Supreme Court dismisses appeal on inheritance invalidity, ruling facts were not legally reviewable by appellate court.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting an inheritance invalidity claim. The appellants argued the lower court erred in fact-finding regarding the testator's knowledge of property renovations, but the Court held this constituted a review of substantive facts. Consequently, the Court ruled the appeal inadmissible as it challenged the appellate court's non-reviewable factual assessment.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's substantive assessment of factual circumstances is non-reviewable on appeal, rendering appeals challenging such findings inadmissible.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 886 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 886/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Α. και Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δημητρούκα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Μ. Κ. του Α. και Ν., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μελίνα Τσιούμα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. - Γ. Α. του Α. και Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Φιλιππόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1468/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 678/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-7-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 14.7.2020 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 678/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 1468/2019 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης για την αναγνώριση ακυρότητας της διαθήκης της θετής μητέρας της, ως αντίθετης στα χρηστά ήθη. Η αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ, θα ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 178 ΑΚ, η διάταξη τελευταίας βουλήσεως είναι άκυρη, αν το περιεχόμενο της αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Ως κριτήριο, για τον προσδιορισμό των χρηστών ηθών, χρησιμεύει το συναίσθημα, που έχει για την ηθική, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ο, κατά γενική αντίληψη, χρηστός, σώφρων και υγιώς σκεπτόμενος κοινωνικός άνθρωπος. Εξάλλου, για να κριθεί, αν η διάταξη τελευταίας βουλήσεως είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, λαμβάνονται υπόψη το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαθήκης, τα αίτια που ώθησαν το διαθέτη, ο σκοπός που επεδίωκε και γενικά το σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών που συνοδεύουν τη διάταξη αυτή. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 2 και 1712 ΑΚ προκύπτει, ότι το δίκαιο αναγνωρίζει και στο/χώρο του κληρονομικού δικαίου την αρχή της ελευθερίας της βουλήσεως, έκφραση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του προσώπου να ρυθμίζει, κατά τη θέλησή του, την τύχη της περιουσίας του, για τον χρόνο μετά το θάνατο του, με τους περιορισμούς, όμως, των διατάξεων της νόμιμης μοίρας και του άρθρου 178 ΑΚ.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις αρχές που θεσπίζουν οι παραπάνω διατάξεις, προσκρούει στα χρηστά ήθη η διάταξη τελευταίας βουλήσεως, όχι απλώς επειδή το πρόσωπο που τιμάται με αυτή\/είναι ανήθικο ή αισχρό, αλλά όταν ο τρόπος της κατάλειψης ή τα περιστατικά που τη συνοδεύουν, μαρτυρούν ηθική διαστροφή ή κατάπτωση ή πώρωση του διαθέτη, καθώς, επίσης και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τελευταία αυτή διάταξη, με τον τρόπο που έγινε, συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης του διαθέτη έναντι εγγυτάτων προσώπων της νόμιμης οικογένειάς του, ιδίως όταν καταλείφθηκε σε αυτά, χωρίς εύλογη αφορμή, μικρό, αναλόγως, μέρος της περιουσίας του (ΑΠ 754/2019, ΑΠ 370/2017, 296/2015, 740/2010, 825/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται ,δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 πα. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ 1103/2011).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων , οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ , γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της 678/2020 προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σε αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, περί αναγνώρισης ακυρότητας της διαθήκης της θετής μητέρας της λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Χ.
Α. του Α. και Σ., κάτοικος εν ζωή …, που γεννήθηκε στην τοπική κοινότητα ...... του δήμου ... του νομού ... στις 5.6.1930, απεβίωσε στην Αθήνα στις 23.12.2015 και άφησε μοναδική πλησιέστερη συγγενή της την εφεσίβλητη, θετή θυγατέρα της... την οποία είχε υιοθετήσει δυνάμει της υπ'αρ. 4751/27.12.1989 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η πιο πάνω αποβιώσασα, με την από 30.7.2009 δημόσια διαθήκη, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Ευαγγελία Λίτινα, δημοσιεύθηκε από το Ειρηνοδικείο Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 18.3.2016, με αριθμό πρακτικού 1140/2016 και καταχωρίσθηκε στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό ..., όρισε μοναδικούς αυτής κληρονόμους την πρώτη εκκαλούσα, αδελφή της και το δεύτερο εκκαλούντα, αναδεκτό της, στο κείμενο δε της διαθήκης αναφέρει χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: "Αποκληρώνω με την παρούσα διαθήκη μου τη θετή κόρη μου Β. - Γ., φυσικό τέκνο του Α.
Μ. και της ιερόδουλου Θ. Μ., από κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία μου, τις τυχόν καταθέσεις που ήθελαν ευρεθεί μετά το θάνατο μου καθώς και οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο που θα βρεθεί στην κυριότητα νομή και κατοχή μου. Η ανωτέρω θετή κόρη μου είχε εγκαταλειφθεί από τους φυσικούς γονείς της από την παιδική ηλικία της σε διάφορα ορφανοτροφεία και κατά το έτος 1984, όταν ήταν 13 ετών, εφιλοξενείτο ως "εγκαταλελειμένο" παιδί στο Ίδρυμα Παμμακάριστος. (Οι λόγοι για τους οποίους έλαβα την απόφαση της αποκλήρωσης αυτής είναι η υβριστική, απρεπής, έντονα προσβλητική και επιθετική συμπεριφορά της σε βάρος μου, ιδίως όταν έγινε η υιοθεσία της το έτος 1989, η αχαριστία, ανευλάβεια και αγνωμοσύνη που επέδειξε έναντι εμού και ο ανήθικος βίος της, ο οποίος προσέβαλε βαναύσως την τάξη και την ευπρέπεια της οικογένειάς μου).
Κατά το έτος 1984, εγνώρισα την θετή μου κόρη στο σπίτι της θείας της (αδελφής της μητέρας της) Μ. Σ. την οποία επισκεπτόταν μια η δυο φορές την εβδομάδα και λόγω των ανθρωπιστικών αισθημάτων μου, αλλά και της ιδιότητάς μου ως εκπαιδευτικού συγκινήθηκα από το δράμα της και την άθλια κατάστασή της. Την επήρα σπίτι μου με τη σύμφωνη γνώμη του παραπάνω ιδρύματος (Παμμακάριστος) και της θείας της, την περιποιήθηκα όσο ήταν δυνατόν και προσπάθησα να απαλύνω και να βελτιώσω τον χαρακτήρα της, διότι η μέχρι τότε διαβίωσή της σε ιδρύματα, η στέρηση οποιασδήποτε στοργής και οι κληρονομικές καταβολές που την εβάρυναν την είχαν καταστήσει ατίθαση και έντονα εσωστρεφές και αντικοινωνικό άτομο.
Επιπλέον την εβοήθησα με όλες τις δυνάμεις μου υλικές και ψυχικές να φοιτήσει και να περατώσει τις σπουδές της στο Γυμνάσιο και το Λύκειο και εν συνεχεία στη Σχολή Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Πατρών και Αθηνών, ως και να εκμάθει την αγγλική γλώσσα. Μη έχουσα ιδίαν οικογένεια προέβην στην υιοθεσία της το 1989 όταν είχε συμπληρώσει το 18° έτος της ηλικίας της, διότι την είχα αγαπήσει παρά τα ελαττώματά της και ήλπιζα ότι θα εβελτιώνετο ο χαρακτήρας της, ο οποίος είχε αρχίσει πλέον να εκδηλώνεται.
