Appeal dismissed as inadmissible due to improper service of summons and lack of legal representation for absent parties.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the hearing was improperly expedited without verifying legal summons for absent defendants. The appellant challenged a second-instance judgment regarding property disputes, arguing procedural errors in the lower court's handling of mediation and contract validity. The court ruled that since the appellant failed to prove the absent defendants were legally notified, the appeal against them was inadmissible, while the appeal against present parties was rejected on substantive grounds.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 576(1)-(3) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the hearing is expedited without verifying that absent defendants were legally summoned, and the court must examine whether the summons was validly served before proceeding.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 886 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 886/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Δ. του Α., κατοίκου …, o οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Γραβάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. συζ. Ν. Κ., το γένος Ε. Π., κατοίκου …, 2)Α., συζ. Γ. Α., το γένος Ε. Π., κατοίκου Λάρισας, 3)Π. Π. του Ε., κατοίκου … …, 4)Κυπριακής ιδιωτικής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Π. Χ. Λ." (P. H. L.), η οποία εδρεύει στην …. της Κυπριακής Δημοκρατίας, νόμιμα εκπροσωπούμενης, 5)Χ. Β. του Σ., κατοίκου … Βουλγαρίας, και 6)K. B. J. M..J..A.- T., κατοίκου … του Κατάρ. Οι 1η, 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Μαουσίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσιμπανούλη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις, ο 5ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και ο 6ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσιμπανούλη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18106/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, 612/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και 446/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος και υπό την προϋπόθεση ότι η από επίσπευση λαμβάνει χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 134 παρ.1 εδαφ.
α' και 3 του ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ` αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση... αυτός δε όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 136 παρ.1 εδαφ. α' του ίδιου Κώδικα, η επίδοση που γίνεται κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 134 θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον αρμόδιο Εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της παραλαβής του από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται.
Εξάλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και η Βουλγαρία, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται από 13 Νοεμβρίου 2008 ο Κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών, με τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχομένου Κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου Υπουργών.
Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 Κανονισμού (άρθρα 2-7, 10, 19 και 20), τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες διαβιβάζονται απευθείας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών των ενδιαφερομένων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, το οποίο αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Επιπλέον, κατά το άρθρο 15 του ίδιου Κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων, που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς, που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5ης Νοεμβρίου 1965.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη, σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση, βάσει του παρόντος Κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης, μέχρις ότου διαπιστωθεί: α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε, όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής ..., ή β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο, προβλεπόμενο από τον παρόντα Κανονισμό, καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις, η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί.
Τέλος, κατά το άρθρο 23 παρ. 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του, παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις : α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα Κανονισμό, β) από τη διαβίβαση της πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια, μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους - μέλους παραλαβής.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση, με κλήση για συζήτηση αυτής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Βουλγαρία, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την, κατά το άνω άρθρο 19 του Κανονισμού, βεβαίωση και δεν αρκεί η, κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ, πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1405/2019, Α.Π. 358/2019, Α.Π. 686/2018, Α.Π. 1978/2017, Α.Π. 961/2017, Α.Π. 643/2015 Α.Π. 239/2015, Α.Π. 458/2011, Α.Π. 66/2011) Επίσης, οι ανωτέρω διατάξεις του Κανονισμού 1393/2007 δεν καταργούν το άρθρο 134 παρ. 1α' του ΚΠολΔ περί πλασματικής επίδοσης, για τα πρόσωπα που κατοικούν στην αλλοδαπή αλλά αποκλείουν να θεωρηθεί ότι ολοκληρώθηκε η επίδοση με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης δικογράφου στον Εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το αν αυτό παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η επίδοση, αλλά πρέπει να συντρέξουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ώστε να διασφαλίζεται πλέον η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (Α.Π. 339/2021, Α.Π. 827/2003, Α.Π. 1015/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-05-2022), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πέμπτος των αναιρεσιβλήτων Χ. Σ.. Β., που έχει γνωστή διεύθυνση κατοικίας στην πόλη ...
της Βουλγαρίας, δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αναφορικά με την τήρηση της προβλεπόμενης από τον Κανονισμό 1393/2007 διαδικασίας επίδοσης του δικογράφου της από 05-05-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...05-05-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου ...2021 αίτησης αναίρεσης στον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, ο αναιρεσείων προσκομίζει και επικαλείται τη με αριθμό ...15-02-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ν.
Δ.. Ρ. από την οποία προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-05-2022), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου ο τελευταίος να μεριμνήσει για τη διαβίβαση αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης και της κλήσης προς συζήτηση αυτής στην αρμόδια υπηρεσία παραλαβής της Βουλγαρίας, ώστε να πραγματοποιηθεί η επίδοσή της στον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων.
