Appeal dismissed; Supreme Court rejects request to restore case status regarding partial debt payment.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision, ordering them to pay the respondent's legal costs. The appellant argued that the First Instance Court erred in accepting a request to restore the case status regarding a partial payment made by the respondent. The Court found the appellant's arguments unconvincing and rejected the appeal as baseless.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 914, 216, 217 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal where the appellant fails to substantiate the claim that the lower court erred in accepting a request to restore the case status regarding a partial payment.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 890 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 890/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: V. (Β.) I. (Ι.) του I., κατοίκου …, η οποία δεν παραστέθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ISS Facility Services Ανώνυμος Εταιρεία Παροχής Υπηρεσιών, Εμπορική και Αντιπροσωπειών" και τον διακριτικό τίτλο "ISS Facility Services Α.Ε.", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής, διατηρεί υποκατάστημα στην Πυλαία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, ο οποίος ανακάλεσε την από 23/11/2020 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/07/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2119/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 12002/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/1/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρά στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξ άλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν απαιτείται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει η κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί νόμιμα, για να παραστεί στη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νόμιμα στην τελευταία αυτή δικάσιμο και επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωση του, καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση (ΑΠ 589/2019, ΑΠ 445/2018).
Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 8842γ/18-10-2019 έκθεση εκδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Λ. Κ., προκύπτει ότι επιδόθηκε ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 31/11/2018 αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 28-1-2020 και με πρόσκληση της αναιρεσίβλητης που επισπεύδει την συζήτηση προς την αναιρεσείουσα να παραστεί κατ' αυτήν. Κατά την δικάσιμο εκείνη παρέστη η αναιρεσείουσα και ζήτησε αναβολή, ορίστηκε δε νέα δικάσιμος για συζήτησή της ως άνω αναφερόμενη, οπότε έλαβε γνώση της άνω δικασίμου. Αυτή, όμως δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της άνω αναφερόμενης δικασίμου, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτήν. Επομένως η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει, παρά την δικονομική απουσία της αναιρεσείουσας (άρθρ. 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 12002/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων μετά από σχετικό αίτημα της εκκαλούσας - αναιρεσίβλητης. Η απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, μετά την υπ' αριθμ. 331/5-7-2016 έφεση της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 2119/2016, απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία αυτή (πρωτόδικη απόφαση) είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής, είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 12/7/2015, με αριθμ. κατ. 8896/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, κατά την κύρια βάση της και της είχε επιδικασθεί το ποσό των 3.333,64 ευρώ για διαφορές αποδοχών, αμοιβή κατά την απασχόληση της κατά τις Κυριακές, αμοιβή της νόμιμης και κατ' εξαίρεση υπερωρίας κατά τις καθημερινές και τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακών, υπερεργασία για την 9η ώρα απασχόλησής της τις καθημερινές και τις ημέρες Σαββάτου και της Κυριακής, τις διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα του επιδόματος άδειας των ετών υπηρεσίας της και τις αποδοχές του έτους 2012.
Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο, 1) εάν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή αν δίκασε Ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητας της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν....και β) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.... Όπως προκύπτει από σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων και αποφάσεων των Ειρηνοδικείων απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (Ολ. ΑΠ 45/1987, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 608/2015, 91/2015, 1870/2013), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπόμενους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων ΑΠ 639/2019, ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015). Οι έξι λόγοι αντιστοιχούν προς τους λόγους των άρθρων 1,2,4,5,8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται πλήρως.
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίστασης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 79/2020, ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016).
Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη ή η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.
ΑΠ 9/2016, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 401/2019, ΑΠ 293/2018).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
ΑΠ 15/2006). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).
Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί. Εφόσον δεν ιδρύουν λόγους αναίρεσης από το 560 αρ. 6, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο.
Τέλος ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται, όπως προαναφέρθηκε στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, έτσι προϋποθέτει κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας, ενώ δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αφορά την απόφαση κατά το μέρος, με το οποίο η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου της ή ως μη νόμιμη και ως προς αυτό το Δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της υπόθεσης.
Επίσης όπως ορίζει το ισχύον άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ το οποίο εννοιολογικώς ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένης, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι νόμιμοι λυσιτελείς αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους στο δικαστήριο της ουσίας, συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Οι λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως αποτελούν "πράγματα", όταν έχουν αυτοτέλεια δηλαδή όταν αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών. "Πράγματα", υπό την άνω έννοια, δεν είναι τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεων τους, σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ΑΠ Ολ. 25/2003, ΑΠ Ολ. 3/1997, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 233/2011).
Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11 παρ. 3 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990, προκύπτει ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) ή η διαιτητική απόφαση (ΔΑ) ισχύει, μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει αν, όμως, η ισχύς της επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά και δη στους εργαζομένους και τους εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος, που αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με τις δραστηριότητες τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψη τους, η επέκταση δε αυτή ισχύει από το χρόνο της δημοσίευσης της σχετικής, περί επέκτασης της ισχύος της, υπουργικής απόφασης. Σύμφωνα με τα παραπάνω η ιδιότητα του μέλους των ως άνω συνδικαλιστικών οργανώσεων στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της ισχύος των ΣΣΕ ή ΔΑ, αποτελεί προϋπόθεση της γένεσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο για τη θεμελίωση και το, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορισμένο της αγωγής.
Αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει, ειδικά, την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου, ως μελών των αντιστοίχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, με τις προτάσεις του, κατ' άρθρο 224 εδ. β' ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τούτο όμως δεν απαιτείται, στην περίπτωση που η ισχύς της ΣΣΕ ή ΔΑ, στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, κατά τα πιο πάνω, με την κήρυξή της ως γενικώς υποχρεωτικώς με υπουργική απόφαση και πέραν από τα πρόσωπα που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, που την έχουν συνάψει, οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογής της, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχείρησης, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος, για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές, ενώ, για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ή Δ. ως γενικώς υποχρεωτικής, από τον χρόνο της κήρυξής της, κατά συνέπεια δε, στην περίπτωση αυτή η αγωγή ουδεμία πάσχει αοριστία (ΑΠ 132/2016, ΑΠ 723/2011, ΑΠ 1133/2010).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 9 334 και 5 του ν. 1876/1990 που ορίζουν, αντίστοιχα, οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή και καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζομένους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8 και "μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας", συνάγεται ότι μετά την λήξη της ΣΣΕ οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτής εξακολουθούν να ισχύουν μετά την πάροδο του οριζομένου ως άνω εξαμήνου ως όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας μέχρι την έναρξη ισχύος της επομένης ΣΣΕ (ΑΠ 723/2011).
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις του άρθρου 8§§1 και 2 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι η καθιερούμενη ως άνω μετενέργεια των ΣΣΕ ισχύει πρωτίστως για τις ΕΓΣΣΕ, καθώς και για τις λοιπές ΣΣΕ ως προς εργοδότες και εργαζομένου που είναι μέλη των συμβαλλομένων αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 43 §3 του νόμου αυτού, ενώ ως προς τους εργοδότες και εργαζομένους που δεν είναι μέλη αυτών (ισχύει), εάν αυτές, είχαν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές, όπως συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 9§4 του ως άνω νόμου (ΑΠ 43/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση, συνάγεται ότι με την ατομική σύμβαση εργασίας είναι δυνατόν εγκύρως να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, που κατ' αρχήν δεν δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια ότι στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα αμείβεται με τις αποδοχές που καθορίζονται από τις ΣΣΕ ή Δ.Α.
στις οποίες γίνεται παραπομπή, αν και αυτές καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (Ολ. ΑΠ 1/2007). Εκ τούτου έπεται ότι επί αγωγής για την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών είναι αρκετή για το ορισμένο αυτής (άρθρ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ) μόνη η επίκληση ότι οι αποδοχές έχουν συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας δια παραπομπής σε ΣΣΕ ή ΔΑ που κατ' αρχήν δεν είναι δεσμευτικές για τους διαδίκους χωρίς να απαιτείται επιπλέον αναφορά του ότι οι διάδικοι ήταν μέλη των επαγγελματικών οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη της ΣΣΕ ή στη διένεξη επί της οποίας εκδόθηκε η ΔΑ, αφού λόγω της συμβατικής παραπομπής αυτό παύει να είναι ουσιώδες (ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 773/2017).
Για να καταστεί, όμως, όρος της ατομικής σύμβασης κανονιστικός όρος της ΣΣΕ, πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων) έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις (ΑΠ 228/2014, ΑΠ 277/2009).