Η συμπεριφορά της όμως έκτοτε και εφεξής αφ ότου εξασφάλισε την υιοθεσία, κατέστη αφόρητη. Εγκατέλειπε την κατοικία μας σχεδόν καθημερινώς, έκανε παρέες με άτομα αμφιβόλου ηθικής και επανείρχετο την επόμενη ημέρα, χωρίς να μου δίνει οποιαδήποτε σημασία σε κάθε μητρική συμβουλή που της έδιδα απαντούσε περιφρονητικώς και υβριστικώς με απρεπείς φράσεις όπως "σε μισώ" "μισώ το σπίτι μας" "άει στο διάβολο", "δεν θα σου δίνω λογαριασμό που πηγαίνω" καθώς και άλλες όμοιου περιεχομένου.
Η ταραχή που μου προξενούσε η ως άνω συμπεριφορά και η διάψευση των ελπίδων μου για τη βελτίωση του χαρακτήρα της δεν μου επέτρεψαν να ενθυμούμαι όλες τις λεπτομέρειες της συμπεριφοράς της. Τον Αύγουστο του 1991, ευρισκόμεθα σε ξενοδοχείο της Κρήτης, με τη συντροφιά φιλικής μας οικογένειας και γνωρίστηκε με τον νεαρό ανηψιό του φίλου μας ξενοδόχου.
Όταν μετά παρέλευση ορισμένων ωρών αποφασίσαμε να αποχωρήσουμε από το ξενοδοχείο, εγώ και η αδελφή μου Κ. την αναζητήσαμε, αλλά δεν την βρήκαμε στη συντροφιά των λοιπών νεαρών και τελικά την βρήκαμε σε απόμερο μέρος της παραλίας να είναι αγκαλιασμένη με τον ανωτέρω νεαρό και να ανταλλάσσουν ερωτικούς ασπασμούς, γεγονός που προκάλεσε ποικίλα σχόλια των υπολοίπων μελών της συντροφιάς μας.
Όταν δε η αδελφή μου την παρατήρησε για τη στάση της αυτή με απότομο και απρεπές ύφος απάντησε ότι έτσι καταλαβαίνει την διασκέδαση. Το ίδιο έτος 1991 συνήψε σχέσεις με νεαρό και ανεπάγγελτο Κ. Π. και έκτοτε παρέμεινε κατά κανόνα καθημερινώς τις νύχτες εκτός της κατοικίας μας μέχρι των πρωινών ωρών της επόμενης ημέρας, η δε συμπεριφορά της αυτή έναντι εμού χειροτέρευε σε σημαντικό βαθμό, διότι δεν ενέκρινα αυτές τις σχέσεις.
Περί τα τέλη Φεβρουαρίου 1992 επέστρεψε στην κατοικία μας περί ώρα 2 πρωινή και όταν της είπα σε ήπιο τόνο ότι ήταν αργά, αυτή παρουσία και άλλων προσώπων που μας είχαν επισκεφθεί, μεταξύ των οποίων και η θεία της Μ. Σ., μου απάντησε σε απρεπές και σκαιό ύφος με την φράση ότι "δεν θα σου δίνω λογαριασμό που πάω και τι κάνω, εγώ θέλω να ζήσω τη ζωή μου όπως θέλω, παράτα με ήσυχη, δεν με ενδιαφέρει τι λέει ο κόσμος, καθώς και με άλλες απρεπέστατες φράσεις, τις οποίες δεν ενθυμούμαι.
Το βράδυ της 25ης Νοεμβρίου 1992 είχαμε συγκεντρωθεί με φιλικά μας πρόσωπα στο σπίτι της αδελφής μου Κ.ς για να εορτάσουμε την ονομαστική της εορτή και η θετή μου κόρη επρότεινε στον άγνωστο της μέχρι τότε υιό του παρευρισκόμενου φιλικού ζεύγους Κ. να την συνοδεύσει σ'ένα πάρτυ. Αλλά μέχρι το πρωί της επομένης δεν είχε επιστρέψει, όπως δεν είχε επιστρέψει στο σπίτι του και ο υιός του ζεύγους Κ., όπως με πληροφόρησε τηλεφωνικώς η μητέρα του, η οποία ανησύχησε για την αργοπορία του.
Το γεγονός αυτό που προκάλεσε έντονη ψυχική διαταραχή και ενημέρωσα τηλεφωνικώς την ανωτέρω αδελφή μου, την θεία της Μ. Σ. και τον οικογενειακό μας φίλο Χ. Ξ., οι οποίοι κατέφθασαν σπίτι μου και όλοι μας επικοινωνήσαμε τηλεφωνικώς με γνωστές και φίλες της, οι οποίες όμως δεν εγνώριζαν που ευρίσκετο. Τελικώς επανήλθε στην 1 μ.μ.
της 26 Νοεμβρίου 1992 και εγώ μεν δεν της έκαμα καμμία παρατήρηση, η παρευρισκόμενη όμως ως άνω θεία της Μ. Σ. την επέπληξε με βαρύτατες φράσεις για την ηθική της, στις οποίες δεν αντέδρασε, αλλά έσπευσε να κλειστεί στο δωμάτιο της. Τον Αύγουστο 1993 μου ανακοίνωσε ψευδώς και παραπλανητικώς ότι θα έβγαινε με γνωστό της από το σχολείο τον οποίο εγνώριζα και για τον λόγο αυτό δεν ανησύχησα.
Όπως αποκαλύφθηκε από τηλεφώνημα του ανωτέρω, που την αναζήτησε αργά το βράδυ, δεν είχε συναντηθεί μαζί του. Τελικώς επέστρεψε τις πρωινές ώρες της επομένης μέρας και σε νουθεσίες που της έκαμε αργότερα η ανωτέρω θεία της στην οποία εγνώρισα το συμβάν, αυτή απάντησε με σκαιό και απρεπέστατο ύφος ότι μισεί το σπίτι μας, μισεί εμένα, ότι θα κάνει ό,τι θέλει και εν συνεχεία με έστειλε στο διάβολο και έφυγε.
Την ίδια εποχή μου ανακοίνωσε ότι θα μετέβαινε στο ... με μια φίλη της, η δήλωσή της όμως αυτή ήταν ψευδής, διότι ακολούθησε τον εραστή της Κ. Π. στην ιδιαίτερη πατρίδα του (το νησί της ... όπου συζούσαν επί αρκετό χρονικό διάστημα ως εραστές) και για να με παραπλανήσει επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την αδελφή μου Κ.
και είπε ψευδώς ότι βρίσκεται στο ... με την φίλη της. Τον Φεβρουάριο 1994 επέστρεψε στην οικία μας περί την 4η πρωινή ώρα και στη δικαιολογημένη παρατήρησή μου με εξύβρισε προσθέτοντας τη φράση "άει παράτα με, ό,τι θέλω θα κάνω, δεν με ενδιαφέρει τι λέει ο κόσμος". Ένα βράδυ του Μαρτίου 1994 συνομιλούσε τηλεφωνικώς με μία φίλη της για τον τόπο συναντήσεώς των.
Την παρακάλεσα να επιστρέψει νωρίς και σε σχετική ερώτηση της φίλης της η οποία άκουσε την παράκλησή μου, απάντησε σε έντονο και προκλητικό τόνο με την φράση "άστην αυτή να λέει ό,τι θέλει, ποιος την λογαριάζει και εν συνεχεία έκλεισε με πάταγο την τηλεφωνική συσκευή, με έστειλε στο διάβολο, έφυγε κτυπώντας την εξωτερική πόρτα της οικίας μας και επέστρεψε κατά τη συνήθειά της, τις πρωινές ώρες της επόμενης μέρας.