Ωστόσο, από το με αριθμό πρωτ. ...15-02-2022 Αποδεικτικό Παραλαβής και Βεβαίωση Επίδοσης των αρμοδίων αρχών της ... Βουλγαρίας, κατ' άρθρα 6 παρ. 1 και 10 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, που είναι συνημμένα στην ως άνω έκθεση επίδοσης, προκύπτει ότι η επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης (με επίσημη μετάφραση στη Βουλγαρική Γλώσσα) δεν έλαβε χώρα μέσα στην προθεσμία, στην οποία έπρεπε να επιδοθεί η κλήση για συζήτηση, ήτοι πριν από ενενήντα (90) ημέρες από την τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως όρισε κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο Πρόεδρος του Β2 Τμήματος, αλλά την 01-03-2022.
Επομένως, εφόσον ο απολιπόμενος πέμπτος των αναιρεσιβλήτων δεν κλητεύθηκε εγκαίρως κατά τα ως άνω, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (24-05-2022), πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσίβλητους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, λόγω του ότι η εν λόγω απόφαση που κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση είναι μη οριστική.
Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι : " 1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων, δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους ", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48) ορίζεται ότι : " Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών, ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους " και, τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A' 54) ορίζεται ότι : " Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της, υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021, κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό " Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας, για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00' έως και τη Δευτέρα 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6.00' (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021" (Α.Π. 987/2022, Α.Π. 1129/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρο 677 επομ. Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν) με αριθμό 446/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή, η από 16-03-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...19-03-2015 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 612/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το οποίο είχε απορρίψει, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την από 21-07-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...18-08-2011 αγωγή του, με αντικείμενο αξίωση καταβολής μεσιτικής αμοιβής εκ μέρους των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε την έφεση, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς τους πέμπτο και έκτο των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστών και μετόχων της τέταρτης των εναγομένων - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης Κυπριακής εταιρείας, εξαφάνισε στο πλαίσιο του, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, την ως άνω εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου και αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς αυτούς, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης ενώ ως προς τους λοιπούς, απέρριψε την έφεση, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας κατά τα λοιπά την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) κατά την έρευνα του παραδεκτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 05-05-2021, εντός δηλαδή της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87), δεδομένου ότι από τις 11-09-2018, επομένη ημέρα της δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις 10-09-2018, άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 11-09-2020 λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.
α' του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία), σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος νομικής σκέψης που προηγήθηκε, κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στις 05-05-2021 Επομένως, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1, 558 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα που νίκησαν, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, κατά των οποίων δεν προβάλλεται λόγος αναίρεσης ή κατ' εκείνων τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με αυτήν πλημμέλειες και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμα και εάν ευδοκιμήσουν οι λόγοι αυτοί (Α.Π. 536/2020, Α.Π. 465/2019, Α.Π. 1353/2019, Α.Π. 1542/2018, Α.Π. 1399/2017, Α.Π. 2080/2017), εκτός αν προβάλλεται έννομο συμφέρον προς αποτροπή δεδικασμένου από τις αιτιολογίες της απόφασης και ζητείται η αναίρεση αυτής, κατά την εσφαλμένη αιτιολογία της (Α.Π. 1995/2017, Α.Π. 647/2011, Α.Π. 525/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πλήττει το μέρος εκείνο μόνο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και, ως εκ τούτου, παραδεκτώς ασκήθηκε κατά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, έναντι των οποίων ο αναιρεσείων νικήθηκε και ως προς τους οποίους επιδιώκεται, με τους προβαλλόμενους λόγους, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης όσον αφορά τους πρώτη, δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων Α. συζ. Ν. Κ., Α. συζ. Γ. Α. και Π. Π. του Ε., είναι παραδεκτή (577 παρ. 1 και 569 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Αντίθετα, η αίτηση αυτή, απαραδέκτως στρέφεται και κατά των τέταρτης και έκτου των αναιρεσιβλήτων Κυπριακής Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " Π. Χ. Λ. («P. H. L..T..D..) και K. B. J. M..J.. A. - T., καθώς οι αποδιδόμενες με τους λόγους αναίρεσης πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αφορούν αυτούς, ούτε περιέχεται ως προς αυτούς στην αίτηση αναίρεσης άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή, με βάση και τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεση, ως προς τους εν λόγω αναιρεσίβλητους, της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ειδικότερα, δε, ως προς τον έκτο των αναιρεσιβλήτων, η αίτηση αναίρεσης δεν αφορά το μέρος της απόφασης με το οποίο έγινε δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, η έφεση του αναιρεσείοντος κατ' αυτού - και κατά του πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, ως προς τον οποίο, κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη - και απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης (άρθρα 68 και 73 του ΚΠολΔ) για τους διαλαμβανόμενους στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση λόγους και ειδικότερα για την έλλειψη προσωπικής ευθύνης αυτού, ως νομίμου εκπροσώπου της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων κυπριακής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, σύμφωνα με τις περί τούτου ρυθμίσεις του Κυπριακού περί εταιρειών νόμου.
