Appeal partially allowed; appeal against rejection of unjust enrichment claim remanded for retrial.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's rejection of the plaintiff's claim for unjust enrichment. The court found the lower court's decision lacked a legal basis regarding two defendants and failed to conduct a substantive inquiry against the third defendant. Consequently, the appeal was granted in part, and the case was remanded to a different judge at the same court for further proceedings.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision rejecting a claim on substantive grounds is partially admissible if the lower court failed to enter the substance of the dispute and issue a finding of fact, or if the decision lacks a legal basis.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 886 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 886/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φώσκολο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ζ. του Μ. και Μ., 2) Γ. Ζ. του Μ. και Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαϊωάννου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ, ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Νέα Ιωνία Αττικής (Λ. Ηρακλείου 266) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Θεοδωράτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 293/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-9-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η συζήτηση της κρινόμενης από 26-9-2019 αίτησης αναίρεσης αποτελεί, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, κατάταξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων την από 17-5-2010, αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν καθένας από αυτούς τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση (διαφυγόν κέρδος), κυρίως μεν κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, εξαιτίας της παράνομης κατακράτησης του, καταληφθέντος από αυτούς επίδικου ακινήτου κυριότητας του και, επικουρικά, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι αυτοί εκμεταλλεύθηκαν επί σειρά ετών το πιο πάνω ακίνητο χωρίς νόμιμη αιτία, εξοικονομώντας τη δαπάνη που θα κατέβαλαν ως μηνιαίο μίσθωμα είτε στον ίδιο, προκειμένου να τους εκμισθώσει το επίδικο ακίνητο, εντός του οποίου λειτουργούσαν ζωτικό τμήμα της επιχείρησής τους είτε, σε περίπτωση που ο ίδιος δεν δεχόταν, σε τρίτο προκειμένου να μισθώσουν άλλο ακίνητο για τη μετεγκατάσταση της εν λόγω επιχείρησης.
Επί της αγωγής αυτής επιδόθηκε η 2/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία την δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη, αναφορικά με τους δύο πρώτους εναγόμενους, κατά την επικουρική της βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και αναφορικά με την τρίτη εναγόμενη, κατά την κύρια βάση της περί αδικοπραξιών.
Κατά της πρωτόδικης απόφασης οι εναγόμενοι άσκησαν τις από 25/2/2015 (οι δύο πρώτοι) και από 21-2-2015 (η Τρίτη) εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που, αφού τις δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της.
Κατόπιν αυτών ο ηττηθείς, ενάγων άσκησε την κρινόμενη από 26-9-2019 αίτηση για αναίρεση της ως άνω Εφετειακής απόφασης. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη και παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577, ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1099 ΑΚ, "Αν ο νομέας απέκτησε τη νομή πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες", ήτοι αυτές των άρθρων 914 επ. και 934 επ. ΑΚ. Η αποζημίωση κατά την τελευταία αυτή διάταξη καλύπτει κάθε ζημία του κυρίου του πράγματος, δηλαδή, τόσο τη θετική όσο και την αποθετική ζημία που υπέστη ο τελευταίος από την αφαίρεση και τη μη απόδοση σε αυτόν της νομής του πράγματος, άρα και το διαφυγόν κέρδος του και, προϋποθέτει, πταίσμα (υπαιτιότητα) του εναγομένου, την οποία, πρέπει ο ενάγων να ισχυρισθεί και να αποδείξει, χωρίς να ενδιαφέρει η καλή ή η καλή πίστη αυτού ή αν η ενέργειά του αποτελεί ή όχι ποινικό αδίκημα.
Εξάλλου, κτήση της νομής με παράνομη πράξη υπάρχει σε κάθε αφαίρεση της νομής εναντίον της θέλησης του κυρίου (πρβλ. άρθρο 984 § 1ΑΚ), ενώ παράνομη είναι η αφαίρεση της νομής που έγινε κατά παράβαση των κανόνων του θετικού δικαίου, είναι δε αδιάφορο αν ο δράστης είχε ή όχι καλή πίστη ή αν η ενέργειά του αποτελεί ή όχι κολάσιμη πράξη, σε κάθε περίπτωση όμως απαιτείται υπαιτιότητά του.
Περαιτέρω, στην αγωγή που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, για να είναι ορισμένη, πρέπει να αναφέρονται: α) η ζημιογόνα συμπεριφορά του εναγομένου, β) το παράνομο αυτής, γ) η υπαιτιότητα (αμέλεια ή δόλος), δ) η ζημία (θετική και αποθετική) και ε) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ζημίας), ενώ δεν είναι αρκετή η αναφορά στην αγωγή ότι από την παράνομη ενέργεια του εναγομένου επήλθε κάποιο αποτέλεσμα.
Η τυχόν (ποιοτική) αοριστία τέτοιας αγωγής (από αδικοπραξία, στην, οποία δεν αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του νόμου), ελέγχεται από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, δηλαδή η κτήση της νομής έγινε με παράνομη πράξη, π.χ.
με αφαίρεση χωρίς τη θέληση του κυρίου, στα παραπάνω αποτελέσματα μπορούμε να καταλήξουμε και με απευθείας εφαρμογή των διατάξεων για τις αδικοπραξίες (άρθρα 914 επ. ΑΚ), χωρίς παρέμβαση της διάταξης του άρθρου 1099 ΑΚ, και τούτο διότι η αδικοπρακτική ευθύνη του νομέα συρρέει με την ευθύνη του από τη διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με την κύρια βάση της αγωγής περί αδικοπραξίας της τρίτης εναγομένης, δέχθηκε τα εξής: Από την επισκόπιση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι: οι δύο πρώτοι εναγόμενοι προέβησαν σε συμφωνία μαζί του, την οποία ενσωμάτωσαν στα από Απριλίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Δ.
Α., υπαναχώρησαν όμως από αυτήν, προβαίνοντας στην κατάρτιση του από Δεκεμβρίου 1998 τοπογραφικού διαγράμματος του αυτού ως άνω Τοπογράφου Μηχανικού και στη σύναψη του υπ' αριθ. …/1999 συμβολαίου, με το οποίο ενσωμάτωσαν στην όμορη ιδιοκτησία τους το επίδικο ακίνητο, το οποίο στη συνέχεια μεταβίβασαν στην τρίτη εναγομένη εταιρεία, ουδεμία επίκληση υπαιτιότητας της οποίας όμως γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο ως προς την παράνομη κατάληψη της νομής του επιδίκου από αυτήν, αφού ουδόλως εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν την εν λόγω υπαιτιότητα της τρίτης εναγομένης (εκκαλούσας στην Β έφεση) και, ειδικότερα, δεν μνημονεύεται η υπαιτιότητά της, εάν αυτή συνίσταται σε δόλο ή σε αμέλεια, καθώς και το είδος του δόλου ή της αμέλειάς της, έλλειψη την οποία ουδόλως δύναται να αναπληρώσει η αναφορά στην αγωγή ότι, μέχρι και τη σύνταξη αυτής (17-05-2010), η τρίτη εναγομένη δεν είχε προβεί στον καθαρισμό του καταληφθέντος επιδίκου από τα δύο σιλό και λοιπά υλικά, τα οποία οι δύο πρώτοι εναγόμενοι είχαν τοποθετήσει εντός αυτού και τα οποία καθιστούσαν αδύνατη τη χρήση του από τον ενάγοντα, ούτε στην απόδοσή του στον τελευταίο "μολονότι είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 56/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριπτε αίτηση αναστολής εκτέλεσης που είχαν ασκήσει και οι τρεις εναγόμενοι, προκειμένου να μην προβεί ο ενάγων σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 1242/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας", αφού η εν λόγω μνεία δεν αφορά το χρόνο απόκτησης της νομής του επιδίκου από την τρίτη εναγομένη (που είναι και ο κρίσιμος για την θεμελίωση της υποχρέωσής της προς αποζημίωση του ενάγοντος για την από αυτήν παράνομη κατακράτηση του επιδίκου), η οποία, κατά τον ισχυρισμό του ενάγοντος, έλαβε χώρα την 16η-11-2001 (ημέρα κατάρτισης του υπ' αριθ.