Άλλη μέρα του ίδιου μηνός Μαρτίου, εγκατέλειψε τα βιβλία της και μια φούστα που φορούσε στη σκάλα της εισόδου της κατοικίας μας για να μην την αντιληφθώ, δανείστηκε ένα παντελόνι από την κόρη της ενοικιάστριας του ισογείου και έφυγε για να επανέλθει τις πρωινές ώρες της επόμενης μέρας. Έχουσα πλέον αποφασίσει να εγκαταλείψει την κατοικία μας και να ακολουθήσει τον εραστή της, αρνήθηκε τις παραμονές του Πάσχα του 1994 να συνοδεύσει εμένα και την αδελφή μου Κ.
στο εξοχικό μας σπίτι στο ... και αφού μας δήλωσε με ιταμό ύφος, ότι μισεί το σπίτι μας και εμένα προσωπικά έφυγε από την κατοικία μας, με την προτροπή του εραστή της με αποτέλεσμα να περιέλθω σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και να κληθεί γιατρός για να μου παράσχει την αναγκαία βοήθεια. Εν συνεχεία δε, κατόπιν παρακλήσεως εμού και της αδελφής μου Κ.ς, οι οποίες πιστεύαμε ότι θα επιστρέψει, η θεία της Μ.
Σ., δέχτηκε να την φιλοξενήσει προσωρινά στο σπίτι της, για να μην περιφέρεται σε άγνωστες κατοικίες. Μετά παρέλευση λίγων ημερών, η αδελφή μου είπε στην θεία της ότι ήταν καιρός να επανέλθει στην κατοικία μας, αλλά συμφωνήσαμε ότι θα ήταν καλύτερα να περάσουμε όλοι μαζί, συμπεριλαμβανομένης και της οικογένειας Σ., το Πάσχα στο ....
Το πρωί όμως της 25ης Απριλίου 1994, η ανωτέρω θεία της με ενημέρωσε τηλεφωνικώς, ότι η θετή κόρη μου δεν επρόκειτο να επιστρέψει στην κατοικία μας, αλλά θα ακολουθούσε τον εραστή της για να ζήσουν μαζί στο νησί του. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ήρθε στην κατοικία μας, συγκέντρωσε τα πράγματά της, αρνήθηκε να δεχθεί οποιαδήποτε νουθεσία της παρευρισκόμενης αδελφής μου, στην οποία είπε ότι είχε σκεφθεί καλά το διάβημά της, έχει κάνει τις επιλογές της, ότι εγώ δεν την εκφράζω ως μητέρα και εγκατέλειψε την κατοικία μας, αφού απηύθυνε στο πρόσωπο μου την άκρως περιφρονητική και προσβλητική φράση "εγώ φεύγω, πάω να ζήσω με τον Κ., άλλωστε εσύ δεν με εκφράζεις ως μητέρα, ή ό,τιδήποτε άλλο".
Έκτοτε και μέχρι σήμερα επί 15 και πλέον χρόνια δεν έδωσε σημεία ζωής, ούτε εξεδήλωσε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για μένα που την ανέσυρα από την αθλιότητα, την περιέθαλψα, και την εσπούδασα, καίτοι εγνώριζε ότι είχα κάποια ηλικία, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες για την κατάσταση της υγείας μου. Ουδέποτε επίσης συμμετείχε στα της οικογενείας μας, αδιαφορώντας πλήρως ακόμη και για τις στοιχειώδεις υποχρεώσεις που είχε απέναντι μου και ποτέ δεν νοιαζόταν ούτε καν αν υπήρχε φαγητό στο σπίτι, αν υπήρχαν καθαρά ρούχα, ούτε νοιαζόταν καθόλου όταν εγώ αρρώσταινα, με αποτέλεσμα όλα αυτά να είναι αποκλειστικά δική μου ευθύνη.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, μετά την εγκατάλειψη εκ μέρους της από δική της αποκλειστικά πρωτοβουλία της κατοικίας μας, συζούσε με τον παραπάνω αναφερόμενο εραστή της στο νησί του και μετά παρέλευση αρκετών μηνών σύνηψε γάμο μαζί του, αφού όμως έλαβε γνώση της αγωγής που είχα ασκήσει εναντίον της για τη λύση της υιοθεσίας.
Κατά τις ίδιες δε πληροφορίες μου και η μετά το γάμο συμπεριφορά της δεν υπήρξε ηθική και ομαλή, διότι συνήψε εξώγαμες ερωτικές σχέσεις στην ιδιαίτερη πατρίδα του συζύγου της, οι οποίες όταν έγιναν γνωστές σ'αυτόν, στο οικογενειακό του περιβάλλον και την τοπική κοινωνία, την ανάγκασαν να εγκαταλείψει τη συζυγική κατοικία και την ιδιαίτερη πατρίδα του συζύγου της.
Όπως έχω επίσης πληροφορηθεί, μετά την εγκατάλειψη της συζυγικής σχέσης και μέχρι να φύγει από την ... συζούσε με άλλον άνδρα αμφιβόλου ηθικής. Ακολούθησε λύση του γάμου της μετά παρέλευση ορισμένου χρόνου, με την τυπική δικαιολογία της κοινής συναινέσεως και από της αποχωρήσεώς της από την ιδιαίτερη πατρίδα του συζύγου της, περιφέρεται σε άγνωστους τόπους διαμονής , τους οποίους δεν έχει ανακοινώσει και ουδείς γνωρίζει τον τρόπο διαβίωσής της.
Από όσα εξέθεσα ανωτέρω, είναι φανερό, ότι ουδέποτε εθεώρησε τον εαυτό της ως παιδί μου, ουδέποτε με αισθάνθηκε ως μητέρα της έστω και θετή, ουδέποτε εξετίμησε τις προσπάθειες που έκαμα για να την ανασύρω από την αθλιότητα, να της προσφέρω όσες ανέσεις επέτρεπαν οι δυνάμεις μου, να την σπουδάσω και να της προσφέρω στοργή και αγάπη, τις οποίες ουδέποτε είχε γνωρίσει προηγουμένως ώστε να καταστεί σωστό κοινωνικό άτομο.
Για τους λόγους αυτούς η βούλησή μου είναι ότι η θετή θυγατέρα μου αποκληρώνεται με την παρούσα διαθήκη μου από την περιουσία μου και δεν επιθυμώ να λάβει κανένα περιουσιακό στοιχείο μου. Σε περίπτωση που δεν ήθελε σεβαστεί την βούλησή μου, την περιορίζω στην νόμιμη μοίρα της η οποία είναι να λάβει ένα αγροτεμάχιο στον Δήμο ...
Δημοτικό διαμέρισμα ... ... Κρήτης στη θέση "...", το οποίο μαζί με όσα έχω δαπανήσει για αυτήν και τα χρηματικά ποσά που της εδόθησαν θεωρώ ότι πρέπει να την ικανοποιήσει παρά την συμπεριφορά που επέδειξε απέναντι μου με τον βίο της, και τον κλονισμό της υγείας μου που εν πολλοίς οφείλεται στην συμπεριφορά αυτή και την εγκατάλειψή μου. 2) Το ανήκον σε μένα κατά το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου κτήματος στη θέση "..." ...