Πρέπει, επομένως, η ως άνω αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τέταρτης και έκτου των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, κατ' άρθρο 577 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της απόφασης και ειδικότερα χωριστά, αφού παρέστησαν μεν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο, κατέθεσαν όμως χωριστές προτάσεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 703 παρ. 1 του Α.Κ., εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον άλλο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο εάν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόμο και εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη, με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σύμβασης και είναι δυνατό, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από το μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτή ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σε αυτόν δυνατότητας σύναψης της σύμβασης που τον ενδιαφέρει.
Η εντολή προς το μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο (Α.Π. 441/2015 Α.Π. 815/2007 Α.Π. 1448/2002). Ειδικότερα, δε, στην εντολή προς υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη αστικής σύμβασης, δεν απαιτούνται περαιτέρω προσωπικές ενέργειες του μεσίτη αφού αρκεί ότι έλαβε χώρα υπόδειξη ευκαιρίας και ότι η σύμβαση καταρτίστηκε, λόγω της υπόδειξης αυτής, μάλιστα δε η σύναψη της σύμβασης δεν απαιτείται να είναι αποκλειστικώς και κυρίως το προϊόν (των ενεργειών) του μεσίτη, διότι δεν αποκλείεται και παρεπόμενη ενέργεια αυτού ή άλλη δευτερεύουσα προσπάθειά του να είναι, υπό ορισμένες συνθήκες, επαρκής ή και η μόνη απαιτούμενη, όπως το γεγονός ότι ο μεσίτης έδωσε στον εντολέα του τη διεύθυνση και το όνομα του ενδιαφερομένου για τη σύναψη της σύμβασης, ώστε να καθιστά δυνατή την απευθείας διαπραγμάτευση.
Απαιτείται, δηλαδή, για τη δημιουργία υποχρέωσης προς καταβολή της μεσιτικής αμοιβής, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσολάβησης ή της υπόδειξης ευκαιρίας και της κατάρτισης της σύμβασης, όχι όμως και συμφωνία των οικονομικών όρων αυτής, που απόκειται στην ελευθερία συναλλακτικής δράσης των συμβαλλομένων, εκτός εάν η καταβολή της αμοιβής εξαρτήθηκε από την κατάρτιση της σύμβασης, με τους όρους που καθορίστηκαν, όπως με την επιτυχία ορισμένου τιμήματος (Α.Π. 6...2007, Α.Π. 1395/2006, Α.Π. 964/2006, Α.Π. 965/2006, Α.Π. 379/2005) Εξάλλου, από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι υπόχρεος να καταβάλει αμοιβή στο μεσίτη είναι ο υποσχεθείς την αμοιβή μεσιτικός εντολέας, εφόσον καταρτίσθηκε η σκοπούμενη κύρια σύμβαση, ως συνέπεια της μεσολάβησης ή υπόδειξης του μεσίτη και ότι προϋπόθεση του δικαιώματος μεσιτικής αμοιβής είναι, μεταξύ άλλων, η μεταξύ μεσιτικής παροχής και σύναψης της κύριας σύμβασης αιτιώδης συνάφεια, υπό την έννοια της αντικειμενικής αιτιότητας, ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές αντιλήψεις, π.χ.
του μεσίτη. Η αιτιώδης συνάφεια πρέπει να υφίσταται κατά τον κρίσιμο χρόνο ανάπτυξης της μεσιτικής παροχής και της επίδρασης αυτής στη σύναψη της κύριας σύμβασης (Α.Π. 720/2018, Α.Π. 815/2007). Η ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί ζήτημα πραγματικό, που κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση αν τα διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί, η μη, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 703 του Α.Κ.
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 703 και 724 του Α.Κ. συνάγεται ότι, η σύμβαση μεσιτείας λύεται εκτός από τους γενικούς λόγους λύσης των συμβάσεων, και με την ανάκληση της μεσιτικής εντολής από τον εντολέα και το μεσίτη. Η ανάκληση είναι, κατά κανόνα, κατά πάντα χρόνο ελεύθερη και δεν απαιτείται να αιτιολογείται, μπορεί δε να γίνει και σιωπηρά και επιφέρει την ανατροπή της σύμβασης μεσιτείας για το μέλλον (….).
Όμως, αν προγενέστερη της ανάκλησης ενέργεια του μεσίτη υπήρξε η αιτία της μετά την ανάκληση πραγμάτωσης της σύμβασης, ο μεσιτικός εντολέας έχει υποχρέωση να πληρώσει τη μεσιτική αμοιβή (Α.Π. 720/2018, Α.Π. 52/2012, Α.Π. 1039/2008). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. ...2020, Α.Π. 381/2019, Α.Π. 3...2017, Α.Π. 1420/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν " αιτιολογία ", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).
Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1123/2022, Α.Π. 163/2021, Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 967/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : " Μεταξύ του ενάγοντος [ ήδη αναιρεσείοντος ] μεσίτη αστικών συμβάσεων Α.
