Supreme Court allows appeal against tax authority decision based on unjust enrichment from employee work.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a lower court decision regarding tax liability. The State argued it was unjustly enriched by paying holiday bonuses to former employees who were subsequently hired under new contracts with identical skills. The court found the second-instance court's reasoning insufficient to justify why the State should not bear the cost of this enrichment. Consequently, the decision was annulled for the remaining taxpayers, and the case was remitted for further examination.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 104, 106, 108, 110, 98, 74, 75, 96, 498, 568 of the Code of Civil Procedure; The State is obligated to return benefits obtained from the work of former employees when it becomes unjustly enriched by paying them benefits under a new contract with equivalent qualifications.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 887 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 887/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 38/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και εν προκειμένω και από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ,που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, που παραστάθηκε δια της Σταυρούλας Θεοδωρακοπούλου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 2.Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 3.Ε. Χ. του Γ., 4.Π. Π. του Χ., 5. Β. Κ. του Ν., 6.Μ. Θ. του Θ., 7.Κ. Μ. του Η., όλων κατοίκων ..., 8.Χ. Σ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 9.Π. Γ. του Β., κατοίκου ..., 10.Δ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 11.Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 12.Ι. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 13.Χ. Π. του Π., κατοίκου ..., 14.Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 15. Β. Α. του Κ., κατοίκου ..., 16. Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 17. Β. Α. του Γ., κατοίκου ..., 18.Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., 19.Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 20.Σ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 21.Γ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 22. Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 23.Μ. Π. του Π., 24.Μ. Κ. του Σ., 25. Μ. Β. του Ε., κατοίκων ..., 26.Α. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 27.Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 28.Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., 29.Μ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 30.Η. Π. του Δ., κατοίκου ..., 31.Π. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 32.Χ. Β. του Α., κατοίκου ..., 33.Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 34.Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ... και 35.Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 26η και 32η δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Παυλάτου, ο οποίος ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 170/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4506/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-6-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από τις διατάξεις των άρθρων 104, 106, 108, 110 παρ.2, 98, 74, 75, 96 παράγραφοι 1 και 3, 498 παρ.1, 568 παράγραφοι 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ - και όπως το άρθρο 96 ΚΠολΔ ισχύει από 22.12.2017, κατά τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α. 201/22.12.2017) - προκύπτουν (και) τα εξής: Αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί (καθόλου) διάδικος ή δεν μετάσχει στη συζήτηση κανονικά, δηλ.
με δικηγόρο που έχει πληρεξουσιότητα και χορηγήθηκε με τον τύπο που ο νόμος ορίζει, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση της αναίρεσης. Εάν τη συζήτηση της αναίρεσης έχει επισπεύσει εγκύρως ο διάδικος που απολείπεται κλητεύοντας νομίμως και εμπροθέσμως τους λοιπούς διαδίκους ή ο ίδιος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλο διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά κηρύσσεται η συζήτηση απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση (κλήση), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους.
Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς τους διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, ενώ ως προς τους λοιπούς διαδίκους κηρύσσεται απαράδεκτη. Στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα. Αν δεν υπάρχει ρητή πληρεξουσιότητα κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Η πληρεξουσιότητα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται ακόμη και επί "ειδικής πληρεξουσιότητας" μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Ειδικώς για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρετήσεως Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική Αρχή. Ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, εφ' όσον δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται πως δεν παρίσταται, δηλ.
θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με την οποία εμφανίζεται αυτός ότι επισπεύδει τη συζήτηση, και, αν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευσή του, η συζήτηση κηρύσσεται ως προς αυτόν απαράδεκτη. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος που παρίσταται. Για τους διαδίκους, ως προς τους οποίους κηρύχθηκε, ως άνω, απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση (ΟλΑΠ 7/2019, ΑΠ 142/2024, ΑΠ 949/2022, ΑΠ 544/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται απόφαση εκδοθείσα με τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, επισπεύδουν όλοι οι αναιρεσίβλητοι, απλοί μεταξύ τους ομόδικοι, όπως προκύπτει από τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους υπ' αριθ. ....2023 και ....2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ.