του Δήμου ... Νομού ... Κρήτης , του οποίου το έτερο ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου ανήκει στην αδελφή μου Α. Α. Α., κάτοικο Αθηνών, το αφήνω κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή στην ως άνω αδελφή μου την οποία εγκαθιστώ και ονομάζω κληρονόμο μου. Την αυτήν αδελφή μου Α. Α. εγκαθιστώ κληρονόμο κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή στο εις θέση ...
ακίνητο μου καθώς και σε όλα τα κινητά πράγματα που βρίσκονται εντός παντός ακινήτου μου ως ελάχιστη ανταπόδοση για τις φροντίδες, την στοργή και τις περιποιήσεις που μου παρείχε και μου παρέχει καθημερινώς και συνεχώς. Διότι η αδελφή μου αυτή έχει αναλάβει όλες τις δαπάνες διαβίωσης και περίθαλψής μου συνεχώς και απολύτως, δοθέντος ότι η σύνταξη την οποία λαμβάνω ως εκπαιδευτικός δεν επαρκεί για την κάλυψη των δαπανών διατροφής μου, ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης μου, τα δε χρήματα τα οποία έλαβα από την πώληση ορισμένων μερών της περιουσία μου δαπανήθηκαν ήδη για την μέχρι τώρα διαβίωση και περίθαλψη μου, καθώς και την συντήρηση της περιουσίας μου, η οποία απαίτησε σημαντικότατα ποσά και 3) Την ανήκουσα σε μένα εξ ολοκλήρου οικία μου εντός σχεδίου πόλεως Αθηνών, επί της οδού ..., μετά του οικοπέδου της αφήνω κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή στον Μ.
Κ. του Α., κάτοικο Αθηνών, τον οποίο έχω βαφτίσει και τον αγαπώ ιδιαίτερα, λόγω φροντίδων στοργής και αγάπης που μου επιδεικνύει ως μικρή ανταπόδοση και του εύχομαι να με θυμάται και να επιτύχει σε ό,τι επιθυμεί. Εύχομαι οι κληρονόμοι μου τις διατάξεις της διαθήκης μου και να ζήσουν με ειρήνη και ομόνοια".
Την προαναφερόμενη κληρονομιά .... αποδέχθηκε η πρώτη εναγομένη δυνάμει της ... πράξης αποδοχής, της συμβολαιογράφου... που μεταγράφηκε νόμιμα... και ένα οικόπεδο εκτάσεως 232 τ. μ. με κτίσμα (οικόπεδο και α' όροφος) επιφάνειας 202 τ.μ., κείμενο στην Αθήνα επί της οδού ..., αποδέχθηκε ο δεύτερος εναγόμενος δυνάμει της...
πράξης αποδοχής... που μεταγράφηκε νόμιμα... αμφότεροι δε υπέβαλαν ... δηλώσεις φόρου κληρονομιάς στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., ενώ ο τελευταίος μερίμνησε για την υπαγωγή της οικοδομής στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας... και για την τακτοποίηση των πολεοδομικών παραβάσεων του ισογείου και του πρώτου ορόφου, παράλληλα δε προέβη στην εκτέλεση εργασιών επισκευής και ανακαίνισης.
Σημειώνεται, εξάλλου, συνεχίζει το Εφετείο, "ότι δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε η εφεσίβλητη τις παραπάνω ενέργειες ανακαίνισης του κληρονομιαίου ακινήτου από το δεύτερο εκκαλούντα και παρόλα αυτά άσκησε την ένδικη αγωγή ενεργώντας παράνομα και καταχρηστικά, καθόσον ο μοναδικός μάρτυρας Α. Κ. ... , που κατέθεσε για τη γνώση της τελευταίας, ανέφερε εντελώς αόριστα για τη δυνατότητα που είχε η εφεσίβλητη να πληροφορηθεί τις πιο πάνω ενέργειες από κοινούς γνωστούς, από ερωτήσεις ή επισκόπηση στην περιοχή που βρίσκεται το ακίνητο και όχι τη βέβαιη αυτής γνώση, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής.
Αναφορικά δε με το αγροτεμάχιο εκτάσεως 19.955,60 τ.μ., το οποίο η κληρονομούμενη κατέλειπε ως νόμιμη μοίρα στην εφεσίβλητη, αυτό βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, στη θέση.... , δυνάμει δε της ... 4013/19-6-2014 Πράξης χαρακτηρισμού έκτασης της Διεύθυνσης Δασών ..., χαρακτηρίσθηκε ως χορτολιβαδική, δηλαδή έκταση τελούσα υπό τη διοίκηση και διαχείριση της Δασικής Υπηρεσίας, κατά της πράξης δε αυτής, η πρώτη εκκαλούσα και η αποβιώσασα αδελφή της είχαν ασκήσει, από κοινού, ...
ένσταση -αντιρρήσεις κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, οι οποίες έως τις 23.10.2019, δεν είχαν προσδιορισθεί προς συζήτηση..., όπως αποδεικνύεται από την ... απάντηση της Διεύθυνσης Δασών .... Σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ένδικη διαθήκη, η κληρονομούμενη είχε ασκήσει κατά της θετής θυγατέρας της, την από 12.12.1994 ....
αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα τη λύση της υιοθεσίας της τελευταίας, στην οποία εξέθετε τα πραγματικά γεγονότα που διαλαμβάνονται και στην ένδικη διαθήκη, επί της αγωγής δε αυτής εκδόθηκε η υπ'αρ. 80/2007 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη, μετά την έκδοση των αποφάσεων με αριθμούς 2403/2009 του Εφετείου Αθηνών και 1576/2013 του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την αμετάκλητη κρίση του πιο πάνω δικαστηρίου, αποδείχθηκε ότι η μόνη σοβαρή και καταλυτική των σχέσεων των διαδίκων διαφωνία εντοπιζόταν στο συναισθηματικό δεσμό της ενήλικης θετής θυγατέρας με τον Κ. Π. και στην άρνησή της να διακόψει το δεσμό τούτο, στον οποίο ήταν εντελώς αντίθετη η κληρονομούμενη, η εμμονή δε της πρώτης στον πιο πάνω δεσμό της και η ανελαστικότητα της θετής μητέρας της είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση επεισοδίων, πλην όμως η θετή θυγατέρα δεν έδειξε αχαριστία με βαρύ παράπτωμα απέναντι στη μητέρα της, ούτε με τη διαγωγή της παρέβη κανόνα δικαίου ούτε πρόσβαλε τις αρχές της ηθικής και της ευπρέπειας , οι οποίες κρατούν στην κοινωνία, η συμβίωση δε της θετής θυγατέρας μετά του εραστή της και εν συνεχεία συζύγου της Κ.
Π. δεν εμπίπτει στην έννοια του άτιμου και ανήθικου βίου...". Ακολούθως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής : "... η εφεσίβλητη, που γεννήθηκε στις 4.11.1971, είναι φυσικό, εκτός γάμου, τέκνο της Θ. Μ., η οποία την εγκατέλειψε στην ηλικία των έξι (6) ετών, διέμενε δε σε διάφορα ιδρύματα με τελευταίο, το ίδρυμα "Παμμακάριστος", ενώ συγχρόνως και από το έτος 1979, δυνάμει της υπ'αρ. 2821/1979 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τελούσε υπό την επιτροπεία της θείας της Μ., συζύγου Ν.