Δ., εγγεγραμμένου αρχικώς στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο … και ακολούθως από 24.2.2009 στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο … και του Ν. Κ. του Η., ο οποίος ενεργούσε μέχρι τις 8.8.2008, ως πληρεξούσιος των τριών πρώτων εναγομένων [ ήδη αναιρεσιβλήτων ] δυνάμει έγγραφων πληρεξουσίων, καταρτίστηκε στις 9.3.2007 εγγράφως, με ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμβαση μεσιτείας, με βάση την οποία οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι ανέθεσαν στον ενάγοντα μεσίτη να μεσολαβήσει για τη σύναψη σύμβασης πώλησης, προς οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, αντί τιμήματος 1.850.000 ευρώ, των όμορων ακινήτων τους, συνολικού εμβαδού τούτων 502 στρεμμάτων περίπου, τα οποία βρίσκονται στη θέση " …" της Δημοτικής Ενότητας ….
του Δήμου ….. Η μεταξύ τους συμφωνία ήταν να πωληθούν τα ακίνητα, ως ένα ενιαίο ακίνητο και οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν στον ενάγοντα, ως αμοιβή " το πλέον του ποσού των 1.850.000 ευρώ όσο και να είναι ", εφόσον η συγκεκριμένη σύμβαση πώλησης καταρτιζόταν τελικά ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης.
Με το άνω συμφωνητικό τα μέρη συμφώνησαν, επίσης, ότι η εντολή των τριών πρώτων εναγομένων προς τον ενάγοντα μεσίτη δίδεται για χρονικό διάστημα έξι μηνών, μετά το πέρας του οποίου παύει αυτή να έχει ισχύ. Στις 15.10.2007 μεταξύ των τριών πρώτων εναγομένων και του ενάγοντος καταρτίστηκε νέα σύμβαση μεσιτείας, με τους ίδιους ως άνω όρους, για ένα ακόμη εξάμηνο, δηλαδή μέχρι τις 20.4.2008 Ειδικότερα, στη συμφωνία αναφέρονται τα εξής : "...
Σας αναθέτει δια της παρούσης ειδικής εντολής, υπό την ιδιότητά σας ως μεσίτη αστικών συμβάσεων, όπως προβείτε στη διαπραγμάτευση και πώληση του ακινήτου αυτού, προς οποιονδήποτε τρίτο, αντί τιμήματος ποσού 1.850.000,00 ευρώ. Το πιο πάνω τίμημα αφορά το καθαρό ποσό που θα εισπράξει ο εντολέας και ο οποίος δεν θα επιβαρυνθεί με οποιαδήποτε έξοδα προκύπτουν για την ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας.
Δια τη μεσολάβησή σας στην πιο πάνω πώληση συμφωνεί ο εντολέας να λάβετε ως μεσιτική αμοιβή το πλέον του ποσού των 1.850.000 ευρώ, όσο και να είναι. Η αμοιβή θα καταβληθεί με τα οριστικά συμβόλαια (σε αντίθετη περίπτωση ο εντολέας ουδεμία υποχρέωση καταβολής δεν έχει προς τον εντολοδόχο). Θα καταβληθεί και Φ.Π.Α.
δια τυχόν έκδοση θεωρημένης αποδείξεως. Η εντολή πώλησης δίδεται στον εντολοδόχο για το διάστημα έξι (6) μηνών και μετά το πέρας του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος παύει να έχει ισχύ. Προς επιβεβαίωση της υπόδειξης του ακινήτου σε υποψηφίους αγοραστές ο εντολοδόχος είναι υποχρεωμένος να παραδίδει στον εντολέα επιστολή, όπου θα του αναγράφει το ονοματεπώνυμο του υποψηφίου αγοραστή και να λαμβάνει υπογραφή από τον εντολέα πάνω στο έγγραφο ότι έλαβε γνώση (αλλιώς δεν θα αναγνωρίζεται η μεσολάβηση) ".
Στα πλαίσια της ανωτέρω μεσιτικής εντολής και μέχρι τη λήξη της στις 20.4.2008, ο ενάγων παρουσίασε το ακίνητο σε περίπτερο διεθνούς έκθεσης για τον τουρισμό στο … και υπέδειξε στο Γ. Π. του Β., κατόπιν κατάρτισης μεταξύ τους σύμβασης μεσιτείας (προς υπόδειξη ευκαιρίας μόνο), το ακίνητο με σκοπό την αγορά, χωρίς όμως αποτέλεσμα, κυρίως λόγω του ότι ένα τμήμα του ακινήτου ήταν χαρακτηρισμένο ως δασικό.
Κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, ο τελευταίος υπέδειξε το άνω ακίνητο προς αγορά στους Γ. Κ. του Α. στις 18.5.2008 και Μ. Π. του Μ. στις 8.8.2008, μετά από σχετικές συμβάσεις μεσιτείας μεταξύ τους (προς υπόδειξη ευκαιρίας μόνο), ενέργειες οι οποίες, παρά τη μη σύναψη νέας σύμβασης μεσιτείας μεταξύ του ενάγοντος και των τριών πρώτων εναγομένων, είχαν τη σιωπηρή έγκριση των τελευταίων, που δόθηκε δια του πληρεξούσιου τους Ν.
