Supreme Court suspends appeal due to pending full bench ruling on water utility legal status.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court suspended the appeal proceedings against a water utility company's decision to reduce employee salaries. The lower courts had ruled that these public service entities are not local government bodies but municipal enterprises, exempting their workers from specific salary reduction laws. The court suspended the case pending a full bench ruling on this significant legal issue to ensure uniformity in the law.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 62 KPolD; Art. 35 AK; Art. 313 KPolD; Art. 249 KPolD: When a legal issue of exceptional importance affecting a large category of persons is pending before the full bench of the Supreme Court, the court must suspend the proceedings to avoid contradictory rulings.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 895 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 895/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Ιωαννίνων" (Δ.Ε.Υ.Α.Ι.), που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ματθαίου, ο οποίος ανακάλεσε την από 26/10/2020 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)… και 196)…. Οι 11ος, 12η, 18ος, 26ος, 30ος, 31ος, 32ος , 33ος, 37ος, 39ος, 44ος, 47ος, 53ος, 55ος, 56ος, 61ος, 64ος, 70ος, 79η, 83ος, 89ος , 92ος, 93ος, 95η, 99ος, 101η, 124ος, 134η, 159ος, 160η, 172ος, 175ος, 177ος, 188ος και 193ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπακωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, στις οποίες δήλωσε ότι η 9η (Τ. Β.) αποβίωσε και κληρονομήθηκε από τον Χ. Μ. του Σ., ο 35ος(Ν. Α.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Χ. Ν. και ο 102ος (Κ. Χ.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους α)Δ. Κ. του Χ., β)Ε. Κ. του Χ. και γ)Α. Κ., οι οποίοι (ως άνω κληρονόμοι) συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 490/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 323/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 11/2/2019 αίτησή του και τους από 24/12/2019 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ικανός να είναι διάδικος θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 62 ΚΠολΔ, εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, παύει με το θάνατό του (άρθ. 35 ΑΚ). Εξάλλου, η απόφαση, η οποία εκδόθηκε σε δίκη με ανύπαρκτο φυσικό πρόσωπο, όπως είναι εκείνο που αποβίωσε, στερείται, όπως ορίζει το άρθρο 313 παρ. 1 εδ.
δ' ΚΠολΔ, υπόστασης και χαρακτηρίζεται ρητώς ως ανύπαρκτη. Από τη διατύπωση όλων των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 286 και επ. ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, με βάση το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, και στη δίκη της αναίρεσης, προκύπτει, ότι εφόσον ο διάδικος βρισκόταν στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης και αποβιώσει μεταγενεστέρως και πριν από την αμετάκλητη περάτωσή της, εάν μεν ο θάνατος επήλθε μέχρι το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, τότε, εφόσον τηρηθούν και οι λοιπές διατυπώσεις, προς τον αντίδικο, επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι έκτοτε και μέχρι την επανάληψη αυτής επιχειρούμενες διαδικαστικές πράξεις, εκτός από την τυχόν εκδιδόμενη απόφαση, να λογίζονται άκυρες.
Εάν δε ο θάνατος, αν και επήλθε πριν από το πέρας της συζήτησης εκείνης, δεν γνωστοποιήθηκε στον αντίδικο, ώστε να χωρήσει βίαιη διακοπή της δίκης ή επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής και εκδόθηκε οριστική απόφαση, ή επήλθε μετά την έκδοσή της, τότε, εφόσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας και στάδιο εφαρμογής των διατάξεων, περί διακοπής και επανάληψης της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης, που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος, πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά του καθολικού διαδόχου (κληρονόμου) του αποβιώσαντος. 'Ετσι το ένδικο αυτό μέσο, εφόσον απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση, πριν από την άσκηση της αναίρεσης με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τον κληρονόμο του και να απευθύνει κατ' αυτού την αναίρεση.
Αυτή, όμως, που στρέφεται κατά του αποβιώσαντος αντιδίκου, δεν είναι άκυρη, εάν ο αναιρεσείων αγνοούσε το θάνατό του, και, επομένως, νομίμως χωρεί η συζήτησή της με τον κληρονόμο του αποβιώσαντος, ο οποίος πρέπει, για το λόγο αυτό, να κληθεί ή να εμφανισθεί κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτού στη θέση του αναιρεσίβλητου και να προβάλλει υπεράσπιση για την ουσία της διαφοράς (ολ ΑΠ 27/1987, ΑΠ 818/1994 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά των 1) Β. Τ., 2) Α. Ν., και 3) Χ. Κ., οι οποίοι ήσαν αντίδικοι του αναιρεσείοντος, κατά τη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 323/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Κατά τη συζήτηση όμως της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων με τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε, ισχυρίσθηκε ότι η ένατη των αναιρεσιβλήτων αποβίωσε στις 20-7-2015, ο τριακοστός πέμπτος των αναιρεσιβλήτων αποβίωσε στις 17-10-2014 και ο εκατοστός δεύτερος των αναιρεσιβλήτων αποβίωσε στις 30-1-2014, δηλαδή πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκαν η πρώτη από τον Χ.