…/…-11-2001 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Παναγάγγελου Καραβιώτη, με το οποίο οι δύο πρώτοι εναγόμενοι της μεταβίβασαν το επίδικο λόγω πώλησης), αλλά το κατά τουλάχιστον οκτώ χρόνια μεταγενέστερο χρονικό διάστημα μεταξύ της δημοσίευσης της προρρηθείσας υπ' αριθ. 56/2010 απόφασης (το χρόνο της οποίας, άλλωστε, δεν επικαλείται ο ενάγων, ούτε προσκομίζει το σώμα της άνω δικαστικής απόφασης) και της σύνταξης της ένδικης αγωγής (17-05-2010).
Κατά συνέπεια, ο σχετικός υπό στοιχείο 5α λόγος της Β έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος και να απορριφθεί, ως προς την τρίτη εναγομένη, η κύρια βάση της αγωγής ως αόριστη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, εξαιτίας της αοριστίας της ως προς την τρίτη εναγομένη κατά την προαναφερόμενη κύρια βάση της και, επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης (από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 904 § 1 εδ. α ΑΚ, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε, το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.
Προσέτι, ωφελήματα είναι όχι μόνον οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος, αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος (άρθρο 962 ΑΚ), ενώ ο πλουτισμός είναι κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης ενός προσώπου, δηλαδή, κάθε, θετικά ή αποθετική αύξηση της περιουσίας του και διακρίνεται: 1) στην κτήση δικαιώματος ή άλλης προστατευόμενης έννομης θέσης.
Αυτή μπορεί να συνίσταται: α) στην κτήση ενός απόλυτου δικαιώματος (π.χ. κυριότητας), αλλά και της νομής ή κατοχής, ενός πράγματος, β) στην κτήση μιας απαίτησης, εφόσον αυτή αποκτηθεί με εκχώρηση ή με αφηρημένη - αναιτιώδη αναγνώριση χρέους και όχι με αιτιώδη υποσχετική σύμβαση διότι τότε υπάρχει μεν πλουτισμός, αλλά με νόμιμη αιτία (τη σύμβαση) και γ) στην κτήση ενός οποιουδήποτε υλικού ή άϋλου οικονομικού αγαθού (π.χ.
εκμετάλλευση ξένου πράγματος) ή μιας προστατευόμενης έννομης θέσης, 2) στην απαλλαγή από βάρη και 3) στην εξοικονόμηση δαπανών (ΑΠ 66/2007, ΑΠ 45/2006), τις οποίες θα διενεργούσε υποθετικά ο υπόχρεος λόγω πραγματικής ανάγκης ή νομικής υποχρέωσης και τις οποίες, στην πραγματικότητα, εξοικονομεί, επειδή χρησιμοποιεί ή εκμεταλλεύεται αυθαίρετα ξένο πράγμα ή δικαίωμα ή την εργασία ή την υπηρεσία τρίτου.
Για να γεννηθεί, όμως, ευθύνη από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει αυτός να είναι πραγματικός, δηλαδή, να έχει πράγματι επέλθει, αλλά και συγκεκριμένος, δηλαδή, ο λήπτης να έχει αποκομίσει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τον πλουτισμό, δηλαδή το όφελος που του παρείχε η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος, συνεπεία του οποίου, μεταξύ άλλων, εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα (AΠ 540/2002).
Επειδή, όμως, η εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης είναι στην πραγματικότητα ο έμμεσος αντίκτυπος από τη κτήση ενός άϋλου αγαθού στην περιουσία του λήπτη (όφελος από τη χρήση ξένου πράγματος), το οποίο δεν μπορεί να αποδοθεί in natura, τελικά αποδίδεται η αντικειμενική του αξία (π.χ. η μισθωτική αξία του ξένου πράγματος).
Περαιτέρω, ο τρόπος, με τον οποίο ο λήπτης αποκτά τον πλουτισμό δεν είναι πάντοτε ο ίδιος και, ειδικότερα, μπορεί αυτός να προέρχεται είτε από την παροχή του διότι ("πλουτισμός από παροχή"), δηλαδή, από την ενσυνείδητη και σκόπιμη πράξη του δότη, προς τον λήπτη είτε από την επέμβαση του λήπτη ή τρίτου στην περιουσία του δότη ("πλουτισμός από επέμβαση"), συνήθως με τη μορφή της αυθαίρετης εκμετάλλευσης από τον λήπτη ή τρίτο ενός πράγματος του δότη ή ενός δικαιώματος του, τελευταίου είτε από δαπάνες του δότη, οι οποίες έχουν επωφελή αντίκτυπο στην περιουσία του λήπτη ("πλουτισμός από δαπάνες"), όπως π.χ.
στην περίπτωση εξόφλησης ξένου χρέους του λήπτη από τρίτο του άρθρου 317 ΑΚ. Επισημαίνεται, ότι κάθε διαφορετικός τρόπος πλουτισμού δεν γεννά αυτοτελή αξίωσης απόδοσής του, διότι όλες οι πιο πάνω περιπτώσεις ρυθμίζονται ενιαία και άμεσα από το γενικό κανόνα του άρθρου 904 §1α ΑΚ. Εξάλλου, η αξίωση του πλουτισμού αποκαθιστά την "αδικαιολόγητη κτήση" (πλουτισμό) του οφειλέτη και όχι τη ζημιά του δανειστή (την αδικαιολόγητη αφαίρεση) ούτε ο πλουτισμός του λήπτη εξαρτάται πάντοτε από τη ζημία του δότη.
Για να υπάρχει, όμως, υποχρέωση απόδοσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αυτός πρέπει ν' αποκτήθηκε "από την περιουσία άλλου ή με ζημία άλλου", δηλαδή ο πλουτισμός του λήπτη να συνδέεται αιτιωδώς με τα περιουσιακά στοιχεία ή με τη ζημία του δότη. Επιπλέον, για τη γέννηση της αξίωσης από το άρθρο 904 ΑΚ, ο πλουτισμός του λήπτη πρέπει να επήλθε χωρίς νόμιμη αιτία.
Νόμιμη αιτία είναι η έγκυρη σύμβαση (π.χ. η πώληση, σε εκπλήρωση της οποίας μεταβιβάζεται το πράγμα ή καταβάλλεται το τίμημα) και ο νόμος (π.χ. παραγραφή). Αντίθετα, η έλλειψη νόμιμης αιτίας διακρίνεται στις περιπτώσεις του αχρεωστήτου, της αιτίας που δεν επακολούθησε ή έληξε και της παράνομης ή ανήθικης αιτίας.
Τέτοια περίπτωση έλλειψης νόμιμης αιτίας συνιστά και η κτήση της νομής με διατάραξη ή με αποβολή που γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα. Σε περίπτωση, ειδικής διαδοχής εκείνου που απέβαλε το νομέα, η νομή καθίσταται επιλήψιμη και για τον ειδικό διάδοχο, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που αποκτήθηκε, η κατοχή του πράγματος από τον επιλήψιμο νομέα εν γνώσει του ελαττώματος της νομής του προκατόχου του, δηλαδή, του γεγονότος ότι η νομή αποκτήθηκε με παράνομη αποβολή.
