Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
890/2025 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to one defendant's failure to appear and participate in the hearing.

Geschäftsnummer 890/2025
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal filed by B.P. and N.P. against the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellants argued that the lower court erred in its evidentiary assessment, but the court noted that one of the appellees, E.K., failed to appear at the hearing without valid justification. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible under Article 576 of the Code of Civil Procedure because the absent party was not summoned in accordance with the law. The appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the other appellees.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Article 576 of the Code of Civil Procedure; If an absent party is not summoned legally and in advance, the hearing is declared inadmissible and the case is remitted for new summons.

Schlagwörter

KI-generiert
Code of Civil Procedure inadmissible appeal failure to appear legal summons procedural defect legal costs remittal for new summons

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 11γ of the Code of Civil Procedure

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 890 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 890/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Π. του Ν. και 2) Ν. Π. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπακατσή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Δ., 2) Α. συζ. Κ. Γ., 3) Θ. Γ. του Κ., 4) Ι. χας Ν. Μ., 5) Ι. - Α. Φ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 30-5-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και 6) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2017 αγωγή της 5ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 25-1-2017 αγωγή των 1ου έως και 4ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 17-7-2017 αγωγή του 6ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 6-11-2015 αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και του Α. Μ. του Β., μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2608/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4456/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-5-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (31-5-2024). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, κατά την ως άνω δικάσιμο, από τη σειρά της στο πινάκιο ο έκτος αναιρεσίβλητος Ε. Κ., δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτόν έγγραφη δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά τη συζήτηση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης. Παρέστησαν, όμως, νομίμως και προσηκόντως οι αναιρεσείοντες και οι πρώτος, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων.

Περαιτέρω, από την υπ'αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιώς Α. Ζ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον προαναφερόμενο έκτο των αναιρεσίβλητων. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την προκείμενη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, η κρινόμενη από 14-5-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ.3269/14-5-2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4456/ 2-7-2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ),είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.4556/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: [Α] Οι πρώτος, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, ήτοι οι Κ.

Γ., Α. Γ., Θ. Γ. και Ι. χήρα Ν. Μ., άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 25-1-2017 (αριθμ. καταθ. δικ. 508923/703/2017 ) αγωγή με την οποία εξέθεταν ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων οδηγώντας το αναφερόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη ( μη διάδικο στην παρούσα δίκη) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERLIFE AΑΕΓΑ", προκάλεσε από υπαιτιότητά του το θανάσιμο τραυματισμό της Ι.

Γ. θυγατέρας του πρώτου και δεύτερης, αδελφής της τρίτης και εγγονής της τέταρτης από αυτούς (ενάγοντες). Ζήτησαν, δε, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό [1] να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας : α) στον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 1880 ευρώ για έξοδα κηδείας και το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, β) στις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγουσών και ήδη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων τα ποσά των 100.000, 62.500 και 40.000 ευρώ , αντίστοιχα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και [2] να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, στους πρώτο, δεύτερη , τρίτη και τέταρτη των εναγόντων τα ποσά των 200.000, 200.000, 187.500 και 40.000 ευρώ , αντίστοιχα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. [Β] Η πέμπτη των ήδη αναιρεσίβλητων Ι.-Α.

Φ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 23-1-2017 ( αριθμ. καταθ. δικογρ. 550210/2421/2017) αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι, κατά τον ίδιο με την προπαρατεθείσα αγωγή, αναφερόμενο τόπο και χρόνο ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων οδηγώντας το αναφερόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη ( μη διάδικο στην παρούσα δίκη) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERLIFE AΑΕΓΑ", προκάλεσε από υπαιτιότητά του σοβαρό τροχαίο ατύχημα και τον εξ αυτού σοβαρό τραυματισμό της ιδίας, που επέβαινε επί του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Ζήτησε, δε, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό: [1] να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας: α) το ποσό των 21.000 ευρώ ως αποζημίωση για θετικές ζημίες και β) το ποσό των 40.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και [2] να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να της καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 40.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. (Γ) Ο έκτος των ήδη αναιρεσίβλητων Ε.