Σ., το γένος Γ. Μ., αδελφή της μητέρας της. Η κληρονομούμενη διατηρούσε μακροχρόνια φιλική σχέση με τη Μ. Σ., συνεπεία δε της φιλικής αυτής σχέσης ήρθε σε επαφή με την εφεσίβλητη και αποφάσισε να θέσει την τελευταία, σε ηλικία 13 ετών, υπό την προστασία της και ειδικότερα από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1984, οπότε και άρχισαν να διαμένουν μαζί στην ιδιόκτητη οικία της πρώτης και την υιοθέτησε το έτος 1989, σε ηλικία 18 ετών, δυνάμει της ...προαναφερόμενης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η εφεσίβλητη με τη βοήθεια της θετής της μητέρας, με την οποία είχε αρμονικές σχέσεις, φοίτησε στο Γυμνάσιο και Λύκειο, με πολύ καλές επιδόσεις στα μαθήματά της, παρακολούθησε μαθήματα αγγλικής γλώσσας, στη συνέχεια εισήλθε στη σχολή νηπιαγωγών Πάτρας και μεταγράφηκε στην ίδια σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου και αποφοίτησε χωρίς καθυστέρηση, παράλληλα δε, κατά τη διάρκεια των σπουδών της, παρέδιδε μαθήματα σε παιδιά σχολικής ηλικίας, προκειμένου να ενισχύει το εισόδημά της.
Στη σχέση της εφεσίβλητης με τη θετή της μητέρα, η οποία ήταν καθηγήτρια οικοκυρικών σε σχολείο μέσης εκπαίδευσης, άγαμη και συνταξιοδοτήθηκε από το έτος 1989, κατά καιρού ελάμβαναν χώρα ήσσονος σημασίας διενέξεις, συνεπεία των ιδιαίτερα αυστηρών αρχών της τελευταίας, η οποία απαιτούσε να έχει τον πλήρη έλεγχο της ζωής και των αποφάσεων της θετής θυγατέρας της και η τελευταία να τηρεί απαρέγκλιτα, τους οριζόμενους από την ίδια όρους, που αφορούσαν τον τρόπο ζωής, διασκέδασης και επιλογής των φιλικών της συναναστροφών και ειδικότερα τη συχνότητα των εξόδων διασκέδασης της θυγατέρας της, τις ώρες εισόδου και εξόδου από την οικογενειακή στέγη αλλά και την ποιότητα των συναναστροφών της με άτομα του ιδίου ,αλλά και του αντίθετου φύλου.
Οι σχέσεις δε της εφεσίβλητης και της θετής της μητέρας οξύνθηκαν όταν η πρώτη, το έτος 1993 σε φιλική οικογένεια της τελευταίας, γνώρισε τον επίσης νεαρό Κ. Π. με τον οποίο συνήψε ερωτικό δεσμό και στη συνέχεια τέλεσε νόμιμο γάμο, τον οποίο, όμως, ουδόλως ενέκρινε η κληρονομούμενη, αρνούμενη πεισματικά να αποδεχθεί αυτόν, αλλά και τις συναισθηματικές επιλογές της θετής της θυγατέρας, διότι δεν πληρούσε τα κριτήρια που η ίδια (κληρονομούμενη) είχε θέσει σε ότι αφορούσε ενδεχόμενους συντρόφους της (εφεσίβλητης), για τους οποίους απαιτούσε να έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση, επαγγελματική αποκατάσταση και να είναι εύποροι.
Σημειώνεται, εξάλλου, ότι ο Κ. Π., επισκέφθηκε τη θετή μητέρα της εφεσίβλητης, ώστε να αποκαταστήσει την κακή εικόνα που είχε για αυτόν και να επισημοποιήσει τη σχέση του με την τελευταία, χωρίς αποτέλεσμα, καθόσον η θετή μητέρα της δεν ενέκρινε τον δεσμό αυτόν, επειδή, λόγω του νεαρού της ηλικίας του δεν είχε αποκτήσει ακόμη πτυχίο και μόνιμη εργασία.
Η εφεσίβλητη επέμεινε στη συνέχιση της συναισθηματικής σχέσεως με τον Κ. Π., με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κατά καιρούς μεταξύ τους επεισόδια, με τελικό και οριστικό αυτό του Μαρτίου του έτους 1994, όταν η εφεσίβλητη, στις 25,3.1994, αρνήθηκε να ακολουθήσει τη θετή μητέρα της στην εξοχική τους κατοικία, λόγο για τον οποίο η τελευταία ζήτησε από την Μ.
Σ. να φιλοξενήσει τη θυγατέρα της για το εορταστικό τριήμερο, στη συνέχεια δε και μετά την παρέλευση του τριημέρου, παρέτεινε τη διαμονή της τελευταίας στην οικία της θείας της, προφασιζόμενη την εξομάλυνση της κατάστασης, στην οποία ουδόλως συνέβαλε, καθόσον ουδόλως προέβη, στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, σε κάποια ενέργεια προσέγγισης της θετής της θυγατέρας.
Η τελευταία δε, κατόπιν αυτών, αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την οικογενειακή στέγη και εγκαταστάθηκε στην οικία των γονέων του φίλου της Κ. Π., στην ..., με τον οποίο τέλεσε νόμιμο γάμο μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της και αφού ο τελευταίος είχε καταταγεί στο Λιμενικό Σώμα. Σημειώνεται, εξάλλου, ότι μετά την αποχώρηση της εφεσίβλητης από την οικογενειακή κατοικία, η θετή της μητέρα αρνούνταν οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί της, επισημαίνοντάς της ότι θα μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της μόνον μέσω του δικηγόρου της.
Η εφεσίβλητη στις 7.6.1994, στην προσπάθειά της να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με τη θετή της μητέρα, συμμορφούμενη με τις υποδείξεις της, με ότι αφορούσε τον τρόπο επικοινωνίας τους, της κοινοποίησε την από 15.6.1994 επιστολή, με την οποία, αφού αναφέρθηκε στην αρχική αρμονική τους συμβίωση και στην εκδίωξή της από την κοινή κατοικία, λόγω της διαφωνίας για τον ερωτικό της δεσμό με τον Κ.
Π., προσπάθησε να αιτιολογήσει την επιλογή του τελευταίου ως συντρόφου της και να τη διαβεβαιώσει για τα αισθήματά της και την επιθυμία της να αποκατασταθούν οι σχέσεις τους. Η κληρονομούμενη, στις 6.7.1994, κοινοποίησε στη θετή θυγατέρα της την από 4.7.1994 εξώδικη απάντηση με την οποία, αφού δήλωσε την έκπληξή της για την κοινοποίηση της πιο πάνω επιστολής με δικαστικό επιμελητή, επισημαίνοντας ότι η ενέργεια αυτή έγινε από τη θυγατέρα της με πονηρή σκέψη, αμφισβήτησε τα συναισθήματα της τελευταίας, δηλώνοντάς της παράλληλα, ότι το να συμβιώνει με το σύντροφο που επρόκειτο να παντρευτεί ήταν απαράδεκτο και αντίθετο με τις απόψεις της, αλλά και τις απόψεις της μεγάλης πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας.
Στη συνέχεια, επεσήμανε, ότι από την οικογενειακή στέγη δεν την έδιωξε η ίδια , όπως αναληθώς ισχυρίσθηκε, αλλά ότι έφυγε μόνη της υπακούοντας σε άλλα αισθήματα και άλλους τρόπους ζωής. Στις 23.12.1994, δηλαδή στα τέλη του ίδιου έτους, η κληρονομούμενη άσκησε κατά της θετής θυγατέρας της την προαναφερόμενη αγωγή λύσης της υιοθεσίας, αρνούμενη με τον τρόπο αυτό τη συνέχιση οιασδήποτε σχέσης με την τελευταία και δηλώνοντας ρητά την επιθυμία της να μην θεωρείται αυτή\'θετό της τέκνο, το γεγονός δε αυτό εύλογα είχε ως συνέπεια την οριστική απομάκρυνση της εφεσίβλητης, δεδομένης της απρόσμενης αντίδρασης της κληρονομούμενης, η οποία δεν δίστασε να εμπλέξει τη θετή θυγατέρα της σε μακροχρόνιες δικαστικές αντιδικίες.