IV. Ο από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
V. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με τους δύο πρώτους εναγομένους δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Ο εφεσίβλητος αμφοτέρων των ενδίκων εφέσεων Α. Γ. του Γ. έχει καταστεί, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό …., των Βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου - υπ' αριθ.
…/….-10-1988 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Παναγάγγελου Καραβιώτη, αποκλειστικός κύριος ενός αρτίου και οικοδομήσιμου ακινήτου, συνολικής επιφανείας 5.539,65 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην ειδικότερη θέση "..." του τέως Δήμου και ήδη Δημοτικής Ενότητας Αργοστολίου του νυν Δήμου Κεφαλληνίας και απεικονίζεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Ε.Ζ.Η.Α.
στο από 23-09-1998 τοπογραφικό διάγραμμα της Πολιτικού Υπομηχανικού Μ Α. - Μ., μέρος του οποίου αποτελεί και τμήμα επιφανείας 654 τ.μ., το οποίο (μείζον ακίνητο) συνορεύει βορειοανατολικά με ιδιοκτησία αδελφών Γ. Π., ανατολικά και νοτιοανατολικά με τον περιφερειακό δρόμο γύρω ..., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Π.
Γ. του, βορειοδυτικά με αιγιαλό και πέραν αυτού με θάλασσα και νότια με ακίνητο των αδελφών Ν. και Γ. Ζ. του Μ. και Μ. (εκκαλούντων της Α έφεσης), το οποίο (ακίνητο των τελευταίων) έχει επιφάνεια 4.106 τ.μ., το είχαν δε αποκτήσει κατά πλήρη συγκυριότητα και δη κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με αγορά δυνάμει του - νομίμως μεταγραφέντος στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό …, των Βιβλίων Μεταγραφών του ανωτέρω Υποθηκοφυλακείου - υπ' αριθ.
…/…-04-1984 συμβολαίου του ως άνω Συμβολαιογράφου (πρώην Ληξουρίου) Παναγάγγελου Καραβιώτη, από την αληθή αυτού κυρία Α. Α. - που ήταν αυτή που είχε πωλήσει και στον εφεσίβλητο το προρρηθέν ακίνητο, επιφανείας 5.539,65 τ.μ., δυνάμει του προρρηθέντος υπ' αριθ. …/…-10-1988 συμβολαίου - στη συνέχεια δε το πώλησαν στην εκκαλούσα της Β έφεσης Ανώνυμη Εταιρεία, η οποία το αγόρασε από αυτούς με το υπ' αριθ.
…./….- 11-2001 συμβόλαιο του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου, που νομίμως μετεγράφη στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό …, των Βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, αφού προηγουμένως οι εκκαλούντες της Α έφεσης προέβησαν, με τη συνδρομή της δικαιοπαρόχου τους Α. Α., σε διόρθωση, δυνάμει της - νομίμως μεταγραφείσας στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό … των ιδίων ως άνω Βιβλίων Μεταγραφών - υπ' αριθ.
…/…-01-1999 διορθωτικής πράξης του Συμβολαιογράφου Παναγάγγελου Καραβιώτη, του υπ' αριθ. …/….-04-1984 συμβολαίου, ως προς την έκταση του προς πώληση ακινήτου τους, στο οποίο συμπεριέλαβαν το τμήμα των 654 τ.μ., που όμως στην πραγματικότητα αποτελούσε τμήμα του ακινήτου που είχε πωληθεί από την Α. Α. στον εφεσίβλητο με το προαναφερόμενο υπ' αριθ.
…/….-10-1988 συμβόλαιο, γεγονότα που έχουν κριθεί με την υπ' αριθ. 1242/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία έγινε δεκτή η από 08-03-2001 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 69/2001) διεκδικητική αγωγή που άσκησε ο ήδη εφεσίβλητος κατά των εκκαλούντων της Α έφεσης και με αυτήν, αφενός μεν αναγνωρίσθηκε ότι ο εφεσίβλητος είναι αποκλειστικός κύριος του προρρηθέντος τμήματος των 654 τ.μ. - το οποίο συνορεύει, κατά την παραπάνω απόφαση, Βορειοανατολικά, σε πλευρά 55 μέτρων, με λοιπή ιδιοκτησία του ενάγοντος, Νότια, σε πλευρά 3,10 μέτρων, με αύλακα και πέραν αυτού με λοιπή ιδιοκτησία του ενάγοντος, Δυτικά, σε πλευρά 23,54 μέτρων, με λοιπή ιδιοκτησία του ενάγοντος και Νοτιοδυτικά, σε πλευρά μήκους 76,60 μέτρων, με ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγομένων - αφετέρου δε υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να αποδώσουν το άνω επίδικο τμήμα στον ενάγοντα, απόφαση η οποία, μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη, δυνάμει της υπ' αριθ. 407/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών, της από 28-02-2007 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 13/28-02.2007) έφεσης που άσκησαν εναντίον της οι εκεί εναγόμενοι, κατέστη τελεσίδικη, ενώ μετά την απόρριψη, δυνάμει της υπ' αριθ. 1102/2014 απόφασης του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, της αναίρεσης που άσκησαν οι άνω εναγόμενοι κατά της προρρηθείσας υπ' αριθ. 407/2009 εφετειακής απόφασης, κατέστη και αμετάκλητη, παραγομένου έτσι, κατ' αυτεπάγγελτο του Δικαστηρίου τούτου έλεγχο (άρθρο 332 ΚΠολΔ), δεδικασμένου, το οποίο επεκτείνεται και στη δίκη που ανοίχθηκε, με την άσκηση της ένδικης από 17-05-2010 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 108/17-05-2010) αγωγής του ήδη εφεσιβλήτου κατά των ήδη εκκαλούντων, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 2/2015 οριστική απόφαση του τελευταίου, ως προς το ζήτημα της κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου τμήματος ακινήτου των 654 τ.μ., αφού το εν λόγω ζήτημα αποτελεί, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αναγκαίο προδικαστικό ζήτημα στα πλαίσια της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το έτος 1977 οι εκκαλούντες της Α έφεσης, Ν. Ζ. και Γ. Ζ., αποφάσισαν από κοινού να εγκαταστήσουν και λειτουργήσουν στο Αργοστόλι κατασκευαστική εταιρεία για την παραγωγή ετοίμου σκυροδέματος, προς το σκοπό δε αυτό συνέστησαν την Ομόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία "Ν. Ζ. και Σια Ο.Ε.", ως δε χώρο για την εγκατάσταση της επιχείρησής τους μίσθωσαν από την Α.
Α. το ακίνητο,, το οποίο εν συνεχεία, όπως προεκτέθηκε, αγόρασαν από αυτήν, όπως αυτό περιγράφεται στο υπ' αριθ. …/…-04- 1984 συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Ληξουρίου Παναγάγγελου Καραβιώτη, στο οποίο τοποθέτησαν τις εγκαταστάσεις της εν λόγω εταιρείας τους. Περί τις αρχές του έτους 1990 οι ανωτέρω εκκαλούντες κατέλαβαν ένα τμήμα της όμορης ιδιοκτησίας του ενάγοντος, εμβαδού 654 τ.μ., όπου και εγκατέστησαν, σε βάσεις από σκυρόδεμα που κατασκεύασαν, δύο σιδερένιες κατασκευές (σιλό) για την παραγωγή ετοίμου σκυροδέματος.