Κ., του οποίου η εξουσία αντιπροσώπευσης τούτων έληξε, όπως προειπώθηκε, στις 8.8.2008, γνώριζε δε ο ενάγων την παύση της πληρεξουσιότητας του Ν. Κ. από το χρονικό εκείνο σημείο και μετά. Προς το συμπέρασμα της παράτασης της μεσιτικής εντολής, κατά το άνω ολιγόμηνο διάστημα, χωρίς την ύπαρξη εγγράφου, κατατείνουν τόσο οι μαρτυρικές καταθέσεις του μάρτυρα Ν.
Κ., όσο και το από 10.6.2008 ηλεκτρονικό μήνυμα, μέσω διαδικτύου, του ίδιου προς τον Α. Δ., με το οποίο δινόταν στον τελευταίο οδηγίες για την προκαταβολή και για τη σύνταξη προσυμφώνου, σε περίπτωση εύρεσης αγοραστή του ακινήτου. Άρα ο ισχυρισμός των τριών πρώτων εναγομένων ότι δεν υφίστατο οποιαδήποτε εντολή τους προς τον Ν.
Κ., μετά τις 20.4.2008 και μέχρι τις 8.8.2008, για να τους εκπροσωπεί νόμιμα και να τους δεσμεύει νομικά ενώπιον μεσιτών, ούτε γραπτή, ούτε προφορική, δεν είναι βάσιμος. Μετά τις 8.8.2008 λόγω του ότι καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα ο ενάγων δεν είχε φέρει σε επαφή με οποιονδήποτε τρόπο τους τρεις πρώτους εναγομένους με κανένα υποψήφιο αγοραστή, αυτοί δεν συνήψαν νέα σύμβαση μεσιτείας, προφορικώς ή εγγράφως, με τον ενάγοντα και η οποιαδήποτε μεσιτική δραστηριότητα του ενάγοντος πραγματοποιήθηκε μετά την άνω ημερομηνία, ήταν χωρίς την εντολή των τριών πρώτων εναγομένων.
Προς το συμπέρασμα ότι ο ενάγων δεν είχε μετά τις 8.8.2008 μεσιτική εντολή από τους τρεις πρώτους ενάγοντες (ενν. εναγόμενους) για να μεσολαβήσει για την πώληση του άνω ακινήτου, σαφώς συνηγορεί το ότι ο ενάγων αρχικώς στις 25.9.2009 και ακολούθως στις 21.8.2010 απέστειλε μηνύματα, μέσω διαδικτύου, με συνημμένες μεσιτικές εντολές προς υπογραφή, στη διεύθυνση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Ν.
Κ., προκειμένου ο τελευταίος (Ν.. Κ.) να του αποστείλει τις μεσιτικές αυτές εντολές, υπογεγραμμένες από αυτόν, με την ιδιότητά του ως πληρεξούσιος των τριών πρώτων εναγόντων (ενν. εναγομένων), πληρεξουσιότητα η οποία είχε, όπως προεκτέθηκε, παύσει από 8.8.2008. Στα παραπάνω δύο ηλεκτρονικά μηνύματα, στα οποία ο ενάγων υποστήριζε ότι είχε υποδείξει το ακίνητο προς αγορά σε μία αμερικάνικη εταιρεία και σε ένα φυσικό πρόσωπο στην Κύπρο, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι δεν απάντησαν, είτε δια του πρώην πληρεξουσίου τους Ν.
Κ., είτε με οποιονδήποτε τρόπο και ούτε υπέγραψαν ποτέ άλλη μεσιτική εντολή. Τον Αύγουστο του 2010, ο ενάγων, έχοντας διαπιστώσει ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι δεν είχαν πρόθεση να συνάψουν μαζί του νέα σύμβαση μεσιτείας για το πιο πάνω ακίνητο, πλησίασε ανεπιτυχώς τον τρίτο εναγόμενο, Π. Π., προκειμένου να τον πείσει να του επιτρέψει να μεσολαβήσει (ο ενάγων) για να πωλήσει το δικό του μόνο ακίνητο (του τρίτου εναγομένου) που αποτελούσε τμήμα του άνω μεγαλύτερου ακινήτου των 502 στρεμμάτων, αντί τιμήματος 600.000 Ε.
Την ενέργεια αυτή του ενάγοντος πληροφορήθηκαν από τον τρίτο εναγόμενο και οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και κατόπιν όλοι κατέστησαν σαφές στον ενάγοντα ότι δεν επιθυμούσαν οποιαδήποτε συνεργασία μαζί του. Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται από το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ημερομηνία 25-09-2009 μετά της συνημμένης (σε) αυτό από 25-09-2009 μεσιτικής εντολής πωλήσεως ακινήτου, του ενάγοντος στον Ν.