Μ. του Σ., ο δεύτερος από την Χ. Ν. και ο τρίτος από τους Δ. Κ. του Χ., Ε. Κ. του Χ. και Α. Κ. του Χ. και επιπλέον προέβαλε υπεράσπιση για την ουσία της υπόθεσης και απέκρουσε τους λόγους της αίτησης αναίρεσης. Από τα στοιχεία της υπόθεσης προκύπτει ότι ο θάνατος της πρώτης επήλθε μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, των δε λοιπών μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και πριν από την έκδοση της απόφασής του.
Η έφεση των αναιρεσιβλήτων συζητήθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 5-12-2018 και στο όνομα των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων - εκκαλούντων, οι οποίοι είχαν ήδη αποβιώσει τότε, και φέρονταν ότι είχαν εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους κατά τη συζήτηση και εκδόθηκε στο όνομά τους ως διαδίκων, η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να διακοπεί η εφετειακή δίκη εξαιτίας του θανάτου τους, γιατί δεν γνωστοποιήθηκε το γεγονός αυτό.
Συνεπώς, με βάση τα περιστατικά αυτά και σε συνδυασμό με την έλλειψη προβολής ισχυρισμού εκ μέρους των ανωτέρω κληρονόμων των αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων ότι το αναιρεσείον γνώριζε το θάνατό τους, συνάγεται απόδειξη ότι δεν είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο της επέλευσης του θανάτου πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Επομένως, και σύμφωνα με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν, είναι έγκυρη η άσκησή της και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους των αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων, την ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβήτησε το αναιρεσείον, και οι οποίοι υπερασπίσθηκαν στην ουσία της υπόθεση.
Κατά το άρθρο 575 ΚΠολΔ, με αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης μία φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο, εφαρμόζονται δε και εδώ τα εδάφια β' και γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 226 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 576 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (παρ. 1). Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει βέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (παρ.2) και ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους (παρ.3).
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σ' αυτήν νόμιμα και εμπρόθεσμα, μόνο δε αν συντρέχει η μία ή η άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου.
Αν δεν αποδεικνύεται η συνδρομή της μίας ή της άλλης από τις προϋποθέσεις αυτές και ο απών διάδικος δεν έχει κλητευθεί νόμιμα στην αρχική δικάσιμο, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση όχι μόνο γι' αυτόν, αλλά για όλους τους διαδίκους (ΑΠ 1569/2005, ΑΠ 350/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 11-2-2019 αίτηση και το από 24-12-2019 δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αναίρεση της 323/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. 'Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είχε προσδιορισθεί από τον Πρόεδρο του Β2 Τμήματος να εκδικασθεί την αρχική δικάσιμο της 28-1-2020, οπότε η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά τη σημερινή δικάσιμο δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 11ος, 12η, 18ος, 26ος, 30ος, 31ος, 32ος, 33ος, 37ος, 39ος, 44ος, 47ος, 53ος, 5ος, 56ος, 61οε, 64ος, 70ος, 79η, 83ος, 89ος, 92ος, 93ος, 95η, 99ος, 101η, 124ος, 134η, 159ος, 160η, 172ος, 175ος, 177ος, 188ος και 193ος των αναιρεσιβλήτων.
Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση, 9412/2-8-2019 και 2067/9-8-2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ιωαννίνων Ε. Λ. και της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ε. Χ., αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 11-2-2019 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης κατά τη δικάσιμο της 28-1-2020, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε και εμπρόθεσμα στους δικηγόρους Ιωαννίνων και Αθηνών Ηλία Πολύμερο και Απόστολο Παπακωνσταντίνου, αντίστοιχα, υπό την ιδιότητά τους ως πληρεξουσίων δικηγόρων και αντικλήτων των απολειπομένων κατά τη σημερινή δικάσιμο ανωτέρω αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, εφόσον αυτοί κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες.