Λ., σύμφωνα με τις οποίες, ύστερα από παραγγελία του δικηγόρου Αθηνών Σπύρου Παυλάτου, ως πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πρώτη περίπτωση αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη (του Προέδρου του Β1 Πολ. Τμήματος του Αρείου Πάγου) για ορισμό δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 2.4.2024 και στη δεύτερη περίπτωση η από 29.4.2024 βεβαίωση αναβολής του Αρείου Πάγου για τη μετ' αναβολήν δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης, δηλαδή για τις 18.3.2025.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο στην εν λόγω δικάσιμο (18.3.2025), δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι εικοστή έκτη (26η) και τριακοστή δεύτερη (32η) των αναιρεσιβλήτων, Α. Μ. του Μ. και Χ. Β. του Α., αντίστοιχα, ενώ παραστάθηκαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω δικηγόρο, Σπύρο Παυλάτο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Εξάλλου, παραστάθηκε, και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δια της πληρεξουσίας του Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Σταυρούλας Θεοδωρακοπούλου. Από τα στοιχεία της δικογραφίας, ωστόσο, δεν προκύπτει ότι ο δικηγόρος Σπύρος Παυλάτος, που έδωσε, ως άνω, την παραγγελία προς επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αναιρέσεως και από τις 26η και 32η απούσες αναιρεσίβλητες, εφ' όσον δεν προσκομίζονται, σχετικώς, γι' αυτές (απούσες αναιρεσίβλητες) συμβολαιογραφικές πράξεις ή ιδιωτικά έγγραφα, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κ.Ε.Π.
ή άλλη δημόσια ή δημοτική Αρχή. Ούτε, επίσης, προκύπτει η εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ή των ομοδίκων τους (παρισταμένων αναιρεσίβλητων) κλήτευση των ως άνω αναιρεσιβλήτων, προκειμένου οι τελευταίες να παραστούν κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο.
Συνεπώς, η επίσπευση της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι άκυρη καθ' ο μέρος αφορά στις εν λόγω απούσες αναιρεσίβλητες. Μετά ταύτα και σύμφωνα με όσα στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις εκτίθενται, πρέπει: α)Ως προς τις απούσες, εικοστή έκτη (26η) και τριακοστή δεύτερη (32η) των αναιρεσιβλήτων, Α. Μ. του Μ. και Χ. Β. του Α., να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί, ως προς αυτές, απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. β)Ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, που παρίστανται [(33) πλέον, συνολικά], να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.
2. Με την υπό κρίση από 12.6.2023 (με αρ. εκθ. κατ. 4984/503/13.6.2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4506/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η από 28-1-2021 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθ. 170/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 22-10-2010 αγωγή τους κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ως νόμω αβάσιμη, εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή και η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 13-6-2023 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πριν παρέλθει η προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης στο αναιρεσείον (βλ. την υπ' αριθ. 1172Η'/16.5.2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ. Λ., που προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 3. Με την από 22.12.2010 (με αριθ. εκθ. καταθ. 228376/8326/28.12.2010) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απευθυνόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, οι ενάγοντες και ήδη παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν τα εξής:
Ότι προσλήφθηκαν, στο πλαίσιο προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, σε εκτέλεση σχετικού εργασιακού προγράμματος (stage), σε διάφορες υπηρεσίες του εναγομένου (Δ.Ο.Υ. και Τελωνεία), για χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών, το οποίο παρατάθηκε, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, και δη στις 18.4.2007 η 1η, την 1.3.2007 οι 2ος, 3η, 5η, 7η, 9η, 10ος. 12ο, 13η, 25η, στις 20.3.2007 η 4η, στις 2.4.2007 η 6η, στις 21.5.2007 οι 8η, 16η, 18ος, 21ος, στις 2.5.2007 ο 11ος, στις 21.8.2006 η 14η, στις 8.11.2006 η 15η, στις 20.6.2007 η 17η, την 1.6.2007 η 19η, στις 13.8.2007 η 20η, στις 17.5.2007 ο 22ος, στις 18.6.2007 οι 23η και 24η, στις 26.6.2007 ο 27ος, στις 6.9.2006 η 28η, στις 26.2.2007 η 29η, στις 29.6.2007 ο 30ος, την 1.9.2006 η 31η, την 1.3.2007 η 33η, την 1.12.2006 η 34η και στις 26.3.2007 η 35η, από το Υπουργείο Οικονομικών.
Ότι η αμοιβή τους ανερχόταν σε 30 ευρώ ημερησίως για πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ και σε 25 ευρώ ημερησίως για αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε οι συμβάσεις τους ήταν συμβάσεις μαθητείας, αλλά η απασχόλησή τους ήταν όμοια με των άλλων μόνιμων και τακτικών υπαλλήλων του αντιδίκου τους, φέροντας τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αφού ουδέποτε εργάστηκαν ως μαθητευόμενοι, άσκησαν δε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, τα καθήκοντα που περιγράφονται στην αγωγή, υπό τις υπηρεσιακές οδηγίες, υποδείξεις και εντολές των εντεταλμένων οργάνων του εναγομένου, σε Τελωνεία και σε Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες του εναγομένου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, ούτως ώστε να μην δικαιολογείται η ορισμένη διάρκεια αυτών των συμβάσεων.