Κ., ο ενάγων επί λέξει αναφέρει : " Ν., σου στέλνω την εντολή ανάθεσης για να την ανανεώσουμε και σου γνωστοποιώ τον υποψήφιο αγοραστή, στον οποίο θα κάνω υπόδειξη την άλλη εβδομάδα : Η επωνυμία της εταιρίας είναι : " S. … e.. " και είναι αμερικάνικη. Με εκτίμηση Α. ". Το εν λόγω μήνυμα ουδέποτε απαντήθηκε και ουδέποτε εστάλη από τους τρείς πρώτους εναγομένους ή από τον Ν.
Κ. νέα μεσιτική εντολή. Κατόπιν της ανωτέρω άρνησης και ενώ είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν του έτους από το παραπάνω αναφερόμενο μήνυμα, ο ενάγων απέστειλε εκ νέου το από 21-08-2010 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μετά της συνημμένης σε αυτό μεσιτικής εντολής πωλήσεως ακινήτου στον Ν. Κ., ζητώντας επί λέξει τα κάτωθι : " Ν.
σε παρακαλώ να υπογράψεις την εντολή και να μου στείλεις (σκαναρισμένη ή με φαξ, στο ...) για να τη δείξω στους συνεργάτες μεσίτες και στον μεσίτη από την Κύπρο. Διότι έχουμε συμφωνία διανομής των αμοιβών και από τα δύο μέρη (αγοραστή-πωλητή) δεν χρειάζεται να θεωρήσεις το γνήσιο της υπογραφής. Εάν μπορείς θα ήθελα να μου τη στείλεις μέχρι τη Δευτέρα το μεσημέρι, γιατί μέσα στην εβδομάδα θέλουμε να κλείσουμε το … με την πελάτισσα από την Κύπρο.
Ευχαριστώ Δ. Α.. ". Αξίζει να σημειωθεί ότι στη συνημμένη εντολή προς πώληση, ο ενάγων αναφέρει ως τίμημα της αγοραπωλησίας το ποσό των 2.500.000,00 ευρώ ή όποιο άλλο τίμημα τελικά συμφωνηθεί και ζητά να λάβει ως μεσιτική αμοιβή το ποσό των 300.000,00 ευρώ. Το εν λόγω μήνυμα ουδέποτε απαντήθηκε, ούτε του εστάλη η νέα εντολή υπογεγραμμένη, καθώς οι ως άνω, ως πωλητές, δεν επιθυμούσαν τη συνεργασία μαζί του, επιπλέον δε γιατί ο Ν.
Κ. δεν είχε πλέον οποιαδήποτε τέτοιου είδους εντολή από αυτούς να τους δεσμεύει ενώπιον μεσιτών. Εάν υπήρχε μεσιτική εντολή, δεν υπήρχε λόγος ο ενάγων να αποστείλει δύο φορές μέσω e- mail αίτημα για υπογραφή μεσιτικής σύμβασης, θέτοντας μάλιστα στο δεύτερο μήνυμα που απέστειλε διαφορετικούς όρους. Επομένως, ο ενάγων κατά τους ως άνω χρόνους, ήτοι τόσο το έτος 2009, όσο και το έτος 2010, γνώριζε ότι ουδεμία συμφωνία υφίστατο μεταξύ αυτού και του Ν.
Κ. και μεταξύ αυτού και των εναγομένων - πωλητών, περί ανάθεσης σε αυτόν μεσιτικής εντολής, καθώς του είχαν ξεκαθαρίσει άπαντες την πρόθεσή τους να μην προβούν στη σύναψη σύμβασης μεσιτείας. Εξάλλου, η αναφερόμενη στην αγωγή επιστολή του Ν. Κ. δεν συντάχθηκε και δεν του εστάλη τον Ιανουάριο του έτους 2011, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά συντάχθηκε στις 10-06-2008 και απεστάλη σε αυτόν την επόμενη ημέρα, ήτοι λίγες ημέρες μετά τη λήξη της δεύτερης μεσιτικής εντολής.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται εκ του ότι στην ως άνω επιστολή χαρακτηριστικά αναφέρεται " σε συνέχεια της από 15-10-2007 επιστολής...". Δηλαδή, αν υπήρχε ενδιάμεση επικοινωνία μεταξύ του ενάγοντος και του Ν. Κ., με γραπτές νέες μεσιτικές εντολές, όπως ισχυρίστηκε ο εξετασθείς μάρτυράς του [...], δεν υπήρχε λόγος να γίνεται αναφορά στην από 15-10-2007 εντολή [...] ".
Συνεχίζοντας το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διέλαβε παραδοχές ότι, για τους εκεί αναγραφόμενους λεπτομερώς λόγους, ο αναιρεσείων δεν μεσολάβησε για την αγορά της επίδικης έκτασης από την τετάρτη των αναιρεσιβλήτων εδρευούσα στην Κύπρο εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δια του οικονομολόγου Π.
