του υποχρέου εναγομένου- αναρεσείοντος, η επέλευση αυτού (πλουτισμού) σε βάρος του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου, το αδικαιολόγητο του πλουτισμού και συγκεκριμένα η έλλειψη νόμιμης αιτίας του πλουτισμού του αναιρεσείοντος συνεπεία της ακυρότητας της ένδικης συμβάσεως λόγω μη τηρήσεως του απαιτούμενου έγγραφου τύπου και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού του υποχρέου και επιβαρύνσεως του δικαιούχου.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αριθ.4, 560 αριθ. 3 και 580 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται, όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 293/1981). Περαιτέρω, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.

Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του Ν 1409/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται από 11-6-1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ ΑΠ 138/1996).

Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, Ολ ΑΠ 5/1995). Με το άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου νόμου 1406/1983, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων πλην άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων, δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.

Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΠ 408/2010).

Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999, Ολ ΑΠ 7/2001, 8/2000, ΑΠ 901/2011, ΑΠ 1378/2011).

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ... δεν είχε δικαιοδοσία να δικάσει την ένδικη αγωγή, καθόσον πρόκειται για διοικητική διαφορά.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων- αναιρεσίβλητος ιστορούσε, μεταξύ άλλων, τα εξής : "Ότι η Νομαρχιακή ... του ανέθεσε με απ'ευθείας ανάθεση το έργο της περισυλλογής και μεταφοράς των κλαδιών των δένδρων που έπεφταν μέσα στην κοίτη του χειμάρρου ... και κατά μήκος αυτού, αντί εργολαβικού ανταλλάγματος 10.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ.

Ότι εκτέλεσε το συμφωνηθέν έργο και εξέδωσε το ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού μετά του ΦΠΑ, 11.900 ευρώ. Ζήτησε δε να του καταβληθεί η οφειλόμενη εισέτι αμοιβή του με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, εφ' όσον η παραπάνω σύμβαση ήταν άκυρη, αφού δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος".

Όμως, με τέτοιο περιεχόμενο, η σύμβαση εισάγει διαφορά ιδιωτικού δικαίου, αφού, σε περίπτωση εγκυρότητάς της, εφαρμοστέο θα ήταν το ιδιωτικό δίκαιο, διότι αυτή, ούτε περιλάμβανε ούτε κάποιο από τα διάδικα μέρη και μάλιστα το παραπονούμενο σχετικά αναιρεσείον προβάλλει, πως αυτή περιείχε όρους που επέτρεπαν στο εναγόμενο μονομερείς επεμβάσεις σε όλο το συμβατικό πλαίσιο, ούτε διεπόταν από εξαιρετικό υπέρ αυτού νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς.

Επομένως, το δικαστήριο, το οποίο δικάζοντας την ένδικη αγωγή, έκρινε πως η παραπάνω διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου και ότι είναι αρμόδιο το πολιτικό δικαστήριο για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής (απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος), δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και ο αντίθετος από το άρθρο 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106,176,183,189 αριθ. 1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Σημειωτέον ότι, για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη δίκη το άρθρο 22 παρ.1,3 του Ν 3693/1957 που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ'άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ παρα..., διότι το αναιρεσείον απαλλάσσεται από την καταβολή του, κατ'άρθρο 38 παρ.2 Ν 2218/1994.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-12-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 51/2017 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