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης (επίδοση αυτής στις 3-12-2018 βλ. υπ' αριθμ. 8019/2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Λ. Κ., ενώ η αίτηση κατατέθηκε στις 2-1-2019) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Οι αποδοχές του προσωπικού καθαριότητας των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον καθαρισμό κτιρίων και εν γένει χώρων, ρυθμίζονται από τη Δ.Α., (στο χρονικό διάστημα από1/1/2018 ως 31/12/2009), 11/2008, η οποία εκδόθηκε ως αορίστου χρόνου, με έναρξη της ισχύος της την 1/1/20008, καταγγέλθηκε την 1/2/2010 και μετά πάροδο εξαμήνου από την καταγγελία, έληξε την 1/8.2010, για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις μεταξύ των οποίων εκδόθηκε, είχε δε κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική από 6/6/2008 με την 51871/2440/1, 1/7/2008 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας και ίσχυσε μέχρι 31/12/2009. Το χρονικό διάστημα από 1/1/2010 έως 31/12/2010 οι αποδοχές των άνω εργαζομένων σ' αυτές ρυθμίζονται από τηΝ ΔΑ 5/2010, η οποία έχει αναδρομική ισχύ από 1/1/2010, εκδόθηκε ως ορισμένου χρόνου ετήσιας διάρκειας (ως 31/12/2010) δεν κηρύχθηκε όμως γενικώς υποχρεωτική, παραπέμπει δε στις διατάξεις της ΔΑ 11/2008.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 560 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ευθεία παραβίαση του άρθρου 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 4 και 5, 11 παρ. 2 ν. 1876/1990 και του 361 ΑΚ με αποτέλεσμα ν' απορρίψει την κύρια βάση της αγωγής ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας για τις αξιώσεις των μισθολογικών διαφορών του έτους 2010, ενώ αυτή ήταν ορισμένη, αφού στο ιστορικό της εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, επίσης ότι αναφέρεται ως εφαρμοστέα για τις αποδοχές του (ενάγοντα) η ΔΑ 11/2008 για όλο τον χρόνο υπηρεσίας της, λόγω της μετενέργειας της καθιστάμενη έτσι όρος της ατομικής της σύμβασης, για το 2010 η ΔΑ 51/2010 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών όλης της χώρας και ότι εσφαλμένα εφαρμόσθηκε.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της υπ' αριθμ. καταθ. 8896/23-7-2015 αγωγής (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα - εφεσίβλητη - αναιρεσείουσα ισχυρίζεται μ' αυτήν ότι στις 10/4/2008 προσλήφθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης - εκκαλούσας - αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που έχει ως αντικείμενο στην παροχή υπηρεσιών καθαριότητας σε οργανισμούς, νοσοκομεία και επιχειρήσεις στη Βόρεια Ελλάδα και διατηρεί υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως καθαρίστρια.
Περαιτέρω εκθέτει ότι από τον χρόνο της πρόσληψής της προσέφερε συνεχώς και προσηκόντως την ορισθείσα εργασία της στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, στο οποίο η εναγομένη είχε αναλάβει την παροχή υπηρεσιών, καθαριότητας, μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της στις 23/4/2012, απασχολούμενη αρχικά 6 ώρες ημερησίως ή 30 εβδομαδιαίως, με ημερομίσθιο 30,94 ευρώ.
Στην συνέχεια στις 1/5/2009 καταρτίστηκε νέα σύμβαση εργασίας που καθόριζε την διάρκεια της απασχόλησής της με κυλιόμενο ωράριο 8 ώρες ημερησίως και 40 ώρες εβδομαδιαίως και ημερομίσθιο 42,92 ευρώ και από την 1/12/2010 με 6ωρη ημερήσια απασχόληση, δυνάμει νέας σύμβασης εργασίας και ωρομίσθιο 6,44 ευρώ. Ότι ως ισχύουσα ορίστηκε η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ καθαριστηρίων επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών.