Π., με τον οποίο δεν συνδεόταν με σχέση βοηθού εκπλήρωσης, κεφάλαιο το οποίο ουδαμώς πλήττεται με λόγο αναίρεσης. Σημειώνεται ότι οι διαλαμβανόμενοι με τις από 27-05-2022 προτάσεις του αναιρεσείοντος σχετικοί ισχυρισμοί προτείνονται απαραδέκτως. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, δεν έχει αξίωση καταβολής μεσιτικής αμοιβής, τόσο από τους τρεις πρώτους εναγόμενους και ήδη αναιρεσιβλήτους, όσο και από την τετάρτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, αφού για τη σύναψη της κύριας σύμβασης πώλησης των παραπάνω ακινήτων που στην ουσία αποτελούν το ως άνω ενιαίο ακίνητο των 502 στρεμμάτων, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιοσδήποτε συνδρομής αυτού, τόσο με τη μορφή της μεσολάβησης, όσο με τη μορφή της υπόδειξης ευκαιρίας και κατόπιν αυτών, απέρριψε ως προς αυτούς κατ' ουσίαν την έφεση.
Με τις κρίσεις του αυτές και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 703 εδαφ. α' του Α.Κ., την οποία αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης, αναφορικά με ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα της συνδρομής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, τόσο με τη μορφή της μεσολάβησης, όσο και με τη μορφή της υπόδειξης ευκαιρίας και της ύπαρξης οποιοσδήποτε αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ενεργειών του και των καταρτισθέντων συμβάσεων πώλησης των επίδικων ακινήτων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αληθώς εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 724 του Α.Κ., καθώς, αν και δέχεται ότι έλαβε χώρα σιωπηρή παράταση της από 15-10-2007 χορηγηθείσας μεσιτικής εντολής και ότι, ως εκ τούτου, η σύμβαση μεσιτείας κατέστη αόριστης διάρκειας, δέχεται, ακολούθως, ότι η εν λόγω σιωπηρή παράταση της εντολής ήταν "ολιγόμηνη " και έπαυσε την 08-08-2008, χωρίς ωστόσο να αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο έληξε η ως άνω μεσιτική εντολή, που στην προκειμένη περίπτωση, όπως υποστηρίζει, θα μπορούσε να είναι αποκλειστικά και μόνο η ανάκλησή της.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, ως επί αναληθούς προϋπόθεσης ερειδόμενος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η σύμβαση μεσιτείας κατέστη αόριστης διάρκειας, αλλά, αντίθετα, ότι στις 15.10.2007 μεταξύ των ως άνω διαδίκων καταρτίστηκε νέα σύμβαση μεσιτείας, για ένα εξάμηνο, η οποία ακολούθως παρατάθηκε σιωπηρά έως τις 08-08-2008, οπότε, κατά τις παραδοχές της απόφασης, έληξε η μεσιτική εντολή, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο αυτή έληξε, καθώς μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Ομοίως, η αιτίαση που περιέχεται στον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης ότι, δηλαδή, το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 220 του Α.Κ. για το λόγο ότι δεν διαλαμβάνει οιαδήποτε αναφορά στον νομοθετικά προβλεπόμενο συμβολαιογραφικό τύπο ανάκλησης της πληρεξουσιότητας των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων προς τον Ν.
Κ., κρίνεται απορριπτέα, διότι αντικείμενο της ένδικης υπόθεσης ήταν η μεσιτική εντολή των ως άνω μεσιτικών εντολέων και όχι το κύρος της ανάκλησης της πληρεξουσιότητας, ώστε να ασκεί επιρροή το εάν τηρήθηκε ή όχι ο απαιτούμενος συμβολαιογραφικός τύπος. Εξάλλου, με τον δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 703 του Α.Κ.
διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα : 1) Δέχεται " ... την σιωπηρή ανανέωση της έγγραφης σύμβασης μεσιτείας, χωρίς την ύπαρξη εγγράφου, βασίζοντας την κρίση της αυτή στο από 10-6-2008 ηλεκτρονικό μήνυμα του πληρεξουσίου Ν.. Κ. προς εμένα, με το οποίο " σε συνέχεια της από 15-10-2007 εντολής εύρεσης αγοραστού ", μου έδινε ειδικές, δηλαδή σε " σκαναρισμένο " ενυπόγραφο έγγραφο και δη ηλεκτρονικώς αποσταλέν, που προσάγουν με επίκληση και οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι ", 2) Ενώ δέχεται ότι " η κατά τα ανωτέρω σιωπηρή ανανέωση της σύμβασης μεσιτείας έληξε την 08-08-2008, δίχως να επικαλείται καμία προς τούτο έγγραφη απόδειξη", στη συνέχεια, προκειμένου να αιτιολογήσει την εν λόγω εκτίμηση, η προσβαλλομένη απόφαση " αναφέρει στη σελίδα 16 ότι μετά τις 20-4-2008 και μέχρι τις 8-8-2008 εγώ δεν είχα φέρει σε επαφή με οποιονδήποτε τρόπο τους τρεις πρώτους εναγομένους με κανένα υποψήφιο αγοραστή, ενώ στην αμέσως προηγούμενη σελίδα 15, η ίδια αναφέρει το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή εγώ υπέδειξα το ακίνητο στους Γ.