Η κρινόμενη από 11-2-2019 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθ. 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), και οι από 24-12-2019 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που ασκήθηκαν παραδεκτά κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία (28-1-2020) συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικασθούν για λόγους οικονομίας της δίκης, κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 573 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή την ανυπαρξία μία έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μίας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή αντιφατικών αποφάσεων συνάγεται, ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μίας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει προεχόντως όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 1125/2019, ΑΠ 1487/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες με την από 10-6-2011 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων εκθέτουν ότι είναι τακτικοί υπάλληλοι του εναγομένου ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Ιωαννίνων" που έχει ως σκοπό την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στους πολίτες της πόλης των Ιωαννίνων, απασχολούμενοι σ' αυτήν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αμειβόμενοι σύμφωνα με τους όρους αμοιβής και εργασίας που καθορίζονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας της σε συνδυασμό με την Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που υπογράφει κάθε φορά η συνδικαλιστική τους οργάνωση με την εργοδότριά τους. 'Ότι το τελευταίο (εναγόμενο) μη νόμιμα μείωσε τις αποδοχές του συνόλου των εργαζομένων της, μεταξύ των οποίων και αυτών (εναγόντων) κατ' εφαρμογή των διατάξεων των Ν. 3833/2010 (αρθ. 1 παρ. 2) και Ν. 3845/2010 (άρθρ. 3), καθόσον αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που ρητά έχει εξαιρεθεί από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και διέπεται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, με αποτέλεσμα να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Ν. 3833/2019 και 3845/2010.
Επικουρικώς και σε περίπτωση που κριθεί ότι το εναγόμενο υπάγεται στις ρυθμίσεις των άνω νόμων, με τους οποίους επήλθε περικοπή των αποδοχών τους, αυτή η περικοπή δεν πρέπει να εφαρμοσθεί, γιατί οι σχετικές διατάξεις των ως άνω νόμων τυγχάνουν ανεφάρμοστες γιατί αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 5, 22 παρ. 2, 23, 28 παρ. 2 και 36 παρ. 2 του Συντάγματος και στο Ενωσιακό Δίκαιο.
Ζήτησαν δε οι ενάγοντες α) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 και, συνεπώς, μη νόμιμα έγινε περικοπή των αποδοχών τους για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-5-2010 καθώς και των επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας για το έτος 2010, β) να αναγνωρισθεί ότι οι μισθοδοτικές τους καταστάσεις είναι παράνομες και άκυρες κατά τα ποσά που περικόπηκαν οι αποδοχές τους, ώστε στη συνέχεια να μεταρρυθμισθούν και να συμπεριληφθούν σ' αυτές και τα άνω ποσά, και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των 23.396,89 ΕΥΡΩ και στη δεύτερη απ' αυτούς το ποσό των 5.186,89 ΕΥΡΩ, που αντιστοιχούν στη διαφορά που έχει προκύψει από τη μείωση των αποδοχών τους δυνάμει των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, σε σχέση με αυτές που έπρεπε να λάβουν με βάση τις οικείες ΣΣΕ κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-5-2010, καθώς επίσης και στη διαφορά του δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας μεταξύ των ετών 2009 και 2010.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 490/2014 οριστική απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς αμφότερες (κύρια και επικουρική) βάσεις της. Το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλόμενη 323/2018 απόφασή του δέχθηκε την ασκηθείσα κατά της ανωτέρω απόφασης έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την εκεί εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε εκ νέου την αγωγή και δέχθηκε αυτήν, κατά την κύρια βάση της κρίνοντας ότι οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο αντιθέτως ρητά εξαιρούνται και συνακόλουθα οι εργαζόμενοι σ' αυτές δεν υπόκεινται στις μειώσεις αποδοχών των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, αλλά μόνον σε εκείνες του Ν. 4024/2011, που ισχύουν από 1-11-2011 και εφεξής.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 5 του Ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4 του Ν. 3845/2010, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, διότι οι συνιστώμενες επιχειρήσεις ύδρευσης αποχέτευσης (ΔΕΥΑ), μεταξύ των οποίων και η εναγομένη, αποτελούν μεν ν.π.ι.δ., που διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας όμως δεν αποτελούν ιδιωτικές επιχειρήσεις αλλά επιχειρήσεις που ανήκουν στους οικείους Δήμους και μάλιστα αποτελούν επιχειρήσεις κοινωφελούς χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι τα εκτελούμενα από αυτές έργα καθώς και οι παρεχόμενες υπηρεσίες έχουν ως σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού δηλαδή του κοινού συμφέροντος σε τοπικό επίπεδο, τελούν δε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των ΟΤΑ.
Το ζήτημα αυτό, ως αναφερόμενο σε μεγάλη κατηγορία εργαζομένων και εντεύθεν, χαρακτηρισθέν ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας έχει ήδη παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 626/2021 απόφαση του Β2 Τμήματος αυτού, η οποία ήταν γνωστή στο παρόν Β2 Τμήμα, όταν άρχισε η διάσκεψη για την παρούσα υπόθεση.
Υπό τα προαναφερόμενα, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής κατ' άρθρο 249 της προόδου της παρούσας δίκης, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το ως άνω ζήτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενη αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, μέχρι να εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 626/2021 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