Ότι τον 11ο μήνα του 2011, που η εναγόμενη υπέγραψε με το επιχειρησιακό σωματείο επιχειρησιακή σύμβαση, την ενέταξε στην Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση με ημερομίσθιο 38,16 ευρώ και ωρομίσθιο 5,72 ευρώ και ότι από τον Μάρτιο του 2012, μετά την ΠΥΣ 6/2012, της κατέβαλε ημερομίσθιο 4,46 ευρώ. Ισχυρίζεται δε ότι η εναγομένη, παρ' ότι εργαζόταν κατά πλήρες ωράριο, δεν τις κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές της, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ και ΔΑ για την ειδικότητά της και το είδος της επιχείρησης της εναγομένης, ήτοι καθαριστριών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών και της οφείλει για τα έτη από το 2008 έως και τον Απρίλιο του 2012 τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή διαφορές μεταξύ των νομίμων και των καταβαλλόμενων σ' αυτήν αποδοχών της, την αμοιβή για την απασχόλησή της κατά τις λεπτομερής αναφερόμενες σ' αυτήν ημέρες της Κυριακής με την ανάλογη προσαύξηση της νόμιμης και κατ' εξαίρεση υπερωρία κατά τις καθημερινές και τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, της υπερεργασίας για την 9η ώρα απασχόλησης της κατά τις καθημερινές και τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής που πραγματοποίησε τις διαφορές των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, του επιδόματος αδείας των αποτέρω ετών καθώς και για τις αποδοχές του 2012.
Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενη κυρίως τη σύμβαση εργασίας της και επικουρικά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη, να της καταβάλει για τις άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 15.843,44 ευρώ νομιμοτόκως από την γέννηση της κάθε αξίωσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής, που δικάσθηκε κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό 2119/2016, που την απέρριψε ως μη νομική κατά την επικουρική βάση, που στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού καθώς και το αίτημα της περί τοκοδοσίας των επιμέρους κονδυλίων για αμοιβή υπερεργασίας, εργασίας κατά την έκτη ημέρα και τις Κυριακές από το τέλος του κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία, δέχθηκε την αγωγή σαν ουσιαστικά βάσιμη, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.333,64 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και κήρυξε την άνω διάταξή της προσωρινά εκτελεστή.
Στη συνέχεια κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της εναγομένης - αναιρεσίβλητης που ζητούσε μ' αυτήν την απόρριψη της αγωγής και κατά το μέρος που έγινε δεκτή αλλά και με σχετικό αίτημα, επαναφορά των σφαλμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, μετά την εκούσια εκ μέρους της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθμ. 12002/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση (2119/2016 του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης), έκανε μερικά δεκτή την αγωγή απορρίπτοντας ως την αγωγή ως προς τις αξιώσεις της ενάγουσας που αφορούν το έτος 2010 ως αόριστες, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα 307,33 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένδικη αγωγή αναφορικά με τα αγωγικά κονδύλια του έτους 2010 ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης για τον εξής λόγο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της: "καθόσον η ενάγουσα, που θέτει ως βάση των μισθολογικών της αξιώσεων την ΔΑ 51/2010, η οποία δεν κηρύχθηκε γενικά υποχρεωτική, δεν αναφέρει (δεν είναι αναγκαίο άλλωστε) στο αγωγικό δικόγραφο ότι η ίδια και, η εναγόμενη εργοδότρια της, τυγχάνουν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που κατήρτησαν την ΣΣΕ αυτή, πλην όμως επειδή η τελευταία (εργοδότρια) προβάλει σχετική ειδική αμφισβήτηση, υποχρεούται, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις της, να επικαλεσθεί (και να αποδείξει) το στοιχείο αυτό, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας.
Εν προκειμένω δε παρότι η εναγομένη προέβαλε παραδεκτά, με τις έγγραφες προτάσεις της και με προφορική δήλωση εκ του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την ένσταση μη δέσμευσης (μη εφαρμογής) αυτής από την ΔΑ 51/2010, που καθόριζε τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών καθαριότητας για το έτος 2010, η ενάγουσα δεν επικαλέστηκε με τις προτάσεις της, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της υπό κρίση αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 118 αριθ. 4 και 224 του ΚΠολΔ, ούτε βέβαια απέδειξε ότι η ίδια και η εναγομένη ήταν μέλη των συμβληθεισών εργοδοτικών και εργατικών, αντιστοίχως, συνδικαλιστικών οργανώσεων της ανωτέρω δα 51/2010 στην οποία στηρίζει αυτή (η ενάγουσα) τις αγωγικές της αξιώσεις για το έτος 2010.
Ο ισχυρισμός δε της ενάγουσας ότι η εφαρμογή της άνω ΔΑ 51/2010 είναι υποχρεωτική καθώς η εναγομένη είχε συμβληθεί με το Δημόσιο (Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ), όπου και απασχολούσε την ενάγουσα, είναι απορριπτέος σαν αβάσιμος. Επί πλέον η ενάγουσα δεν στηρίζει την αγωγή της με σαφή και ξεκάθαρο, δηλαδή ορισμένο τρόπο σε συμβατική δέσμευσή της εναγομένης (άρθρο 361 ΑΚ) απορρέουσα από ειδική συμφωνία των διαδίκων περί παραπομπής στους κανονιστικούς όρους της ΔΑ 51/2010, οπότε οι όροι αυτοί να έχουν καταστεί περιεχόμενο της εν λόγω ατομικής σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τα σχετικά διαλαμβανόμενα στην ως άνω νομική σκέψη της παρούσας.