Ο εφεσίβλητος αντέδρασε ήπια λόγω της πολυετούς γνωριμίας και επαγγελματικής συνεργασίας του με τους άνω εκκαλούντες, στα πλαίσια δε της εν λόγω αντίδρασής του συμφώνησε με αυτούς να τους παραχωρήσει χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση του επιδίκου τμήματος υπό την αίρεση να μεταβιβάσει η κοινή τους δικαιοπάροχος, Α.
Α., στον αδελφό του Π. Γ. το, ένα άλλο τμήμα οικοπέδου, συνεχόμενο με αυτό που είχε αυτός αγοράσει το έτος 1984 [αίρεση η οποία χαρακτηρίζεται ως τυχαία, αφού η πλήρωσή της ήταν ανεξάρτητη από τη βούληση των μερών και εξαρτάτο από τη βούληση τρίτου προσώπου, ήτοι της Α. Α. (ΑΠ 637-/2003 ΝοΒ 2004/31)] και με τη μελλοντική προοπτική, μετά την πλήρωση της άνω αίρεσης, ο εφεσίβλητος να μεταβίβαζε κατά πλήρη κυριότητα στους Ν.
και Γ. Ζ. την επίδικη έκταση. Η εν λόγω συμφωνία τους αποτυπώθηκε στο από Απριλίου του 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου - Μηχανικού Δ. Α., το οποίο επικυρώθηκε το έτος 1996 με την υπογραφή του εν λόγω τοπογραφικού από τον Α. Γ. και τους αδελφούς Ν. και Γ. Ζ., οι οποίοι όμως (αδελφοί Ζ.) δεν τήρησαν τη συμφωνία, καθώς, ενεργώντας σε αντίθεση με τα συμφωνηθέντα - και χωρίς να έχει λάβει χώρα η προσυμφωνηθείσα μεταβίβαση ακινήτου από την Α.
Α. στον Π. Γ. το - στις 22-01-1999 προέβησαν, με τη σύμπραξη της τελευταίας (δικαιοπαρόχου τους), στη διόρθωση του προρρηθέντος υπ' αριθ. …/….- 04-1984 συμβολαίου και περιέλαβαν στην ιδιοκτησίας τους το επίδικο τμήμα του ενάγοντος εν αγνοία και χωρίς τη θέληση αυτού, συνταχθείσης προς τούτο της προαναφερθείσας υπ' αριθ.
…/…-01-1999 διορθωτικής πράξης του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Παναγάγγελου Καραβιώτη, η οποία συνυπεγράφη και από τους τρεις ως άνω συμβληθέντες, ήτοι από την Α. Α., από το Ν.Ζ. και από τον Γ. Ζ., αποτυπωθείσας πλέον της όλης ιδιοκτησίας των εκκαλούντων της Α έφεσης στο, προσαρτηθέν στην άνω συμβολαιογραφική διορθωτική πράξη, από Δεκεμβρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του αυτού ως άνω Τοπογράφου - Μηχανικού Δ.
Α.. Στη συνέχεια, οι εκκαλούντες της Α έφεσης και ενώ ο ήδη εφεσίβλητος είχε ήδη ασκήσει σε βάρος τους την από 08-03-2001 (με αριθμό κατάθεσης 69/2001) διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που αφορούσε το επίδικο και η οποία είχε νομίμως εγγραφεί στα Βιβλία Διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου (στο τόμο …, με αύξοντα αριθμό …), με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί αυτός κύριος του επιδίκου και να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να του το αποδώσουν, πώλησαν, δυνάμει του προρρηθέντος υπ' αριθ.
…/…-11-2001 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Παναγάγγελου Καραβιώτη, που νομίμως μετεγράφη στο τόμο … και με αύξοντα αριθμό … των Βιβλίων Μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου Αγροστολίου, το ανωτέρω ακίνητο ιδιοκτησίας τους, στο οποίο είχαν ενσωματώσει, χωρίς τη θέληση του εφεσιβλήτου και το επίδικο τμήμα των 654 τ.μ, με τις εντός αυτού εγκαταστάσεις, στην εκκαλούσα της Β έφεσης εταιρεία με την επωνυμία "ΙΟΝΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε.
η οποία τελούσε σε πλήρη γνώση της διεκδίκησης του επιδίκου τμήματος του οικοπέδου από τον εφεσίβλητο, καθώς υφίσταται ρητή αναφορά στο υπ' α ριθ. …./2001 συμβόλαιο ότι η αγοράστρια εταιρεία δηλώνει ότι, ανεξαρτήτως της απόφασης που θα εκδιδόταν επί της προαναφερθείσας από 08- 03-2001 (με αριθμό κατάθεσης 69/2001) διεκδικητικής αγωγής, "παραιτείται του δικαιώματος να ζητήσει επιστροφή οποιουδήποτε ποσού, έστω και μέρους του τιμήματος που συνολικά δίδεται για τη μεταβίβαση του περιγραφομένου στο παρόν ακινήτου".
Η "ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε." συνέχισε να διατηρεί επί του διεκδικουμένου τμήματος των 654 τ.μ. τα προαναφερθέντα δύο σιλό παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος, που είχαν εγκαταστήσει οι πωλητές, επιπλέον δε εγκατέστησε σε αυτό τμήμα ράμπας εκφόρτωσης υλικών. Ακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθ. 1242/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία αναγνώρισε την κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο τμήμα των 654 τ.μ.
και υποχρέωσε αμφοτέρους τους εκεί εναγομένους (ήδη εκκαλούντες της Α έφεσης - αδελφούς Ζ.) να αποδώσουν αυτό στο εκεί ενάγοντα (ήδη εφεσίβλητο) Α. Γ., απόφαση που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 407/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την κατ' αυτής ασκηθείσα από τους εναγομένους έφεση, ενώ με την υπ' αριθ. 1102/27-05-2014 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η από 29-06-2009 αίτηση αναίρεσης των ηττηθέντων εκκαλούντων - εναγομένων κατά της υπ' αριθ. 407/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι κατείχαν το επίδικο όχι παράνομα, αλλά με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος, ως χρησάμενοι βάσει της ανωτέρω άτυπης σύμβασης χρησιδανείου, τα αποτελέσματα της οποίας ανετράπησαν αυτοδικαίως από τη στιγμή που αυτοί έπαυσαν να κατέχουν το επίδικο τμήμα του ακινήτου για λογαριασμό του ενάγοντος και άρχισαν να το νέμονται για δικό τους πλέον λογαριασμό, αντιποιούμενοι έτσι τη νομή του τελευταίου, ο οποίος πληροφορήθηκε το εν λόγω γεγονός στις 16-11-2001 (αφού, κατ' άρθρο 982 Α.Κ. "Αν ο αντιπρόσωπος του νομέα θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα προτού λάβει γνώση της αντιποίησης), ημερομηνία κατά την οποία ο εφεσίβλητος έλαβε, κατά την έννοια του άρθρου 937 Α.Κ., γνώση της ζημίας και ότι αυτή προκλήθηκε συγκεκριμένα από τους δύο πρώτους εναγομένους, μέσω της εκ μέρους τους παράνομης αποβολής του από το επίδικο, έλαβε δηλαδή γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης των τελευταίων, η οποία αποτελεί και την έναρξη της προβλεπόμενης στο ανωτέρω άρθρο πενταετούς παραγραφής και κατά την οποία (ημερομηνία) καταρτίσθηκε το υπ' αριθ.