Βάσει των ανωτέρω, οι ενάγοντες ζήτησαν να τους επιδικαστούν σε βάρος του εναγομένου τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή για καθέναν από αυτούς χρηματικά ποσά, και δη κατά το ποσό των 12.000 ευρώ καταψηφιστικά και κατά το υπόλοιπο κατά περίπτωση ποσό, αναγνωριστικά, ως διαφορές μεταξύ των ποσών που τους καταβλήθηκαν από τις συμβάσεις μαθητείας και εκείνων που θα έπρεπε να λάβουν για δεδουλευμένες αποδοχές, δώρα εορτών (Χριστογέννων και Πάσχα), επιδόματα αδείας και αποζημίωση για μη χορηγηθείσες κανονικές άδειες, σύμφωνα με τις πράγματι ισχύουσες συμβάσεις εργασίας κατά το νόμο, άλλως κατά τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, άλλως κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, νομιμοτόκως.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 170/2019 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή των εναγόντων και ήδη παριστάμενων αναιρεσιβλήτων ως μη νόμιμη τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς τις επικουρικές βάσεις της, δηλαδή στο σύνολό της. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 28.1.2021 (με αριθ.
εκθ. κατ. 6385/442/29.1.2021) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 4506/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Ειδικότερα, αφού έκρινε ότι η αγωγή ήταν απαράδεκτη ως προς τα αιτήματα των εναγόντων περί δεδουλευμένων αποδοχών (εξαιτίας αοριστίας τους που επήλθε κατόπιν του περιορισμού του οικείου αιτήματος των εναγόντων από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό), πλην του αντίστοιχου αιτήματος της 35ης από αυτούς (ενάγοντες), που ήταν παραδεκτό, ακολούθως έκρινε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την κύρια και τις επικουρικές, εκτός από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάσεις της και έκαμε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τελευταία αυτή επικουρική, δηλαδή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση της, την οποία έκρινε ως νόμιμη και, περαιτέρω, καθ' ο μέρος αφορούσε στις απαιτήσεις των άνω εναγόντων που ανάγονται στο μετά τις 29.12.2008 χρονικό διάστημα (για τις προηγούμενες αξιώσεις δέχθηκε ότι υπέκυψαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του προϊσχύσαντος ν. 2362/1995, όπως κατ' ένσταση πρόβαλε το εναγόμενο), και ως ουσιαστικά βάσιμη.
Υπό τα δεδομένα, δε, αυτά, εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση, επιδίκασε στους τότε ενάγοντες και νυν παριστάμενους αναιρεσίβλητους (1η έως και 25η, 27ο έως 31η και 33η έως και 35η) επιδόματα εορτών και άδειας και αποζημίωση άδειας για τα έτη 2008 - 2011 (εκτός από το δώρο Πάσχα 2008), επιπροσθέτως δε στην 35η και διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών για το διάστημα από 1.12.2008 έως 19.11.2009, σύμφωνα με όσα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη αυτή απόφαση διαλαμβάνονται. 4.
Με τη διάταξη του άρθρου 904 παρ,1 εδαφ. α' του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδαφ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 856/2023, 589/2022, ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 879/2017).
Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ. Ειδικότερα, η ωφέλεια, που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο, συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.
Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΟλΑΠ 4/2021,ΑΠ 856/2023, 589/2022, ΑΠ 1242/2018) ή ο νόμος, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις.
Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 856/2023, 589/2022).
Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη. Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Και τούτο διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημόσιου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (Ολ.ΑΠ 4/2021, 218/1977, ΑΠ 856/2023, 589/2022, ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 41/2017).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).
Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης και τα επιδόματα εορτών και αδείας (ΑΠ 863/2024, 954/2023, 1482/2019) οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 856/2023, 589/2022, ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 217/2017).
Συνακόλουθα στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι κατά τα άνω ρυθμίσεις του άρθρου 904 επ.
του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 856/2023). Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, εφαρμόζονται και στην πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ και διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφοι 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 205).