Η εν λόγω δε αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων...., γιατί αντίκεινται στις, για την προδικασία διατάξεις του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται επίσης αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο...".
Έκανε δε δεκτό τον σχετικό λόγο έφεσης γιατί εσφαλμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε δεκτές τις σχετικές αξιώσεις της αγωγής για το 2010 ως ορισμένες, ενώ ήταν αόριστες, προσδιόρισε δε τις αξιώσεις του 2011 με βάση την ΕΓΣΣΕ.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που δέχθηκε τ' ανωτέρω, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 4 και 5, 11 παρ. 2 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα αφού δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα τα πιο πάνω άρθρα απαιτούν προς θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος, σύμφωνα με τα αναφερεθέντα στις ανωτέρω νομικές σκέψεις.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του και την αντίστοιχη αιτίαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ως προς την δεύτερη αιτίαση του κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η ως άνω κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν αναφέρονται στην νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι του άρθρου 361 ΑΚ, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθ.
Ι εδ. α' ΚΠολΔ, που η αναιρεσείουσα επικαλείται, αλλά αναφέρεται στην ποσοτική και ποιοτική αοριστία. Ειδικότερα το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά την εκτίμηση κυριαρχικής του δικογράφου της ένδικης αγωγής όπως ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο, έκρινε ότι για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της με σαφήνεια η συμφωνία να αμείβονται οι αναιρεσείοντες για την απασχόληση τους στην αναιρεσίβλητη, με τον μισθό που καθορίζεται στην ΔΑ 51/2010 κατά τρόπο δηλαδή ειδικό και ορισμένο και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ (άρθρ. 361 ΑΚ).
Έτσι το Δικαστήριο της ουσίας εξέφρασε κρίση, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Πλην όμως η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ αντίστοιχα ως λόγος αναίρεσης (ΑΠ 517/2019). Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.
β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, ήτοι των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ώστε με βάση αυτούς να ερμηνεύσει την σύμβαση εργασίας της και αν υφίσταται σύμφωνα κατ' άρθρο 361 ΑΚ περί εφαρμογής της ΔΑ 11/2008 και των μεταγενέστερων κλαδικών συμβάσεων εργασίας ήτοι της ΔΑ 51/2010 για τις αξιώσεις του έτους 2010 και 2011.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το Δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφεια ως προς την δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα τους ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010, 574/2010).
Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, όταν, ανελέγκτως παρότι διαπιστώνει έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για την συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, παρότι δέχεται ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας (ΑΠ 1969/2009, ΑΠ 2185/2009).
Εξ άλλου, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το Δικαστήριο, κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή για την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και όχι προς έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Έτσι ο ανωτέρω λόγος (πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του) πέραν της άνω αοριστίας του είναι και αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση των άνω αναφερθέντων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης διαπίστωσε οποιοδήποτε κενό ή ασάφεια ως προς την ερμηνεία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, παρά μόνο ελλείψεις στο δικόγραφο της αγωγής σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 361 ΑΚ.