Κ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 17-7-2017 (αριθμ. καταθ. δικογρ. 568305/3192/2017) αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι, κατά τον ίδιο με τις προπαρατεθείσες αγωγές, αναφερόμενο τόπο και χρόνο ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων οδηγώντας το αναφερόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη ( μη διάδικο στην παρούσα δίκη) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERLIFE AΑΕΓΑ", προκάλεσε από υπαιτιότητά του σοβαρό τροχαίο ατύχημα από το οποίο προκλήθηκαν οι αναφερόμενες υλικές ζημίες στο αναφερόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του.

Ζήτησε, δε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να του καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 18.750 ευρώ ως αποζημίωση για θετικές ζημιές και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, με την από 6-11-2015 (αριθμ.

καταθ. δικογρ. 105348/6007/2015 ) αγωγή, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αναιρετικής έρευνας, εκδόθηκε η υπ'αριθμ.2608/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε ως αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα Β. Π., δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές.

Μετά την άσκηση εφέσεων από τον ενάγοντα της από 17-7-2017 αγωγής ( ως άνω υπο στοιχ. Γ) και ήδη έκτο αναιρεσίβλητο Ε. Κ., από τους εναγόμενους των ως άνω (υπο στοιχ. Α,Β, και Γ) αγωγών και ήδη αναιρεσειόντων Β. Π. και Ν. Π. και από την μη διάδικο στην παρούσα δίκη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERLIFE ΑΑΕΓΑ", εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των εδώ διαδίκων, ήτοι του ενάγοντα- εκκαλούντα και ήδη έκτου αναιρεσίβλητου Ε.

Κ. και των εναγόμενων -εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων Β. και Ν. Π., ενώ δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERLIFE ΑΑΕΓΑ" και αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την ως άνω υπό στοιχ. Α αγωγή. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδαφ.

β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 919/2024, ΑΠ 253/2023, ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ12/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 919/2024, ΑΠ 213/2023, ΑΠ 1178/2023, ΑΠ 607/2020, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 85/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 143/2023 ,ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Για το ορισμένο, δε, του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:

α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια (ΟλΑΠ 1/2016,ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1096/2022,ΑΠ 678/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 247/2024 ,ΑΠ 21/2023 ,ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).

Όπως, δε, προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος ( ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1523/2022, ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του KΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 522/2024, ΑΠ575/2023, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1351/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ` αριθμ.4456/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μετά από εκτίμηση των αναφερόμενων επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα, αναφορικά με συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων το ένδικο ατύχημα: "Στις 12-12-2014 και ώρα 18.20 στη Νέα Εθνική Οδό Αθηνών- Λαμίας και συγκεκριμένα στο 61° χιλ.

αυτής στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα συνέβη πολλαπλό τροχαίο ατύχημα. Ειδικότερα η Ν.Ε.Ο. στο συγκεκριμένο σημείο είναι διπλής κατεύθυνσης με τσιμεντένια στηθαία τοποθετημένα στο μέσον της οδού. Στο ρεύμα προς Αθήνα υπάρχουν 3 λωρίδες κυκλοφορίας με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10,80 μ. και ασφάλτινο έρεισμα συνολικού πλάτους 2,60 μέτρων αριστερά της οδού.

Στο συγκεκριμένο σημείο η οδός είναι ευθεία με κατωφέρεια 3%, πολύ ομαλή και με εναλλαγή αριστερής σε δεξιά στροφή με μικρή κλίση οδοστρώματος προς τη φορά κίνησης των οχημάτων. Το οδόστρωμα είναι άσφαλτος με διαφορετικό συντελεστή τριβής των επιφανειών αφού υπάρχει παλαιά άσφαλτος - λειανθείσα, νέα τραχεία άσφαλτος τοποθετημένη στο αριστερό τμήμα της οδού και 20 μέτρα πριν το ατύχημα μέχρι και 30 μέτρα μετά το σημείο του ατυχήματος καθώς και τσιμεντένιο οδόστρωμα στο αριστερό τμήμα της οδού.