…/….-11-2001 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου (πρώην Ληξουρίου) Παναγάγγελου Καραβιώτη, με το οποίο οι εκκαλούντες της Α έφεσης μεταβίβασαν λόγω πώλησης το όμορο ακίνητο τους, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό και το επίδικο τμήμα, στην εκκαλούσα της Β έφεσης Ανώνυμη Εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "ΙΟΝΙΟΣ A.E".
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η κατάληψη του επιδίκου από τους εκκαλούντες της Α έφεσης κατέστη παράνομη και ενάντια στη θέληση του εφεσιβλήτου, κατά την έννοια των άρθρων 984 § 1, 914 και 1099 Α.Κ.. στις 16-11-2001 και όχι στις 22-01-1999, όπως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε.
Επομένως, για το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1990 και μέχρι τις 15-11-2001 οι δύο πρώτοι εναγόμενοι δεν υπέχουν ευθύνη για αποζημίωση του ενάγοντος, ούτε κατ' άρθρο 1099 Α.Κ., ούτε και ευθέως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, πρωτίστως διότι δεν υφίστατο το, αναγκαίο για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης, στοιχείο του παρανόμου της κατάληψης του επιδίκου τμήματος.
Αντιθέτως, στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων στις 16-11-2001 και δη με ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914 επ. Α.Κ., με δεδομένο όμως ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους στις 19-05-2010, όταν και διακόπηκε, κατά το άρθρο 261 § 1 εδ. α Α.Κ., η παραγραφή της εκ του άρθρου 914 ΑΚ.
αξίωσης του ενάγοντος, η τελευταία είχε μέχρι τότε (και συγκεκριμένα στις 16-11-2006, ήτοι πριν την κατάθεση της ένδικης αγωγής στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) υποκύψει στην ως άνω πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ. (που εφαρμόζεται και επί της από το άρθρο 1099 του αυτού Κώδικα αξίωσης του κυρίου για αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις κατά του νομέα που απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη) ως προς τα ωφελήματα που πορίστηκαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι.
Ενόψει της παραγραφής της κύριας βάσης της αγωγής ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους, πρέπει να εξεταστεί ως προς αυτούς η ουσιαστική βασιμότητα της επικουρικής βάσης της αγωγής κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. Α.Κ., η οποία, σημειωτέον, κρίνεται πλήρως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα αναγκαία για την θεμελίωση της σχετικής αξίωσης στοιχεία, όπως αυτά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, αλλά και νόμιμη, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην τελευταία σκέψη, είναι μεν επιβοηθητικής φύσης και δεν δίδεται μαζί και παράλληλα με την αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διάφορα ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, προϋπόθεση που συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία στα στοιχεία της"αγωγικής βάσης των άρθρων 904 επ.
Α.Κ. προστίθεται ότι τα αιτούμενα από έκαστο εναγόμενο ποσά, τα οποία ταυτίζονται με αυτά που αποτελούν το αντικείμενο της κυρίας αγωγικής βάσης, είναι εκείνα κατά τα οποία κατέστησαν πλουσιότεροι οι τελευταίοι χωρίς νόμιμη αιτία, καθώς εκμεταλλεύθηκαν το επίδικο ακίνητο ιδιοκτησίας του ενάγοντος, χωρίς να καταβάλλουν το μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο σε άλλη περίπτωση θα έπρεπε να καταβάλλουν είτε στον ενάγοντα για το επίδικο, αφού σε αυτό εγκατέστησαν το ζωτικό τμήμα της επιχείρησής τους, είτε σε τρίτο πρόσωπο για να μισθώσουν άλλο ακίνητο, στο οποίο θα έπρεπε να μετεγκαταστήσουν της επιχείρηση τους.
Ως προς την εν λόγω αγωγική βάση, λεκτέα τα ακόλουθα: Το άρθρο 29 του Ν 1337/1983 ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής : "1. Με Π. Διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, ορίζονται οι πόλεις και οικισμοί γύρω από τα όρια των οποίων καθορίζεται Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.).
Με τα Π. Διατάγματα αυτά καθορίζεται και το πλάτος των Ζ.Ο.Ε. σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση οικισμού ή θέσης του ή προσδιορίζονται τα όρια της Ζ.Ο.Ε. σε χάρτη κατάλληλης κλίμακας που δημοσιεύεται με σμίκρυνση μαζί με το Π.Δ/γμα. Το πλάτος της Ζ.Ο.Ε. υπολογίζεται από τα αντίστοιχα ακραία όρια του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή του οικισμού προ του 1923.
Με τα παραπάνω Π. Διατάγματα καθορίζονται κατά τη συγκεκριμένη περίπτωση οι όροι και περιορισμοί χρήσεως γης ή άλλοι όροι και περιορισμοί, που επιβάλλονται μέσα στις Ζ.Ο.Ε. και ιδιαίτερα το όριο εμβαδού κάτω από το οποίο δεν επιτρέπεται η κατάτμηση της γης. Με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του ανωτέρω άρθρου 29 του Ν 1337/1983 εκδόθηκε το Π.Δ.
της 03ης-12-1985 (ΦΕΚ Δ 2/20-01-1986), στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται ότι στην, ήδη καθορισθείσα στο άρθρο 1 αυτού, ως Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ), υπ' αριθ. 2 περιοχή, όπου βρίσκονται και τα αγροτεμάχια των διαδίκων μερών, "επιτρέπεται η δόμηση κτισμάτων για εγκαταστάσεις κοινής ωφελείας, δημόσιες ή δημοτικές, αντλητικές εγκαταστάσεις και εγκαταστάσεις αναψυχής".
Ενόψει των ανωτέρω, η υπ' αριθ. 2 περιοχή που αναφέρεται στο Π.Δ. της 03ης-12- 1985, το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 29 του Ν 1337/1983 και στην οποία βρίσκονται, εκτός εγκεκριμένου σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών προγενέστερων του 1923, τα ένδικα ακίνητα των διαδίκων μερών, επομένως και η επίδικη λωρίδα, έχει καθορισθεί ως Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ), στην οποία επιτρέπεται η δόμηση κτισμάτων αποκλειστικά και μόνο για εγκαταστάσεις κοινής ωφελείας, δημόσιες ή δημοτικές, αντλητικές εγκαταστάσεις και εγκαταστάσεις αναψυχής, ρύθμιση η οποία συνιστά περιορισμό του φάσματος των δυνατών χρήσεων του επιδίκου, ο οποίος όμως είναι καθ' όλα νόμιμος, καθώς στοχεύει στην συνταγματικώς επιβαλλόμενη διαφύλαξη του περιβάλλοντος.
Κατά συνέπεια, η επίδικη έκταση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μίσθωσης, η δε σχετική σύμβαση θα ήταν άκυρη ως αντιβαίνουσα στους ανωτέρω νόμιμους και συνταγματικώς επιβαλλόμενους περιορισμούς του φάσματος των δυνατών χρήσεων της εν λόγω έκτασης, με αποτέλεσμα, η εκ μέρους των δύο πρώτων εναγομένων χρήση του επιδίκου χωρίς τη γνώση και τη βούληση του ενάγοντος, να μην έγινε με ζημία αυτού, αφού ο τελευταίος δεν είχε το δικαίωμα να εκμισθώσει το επίδικο, ούτε στους δύο πρώτους εναγομένους, ούτε σε οποιονδήποτε τρίτο, επομένως δεν δικαιούται να αναζητήσει την, εκ της εξοικονόμησης δαπανών για την εκμίσθωση οποιουδήποτε άλλου χώρου (είτε εντός, είτε εκτός Ζ.Ο.Ε.), όπου θα εγκαθιστούσαν την επιχείρησή τους, ωφέλεια των δύο πρώτων εναγομένων, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν επήλθε από την περιουσία του ενάγοντος ή με ζημία αυτού.