Η τελευταία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Κ. Π. το έτος 1997, ο οποίος λύθηκε μετά την ...δο τριετίας, μετά δε τη λύση του γάμου της συνέχισε να ζει στο νησί της ..., όπου και εργάσθηκε σε λογιστικό γραφείο έως το Σεπτέμβριο του έτους 2003, οπότε και διορίσθηκε αναπληρώτρια νηπιαγωγός στο ..., ενώ παράλληλα συμμετείχε σε επιμορφωτικά σεμινάρια σχετικά με την εργασία της και στις 31.8.2012 κρίθηκε άξια του διπλώματος διετούς μετεκπαίδευσης στη Γενική Αγωγή με βαθμό "Άριστα".
Τα παραπάνω πραγματικά γεγονότα, αλλά και την αξιόλογη προσωπικότητα και τον ηθικό χαρακτήρα της εφεσίβλητης, της οποίας ο βίος, μετά την απομάκρυνσή της από την κληρονομούμενη, αποδεικνύει τα πνευματικά και ψυχικά αυτής χαρίσματα, βεβαίωσαν με τις καταθέσεις τους οι μάρτυρες απόδειξης Σ. Τ., συμφοιτήτρια και φίλη της από το έτος 1990, Ε.
Μ., συνάδελφος της από το έτος 2005 Ε. Κ..... Αλλά και οι μάρτυρες Β. Ρ., στενή φίλη της κληρονομούμενης από το έτος 1970 και Μ. Σ., θεία της εφεσίβλητης και στενή φίλη της κληρονομούμενης από το έτος 1965. Σημειώνεται δε ότι και τα πραγματικά γεγονότα που βεβαίωσαν οι μάρτυρες ανταπόδειξης, αφορούν, κυρίως, σε γενικούς αρνητικούς χαρακτηρισμούς, που αφορούν στην προσωπικότητα της εφεσίβλητης, τους οποίους όμως παραλείπουν να στηρίξουν σε πραγματικά γεγονότα και στη μεγάλη απογοήτευση της κληρονομούμενης συνεπεία της απομάκρυνσης της θετής θυγατέρας της, την οποία όμως, όπως έχει ήδη προεκτεθεί, επεδίωξε η ίδια, μετά την άσκηση της αγωγής λύσης της υιοθεσίας της.
Επίσης, από τους ίδιους μάρτυρες, αναφέρθηκαν μεμονωμένες περιπτώσεις συνηθισμένων οικογενειακών προστριβών μεταξύ γονέων και τέκνων, οι οποίες ουδόλως αποδεικνύουν τους αυθαίρετους, προσχηματικούς και προσβλητικούς ισχυρισμούς της κληρονομούμενης ότι η συμπεριφορά της εφεσίβλητης και θετής θυγατέρας της ήταν υβριστική, απρεπής, έντονα προσβλητική και επιθετική σε βάρος της, ιδίως μετά το έτος 1989 και ότι ο ανήθικος βίος της προσέβαλε βάναυσα την τάξη και την ευπρέπεια της οικογενείας της.
Σύμφωνα δε με όσα προεκτέθηκαν και αφού ληφθεί υπόψη το περί ηθικής συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονος και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου και το περιεχόμενο της ένδικης διαθήκης, με την οποία η κληρονομούμενη, ενεργώντας αντίθετα με τα επιβεβλημένα από το ηθικό καθήκον της μητέρας που η ίδια επέλεξε να εκπληρώσει, εγκατέλειψε την τελευταία ενώ ακόμη αυτή φοιτούσε και δεν είχε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τις καθημερινές οικονομικές της ανάγκες και προσέβαλε υπαίτια την προσωπικότητά της ορμώμενη από το θυμό της για την άρνησή της να συμμορφωθεί με τις δικές της απόψεις για βασικές και καίριες επιλογές της ζωής της, ταυτόχρονα δε απέκλεισε κάθε δυνατότητα επικοινωνίας μαζί της, με την άσκηση της αγωγής λύσης της υιοθεσίας και ενώ γνώριζε την αμετάκλητη απόρριψη των επικαλούμενων από την ίδια λόγων λύσης, συνέχισε την επίκληση ανυπόστατων πραγματικών γεγονότων και χαρακτηρισμών, αδιαφορώντας πλήρως για τις ηθικές, ψυχολογικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες των ενεργειών της και επέμεινε στην πιο πάνω διάταξη τελευταίας βούλησης, η οποία είναι άκυρη, λόγω της αντίθεσης αυτής στα χρηστά ήθη...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο Αθηνών, επικύρωσε την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας ότι η επίδικη διαθήκη της θετής μητέρας της, είναι άκυρη, ως αντίθετη στα χρηστά ήθη. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 178 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 2 και 1712 του ίδιου Κώδικα, οι οποίες αφορούν στην αρχή της ελευθερίας του προσώπου να ρυθμίζει κατά τη βούλησή του την τύχη της περιουσίας του , μετά το θάνατο του, με τους περιορισμούς όμως των διατάξεων της νόμιμης μοίρας και της μη πρόσκρουσης της διατάξεως τελευταίας βουλήσεως στα χρηστά ήθη, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον διέλαβε στις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του : α) ότι οι περιεχόμενοι στη διαθήκη της κληρονομούμενης ισχυρισμοί της περί ανήθικου βίου της αναιρεσίβλητης θετής θυγατέρας της, ο οποίος προσέβαλε βάναυσα την τάξη και την ευπρέπεια της οικογενείας της και περί υβριστικής, απρεπούς, έντονα προσβλητικής και επιθετικής συμπεριφορά σε βάρος της από την ίδια, ήταν αυθαίρετοι και προσχηματικοί και προσέβαλαν την θετή θυγατέρα της , η οποία, αντιθέτως, διέθετε αξιόλογη προσωπικότητα, ηθικό χαρακτήρα, πνευματικά και ψυχικά χαρίσματα, καθώς και ότι η απομάκρυνσή της από την διαθέτιδα θετή μητέρα της δεν ήταν δική της επιλογή, αλλά η τελευταία ήταν εκείνη, που απέκλεισε κάθε δυνατότητα επικοινωνίας τους, παρότι η αναιρεσίβλητη προσπάθησε να την προσεγγίσει, β) ότι οι ήσσονος σημασίας διενέξεις, που σημειώνονταν κατά καιρούς μεταξύ θετής μητέρας και θυγατέρας, δεν οφείλονταν στην επικαλούμενη από την κληρονομούμενη απρεπή συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, αλλά στις ιδιαίτερα αυστηρές αρχές της κληρονομούμενης, η οποία απαιτούσε να έχει τον πλήρη έλεγχο της ζωής και των αποφάσεων της θετής θυγατέρας της, την οποία και εγκατέλειψε, εκδιώκοντάς την από την οικογενειακή στέγη, ενώ αυτή ακόμη φοιτούσε και δεν είχε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τις καθημερινές της ανάγκες, αδιαφορώντας πλήρως για τις ηθικές, ψυχολογικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες των ενεργειών της, γ) ότι η κληρονομούμενη προέβη συγχρόνως στην άσκηση αγωγής για τη λύση της υιοθεσίας της θετής θυγατέρας της και παρά τη μη ευδοκίμηση των αρνητικών και προσβλητικών ισχυρισμών που απέδιδε σε αυτήν κατά τη διάρκεια των μακροχρόνιων δικαστικών αγώνων στους οποίους την ενέπλεξε, τους επανέλαβε και στη διαθήκη της, με την οποία επέλεξε να αποκληρώσει τη θετή θυγατέρα της από την περιουσία της και να την περιορίσει στη νόμιμη μοίρα της.