Η κατάσταση του οδοστρώματος την παραπάνω χρονική στιγμή ήταν υγρή λόγω προηγούμενης βροχόπτωσης. Ο βραδινός τεχνητός φωτισμός δεν ήταν επαρκής. Στο συγκεκριμένο σημείο της οδού είχε γίνει παράκαμψη της κυκλοφορίας λόγω εκτελούμενων έργων οδοποιίας τα οποία ήταν σηματοδοτημένα και υπήρχε φωτεινό βέλος στο δεξιό άκρο της οδού 80 μέτρα πριν την έναρξη των εργασιών.

Πριν το συγκεκριμένο σημείο που συνέβη το ατύχημα υπήρχαν προειδοποιητικές πινακίδες που ρύθμιζαν προοδευτικά το όριο ταχύτητας από τα 100 χιλ/ώρα στα 60 χιλ/ώρα. Κατά διαστήματα και σε απόσταση 800 μέτρων πριν το σημείο του ατυχήματος υπήρχαν πινακίδες Κ-20, Ρ-32, Ρ52α, Ρ52δ, Π- 75 και Π-67. Στον παραπάνω τόπο και χρόνο ο οδηγός του υπ' αριθμό κυκλοφορίας ΡΑ 041 PJ ελκυστήρα με το ρυμουλκούμενο επικαθήμενο αντιλήφθηκε μπροστά του επιβατηγό οχήματα τα οποία λόγω των καιρικών συνθηκών και της βροχόπτωσης εκτρέπονται της πορείας τους και πλαγιολισθαίνουν.

Ο οδηγός του, D. I., έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 82 χιλ/ώρα, ενεργεί επιτυχή πέδηση και αποφεύγει την σύγκρουση με τα προπορευόμενα οχήματα. Ακριβώς πίσω από το παραπάνω όχημα κινούνταν το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο με οδηγό τον Μ. Α. Ο τελευταίος λόγω της ταχύτητας που είχε αναπτύξει και της μη επιτυχούς πέδησης συγκρούστηκε με τον έμπροσθέν του συρμό (ελκυστήρα με επικαθήμενο).

Η σύγκρουση έγινε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Ακριβώς πίσω από το ΙΧΦ αυτοκίνητο με οδηγό τον Μ. κινούνταν το με αριθμό κυκλοφορίας ... τουριστικό λεωφορείο με οδηγό του Κ. Δ. Ο τελευταίος ενώ είχε αρχικά θέση στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, στη συνέχεια καταλαμβάνει τη μεσαία λωρίδα και τελικά κινείται προς τα δεξιά με ελιγμό και ενεργεί πέδηση, πλην όμως συγκρούεται με το προπορευόμενο όχημα.

Το τουριστικό λεωφορείο κινούνταν με ταχύτητα περίπου 90 χιλ/ώρα. Πίσω από το τουριστικό λεωφορείο κινούνταν ο ενάγων (ήδη έκτος αναιρεσίβλητος ) Κ. Ε. που οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Ο Ε. Κ. ενεργεί τροχοπέδηση και ακινητοποιείται με αριστερό ελιγμό, περιστρεφόμενος δεξιόστροφα και βρίσκεται με τελική θέση ανεστραμμένος με την εμπρός πλευρά του οχήματος υπό γωνία 30° ανάποδα στο ρεύμα της αρχικής του πορείας, αποφεύγοντας την σύγκρουση με το ακινητοποιημένο λεωφορείο.

Η ταχύτητα με την οποία κινούνταν ο Ε. Κ. προσδιορίζεται περίπου στα 90 χιλ/ώρα. Τέλος πίσω από το αυτοκίνητο του Ε. Κ. κινούνταν ο Β. Π. (ήδη πρώτος αναιρεσείων ) που οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Ν. Π. (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) και ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία INTERLIFE ΑΑΕΓΑ.