Επομένως, η επικουρική αγωγική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο την έκανε εν μέρει δεκτή και δη για το χρονικό διάστημα από 22-01-1999 έως 16-11-2001 και υποχρέωσε τους δύο πρώτους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 15.778,37 ευρώ και δη κατά ποσοστό 1/2 (από 7.889,19 ευρώ) έκαστος, εσφαλμένως το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε, γενομένων δεκτών ως και ουσιαστικώς βασίμων των σχετικών λόγων των εφέσεων (τέταρτου της Α έφεσης και τρίτου της Β έφεσης).
Κατά τα λοιπά, μετά την απόρριψη από το παρόν Δικαστήριο ως αόριστης της κύριας αγωγικής βάσης των άρθρων 1099 και 914 επ. Α.Κ. ως προς την τρίτη εναγομένη, πρέπει να ερευνηθεί ως προς αυτήν η επικουρική αγωγική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία πρωτοδίκως δεν ερευνήθηκε (ΑΠ 16/2008 ΝΟΜΟΣ). Πλην όμως, η εν λόγω αγωγική βάση πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως μη νόμιμη, καθώς ο ίδιος ο ενάγων εξιστορεί στο αγωγικό δικόγραφο ότι το επίδικο μεταβιβάσθηκε, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ. 12743/16-11-2001 συμβολαίου, από τους δύο πρώτους εναγομένους, οι οποίοι δεν ήταν κύριοι αυτού, αφού το είχαν παρανόμως ενσωματώσει στον τίτλο κτήσης τους, στην τρίτη εναγομένη Ανώνυμη Εταιρεία, η οποία έκτοτε συνέχισε να εκμεταλλεύεται το επίδικο μέχρι το μήνα Μάιο του 2010 (όταν κατατέθηκε η ένδικη αγωγή), επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η ανωτέρω σύμβαση είναι καθ' όλα έγκυρη και αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού της τρίτης εναγομένης, καθώς μόνη η έλλειψη κυριότητας των πωλητών δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης πώλησης του επιδίκου, ανεξαρτήτως του ότι η τρίτη εναγομένη δεν απέκτησε την κυριότητά του, διότι από τις καταρτιζόμενες συγχρόνως με το ίδιο συμβόλαιο πώλησης του επιδίκου ακινήτου, η μεν ενοχική (υποσχετική) σύμβαση ήταν απολύτως έγκυρη και ισχυρή, η δε εμπράγματη (εκποιητική) σύμβαση και η εντεύθεν μεταβίβαση της κυριότητας ήταν αδύνατη και έτσι δεν παρήγαγε τα αποτελέσματά της, με ενδεχόμενη συνέπεια η αρχική υποχρέωση των μεταβιβαζόντων να μετατρέπεται σε δευτερογενή υποχρέωση αποζημίωσης της τρίτης εναγομένης προς την οποία έγινε η μεταβίβαση, ταυτοχρόνως δε ουδόλως προέκυψε ότι η ανωτέρω σύμβαση κατέστη ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή ότι ανατράπηκαν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιονδήποτε λόγο, όπως π.χ.
με λύση αυτής λόγω υπαναχώρησης ή πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης ή κατά το άρθρο 388 Α.Κ. (στοιχεία που έπρεπε, ούτως ή άλλως, να επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, αναφορά που όμως δεν γίνεται στην αγωγή, με συνέπεια να καθίσταται αυτή, ως προς την έλλειψη της σχετικής αναφοράς, απαράδεκτη λόγω αοριστίας), σημειωτέου εδώ και του ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 1242/2006 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία έγινε δεκτή η από 08-03- 2001 (με αριθμό κατάθεσης 69/2001) διεκδικητική αγωγή που άσκησε ο ήδη εφεσίβλητος κατά των εκκαλούντων της Α έφεσης, με αυτήν δε, αφενός αναγνωρίσθηκε ότι ο εφεσίβλητος είναι αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου, αφετέρου υποχρεώθηκαν οι εκεί εναγόμενοι να του αποδώσουν το ανωτέρω επίδικο, δεν καλύπτει, ως προς το ζήτημα της επί του επιδίκου κυριότητας του ενάγοντος με βάση τον παράγωγο τρόπο κτήσης δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ.
…/…-10-1988 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Παναγάγγελου Καραβιώτη, την εδώ τρίτη εναγομένη ως ειδική διάδοχο των δύο πρώτων εναγομένων, καθώς αυτή ουδέποτε κατέστη κυρία του επιδίκου κατά τα προεκτεθέντα, ώστε να μπορεί να στηρίξει το επικαλούμενο από αυτήν δικαίωμα κυριότητας στο προρρηθέν υπ' αριθ.
…/…-11-2001 συμβόλαιο, αφού, ως προελέχθη, η έλλειψη κυριότητας των πωλητών στο πωληθέν επίδικο, δεν είχε μεν ως συνέπεια την ακυρότητα της ανωτέρω σύμβασης πώλησης, η οποία όμως δεν προσπόρισε στην τρίτη εναγομένη κυριότητα στο επίδικο ακίνητο, με συνέπεια, για να πάψει η ανωτέρας σύμβαση να αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού της τρίτης εναγομένης, να πρέπει ο ενάγων της ένδικης αγωγής να ασκήσει σε βάρος της είτε τη διεκδικητική αγωγή του άρθρου 1094 Α.Κ., είτε, εφόσον αυτή αμφισβητεί το εμπράγματο αυτό δικαίωμά του, την αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή του άρθρου 70 ΚΠολΔ, με παράλληλη σώρευση και της αγωγής "ακυρότητας του συμβολαίου", με την οποία βεβαίως θα μπορεί να ζητήσει, όχι την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης του ακινήτου λόγω έλλειψης κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, αφού αυτή είναι έγκυρη, αλλά να αναγνωριστεί ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι δεν ήταν κύριοι του επιδίκου που πώλησαν, η δε τρίτη εναγομένη που το αγόρασε, λόγω της έλλειψης κυριότητας των πωλητών, δεν έγινε κυρία αυτού, ήτοι την αναγνωριστική αγωγή με την αρνητική της μορφή, της αναγνώρισης της ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας της τρίτης εναγομένης στο επίδικο, δικονομικές ενέργειες στις οποίες ο ενάγων δεν έχει προβεί, γενομένων δεκτών ως και ουσιαστικών βασίμων των αντίστοιχων λόγων των εφέσεων (έκφανση του τέταρτου λόγου της Α έφεσης και έβδομου λόγου της Β έφεσης).
Τέλος, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες και οι αιτιάσεις των εκκαλούντων περί εσφαλμένης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απόρριψης της ένστασης καταχρηστικής, κατ' άρθρο 281 Α.Κ., άσκησης της ένδικης αγωγής, την οποία παραδεκτώς προέβαλαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του άνω Δικαστηρίου και την επαναφέρουν ως λόγο έφεσης, θεμελιώνοντας αυτήν στο ότι ο ενάγων γνώριζε εξαρχής την κατασκευή του τοιχίου, το οποίο περιέκλειε το επίδικο μέσα στο ακίνητο των δύο πρώτων εναγομένων και είχε αποδεχθεί πλήρως την κατάσταση, όταν δε αγόρασε το δικό του ακίνητο το 1988, βρήκε ήδη διαμορφωμένη την κατάσταση, για την οποία ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε στους εναγομένους, παρά μόνο είκοσι χρόνια αργότερα, όταν άσκησε την ένδικη αγωγή (Μάιος 2010) και δέκα χρόνια μετά τη μεταβίβαση του επιδίκου στην τρίτη εναγομένη, επιχειρώντας μάλιστα να ενισχύσουν τον ισχυρισμό τους με την κατάθεση του Π.
