Supreme Court dismisses appeal for failure to specify evidence and distortion of documents under Article 559 of Civil Procedure Code.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a third-instance court decision regarding land ownership. The appellants argued that the lower court distorted specific documents and evidence, including a survey map and a will acceptance, to rule the disputed land as public domain. The court rejected these claims because the appellants failed to precisely identify the documents, explain the alleged distortion, and demonstrate the specific evidentiary harm caused by such distortion.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticle 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of evidence is inadmissible if the appellant fails to specify the true content of the document, the content attributed to it by the appealed decision, the substantive claim regarding its proof, and the resulting prejudicial evidentiary finding.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 885 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 885/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. συζύγου Δ. Φ., το γένος Θ. και Β. Ρ., κατοίκου …, 2) Ι. Ρ. του Θ. και Β., κατοίκου …., 3) Ε. συζύγου Η. Μ., το γένος Θ. και Β. Ρ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Μαουσίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ρ. του Γ., 2) Σ. Ρ. του Γ., 3) Χ. χήρας Γ. Ρ. το γένος Χ. Κ., κατοίκων απάντων οικισμού ... του Δήμου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπάνακα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-6-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για το ορισμένο του άνω λόγου αναίρεσης θα πρέπει να αναφέρονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν ευθέως και οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΟΛ ΑΠ1/2016). Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι, "αν και στην αγωγή τους περιέγραφαν πλήρως το οικόπεδό τους, παρόλα αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση <μπέρδεψε> τα όρια και την έκταση του επίδικου τμήματος που περιλαμβάνεται στο όλο ακινήτο τους, το οποίο οι αναιρεσίβλητοι καταπάτησαν, δηλαδή, ενώ ισχυρίζονταν ότι το όλο οικόπεδό τους ήταν 4118 τμ και οι αναιρεσίβλητοι τοποθέτησαν τα γεωργικά μηχανήματά τους σε έκταση 18, 10μχ10μ=181περίπου τμ αυτού και ενώ και η ίδια η προσβαλλόμενη δέχεται ότι το επίδικο έχει σχήμα παραλληλόγραμμου (18, 10μχ10μ), 181τμ, καταλήγει εσφαλμένα ότι η επίδικη έκταση είναι 118τμ, παρασυρόμενη από τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι η έκταση του οικοπέδου τους (αναιρεσειόντων) ήταν 4000τμ γιατί έτσι αναγραφόταν στην αποδοχή κληρονομιάς του πατέρα τους και θεωρώντας ότι η διόρθωση που έγινε με το από Ιούνιο 2009τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ν.
Κ. σε 4118τμ έγινε με σκοπό να εντάξουν στην ιδιοκτησία τους το κοινόχρηστο έκτασης 118τμ και έτσι θεώρησε εσφαλμένα και αλλοιωμένα πραγματικά περιστατικά που δεν υπάγονται στον εφαρμοστέο κανόνα και απέρριψε την αγωγή τους, δηλαδή δεν υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον ορθώς ερμηνευθέντα κανόνα δικαίου, παρά το γεγονός ότι αυτά υπάγονταν σ' αυτόν και έτσι υπέπεσε στην άνω αναιρετική πλημμέλεια".
Ο λόγος είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ποιο κανόνα ουσιαστικού δικαίου παραβίασε ευθέως το Εφετείο κα, σε κάθε περίπτωση, γιατί υπό το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (AΠ 218/2018).
Αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του για τη μόρφωση της κρίσης του έγγραφο χωρίς την παραπάνω επίκληση δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη, παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση τους, αναφέρονται σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή (1087/2015).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας. β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις γ) ο λόγος για τον οποίο δεν προσκομίστηκαν και δ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 811/2011).
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09).
Εξάλλου, δεν συγκαταλέγονται στα αποδεικτικά έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. ΚΠολΔ τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης και, έτσι, αν δεν τα λάβει υπόψη του το δικαστήριο δεν ιδρύεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος (ΑΠ 791/2020). Για την ίδρυση του ίδιου λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).
Σύμφωνα δε με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 240, 453, 524 παρ. 1 και 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφ` όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα τους (AΠ 363/2017).
Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων ( ΟλΑΠ 14/2005). Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 9/2000).
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 374/2012) Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθ 561παρ 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε μ' αυτή, κατά την ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθ561παρ1 ΚΠολΔ), ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής: <Οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες είναι συγκύριες εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 4/6 η πρώτη, 1/6 η δεύτερη και 1/6 η τρίτη, ενός ακινήτου-οικοπέδου που βρίσκεται στη θέση "..." εντός του οικισμού … του Δήμου ..
του ομωνύμου Υποθηκοφυλακείου του Νομού …, έκτασης κατά τους παρακάτω αναφερόμενους τίτλους κτήσης 4.000 τετρ. μέτρων, συνορεύει δε γύρωθεν ανατολικά με ιδιοκτησίες Κ. Κ. και του αποβιώσαντος Γ. Ρ. στη δικονομική θέση του οποίου μετά το θάνατο του υπεισήλθαν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του ήτοι η σύζυγος του Χ.
Ρ. και τα τέκνα του Σ. Ρ. και Ν. Ρ., βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Φ. και με ιδιοκτησία του ως άνω αποβιώσαντος Γ. Ρ., νότια με ιδιοκτησία Κ. Ρ. και δυτικά με το υπ' αριθμ. … αγροτεμάχιο, το οποίο έχει συνολική έκταση 53.594 τετρ. μέτρα και αποτελεί κοινόχρηστη δημοτική έκταση, παλαιότερα δε είχε παραχωρηθεί για χρήση στο Συνεταιρισμό ...
… Νομού ….. Πέραν του υπ'αριθμ. … αγροτεμαχίου υφίσταται κοινόχρηστη έκταση. Το ακίνητο των εναγουσών, όπως παραπάνω περιγράφηκε, αποτελεί διαιρετό τμήμα του με αριθμό … αγροτεμαχίου, συνολικής έκτασης 26.750 τετρ. μέτρων, περιήλθε δε στην συγκυριότητα αυτών ως ακολούθως: Αρχικά ανήκε κατά κυριότητα στον πατέρα των εναγουσών Θ.
Ρ. του Η., κάτοικο όσο ζούσε ... …, ο οποίος απεβίωσε στο …., στις 31-1-1976, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη. Μόνους δε κληρονόμους κατέλειπε κατά το χρόνο του θανάτου του τα έξι παιδιά του ήτοι α) την Μ. σύζυγο Δ. Μ. το γένος Θ. Ρ., β) την πρώτη ενάγουσα Σ. σύζυγο Δ. Φ. το γένος Θ. Ρ., γ) τη δεύτερη ενάγουσα Ι. Ρ. του Θ., δ) την τρίτη ενάγουσα Ε.
σύζυγο Η. Μ. τα γένος Θ. Ρ., ε) την Α. σύζυγο Α. Μ. το γένος Θ. Ρ. και στ) την Α. σύζυγο Β. Ρ. το γένος Θ. Ρ.. Όλες οι παραπάνω κληρονόμοι απεδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά, και κατέστησαν συγκύριες του ως άνω ακινήτου με παράγωγο τρόπο, συντάχθηκε δε η με αριθμό …./…-8-1984 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Λάρισας Γεωργίου Φ., η οποία, στις 29-8-1984, μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Φαρσάλων, στον τόμο … και αριθμό ….
Στην παραπάνω δήλωση αποδοχής το εν λόγω ακίνητο αναφέρεται με τον αριθμό …. Στο δικαιοπάροχο πατέρα των εναγουσών Θ. Ρ. το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει με έκτακτη χρησικτησία ως εξής: Ο πατέρας του πρώτου των εναγομένων Ν. Θ. Ρ. δυνάμει του με αριθμό …/1926 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Φαρσάλων Ιωάννη Βλαχογεώργη, νομίμως μεταγραμμένου στον τόμο … και αριθμό ….
των βιβλίων μεταγραφών του τέως Δήμου Σκοτούσας του Υποθηκοφυλακείου Φαρσάλων, αγόρασε από τον Α. Π. το 1/6 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος "...", συνολικής έκτασης τούτου κατά τον τίτλο κτήσης 4.000 στρεμμάτων. Στη συνέχεια, ο πατέρας του πρώτου εναγομένου, το έτος 1937 μοίρασε ατύπως το παραπάνω κτήμα -μέρος του οποίου αποτελεί και το ένδικο οικόπεδο- με τους λοιπούς συνδικαιούχους του κτήματος ανάμεσα στους οποίους και ο πατέρας των εναγουσών Θ.