Επίσης το Εφετείο, στη συνέχεια των ως άνω παραδοχών του, ορθά έκρινε εν τέλει ότι σύμφωνα με το περί ηθικής συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονος και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου και το περιεχόμενο της ένδικης διαθήκης, η πιο πάνω διάταξη τελευταίας βούλησης της κληρονομούμενης, με την οποία αυτή, ενεργώντας αντίθετα με τα επιβεβλημένα από το ηθικό καθήκον της μητέρας που η ίδια επέλεξε να εκπληρώσει, προσέβαλε υπαίτια την προσωπικότητα της αναιρεσίβλητης θετής θυγατέρας της ορμώμενη από το θυμό της για την άρνηση της τελευταίας να συμμορφωθεί με τις δικές της απόψεις για βασικές και καίριες επιλογές της ζωής της, είναι άκυρη , λόγω της αντίθεσης αυτής στα χρηστά ήθη.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν σχετικά με το ότι η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι ως άνω πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως ως προς το μέρος τους, με το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, κατά τα λοιπά, είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Τέλος, με τους ως άνω λόγους αναιρέσεως, με την επίκληση των ίδιων αναιρετικών πλημμελειών, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με το να αναγνωρίσει άκυρη την ένδικη διαθήκη ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή της, τη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ, κατά την οποία, η ακυρότητα μέρους συνεπειφέρει την ακυρότητα όλης της δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι χωρίς το άκυρο μέρος δεν θα είχε αυτή επιχειρηθεί.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες, αιτιώνται, ότι εάν το Εφετείο εφάρμοζε την ως άνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 181 ΑΚ, την ερμήνευε ορθά και διελάμβανε στις παραδοχές της επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την εφαρμογή της, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι, και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι η διάταξη της ένδικης διαθήκης περί αποκληρώσεως της αναιρεσίβλητης είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 1825 και 1839-1842 ΑΚ, που ορίζουν τις προϋποθέσεις αποκλήρωσης κατιόντα από ανιόντα, η ακυρότητα αυτή είναι μερική, δηλαδή αφορά μόνο στην επίμαχη διάταξη της διαθήκης, ενώ, κατά τις λοιπές διατάξεις της με τις οποίες η διαθέτης εγκατέστησε ως κληρονόμους της τους αναιρεσείοντες, περιορίζοντας την αναιρεσίβλητη στη νόμιμη μοίρα της, η διαθήκη διατηρεί την εγκυρότητά της, εφόσον από το περιεχόμενο της συνάγεται ότι αυτή θα είχε επιχειρηθεί από την κληρονομούμενη και χωρίς το άκυρο μέρος της.
Το Εφετείο, με την ορθή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 181 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι δε ως άνω λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος τους που αφορά στη μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 181 ΑΚ, είναι αβάσιμοι.
Τούτο δε διότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η ακυρότητα της ένδικης διαθήκης ήταν μερική, δηλαδή αφορούσε μόνο στη διάταξή της περί αποκληρώσεως της αναιρεσίβλητης, θετής θυγατέρας της κληρονομούμενης, κατ'εφαρμογή των περί αποκληρώσεως κατιόντα από ανιόντα διατάξεων του ΑΚ, ενώ το Εφετείο δέχθηκε και έκρινε άκυρη τη διαθήκη στο σύνολο της ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη, κατ'εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 178 ΑΚ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνέχονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αντιπροτείνονται ως λόγοι έφεσης.
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (Ολ ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019). Με τους έβδομο και όγδοο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι αντίστοιχα, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "πράγματα" ήτοι ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης που δεν προτάθηκαν με την αγωγή και δεν έλαβε υπόψη του αυτοτελείς ισχυρισμούς των ιδίων, οι οποίοι είχαν προταθεί παραδεκτά ενώπιον του και είχαν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, όσον αφορά στον έβδομο λόγο αναίρεσης, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, το Εφετείο, έκρινε άκυρη ως ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, την ένδικη διαθήκη, ως προς όλες τις διατάξεις της, συνεπώς και κατά το μέρος της με το οποίο η διαθέτης εγκατέστησε τους ίδιους ως κληρονόμους της, χωρίς στην αγωγή της αναιρεσίβλητης να έχουν περιληφθεί ισχυρισμοί και περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 181 ΑΚ, ήτοι ότι η διαθέτης δεν θα προέβαινε στη σύνταξη της διαθήκης αυτής και δεν θα τους εγκαθιστούσε ως κληρονόμους της , αν γνώριζε ότι η περί αποκληρώσεως της αναιρεσίβλητης διάταξη της διαθήκης ήταν άκυρη.
Όσον δε αφορά στον όγδοο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τους αναιρεσείοντες, το Εφετείο ασχολήθηκε μόνο με τα περιστατικά που αφορούσαν στην περί λύση της υιοθεσίας δικαστική διένεξη μεταξύ της κληρονομούμενης και της θετής θυγατέρας της, παραλείποντας να εξετάσει τους πραγματικούς ισχυρισμούς τους οποίους περιλάμβαναν στον πρώτο λόγο εφέσεώς τους, περί του αν συνιστούν αντίθεση στα χρηστά ήθη οι αναφερόμενοι στη διαθήκη λόγοι αποκλήρωσης της αναιρεσίβλητης, που αφορούν στην επικαλούμενη από την κληρονομούμενη συμπεριφορά της θετής θυγατέρας της , μετά την απομάκρυνσή της από την οικογενειακή στέγη, σχετικά με την επί χρονικό διάστημα, πλέον της δεκαπενταετίας, επίδειξη πλήρους αδιαφορίας για τις στοιχειώδεις υποχρεώσεις διατροφής και περίθαλψης που είχε απέναντι στην θετή μητέρα της.
Αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και ειδικότερα ο έβδομος λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό περί συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 181 ΑΚ, χωρίς αυτός να περιλαμβάνεται στην αγωγή, είναι αβάσιμος, καθόσον ουδόλως περιλήφθηκαν στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περιστατικά σχετικά με την ως άνω διάταξη, ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος είναι και αντιφατικός σε σχέση με το μέρος των προηγούμενων αναιρετικών λόγων, με το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, οι αναιρεσείοντες απέδιδαν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης μη εφαρμογής της ίδιας διατάξεως.
Επίσης, ο όγδοος λόγος είναι αβάσιμος διότι οι με αυτόν φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της εναντίον τους ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), καθώς και ενισχυτικά αυτών (αρνητικών) ισχυρισμών επιχειρήματα των ίδιων, τα οποία συνάγουν από την κατά την άποψή τους εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αυτά απετέλεσαν περιεχόμενο λόγου της έφεσής τους.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 εδ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο ερεύνησε περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού (ΑΠ 890/2018).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο παράγεται από την τελεσιδικία της αποφάσεως, ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης έννομης προστασίας, από δε τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, προκύπτει, ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου, στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας.