Ο Β. Π. αρχικά κινούνταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και στη συνέχεια καταλαμβάνει τη μεσαία λωρίδα. Ακολούθως λόγω της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει, εκτρέπεται της πορείας του με τροχοπέδηση και ελιγμό προς τα δεξιά και προσκρούει στο τσιμεντένιο διαχωριστικό διαχωριστικό της νησίδας άκρα δεξιά, ανυψώνεται και στη συνέχεια περιστρέφεται αριστερά και προσκρούει αρχικά στην πίσω άνω αριστερή γωνία του τουριστικού λεωφορείου με την πίσω αριστερή του πλευρά.

Στη συνέχεια καταλήγει στην τελική του θέση να βρίσκεται με τον πίσω αριστερό του τροχό επάνω στην εμπρός πλευρά του αυτοκινήτου του Ε. Κ. και η εμπρόσθια πλευρά να είναι επάνω στο τσιμεντένιο διαχωριστικό. Σύμφωνα με την εκτίμηση του πραγματογνώμονα, Γ. Μ., η ταχύτητα που είχε αναπτύξει το αυτοκίνητο του Β.

Π. ήταν 130 χιλ/ώρα. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν τόσο ο τεχνικός σύμβουλος, Δ. Κ., ο οποίος προσδιορίζει την ταχύτητα του παραπάνω αυτοκινήτου στα 133 χιλ/ώρα, αλλά και ο πραγματογνώμονας Γ. Χ. ο οποίος εκτιμά την ταχύτητα του αυτοκινήτου στα 135 χιλ/ώρα. Η αυξημένη ταχύτητα με την οποία κινούνταν το αυτοκίνητο του Β.

Π. ήταν ο καθοριστικός παράγοντας για την σφορδρότητα πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Συγκεκριμένα η αύξηση της ταχύτητας των οχημάτων στο συγκεκριμένο σημείο και με τις συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες άνω των 60 χιλ/ώρα οδηγεί στο φαινόμενο της υδρολίσθησης. Οι οδηγοί όφειλαν να έχουν χαμηλή ταχύτητα λόγω μικρότερου οπτικού πεδίου αλλά και να τηρούν μεγαλύτερες αποστάσεις ασφαλείας από τα προπορευόμενα οχήματα ώστε να μπορούν να έχουν τη δυνατότητα ελέγχου του οχήματος τους.

Λόγω της σφορδρότητας της τελευταίας σύγκρουσης η επιβάτης του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Β. Π., Ι. Γ., τραυματίστηκε θανάσιμα, καθώς υπέστη βαριές κακώσεις θώρακος, κατάγματα 2ης έως και 9ης πλευράς αριστερά, παρασπονδυλικά κατάγματα 8ης και 9ης πλευράς αριστερά, μικρή τραυματική ρήξη άνω λοβού δεξιού πνεύμονα, εκτεταμένη τραυματική διάσχιση κάτω λοβού δεξιού πνεύμονα με μικρή τραυματική ρήξη στην πύλη του αριστερού πνεύμονα, διάσπαρτες θλάσεις άμφω πνευμόνων, βαρείς κακώσεις κοιλίας, υποκάψιμο αιμάτωμα αριστερού νεφρού και τραυματικές διασχίσεις σπληνός.

Σωματικές βλάβες υπέστη και η συνοδηγός του ίδιου αυτοκινήτου, Ι.- Α. Φ. (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη), η οποία μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Χαλκίδας όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη ράγισμα αριστερού ηβικού οστού, ράγισμα αριστερών πλευρών, κάταγμα της διάφυσης του οστού της ωλένης, του άνω αριστερού άκρου και συντριπτικό κάταγμα της διάφυσης του οστού της κνήμης του κάτω αριστερού άκρου.

Αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου, Β. Π., ο οποίος κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1,19 και 20 παρ. 1 ΚΟΚ δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του αυτοκινήτου του ώστε λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες να μπορεί να διακόψει την πορεία του οχήματος μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν τμήμα της οδού.