Ειδικότερα εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του ΟΑΕΔ, προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα λοιπά δημόσια νομικά πρόσωπα, καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ.1 εδ..α' και 908 εδ..α' ΑΚ στην απόδοση της ωφελείας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού συνισταμένη στην αμοιβή την οποία θα κατέβαλαν σε άλλο εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 856/2023).
Εξάλλου, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, 18/2006, ΑΠ 856/2023, 1242/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας") ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία") ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικώς, δε, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992, ΑΠ 1464/2022, ΑΠ 1283/2021).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού κατά τα ανωτέρω έκρινε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αγωγή ως προς τα αιτήματα περί επιδίκασης δεδουλευμένων αποδοχών στους 1η έως και 34η των εναγόντων και απέρριψε, περαιτέρω, την αγωγή ως προς τις λοιπές, πλην της επικουρικής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάσεις της ως μη νόμιμες, διέλαβε, καθ' ο μέρος αφορά στην επικουρική αυτή βάση της, την οποία έκρινε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, και δη στο αποδεικτικό του πόρισμα, τις εξής κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικές παραδοχές: "Από την εκτίμηση όλων, ανεξαιρέτως, των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, προέκυψαν τα εξής:
Οι εκκαλούντες - ενάγοντες, βάσει συμφωνητικών συνεργασίας, τα οποία συνήφθησαν τα έτη 2006 και 2007, μεταξύ, αφενός, του Ο.Α.Ε.Δ., αφετέρου, διαφόρων υπηρεσιών του εναγομένου, ως φορέων υλοποίησης του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ΔΟΥ και τελωνείων και, εκ τρίτου, ενός εκάστου των εναγόντων, αυτοί προσελήφθησαν στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, σε εκτέλεση σχετικού εργασιακού προγράμματος (stage), στις ως άνω δημόσιες υπηρεσίες, αντί αμοιβής υπολογιζόμενης σε 30 ευρώ ημερησίως, για πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ και σε 25 ευρώ ημερησίως, για αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, για χρονικό διάστημα δεκαοχτώ μηνών, το οποίο παρατάθηκε, με διαδοχικές συμβάσεις, έως τον Ιανουάριο του 2011, για τους 29η και 30ο των εναγόντων, το έτος 2010, για τους περισσότερους ενάγοντες και το 2009, για τους υπόλοιπους αυτών, άπαντες, δε, οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στις Δ.Ο.Υ.
και τα Τελωνεία όπου είχαν προσληφθεί απασχολούμενοι, ακριβώς, όπως και οι μόνιμοι συνάδελφοί τους, ήτοι με το ίδιο ωράριο (7:30¨ με 14:45'), από Δευτέρα έως Παρασκευή, τις ίδιες συνθήκες εργασίας και παρεμφερή, ανάλογα με την υπηρεσία, καθήκοντα, δηλαδή, δεν είχαν πραγματικά προσληφθεί ως ασκούμενοι, ούτε με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ψευδεπίγραφα, δε, οι συμβάσεις τους ονομάστηκαν συμβάσεις μαθητείας - απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage), με συνέπεια την καταστρατήγηση των εκ της εργατικής νομοθεσίας δικαιωμάτων τους.
Οι εν λόγω συμβάσεις, όμως, εάν και είχαν όλα τα χαρακτηριστικά των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ήταν άκυρες .... εφόσον είχαν συναφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και των άρθρων 3, 5, 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004, σημειωτέον, δε, ότι οι υπ' όψιν συμβάσεις δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου 2 παρ. 2 του παραπάνω προεδρικού διατάγματος, το οποίο, κατ' αυτήν, δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, υποστηριζόμενου από τον Ο.Α.Ε.Δ., διότι προσχηματικά και όχι πραγματικά είχαν καταρτιστεί για την εκπλήρωση των ως άνω σκοπών. ....
Ωστόσο, νόμιμη τυγχάνει η αγωγή ως προς την επικουρική περί αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, με έρεισμα τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 904 επ. ΑΚ, καθώς και, όσον αφορά στα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων και στις αποδοχές και το επίδομα αδείας - τα οποία εκ του νόμου δικαιούνται και οι εργαζόμενοι με απλή σχέση εργασίας, όπως οι ενάγοντες -, με έρεισμα τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Υ.Α.
Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ. Κατ' ακολουθίαν, επειδή, εάν και άκυρες, οι επίδικες συμβάσεις λειτούργησαν, εν τοις πράγμασι, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, οι δε ενάγοντες παρείχαν εργασία αντίστοιχη με αυτήν των τακτικών υπαλλήλων, κατά τα ανωτέρω, δικαιούμενοι να λάβουν κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις, τις διαφορές μεταξύ των ποσών που τους καταβλήθηκαν και αυτών που θα καταβάλλονταν σε εργαζομένους με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, πρέπει η ασκηθείσα από 29/12/2010 αγωγή - εκτός από τα κριθέντα ως αόριστα αιτήματά της - να γίνει δεκτή, ως και κατ' ουσία βάσιμη, μόνο, όμως, ως προς τις απαιτήσεις που ανάγονται στο μετά τις 29/12/2008 χρονικό διάστημα, αφού οι προηγούμενες αξιώσεις έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του (καταργηθέντος κατόπιν) άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 ....
Συνακόλουθα, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλονται στους ενάγοντες τα εξής ποσά (μη αμφισβητουμένων, ειδικώς, από το εναγόμενο των σχετικών κονδυλίων), που αντιστοιχούν στα επιδόματα εορτών και αδείας και στην αποζημίωση αδείας των ετών 2008 -2011 (εκτός από το δώρο Πάσχα 2008): στην 1η ενάγουσα το ποσό των 7.435,99 ευρώ, στον 2ο ενάγοντα το ποσό των 6.913,76 ευρώ, στην 3η ενάγουσα το ποσό τω 7.217,25 ευρώ, στην 4η ενάγουσα, το ποσό των 8.753,38 ευρώ, στην 5η ενάγουσα το ποσό των 7.167,90 ευρώ, στην 6η ενάγουσα το ποσό των 7.527,82 ευρώ, στην 7η ενάγουσα το ποσό των 9.252,02 ευρώ, στην 8η ενάγουσα το ποσό των 7.589,82 ευρώ, στην 9η ενάγουσα το ποσό των 7.548,49 ευρώ, στον 10ο ενάγοντα το ποσό των 7.788,63 ευρώ, στον 11ο ενάγοντα το ποσό των 9.121,48 ευρώ, στον 12ο ενάγοντα το ποσό των 6.765,71 ευρώ, στην 13η ενάγουσα το ποσό των 8.868,63 ευρώ, στην 14η ενάγουσα το ποσό των 4.186,03 ευρώ, στην 15η ενάγουσα το ποσό των 4.798,06 ευρώ, στην 16η ενάγουσα το ποσό των 8.418,60 ευρώ, στην 17η ενάγουσα το ποσό των 9.986,52 ευρώ, στον 18ο ενάγοντα το ποσό των 9.180,77 ευρώ, στη 19η ενάγουσα το (συνολικό) ποσό των 8.564,38 ευρώ, στην 20η ενάγουσα το ποσό των 8.411,71 ευρώ, στον 21ο ενάγοντα το ποσό των 7.323,38 ευρώ, στον 22ο ενάγοντα το ποσό των 8.316,84 ευρώ, στην 23η ενάγουσα το ποσό των 10.269,86 ευρώ, στην 24η ενάγουσα το ποσό των 8.740,09 ευρώ, στην 25η ενάγουσα το ποσό των 7.989,51 ευρώ, στην 26η ενάγουσα το ποσό των 7.982,79 ευρώ, στον 27ο ενάγοντα το ποσό των 7.898,37 ευρώ, στην 28η ενάγουσα το ποσό των 8.078,52 ευρώ, στην 29η ενάγουσα το ποσό των 9.401,78 ευρώ, στον 30 ενάγοντα το ποσό των 10.292,25 ευρώ, στην 31η ενάγουσα το ποσό των 8.571,40 ευρώ, στην 32η ενάγουσα το ποσό των 8.957,52 ευρώ, στην 33η ενάγουσα το ποσό των 9.265,40 ευρώ, στην 34η ενάγουσα το ποσό των 5.720,18 ευρώ και στην 35η ενάγουσα το ποσό των 5.991,46 ευρώ, προσέτι δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε αυτήν το ποσό των 7.536,24 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών της για το διάστημα εργασίας από 1/12/2008 έως 19/11/2009 .....".
Ακολούθως, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή ως προς τη βάση της αυτή ως νόμω αβάσιμη, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε αντιστοίχως την πρωτόδικη απόφαση, έκαμε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει σε καθέναν από τους ενάγοντες τα ποσά που πιο πάνω αναφέρονται, νομιμοτόκως.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ.1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, καθ' ο αφορά στην επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής, με βάση τις παραδοχές: Ότι οι ενάγοντες, ενώ προσλήφθηκαν από το εναγόμενο στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας σε εκτέλεση σχετικού εργασιακού προγράμματος (stage) σε Δ.Ο.Υ.