Ρ.. Από την εν λόγω άτυπη διανομή περιήλθε και το προπεριγραφόμενο οικόπεδο στον πατέρα των εναγουσών, ο οποίος ασκούσε σε αυτό πράξεις νομής επισκεπτόμενος αυτό και καθαρίζοντάς το για χρονικό διάστημα 40 ετών, ήτοι τουλάχιστον από το έτος 1937 μέχρι και το θάνατο του το έτος 1976. Από το χρόνο του θανάτου του πατέρα τους Θ.
Ρ. όλες οι κληρονόμοι νέμονταν το ως άνω ακίνητο κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία επισκεπτόμενες αυτό, καθαρίζοντας τον αύλειο χώρο και μάλιστα ανήγειραν επ' αυτού σιταποθήκη, 105 τετρ. μέτρων, εξεδόθη δε προς τούτο η με αριθμό …/…-11-1983 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Φαρσάλων. Στη συνέχεια, εκ των ως άνω κληρονόμων η Μ.
Μ., η Α. Μ. και Α. Ρ. πώλησαν το δικό τους εξ αδιαιρέτου ποσοστό (1/6 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία) στην πρώτη ενάγουσα Σ. σύζυγο Δ. Φ. συντάχθηκε δε προς τούτο και το με αριθμό …/….-8- 1984 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λάρισας Γεωργίου Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Φαρσάλων, στον τόμο … και αριθμό …..
Έτσι, τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά των εναγουσών επί του ακινήτου έκτασης 4.000 τετρ. μέτρων διαμορφώθηκαν σε 4/6 για την πρώτη ενάγουσα Σ. σύζυγο Δ. Φ., σε 1/6 για τη δεύτερη ενάγουσα Ι. Ρ. του Θ. και σε 1/6 για την τρίτη ενάγουσα Ε. σύζυγο Η. Μ.. Η ως άνω ιδιοκτησία των εναγουσών, όπως προαναφέρθηκε, είναι όμορη προς ανατολάς και βορρά με την ιδιοκτησία των εναγομένων.
Ανέκαθεν τα όρια των ακινήτων τους ήταν ασφαλώς καθορισμένα και ουδέποτε είτε ο πατέρας των εναγουσών είτε οι ίδιες οι ενάγουσες είτε οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν τα όρια αυτά. Μάλιστα οι εναγόμενοι έχουν περιφράξει την ιδιοκτησία τους ολόγυρα με τσιμεντοπασσάλους σε σταθερή τσιμεντένια βάση και πλέγμα περίφραξης (σίτα).
Το γεγονός, λοιπόν, τόσο της συγκυριότητας των εναγουσών κατά τα ως άνω ποσοστά, όσο και των ορίων της έκτασης των 4.000 τετρ. μέτρων, ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε τμήμα του με αριθμό …. τεμαχίου, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκεται στο όριο της δυτικής πλευράς της ως άνω έκτασης των 4.000 τετρ.
μέτρων συγκυριότητας των εναγουσών, οι εναγόμενοι, όπως και άλλοι κάτοικοι του χωριού …., από πολλών ετών τοποθετούνε διάφορα γεωργικά μηχανήματα τα οποία έχουν μεγάλο όγκο (σπαρτική μηχανή καλλιεργητή, λιπασματοδιανομέα κλ.π). Το τμήμα αυτό του … τεμαχίου που στο σύνολο του είναι κοινόχρηστος δημοτικός χώρος, έχει έκταση 118 τετρ.
μέτρα, σχήμα παραλληλόγραμμο (18, 10 μέτρα X 10 μέτρα) και έχει πρόσοψη στον κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο. Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, δηλαδή ήταν οριοθετημένες οι ιδιοκτησίες των διαδίκων και στο προπεριγραφόμενο τμήμα έκτασης 118 τετρ. μέτρων του με αριθμό … αγροτεμαχίου με το οποίο συνορεύει η ιδιοκτησία των εναγουσών, οι εναγόμενοι εναπόθεταν τα μηχανήματά τους, οι ενάγουσες, περί τα μέσα του έτους 2010, ισχυρίσθηκαν ότι η ως άνω έκταση των 118 τετρ.