Αντίθετα παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες (βροχόπτωση) και παρά το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο σημείο της οδού πραγματοποιούνταν εργασίες στο οδόστρωμα, δεν έλαβε υπόψη του τις προειδοποιητικές πινακίδες και οδηγούσε με υπερδιπλάσια ταχύτητα από την ανώτατη επιτρεπόμενη. Τα όσα επικαλείται στην έφεσή του περί ελλιπούς τεχνικού φωτισμού και ελλιπούς σήμανσης καθώς και για κακοτεχνίες στο οδόστρωμα είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Τούτο διότι από το συγκεκριμένο σημείο της οδού διέρχονταν καθημερινά πολλά αυτοκίνητα χωρίς να οδηγούν οι αναφερόμενες από τον εκκαλούντα συνθήκες σε τροχαία ατυχήματα. Επίσης και κατά το αναφερόμενο πολλαπλό τροχαίο ατύχημα, τα προπορευόμενα του εκκαλούντος οχήματα είτε κατάφεραν να αποφύγουν την σύγκρουση είτε συγκρούστηκαν μόνο με υλικές ζημιές ακριβώς λόγω της πολύ μικρότερης ταχύτητας που είχαν αναπτύξει.

Επίσης ο ισχυρισμός ότι στον θανάσιμο τραυματισμό της Ι. Γ. συντέλεσε η μη χρήση από αυτήν προστατευτικής ζώνης ασφαλείας είναι επίσης απορριπτέος και τούτο διότι κατ' αρχήν οι εκκαλούντες δεν απέδειξαν τον ισχυρισμό τους και αφετέρου από τον τρόπο της σύγκρουσης, όπως παραπάνω περιγράφηκε και την σφοδρότητα των σωματικών βλαβών σε όλο το σώμα της θανούσας συνάγεται ότι ακόμα και αν η τελευταία είχε κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας δεν θα αποτρέπονταν ο θανάσιμος τραυματισμός της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που όμοια έκρινε ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθούν ο δεύτερος , τρίτος και πέμπτος λόγος έφεσης των εκκαλούντων, Β. και Ν. Π., καθώς και ο πρώτος και δεύτερος λόγος έφεσης της ασφαλιστικής εταιρίας Interlife ΑΑΕΓΑ ως ουσιαστικά αβάσιμοι....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν τις εφέσεις των εδώ διαδίκων, ήτοι του ενάγοντα- εκκαλούντα και ήδη έκτου αναιρεσίβλητου Ε.

Κ. και των εναγόμενων -εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων Β. και Ν. Π., επικυρώνοντας, την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τα ζητήματα υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντα- οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο ένδικο ατύχημα. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ.

α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το δικάσαν Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298,330 εδ, β, 914 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 12 παρ. 1,19 και 20 παρ. 1 ΚΟΚ. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι α) με ανύπαρκτη και σε κάθε περίπτωση ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία το Εφετείο απέρριψε τους αρνητικούς τους ισχυρισμούς, αναφορικά με τη μη συνδρομή του στοιχείου της αμελούς συμπεριφοράς και της έλλειψης υπαιτιότητας στο πρόσωπο του πρώτου από αυτούς, β) η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατική αιτιολογία, διότι ενώ απορρίπτει ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς τους (των αναιρεσειόντων) περί ελλιπούς τεχνικού φωτισμού, ελλιπούς σήμανσης και κακοτεχνιών στο οδόστρωμα με την αιτιολογία ότι " από το συγκεκριμένο σημείο της οδού διέρχονταν πολλά αυτοκίνητα χωρίς να οδηγούν οι αναφερόμενες συνθήκες σε τροχαία ατυχήματα αλλά και διότι κατά το αναφερόμενο πολλαπλό τροχαίο ατύχημα τα προπορευόμενα του εκκαλούντος οχήματα είτε κατάφεραν να αποφύγουν τη σύγκρουση είτε συγκρούστηκαν μόνο με υλικές ζημίες ακριβώς λόγω της πολύ μικρότερης ταχύτητας που είχαν αναπτύξει" στη συνέχεια το Δικαστήριο, αντιφατικά και αυτοαναιρούμενο, δέχεται ότι "υπήρξε πολλαπλό τροχαίο ατύχημα", γ) ) η προσβαλλόμενη απόφαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε την υποβληθείσα ένσταση τους ότι για το επίδικο ατύχημα υφίσταται αποκλειστική υπαιτιότητα τρίτου και συγκεκριμένα υπαιτιότητα των υπευθύνων της εργολήπτριας εταιρείας "Κ/Ξ EURO ΙΟΝΙΑ", που είχαν αναλάβει την εκτέλεση του έργου "προσωρινές κυκλοφοριακές ρυθμίσεις-κατάργηση του σταθμού διoδίων Σχηματαρίου, όπως και των υπευθύνων και εκπροσώπων της εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΑ ΟΔΟΣ Α.Ε", που είχε αναλάβει την λειτουργία και διαχείριση του αυτοκινητοδρόμου, δ) η προσβαλλόμενη διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με τον ισχυρισμό τους ότι στον θανάσιμο τραυματισμό της "Ι.