Τέλος ο λόγος αυτός και ως προς το σκέλος του με το οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γιατί αποτελούν κοινωνική διαπίστωση οι συνθήκες εργασίας στις εργολαβικές εταιρείες, αφού είχαν δημοσιοποιηθεί με τα μέσα επικοινωνίας ακόμη και περιστατικά βίαιης παρέμβασης για την αποτροπή διεκδίκησης νομίμων δικαιωμάτων, δεν της χορηγούνταν αντίγραφα των συμβάσεών της, ώστε να γνωρίζει ακριβώς τις αμοιβές της, δε προσβαλλόμενη είχε άμεση γνώση για την αναιρεσίβλητη από την σωρεία καταγγελιών σε βάρος της, ενώ τις οφείλονταν ακριβές για υπερωριακή εργασία, είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα ανωτέρω ως διδάγματα κοινής πείρας δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτό ούτε άλλωστε χρησιμοποιήθηκαν κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 2157/2014).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ η αίτηση περιέχει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση 12002/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έχει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, αναφέρεται δε η ανεπαρκής και αντιφατική αιτιολογία στην σκέψη της με την οποία η αγωγή, κατά την κύρια βάση της κρίθηκε απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου της ως προς της αξιώσεως της που αφορούν το έτος 2010 και επομένως απορριπτέα.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη είναι απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται σε ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή σε κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως στην οποία δεν υπεισήλθε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας για τις αξιώσεις του ενάγοντα του έτους 2010.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που ταυτίζεται εννοιολογικώς με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα παραθέτει τα νομικά επιχειρήματά της, που κατατείνουν στο να γίνει δεκτή η αγωγή της, ότι δικαιούται τον μισθό της για τις αγωγικές της αξιώσεις του 2010 και 2011, όπως καθορίζεται με ΔΑ 51/2010 και 11/2008 λόγω με ενέργειές της, για τους εργαζόμενους στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών καθαριότητας και ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της τον προσκομιζόμενο πίνακα προσωπικού με αριθμό 32626 που είχε καταθέσει η αναιρεσίβλητη στην επιθεώρηση εργασίας στις 16/11/2010, τους προσκομιζόμενους λογαριασμούς μισθοδοσίας και τα αποσπάσματα λογαριασμών ασφάλισης της στο ΙΚΑ.
Τα νομικά αυτά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και οι άνω αιτιάσεις της δεν είναι "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ (ΑΠ 737/2020). Έτσι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το πρώτο σκέλος του. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα μέμφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δέχθηκε την ένσταση της εναγομένης περί εξόφλησης και καταλογισμού ποσού 6.262,89 ευρώ για τις αξιώσεις των ετών 2008, 2009, 2011 και 2012 χωρίς να έχει προταθεί απ' αυτήν ο ισχυρισμός αυτός, αλλά αντίθετα αυτή αιτούνταν το συμψηφισμό του συνολικού ποσού που είχε καταβληθεί για όλα τα επίδικα έτη και για το σύνολο των αξιώσεων της.
Από την επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι μετά από γενόμενο δεκτό λόγο έφεσης και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζοντας την αγωγή, λόγω του μεταβιβαστικού της αποτελέσματος (ΑΠ 959/2019, 1026/2019), αυτή δέχθηκε ότι για τα έτη 2008, 2009, 2011 και 2012, όπως αναλυτικά παραθέτει τις διαφορές αυτές, η αξίωση της ενάγουσας ανέρχεται συνολικά σε 6.570,22 ευρώ, ήτοι 1690,66 για το έτος 2008, 2887,53 ευρώ για το έτος 2009, 1518,22 ευρώ για το έτος 2011 και 473,81 ευρώ για το έτος 2012.
Ότι η εναγομένη της εξόφλησης αυτών κατέβαλε στην ενάγουσα 6.262,89 ευρώ, που αφορά διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών (που δεν εξειδικεύονται περαιτέρω), όπως προκύπτει από το με αριθμό …/2012 γραμμάτιο παρακαταθηκών και δανείων και την υπ' αριθμ. 8279/3/8/2012 πράξη κατάθεσης γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερ.
Αναστασιάδου, την οποία η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα με την με αριθμό 11748β/3-8-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Λ. Κ. και έκανε μερικά, δεκτή την ένσταση εξόφλησης της εναγομένης, που δέχθηκε ότι πρόβαλε. Σύμφωνα με τ' ανωτέρω ο σχετικός λόγος αναίρεσης (τρίτος), κατά το δεύτερο σκέλος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η εναγομένη είχε προτείνει παραδεκτά την άνω ένσταση εξόφλησης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών δημοσίας συνεδριάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης), την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όπου υπάρχει σχετική βεβαίωση στην υπ' αριθ. 2119/2016 απόφασή του, ότι η σχετική ένσταση περιελήφθη στις καταθέσεις πρωτόδικες προτάσεις της εναγομένης, αλλά και τις ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, προτάσεις της και η σχετική αφαίρεση των καταβληθέντων από τα επί μέρους οφειλόμενα ποσά έγινε συμμέτρως, από την προσβαλλόμενη.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως δεν απέρριψε ως αόριστη την ένσταση εξόφλησης της εναγομένης εταιρείας που ζητούσε τον καταλογισμό ποσού 6.262,89 ευρώ στα δικαιούμενα απ' αυτήν ποσά για το σύνολο των απαντήσεών της που είχε εγείρει με την αγωγή της, χωρίς να προσδιορίζει ποιες αιτίες αφορά αυτός (καταλογισμός) στην ένστασή της. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος γιατί αναφέρεται σε αιτίαση του άρθρου 560 αρ. 5 και δεν αναφέρεται στην αίτηση για το παραδεκτό της ότι ο σχετικός ισχυρισμός προεβλήθηκε μέρους της πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε στο Εφετείο. Κατά το άλλο σκέλος του ότι η σχετική ένσταση δεν προτάθηκε από την εναγομένη είναι απορριπτέος ως αβάσιμος σύμφωνα με τα αναφερθέντα και προηγούμενο λόγο.