Από την τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη , τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη (ΑΠ 869/2019).
Με τον ένατο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αυτοί υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά που εκθέτει στην ένδικη διαθήκη της η κληρονομούμενη και τα οποία αφορούν στην επικαλούμενη από αυτήν υβριστική και αχάριστη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης θετής θυγατέρας της απέναντι της και στον χαρακτηριζόμενο ανήθικο βίο της, έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ως ουσιαστικά αβάσιμα με την 2403/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ήδη αμετάκλητη, που εκδόθηκε επί της από 12.12.1994 προγενέστερης αγωγής της κληρονομούμενης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή, με την επίκληση των ίδιων περιστατικών ως προς την εν γένει συμπεριφορά απέναντι της από την θετή θυγατέρα της και τον τρόπο διαβίωσής της τελευταίας, αιτήθηκε τη λύση της υιοθεσίας της.
Πλην όμως, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο δέχθηκε κατά τα ως άνω την ύπαρξη δεδικασμένου, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ύπαρξή του, ήτοι ταυτότητα προσώπων, αντικείμενου και ιστορικής και νομικής αιτίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η ύπαρξη δεδικασμένου, ως προς τα προαναφερόμενα περιστατικά, ενώ το Εφετείο ούτε ερεύνησε τη συνδρομή των προϋποθέσεων δεδικασμένου ούτε δέχθηκε την ύπαρξη τούτου.
Οι παραδοχές δε της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι με την 2403/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, με την 1576/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε η αγωγή της κληρονομούμενης για τη λύση της υιοθεσίας της θετής θυγατέρας της αναιρεσίβλητης, ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή, μεταξύ άλλων, έγινε τελεσίδικα δεκτό, ότι η τελευταία δεν έδειξε αχαριστία με βαρύ παράπτωμα απέναντι στη μητέρα της, ούτε με τη διαγωγή της παρέβη κανόνα δικαίου ούτε πρόσβαλε τις αρχές της ηθικής και της ευπρέπειας, οι οποίες κρατούν στην κοινωνία, καθώς και ότι η συμβίωση της θετής θυγατέρας μετά του εραστή της και εν συνεχεία συζύγου της Κ.
Π. δεν εμπίπτει στην έννοια του άτιμου και ανήθικου βίου, αποτελούν απλώς επιχειρήματα του Δικαστηρίου, και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη.
Τέλος, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 7/2002).
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις , που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί ,οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπαίτιο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.
Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/2001). Ειδικότερη μορφή καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος συνιστά η αποδυνάμωση δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα αποδυναμώνεται και, άρα, δεν μπορεί να ασκηθεί, όταν ο δικαιούχος, αφενός αδράνησε επί μακρόν και αφετέρου δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, υπό τις συνθήκες δε αυτές η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος από τον δικαιούχο, εφόσον συνεπάγεται δυσμενείς - επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, αποτελεί ενέργεια ασυμβίβαστη προς την προγενέστερη συμπεριφορά του δικαιούχου και αντίκειται, προφανώς, στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών της ΑΚ 281 είναι δηλαδή καταχρηστική (ΑΠ 502/202, ΑΠ 200/2018).
Ήδη, με τον δέκατο λόγο αναίρεσης, κατά την εκτίμησή του, μόνο ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόβαση παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Εφετείο, το οποίο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ο την παραδεκτά προβαλλόμενη ένσταση του ίδιου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής ακυρώσεως διαθήκης λόγω της αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη , παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση .Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως , ο αναιρεσείων ποιεί μνεία των αποδεικτικών στοιχείων που είχε προσκομίσει μετ'επικλήσεως στο Εφετείο, ήτοι τις ένορκες βεβαιώσεις των κατονομαζόμενων μαρτύρων, Α.
Κ., Α. Τ. και Σ. Α., περιλαμβάνοντας στο αναιρετήριο αποσπάσματα τούτων, καθώς και έγγραφα σχετικά με την καταβολή από τον ίδιο φόρου κληρονομιάς ύψους 88.648,86 ευρώ για το ακίνητο επί της οδού ..., το οποίο του είχε κληροδοτήσει η κληρονομούμενη με την επίδικη διαθήκη και τη· συνολική δαπάνη 21.040 ευρώ, στην οποία προέβη για τις αναγκαίες επισκευές τούτου.
Τα αποδεικτικά αυτά μέσα από τα οποία, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αποδεικνύεται τόσο η εύλογη πεποίθηση που είχε σχηματίσει ο ίδιος ότι απέκτησε την κυριότητα του ως άνω ακινήτου όσο και ότι η αναιρεσίβλητη, ενώ γνώριζε ότι ο ίδιος είχε εγκατασταθεί στη νομή του ως άνω ακινήτου και προέβαινε επί σειρά δυόμιση ετών στις αναγκαίες επισκευές αυτής, ουδέποτε τον όχλησε ούτε τον παρεμπόδισε, αλλά προέβη στην άσκηση της αγωγής της για την ακύρωση της επίδικης διαθήκης, μόνο όταν ολοκληρώθηκαν οι επισκευές του ως άνω ακινήτου, δεν τα έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση , αλλά απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασή του, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, περιοριζόμενες μόνο στην εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα Α.
Κ.. 'Οπως ήδη εκτέθηκε, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά την εκτίμησή του αφορά μόνο στον δεύτερο αναιρεσείοντα, καθόσον οι ως άνω αιτιάσεις, αφορούν μόνο στα περιστατικά που είχε εκθέσει ο ίδιος για τη στήριξή της, ενώ όσον αφορά στην πρώτη αναιρεσείουσα, για την οποία το Εφετείο δεν διέλαβε παραδοχές σχετικές με την άσκηση καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους της, γίνεται μνεία στο αναιρετήριο μόνο του περιστατικού ότι και αυτή υποχρεώθηκε στην πληρωμή φόρου κληρονομιάς ύψους 15.892,93.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται, από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, για παραβίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, το Εφετείο, το οποίο διαλαμβάνοντας στις παραδοχές του, ότι η αναιρεσίβλητη δεν άσκησε παράνομα και καταχρηστικά το δικαίωμά της για ακύρωση της επίδικης διαθήκης, διότι δεν αποδείχθηκε η γνώση της ίδιας περί των ενεργειών ανακαίνισης του κληρονομιαίου ακινήτου από τον δεύτερο αναιρεσείοντα όπως υποστήριζε αυτός, διότι ο μοναδικός μάρτυρας Α.
Κ., που κατέθεσε για το συγκεκριμένο ζήτημα, ανέφερε εντελώς αόριστα για τη δυνατότητα που είχε η αναιρεσίβλητη να πληροφορηθεί τις πιο πάνω ενέργειες από κοινούς γνωστούς από ερωτήσεις ή επισκόπηση στην περιοχή που βρίσκεται το ακίνητο και όχι τη βέβαιη αυτής γνώση, και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έχουσα το συγκεκριμένο περιεχόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά τα λοιπά, είναι απαράδεκτος, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, καθόσον τα όσα εκτίθενται εν τέλει στο επίμετρο του αναιρετηρίου, όπως άλλωστε αναφέρουν και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες, αφορούν αποκλειστικά στην ουσία της υποθέσεως, για την οποία έκρινε αναιρετικά ανελέγκτως το Εφετείο, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 678/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.7.2020 αίτηση για αναίρεση της 678/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