Γ. συνετέλεσε το ότι η τελευταία δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας". Ο ως άνω λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως προς όλα του τα σκέλη. Ειδικότερα: 1) οι ως άνω υπό στοιχ. α, και δ αιτιάσεις κρίνονται απορριπτέες, προεχόντως, ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας. Διότι, όσον αφορά το πρώτο ως άνω (υπό στοιχ.α) σκέλος, δεν εξειδικεύονται οι πλημμέλειες που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή η μνεία ότι σ'αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή ότι υπάρχει ελλιπής αιτιολογία, και ως προς τι και σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη ή ασάφεια.

Όσον αφορά, δε, το υπό στοιχ. δ σκέλος δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η επικαλούμενη ασάφεια, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση, όπως και η σύνδεση της ασάφειας με το διατακτικό της απόφασης, 2) αναφορικά με την υπό στοιχ. β αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Διότι, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του ότι στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δεν συνετέλεσαν οι αναφερόμενες συνθήκες στο γεγονός ότι από το συγκεκριμένο σημείο της οδού διέρχονταν καθημερινά πολλά αυτοκίνητα, χωρίς να προκαλούνται τροχαία ατυχήματα, ενώ με προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι στο ένδικο ατύχημα συνετέλεσε η αμελής συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντα Β.

Π., η οποία συνίστατο στο γεγονός ότι αυτός είχε αναπτύξει ταχύτητα υπερδιπλάσια της ανώτατης επιτρεπόμενης και επιβαλλόμενης από τις επικρατούσες συνθήκες, ήτοι τον μη επαρκή βραδυνό τεχνητό φωτισμό ,το μικρό οπτικό πεδίο, τις αντίξοες καιρικές συνθήκες (βροχόπτωση και ολισθηρότητα του δρόμου), την πραγματοποίηση έργων οδοποιίας και όχι οι αναφερόμενες επικρατούσες συνθήκες, ενώ η αναφορά στο γεγονός ότι δεν παρατηρούνται καθημερινά τροχαία ατυχήματα αποτέλεσε επιχείρημα της προσβαλλόμενης που δεν στηρίζει την κρίση της περί υπαιτιότητας.

Ομοίως απορριπτέα ως αόριστη κρίνεται και η ειδικότερη αιτίαση υπό στοιχ. γ, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, εν όψει των ουσιαστικών παραδοχών του Εφετείου, ποιο είναι το συγκεκριμένο νομικό σφάλμα στο οποίο αυτό υπέπεσε κατά την εφαρμογή των ς άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο , ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδαφ.

β' και 914 του ΑΚ και 12 παρ. 1,19 και 20 παρ. 1 ΚΟΚ. και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ'αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκαν και επομένως ο πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Ειδικότερα, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντα -οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου δέχθηκε αναιρετικώς ανέλεγκτα, ότι ο τελευταίος κινούμενος επί της Ν.Ε.Ο Αθηνών - Λαμίας στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Αθήνα και δη στη μεσαία λωρίδα του ρεύματος, λόγω της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει, εκτράπηκε της πορείας του με τροχοπέδηση και ελιγμό προς τα δεξιά και προσέκρουσε στο τσιμεντένιο διαχωριστικό της νησίδας άκρα δεξιά, ανυψώθηκε και στη συνέχεια περιστράφηκε αριστερά και προσέκρουσε αρχικά στην πίσω άνω αριστερή γωνία του τουριστικού λεωφορείου με την πίσω αριστερή του πλευρά και στη συνέχεια κατέληξε στην τελική του θέση να βρίσκεται με τον πίσω αριστερό του τροχό επάνω στην εμπρός πλευρά του αυτοκινήτου του Ε.