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αιτούσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη χωρίς ν'αναφέρει αριθμό άρθρου ΚΠολΔ στο οποίο στηρίζει την αιτίαση της ότι κατά παράβαση του νόμου και των κανόνων απόδειξης για την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσω, απέρριψε ως ουσία αβάσιμες τις αξιώσεις της για εργασία πέραν του 8ώρου με την αιτιολογία ότι η κατάθεση της μάρτυρός της ήταν αντιφατική και ότι στα προσκομιζόμενα ημερολόγια, δεν υπάρχουν σημειώσεις για εργασία πέραν του ωραρίου, παρ' ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων της ήταν σαφείς και κατηγορηματικές και ότι περαιτέρω η εργασία της αυτής προέκυπτε από τα προσκομιζόμενα απ' αυτήν έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τις ημερολογιακές της σημειώσεις.
Η αιτίαση αυτή, εκτιμώμενη από το Δικαστήριο, ως του άρθρου 13 του 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη γιατί τέτοια δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι στην ουσία υπό την επίφαση κάποιου αναιρετικού λόγου αφορά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου που δεν είναι επιτρεπτή (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Τέλος με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτέλεση του περιεχομένου του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η αιτούσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των άρθρων 914 ΚΠολΔ, 216, 217 ΚΠολΔ, γιατί εσφαλμένα δεν απέρριψε ως αόριστο το αίτημα της αναιρεσίβλητης, που πρόβαλε με την έφεσή της ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, και των διατάξεων, με την προσβαλλόμενη απόφαση, να καταβάλλει στην εναγομένη 6262,89 ευρώ που πλήρωσε αυτή στην ενάγουσα, σε εκτέλεση του προσωρινά εκτελεστού της πρωτόδικης απόφασης, παρ' ότι δεν προσδιόρισε αυτή (εναγομένη), τις αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν εκ μέρους της τα χρηματικά ποσά που συνθέτουν το επιδιωκόμενο συνολικό ποσό, ώστε να μην είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού θα αποδοθεί με σαφήνεια.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό το εξής, ύστερα από την επισκόπηση του δικογράφου της "Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα, με αίτησή της που περιέχεται στο δικόγραφο της έφεσής της, επικαλούμενη την εκούσια εκτέλεση, κατά το ποσό των 3.525,79 ευρώ, τις προσβαλλόμενης απόφασης που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και ειδικότερα ζητεί να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη - ενάγουσα να της αποδώσει το ποσό που αυτή εκκουσίως κατέβαλε για την απαίτηση της ενάγουσας, σε εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα επίδοσης της παρούσας απόφασης.
Η αίτηση αυτή της εκκαλούσας σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, είναι παραδεκτή και νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, καθόσον από την από 22-6-2016 απόδειξη καταβολής, που επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα, αποδεικνύεται ότι αυτή κατέβαλε εκουσίως στην ενάγουσα το ποσό των 3.525,79 ευρώ, που τις επιδικάστηκε με την εκκαλούμενη οριστική απόφαση, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων.
Με την παρούσα απ'φοαση η αγωγή, κατόπιν ευδοκίμησης της έφεσης, γίνεται δεκτή για ποσό 307,33 ευρώ, δηλαδή λιγότερο από το αρχικά επιδικασθέν των 3.376,56 ευρώ. Πρέπει, συνεπώς το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση να γίνει δεκτό σαν βάσιμο και να υποχρεωθεί η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη να αποδώσει στην εκκαλούσα το άνω καταβληθέν ποσό, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης αυτής μέχρις εξοφλήσεως, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο διατακτικό".
Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, αφού απορρίφθηκαν οι αξιώσεις της ενάγουσας, και της αίτησης αναίρεσης και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί. Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί αυτή και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31/1/2018 αίτηση αναίρεσης της 12002/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