Π. του Β. την 20-04-2008, Γ. Κ. του Α. την 18-05-2008 και Μ. Π. του Μ. την 08-08-2008, 3) Ενώ κατά τα ανωτέρω (σελ. 13-16) η προσβαλλομένη δέχεται ότι " η σιωπηρή ανανέωση της σύμβασης μεσιτείας είχε τερματιστεί ήδη από την 08-08-2008, στη σελίδα 17 δέχεται ότι όλοι μαζί οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι μου ξεκαθάρισαν ότι δεν επιθυμούσαν καμία συνεργασία μαζί μου μόλις τον Αύγουστο του 2010 ", αμέσως μετά " στη σελίδα 18 η προσβαλλομένη επικαλείται το από 21-08-2010 δικό μου μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τον Ν.
Κ. (δηλαδή λίγες ημέρες μετά το υποτιθέμενο κατά τα αμέσως προηγηθέντα " ξεκαθάρισμα "), με το οποίο του ζητούσα " να υπογράψει την εντολή και να μου τη στείλει (σκαναρισμένη ή με φαξ στο ...) για να τη δείξω στους συνεργάτες μεσίτες και στον μεσίτη από την Κύπρο ". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί καθόλες τις αιτιάσεις του και ειδικότερα κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς οι διαλαμβανόμενες αιτιάσεις δεν συνιστούν αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη της απόφασης, άλλο είναι το ζήτημα της υπόδειξης ευκαιρίας και άλλο της μεσολάβησης.
Στην προκειμένη δε περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι στα πλαίσια της μεσιτικής εντολής και μέχρι τη λήξη της στις 20.04.2008, ο ενάγων παρουσίασε το ακίνητο σε περίπτερο διεθνούς έκθεσης για τον τουρισμό στο … και υπέδειξε το εν λόγω ακίνητο προς αγορά στον Γ. Β.. Π., κατόπιν κατάρτισης μεταξύ τους σύμβασης μεσιτείας (προς υπόδειξη ευκαιρίας μόνο), χωρίς όμως αποτέλεσμα, ενώ κατά το επόμενο χρονικό διάστημα υπέδειξε το ακίνητο αυτό προς αγορά στους Γ.
Α.. Κ. του Α. στις 18.05.2008 και Μ. Μ.. Π. στις 08.08.2008, μετά από σχετικές συμβάσεις μεσιτείας μεταξύ τους (προς υπόδειξη ευκαιρίας μόνο), ενέργειες οι οποίες, κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά τη μη σύναψη νέας σύμβασης μεσιτείας, είχαν τη σιωπηρή έγκριση των τριών πρώτων των εναγομένων, που δόθηκε δια του πληρεξούσιου τους Ν.
Κ., του οποίου η εξουσία αντιπροσώπευσης τούτων έληξε στις 8.8.2008. Στη συνέχεια, όμως, ως προς το ζήτημα της μεσολαβητικής δραστηριότητας του ενάγοντος, σαφώς δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι, μετά τις 08.08.2008, λόγω του ότι καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα αυτός δεν είχε φέρει σε επαφή με οποιονδήποτε τρόπο τους τρεις πρώτους εναγομένους με κανένα υποψήφιο αγοραστή, αυτοί δεν συνήψαν νέα σύμβαση μεσιτείας, προφορικώς ή εγγράφως, με τον ενάγοντα και ότι η οποιαδήποτε μεσιτική δραστηριότητα αυτού πραγματοποιήθηκε μετά την άνω ημερομηνία, ήταν χωρίς την εντολή των τριών πρώτων εναγομένων και δεν δέχθηκε ότι η μεσιτική εντολή είχε μετά τις 08-08-2008 καταστεί αορίστου χρόνου και ότι υπήρξε σιωπηρή ανάκληση αυτής.
Εξάλλου, κατά το τρίτο και τελευταίο σκέλος, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς η αποστολή του από 21-08-2010 μηνύματος ηλεκρονικού ταχυδρομείου, αφορά ενέργεια στην οποία προέβη ο ίδιος ο ενάγων, μολονότι, όπως με σαφήνεια αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, οι τρεις πρώτοι των αντιδίκων του, είχαν δηλώσει ότι δεν επιθυμούσαν καμία συνεργασία μαζί του.
Κατά τα λοιπά, ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, εφόσον υπό την επίφαση των παραπάνω πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επομένως, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι στο σύνολό τους, κατά τις διακρίσεις που αμέσως παραπάνω αναφέρθηκαν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης, δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στη δίκη και κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων Χ. Β. του Σ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 05-05-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...05-05-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου ...2021 αίτησης αναίρεσης, ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν.
Δικάζει την αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την ως άνω αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 446/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, καθόσον στρέφεται κατά των τέταρτης και έκτου των αναιρεσιβλήτων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " Π. Χ. Λ. («P. H. L..T..D..) και K. B. J. M..J.. A. - T.. Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη εκάστου των τετάρτης και έκτου των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ, για έκαστο αυτών.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς, πρώτη, δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων Α. συζ. Ν. Κ., Α. συζ. Γ. Α. και Π. Π. του Ε..
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των ως άνω αναιρεσιβλήτων το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