Κ. και η εμπρόσθια πλευρά να είναι επάνω στο τσιμεντένιο διαχωριστικό. Ότι η ταχύτητα με την οποία κινείτο ήτοι εκείνη των 130 χιλιομέτρων περίπου ήταν ο καθοριστικός παράγοντας για την σφορδρότητα πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Διότι ,η αύξηση της ταχύτητας των οχημάτων στο συγκεκριμένο σημείο και με τις συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες άνω των 60 χιλ/ώρα οδηγεί στο φαινόμενο της υδρολίσθησης και επίσης ότι οι οδηγοί όφειλαν να έχουν χαμηλή ταχύτητα λόγω μικρότερου οπτικού πεδίου αλλά και να τηρούν μεγαλύτερες αποστάσεις ασφαλείας από τα προπορευόμενα οχήματα ώστε να μπορούν να έχουν τη δυνατότητα ελέγχου του οχήματος τους, ήταν ο καθοριστικός παράγοντας για την σφορδρότητα πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος.

Συγκεκριμένα η αύξηση της ταχύτητας των οχημάτων στο συγκεκριμένο σημείο και με τις συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες άνω των 60 χιλ/ώρα οδηγεί στο φαινόμενο της υδρολίσθησης.. Ότι αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης και του εξ αυτής θανάσιμου τραυματισμού της Ι. Γ. του τραυματισμού της Ι. -Α. Φ., όπως και των υλικών ζημιών του Ε.

Κ. ήταν ο ως άνω οδηγός διότι κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1,19 και 20 παρ. 1 ΚΟΚ δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του αυτοκινήτου του ώστε λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες να μπορεί να διακόψει την πορεία του οχήματος μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν τμήμα της οδού.

Αντίθετα παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες (βροχόπτωση) και παρά το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο σημείο της οδού πραγματοποιούνταν εργασίες στο οδόστρωμα, δεν έλαβε υπόψη του τις προειδοποιητικές πινακίδες και οδηγούσε με υπερδιπλάσια ταχύτητα από την ανώτατη επιτρεπόμενη. Τέλος ,το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του 1) έκρινε ότι οι λοιπές συνθήκες που ακριβώς περιέγραψε, ήτοι ο μη επαρκής φωτισμός, η ολισθηρότητα του δρόμου λόγω προηγηθείσας βροχόπτωσης και η εκτέλεση έργων οδοποιίας δεν αποτέλεσαν τον καθοριστικό παράγοντα-αιτία στην πρόκληση του ατυχήματος, δεδομένου ότι ενόψει του ότι υπήρχαν και σηματοδοτήσεις και προειδοποιητικές πινακίδες, δεν ελήφθησαν υπόψη από τον ως άνω οδηγό, ο οποίος από αμέλεια και έλλειψη της απαιτούμενης προσοχής και σύνεσης οδηγούσε κατά τα άνω με ταχύτητα υπερδιπλάσια της επιτρεπόμενης και επιβαλλόμενης από τις συγκεκριμένες συνθήκες, 2) απέρριψε τον ισχυρισμό ότι στο θανάσιμο τραυματισμό της Ι.