Γ.του, αδελφού του ενάγοντος, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος ο μάρτυρας, παρουσία και του ενάγοντος, μετέφερε και τοποθέτησε στο επίδικο, με το γερανό του αδελφού του, το μηχάνημα παραγωγής τσιμέντου της εταιρείας των δύο πρώτων εναγομένων, με συνέπεια, όπως ισχυρίσθηκαν με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου προτάσεις τους, με τις οποίες ζητούσαν την απόρριψη της αγωγής γι' αυτό το λόγο, "η εν λόγω συμπεριφορά του αντιδίκου και οι περιστάσεις που μεσολάβησαν ....
σε συνδυασμό με την τεράστια ζημία που θα υποστούν στην αδόκητη και απίθανη περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η υπό κρίσιν αγωγή", να "καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή της κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ.", με την επί πλέον προσθήκη από την τρίτη εναγομένη ότι, μετά τα προαναφερθέντα, της δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση ότι δεν θα εγερθεί ποτέ η κρινόμενη αγωγή.
Οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι και τούτο διότι από την διεξαχθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής δικαιολογείται από το χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε για να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της από 08-03-2001 διεκδικητικής αγωγής του ενάγοντος, ήτοι η υπ' αριθ. 407/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 21-05-2009, καθώς η τελεσίδικη κρίση περί της κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου τμήματος του οικοπέδου της ιδιοκτησίας του, ως προδικαστικό ζήτημα για την επιδίκαση σε αυτόν αποζημίωσης από την παράνομη κατάληψή του, αποτελούσε προαπαιτούμενο αυτής, με συνέπεια και αν ακόμη είχε ασκήσει την κρινόμενη αγωγή σε προγενέστερο χρόνο, αυτή να τελούσε υπό την δικονομική και ουσιαστική αίρεση της τελεσίδικης κρίσης των αρμοδίων Δικαστηρίων επί του ζητήματος της κυριότητας του επίδικου (εκτός και αν σώρευε αμφότερες τις αγωγές στο αυτό δικόγραφο, ενέργεια στην οποία άλλωστε δεν υποχρεούτο), ταυτοχρόνως δε αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ουδέποτε αποδέχθηκε την κατάσταση [η οποία, σημειωτέον, δεν είχε προηγηθεί της απόκτησης του δικού του οικοπέδου (1988), αλλά έλαβε χώρα μετά από αυτήν και δη το έτος 1990], ερχόμενος σε συνεννόηση με τους δύο πρώτους εναγομένους, την οποία αποτύπωσαν στο από Απριλίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου - Μηχανικού Δ.
Α., το οποίο επικυρώθηκε το έτος 1996 με την υπογραφή αυτού από τον ενάγοντα και τους δύο πρώτους εναγομένους, οι οποίοι, σημειωτέον, εξεδήλωσαν προς τα έξω την αντιποίηση της νομής του ενάγοντος στο επίδικο στις 16-11- 2001, όταν ο τελευταίος έλαβε γνώση της εν λόγω αντιποίησης. Επομένως και εφόσον οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται άλλα περιστατικά, αναγόμενα στη συμπεριφορά του ενάγοντος, από τα οποία να συνάγεται εκδηλωση της βούλησής του να παραιτηθεί από τη διεκδίκηση των αξιώσεών του και να μην επιδιώξει την ικανοποίησή τους, η προβληθείσα από αυτούς ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής ορθώς απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε, τυπικά και κατ' ουσία τις εφέσεις των εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε, την ένδικη αγωγή στο σύνολό της. Ειδικότερα δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, ότι η αγωγή: 1) κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον των δύο πρώτων εναγομένων για τα ωφελήματα που πορίστηκαν από την παράνομη και χωρίς τη θέλησή του ενάγοντος κατάληψη του επίδικου ακινήτου κυριότητας του, είναι ουσιαστικά αβάσιμη, κατά μεν την κύρια βάση της από την αδικοπραξία που έλαβε χώρα από τις 16-11-2001 μέχρι την άσκηση της αγωγής, λόγω συμπλήρωσης της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ, κατά δε την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω της μη πρόκλησης ζημίας στον ενάγοντα, που οφείλεται στη μη δυνατότητα σύναψης έγκυρης σύμβασης μίσθωσης του επιδίκου στους πιο πάνω εναγομένους ούτε σε οποιονδήποτε τρίτο, εξαιτίας των προαναφερόμενων περιορισμών χρήσεως γης που τέθηκαν για την περιοχή, σύμφωνα με το ΠΔ 3/12/1985 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρα 29 του ν. 1337/1983 και 2) κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της τρίτης εναγομένης ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (μετά την απόρριψη της κύριας αγωγικής βάσης από την αδικοπραξία ως αόριστης), είναι μη νόμιμη, διότι η (ενοχική) σύμβαση πώλησης που κατάρτισε η τελευταία με τους δύο πρώτους εναγομένους, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού της που προέρχεται από την εκμετάλλευση του πιο πάνω ακινήτου, καθόσον, η σύμβαση αυτή είναι καθ' όλα έγκυρη, ούτε προέκυψε ότι κατέστη ανίσχυρη ή ακυρώσιμη, ανεξαρτήτως του ότι η ίδια (τρίτη εναγόμενη) δεν απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 904§1 εδαφ. α ΑΚ, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως προς τους δύο πρώτους εναγόμενους, επειδή έκρινε ότι δεν επήλθε ζημία στον ενάγοντα από την αυθαίρετη και παράνομη κατάληψη του επίδικου ακινήτου από τους πιο πάνω εναγόμενους, διότι δεν υπήρχε δυνατότητα σύναψης έγκυρης μίσθωσης του επιδίκου, μεταξύ αυτού και των αντιδίκων του αλλά ούτε και με οποιονδήποτε τρίτο για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.
Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, με την αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επιδιώκεται η απόδοση της ωφέλειας που είχε ο λήπτης από την αυθαίρετη και παράνομη χρήση ξένου πράγματος δηλαδή ενός άϋλου αγαθού στην περιουσία του δότη, η οποία έχει ως συνέπεια την εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης, από τη χρήση αντίστοιχου πράγματος, που είναι αναγκαίο για τις δραστηριότητες του λήπτη, για τον υπολογισμό δε της αντικειμενικής αξίας που έχει το πιο πάνω αγαθό στην περιουσία του δότη απαιτείται να γίνει αναγωγή στην μισθωτική αξία του ξένου πράγματος.
Επομένως, ανεξάρτητα από τη δυνατότητα ή μη, στην κρινόμενη περίπτωση, σύναψης μεταξύ των διαδίκων έγκυρης σύμβασης μίσθωσης για το επίδικο ακίνητο, ζήτημα που δεν αποτελεί αντικείμενο της ένδικης αξίωσης, οι πρώτος και δεύτερος εναγόμενοι όφειλαν ν' αποδώσουν στον ενάγοντα την ωφέλεια που αποκόμισαν με την εξοικονόμηση της αντίστοιχης δαπάνης από την παράνομη και χωρίς τη θέλησή του χρήση και εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 22-1-1999 έως 16-11-2001 για τις ανάγκες της επιχείρησής τους.