και Τελωνεία, έναντι ημερήσιας αμοιβής, για χρονικό διάστημα δεκαοκτώ μηνών το οποίο ακολούθως παρατάθηκε με διαδοχικές συμβάσεις, στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν ως ασκούμενοι, ούτε με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αλλά προσλήφθηκαν και εργάστηκαν στις υπηρεσίες αυτές (Δ.Ο.Υ. και Τελωνεία) απασχολούμενοι εξαρχής ακριβώς όπως και οι μόνιμοι συνάδελφοί τους, ήτοι με το ίδιο ωράριο, από Δευτέρα έως Παρασκευή, υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας και παρεμφερή, ανάλογα με την υπηρεσία, καθήκοντα.
Ότι, έτσι, οι συμβάσεις τους με το εναγόμενο ψευδεπίγραφα ονομάστηκαν συμβάσεις μαθητείας - απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) και, έχοντας όλα τα χαρακτηριστικά των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ήταν άκυρες, καθώς είχαν συναφθεί κατά παράβαση των αναφερόμενων ως άνω διατάξεων. Ότι, ωστόσο, οι συμβάσεις αυτές, αν και άκυρες, λειτούργησαν, εν τοις πράγμασι, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, οι δε ενάγοντες, παρέχοντας εργασία αντίστοιχη με αυτήν των τακτικών υπαλλήλων, δικαιούντο τα παραπάνω ποσά, τα οποία θα ελάμβαναν όπως και οι εργαζόμενοι με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.
Οι παραπάνω παραδοχές του Εφετείου δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο, και δη κατά τις ως άνω διατάξεις, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που με την προσβαλλόμενη απόφαση για καθέναν των αναιρεσιβλήτων απαγγέλθηκε. Και τούτο, διότι, εκτός από τη γενική αναφορά ότι οι ενάγοντες απασχολούνταν με το ίδιο ωράριο, τις αυτές ημέρες εργασίας (Δευτέρα έως Παρασκευή) και τις ίδιες συνθήκες εργασίας, που απασχολούνταν και οι μόνιμοι υπάλληλοι, και ότι είχαν παρεμφερή καθήκοντα με τους τελευταίους, αυτές οι περιστάσεις δεν εξειδικεύτηκαν περαιτέρω.
Ήτοι, δεν διαλαμβάνεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού σε ποια ακριβώς Υπηρεσία απασχολήθηκε καθένας των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, ποια ήταν τα ειδικότερα καθήκοντά του και αν εργαζόταν τελώντας υπό τις οδηγίες και εντολές, τον έλεγχο και των εποπτεία των αρμοδίων οργάνων - υπαλλήλων του εναγομένου, έτσι ώστε να καταστεί δυνατό να κριθεί αν πράγματι στις συγκεκριμένες περιπτώσεις η απασχόληση εκάστου των εναγόντων στον οικείο δημόσιο φορέα δεν απέβλεπε καθόλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους (τόσο δυνάμει της αρχικής σύμβασης όσο και των συμβάσεων παράτασης) ή και για μέρος του εν λόγω διαστήματος στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, με επακόλουθο να υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, έχοντας καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερο, να υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία αποκόμισε από την εργασία των απασχοληθέντων εναγόντων, συνιστάμενη στην αμοιβή που θα κατέβαλε σε άλλο εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα των απασχοληθέντων πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωση αδείας.
Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή της υπό κρίση περίπτωσης στο πραγματικό των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Ο δε δεύτερος, κατά σειρά, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος. Εξαιτίας, δε, της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου αναίρεσης που γίνεται δεκτός, παρέλκει η εξέταση του πρώτου εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, που αφορά στο ίδιο κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. 5.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί ως προς τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους, κατά το μέρος που αφορά στο ως άνω μέρος της, με το οποίο έγινε δεκτή η επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας αυτών (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατ' άρθρ. 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ.
της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 1738/1987, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τις εικοστή έκτη (26η) και τριακοστή δεύτερη (32η) των αναιρεσιβλήτων, Α. Μ. του Μ. και Χ. Β. του Α.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12.6.2023 (με αρ. εκθ. κατ. 4984/503/13.6.2023) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 4506/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τις αμέσως παραπάνω αναιρεσίβλητες.
Αναιρεί ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, την υπ' αριθ. 4506/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται ανωτέρω στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
Καταδικάζει τους (παριστάμενους) αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