Γ. συνετέλεσε η μη χρήση από αυτήν ζώνης ασφαλείας ,αφενός διότι δεν αποδείχθηκε και αφετέρου διότι από τον τρόπο της σύγκρουσης, όπως περιγράφηκε και την σφοδρότητα των σωματικών βλαβών σε όλο το σώμα της θανούσας συνάγεται ότι ακόμα και αν η τελευταία είχε κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας δεν θα αποτρέπονταν ο θανάσιμος τραυματισμός της.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του της υπαιτιότητας και τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα. Επίσης, οι παραπάνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα και επομένως ελέγχονται και ως αβάσιμα τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, όπως είχε προταθεί και μάλιστα, νόμιμα, στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 115/2022, ΑΠ 10/2022, ΑΠ 114/2009).

Εξάλλου, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 353/2023, ΑΠ 2055/2022,ΑΠ 26/2022, ΑΠ 1531/2018, ΑΠ 1399/2017, ΑΠ168/2015, ΑΠ 1401/2008).

Το απαράδεκτο από την άνω διάταξη αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 26/2022, ΑΠ 30/2006). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη τις πλημμέλειες από τους 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε για την προεκτεθείσα αιτία τα ποσά των 120.000, 120.000, 80.0000 και 20.0000 ευρώ στους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων ,αντίστοιχα, ως χρηματική ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό της συγγενούς τους Ι.

Γ., τα οποία, όμως, είναι, δυσαναλόγως μεγάλα, σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη προεχόντως, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης δικαστήριο. Πέραν αυτού, η ίδια αιτίαση προτεινόμενη το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, προβάλλεται απαραδέκτως, εφ όσον από την επισκόπηση του δικογράφου της από 21-12-2018 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 120687/8551/2018) έφεσης των αναιρεσειόντων προκύπτει, ότι ο ως άνω ισχυρισμός, δεν προεβλήθη ενώπιον του Εφετείου από τους αναιρεσείοντες, σημειουμένου ότι ενόψει του ότι ο δεσμός που συνδέει τους αναιρεσείοντες με την μη διάδικο στην παρούσα δίκη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία INTERLIFE ΑΕΕΓΑ είναι η απλή ομοδικία, καθώς πρόκειται περί παθητικής ει ολόκληρον ενοχής κατά τις διατάξεις των άρθρων 74, 75 ΚΠολΔ και 481 επ., 926ΑΚ και, επομένως ο σχετικός λόγος έφεσης που προβλήθηκε από την ευθυνόμενη εις ολόκληρον με τους αναιρεσείοντες ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, με τον οποίο παραπονείτο για το ύψος της επιδικασθείσας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο χρηματικής ικανοποίησης δεν ωφελεί ούτε βλάπτει τους τελευταίους.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Ο αναιρετικός λόγος στην τρίτη περίπτωση (11 περ.γ) ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (ΟλΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019).

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου ( ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).

Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 201/2024 ,ΑΠ 146/2024 ,ΑΠ 193/2023,ΑΠ 136/2022, ΑΠ 50/2020).

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Υπο.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 688/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, υποστηρίζουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 2-6-2019 τεχνική έκθεση του πραγματογνώμονα Τροχαίων Ατυχημάτων Ε. Μ.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα : "...Από την χωρίς όρκο εξέταση των διαδίκων και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που περιέχονται στα με ημερομηνία 15-12-2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από την υπ' αριθμό ΤΑ 12.12.14 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ.

Μ., την από 12-12-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Χ., καθώς και την με ημερομηνία Οκτώβριος 2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ίδιου, την υπ' αριθμό ...-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ε. Μ., την τεχνική έκθεση του Ε. Κ. και την τεχνική έκθεση του Δ. Κ., από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά..".

Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου, στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, σε συνδυασμό και με όλες τις αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν, ως άνω, αποδεικτικό μέσο, ήτοι την από 2-6-2019 τεχνική έκθεση του πραγματογνώμονα Τροχαίων Ατυχημάτων Ε.

Μ. Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από το περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες παραπονούνται επειδή το Εφετείο από το περιεχόμενο του αποδεικτικού αυτού μέσου, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο οι ίδιοι θεωρούν ορθό.

Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του πρώτου, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος τους, ενώ δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ του έκτου αναιρεσίβλητου, διότι λόγω της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σε αυτά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-5-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 3269/14-5-2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4456/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