Επισημαίνεται μάλιστα ότι, οι εγκαταστάσεις και οι δραστηριότητες της εν λόγω επιχείρησης εξακολούθησαν να λειτουργούν όλο το παραπάνω διάστημα, μολονότι δεν περιλαμβάνονταν στο φάσμα, των, επιτρεπτών χρήσεων της Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου ΖΟΕ που ίσχυαν για τη συγκεκριμένη περιοχή, καθόσον δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή ότι οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί που καθορίστηκαν με το προαναφερόμενο Π.Δ.
της 3-12-1985 αποτέλεσαν, στην πραγματικότητα, εμπόδιο για τη χρήση του επιδίκου από τους πιο πάνω εναγόμενους. Περαιτέρω, το Εφετείο παραβίασε, επίσης, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ίδια ουσιαστική διάταξη (άρθρ. 904§1 εδ. α' ΑΚ) με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως προς την Τρίτη εναγομένη, κρίνοντας ότι ο πλουτισμός της από την αυθαίρετη χρήση του ξένου (επίδικου) ακινήτου προήλθε από νόμιμη αιτία και, ειδικότερα, από την έγκυρη σύμβαση πώλησης που συνήψε με τους δύο πρώτους εναγόμενους για την αγορά του ακινήτου του, στο οποίο περιέλαβαν παράνομα και το επίδικο, δυνάμει του …/…-11-2001 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου.
Όμως, η σύναψη της ανωτέρω σύμβασης αφορά στις σχέσεις μόνον μεταξύ των πιο πάνω εναγομένων, τους οποίους και δεσμεύει και όχι τη σχέση μεταξύ του ενάγοντος και της τρίτης εναγόμενης.
Συνεπώς, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, η τελευταία εξακολούθησε να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται παράνομα χωρίς τη θέληση του ενάγοντος το επίδικο (ξένο) ακίνητο για τις ανάγκες της επιχείρησης της, αποκομίζοντας τη σχετική ωφέλεια, χωρίς νόμιμη αιτία, από την εξοικονόμηση της αντίστοιχης δαπάνης κατά το διάστημα, από 16-11-2001 μέχρι τον Μάιο 2010, η αγωγή αυτή ήταν νόμιμη καθόσον διαλαμβάνονταν στο δικόγραφό της όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση της επικουρικής της βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επομένως οι δεύτερος, τρίτος και (κατ' εκτίμηση) πέμπτος (τελευταίος) λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που αναφέρονται στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 539 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.
VI. Εάν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται σε περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες όμως δεν πλήττονται όλες με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, αφού, και εάν γίνουν δεκτοί οι ασκηθέντες λόγοι αναίρεσης, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν θα θιγεί, αφού θα στηρίζεται αυτοτελώς σε έκαστη των λοιπών, μη προσβληθεισών, αιτιολογιών.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το πρώτο λόγο αναίρεσης επιρρίπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την προσβαλλόμενη υπέπεσε στην προειπωθείσα πλημμέλεια (του αρ. 1α), διότι, κατ' αυτόν, παραβίασε (κατ' εκτίμηση) με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων του Α.Κ. 914, 984 § 1 ΚΑΙ 1099.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι η κατάληψη του επιδίκου από τους δύο πρώτους εναγόμενους - αναιρεσίβλητους έγινε παράνομα και χωρίς τη θέλησή του στις 16-11-2011, παραβίασε, κατά τα ως άνω, τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, αφού εξετέρου δέχτηκε, ότι η υπογραφή από αυτούς (1ο - 2ο αναιρεσίβλητους) του …/…-1-1999 συμβολαίου, με το οποίο διόρθωσαν το αρχικό …/…-4-1984 συμβόλαιο και περιέλαβαν στην ιδιοκτησία τους χωρίς τη θέλησή του (αναιρεσείοντος) το επίδικο τμήμα του οικοπέδου του που είχαν καταλάβει, δεν στοιχειοθετεί αδικοπρακτική αυτών συμπεριφορά.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αλυσιτελής, σύμφωνα με την αντίστοιχη νομική σκέψη, εφόσον δεν πλήττει και δη επιτυχώς την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η αξίωση του ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντος για αποζημίωσή του από την παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων αναιρεσίβλητων έχει υποκύψει στην κατ' άρθρο 937 ΑΚ παραγραφή της πενταετίας, καθότι (όπως έγινε δεκτό) ο αναιρεσείων αν και ήταν γνώστης αυτής (αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς) από τις 16-11-2001, οπότε οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι είχαν μεταβιβάσει στην Τρίτη από αυτούς την ιδιοκτησία τους, στην οποία συμπεριλαμβάνεται το επίδικο και ο ίδιος ως όμορος ιδιοκτήτης (κατά παραδοχή της προσβαλλόμενης) αντιλήφθηκε έκτοτε την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος εν τούτοις άσκησε την ένδικη αγωγή, στις 19-5-2010, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της πιο πάνω παραγραφής.
VII. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης δεν αρκεί να αναφέρεται (μόνον) ενάριθμα η καταλογιζόμενη πλημμέλεια, αλλά πρέπει (πάντοτε) επακριβώς να αναπτύσσεται κατά το περιεχόμενο της, (όπως λ.χ., όταν αποδίδεται το παράπονο της ευθείας ή πλάγιας παραβίασης ουσιαστικού κανόνα). Ήτοι, πρέπει να γίνεται αναφορά στα επί μέρους εννοιολογικά στοιχεία, κατά την ανωτέρω παρατεθείσα ανάλυση (βλ.
ΑΠ 301/2020). Περαιτέρω, κατά την έννοια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι για την ίδρυση του παρόντος λόγου, απαιτείται, μεταξύ άλλων, το δικαστήριο να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι να απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο (Ολ. ΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που συναρτάται με την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, διότι γίνεται μόνον ενάριθμη μνεία της πλημμέλειας αυτής, πράγμα, όμως, που δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένο το λόγο αναίρεσης, όπως ανωτέρω αναπτύσσεται.
Ακόμη, ο πέμπτος κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθότι στην προκειμένη περίπτωση για την Τρίτη εναγομένη, σε σχέση με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, έκρινε ότι η αγωγή ήταν χωρίς να εισέλθει στην ουσιαστική έρευνα αυτής και να καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα.
VIII. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, και δη, κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απέρριψε την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος περί αδικαιολόγητου πλουτισμού ως ουσιαστικά αβάσιμη σε σχέση με τους δύο πρώτους εναγόμενους - αναιρεσίβλητους και ως μη νόμιμη καθόσον αφορά στην τρίτη εναγόμενη - αναιρεσίβλητη. Μετ' αναίρεση η υπόθεση κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος πρέπει για περαιτέρω εκδίκαση να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε (την εν μέρει) αναιρούμενη απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, πλην αυτής που εξέδωσε την αναιρούμενη (μερικώς) απόφαση (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιστραφεί το καταβληθέν παράβολο στον καταθέσαντα και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του αιτήματός του, στους ηττώμενους αναιρεσίβλητους (άρθρα 176, 183, 191 § 2, 495 § 3 ΚΠολΔ) σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 293/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό εκτιθέμενα.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο Μονομελές Εφετείο, Πατρών που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην της Εφέτη που εξέδωσε τη μερικώς αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα.
Και
Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ποσό των οποίων ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