μέτρων, που βρίσκεται ανάμεσα στα δυτικά όρια του οικοπέδου τους και στον κοινόχρηστο δημοτικά δρόμο, ανήκει στην ιδιοκτησία τους, και ότι η όλη έκταση που περιήλθε σ' αυτές κατά τον αναφερόμενο ανωτέρω (παράγωγο) τρόπο, δεν είναι 4.000 τετρ. μέτρα, αλλά κατά νεότερη εμβαδομέτρηση είναι 4.118 τετρ. μέτρα. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκαν ότι η έκτασή τους συνορεύει βόρεια και βορειοδυτικά με την ιδιοκτησία των εναγομένων και με την ιδιοκτησία του Γ.
Φ., ανατολικά με ιδιοκτησίες Κ. Κ. και Γ. Ρ., νότια με ιδιοκτησία Κ. Ρ. και δυτικά με τον κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο και ότι ουδόλως η έκταση των 4.118 τετρ. μέτρων, ιδιοκτησίας τους, συνορεύει με το με αριθμό 101 αγροτεμάχιο - χορτολίβαδο. Προς τούτο ζήτησαν από τους εναγομένους να απομακρύνουν από την έκταση των 118 τετρ.
μέτρων τα μηχανήματά τους, ώστε να περιφράξουν αυτήν και να την ενσωματώσουν στην εν άλω έκτασή τους των 4.000 τετρ. μέτρων. Μάλιστα επέδωσαν στους εναγομένους και την από 17-6- 2010 εξώδικη διαμαρτυρία, δήλωση πρόσκληση, στη συνέχεια δε άσκησαν την εν λόγω αγωγή. Προς επίρρωση του ως άνω ισχυρισμού τους, ότι δηλαδή η έκταση των 118 τετρ.
μέτρων ανήκει στην ιδιοκτησία τους και ότι αυτή (ιδιοκτησία) έχει συνολική έκταση 4.118 τετρ. μέτρα και όχι 4.000 τετρ. μέτρα παραπέμπουν και στο από Ιουλίου 1999 συνημμένο στην αγωγή, αποτελώντας ενιαίο σώμα με αυτή, τοπογραφικό διάγραμμα του συντάξαντος αρχιτέκτονος μηχανικού Ν. Κ., στο οποίο αναφέρεται ότι το ακίνητο των εναγουσών έχει έκταση 4.118 τετρ.
μέτρων. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι οι ενάγουσες είναι συγκύριες οικοπέδου 4.118 τετρ. μέτρων, όπως αυτές διατείνονται στην αγωγή τους, ισχυριζόμενοι ότι η έκταση του ακινήτου τους είναι 4.000 τετρ. μέτρα και ότι το τμήμα των 118 τετρ. μέτρων, στο οποίο οι ενάγουσες επικαλούνται ότι αυτοί (εναγόμενοι) διαταράσσουν τη νομή τους, δεν ανήκει στις ίδιες αλλά αποτελεί κοινόχρηστο δημοτικό χώρο, τμήμα του με αριθμό ….
χερσολίβαδου. Περί των εκ διαμέτρου αντιθέτων αυτών αιτιάσεων, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Οι ενάγουσες όπως προκύπτει από την με αριθμό …/1984 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Λάρισας Γεωργίου Φ. απεδέχθησαν την καταληφθείσα σ' αυτές από τον δικαιοπάροχο πατέρα τους κληρονομιά, ήτοι μία οικοπεδική έκταση, η οποία αποτελεί τμήμα του με αριθμό … αγροτεμαχίου, όμορου του με αριθμό … τεμαχίου.
Στην ως άνω πράξη αναφέρεται σαφώς, ότι η οικοπεδική έκταση, την οποία αποδέχονται, έχει εμβαδόν 4.000 τετρ. μέτρα, χωρίς να καταλείπεται κανένα περιθώριο αμφιβολίας προς τούτο, ώστε κάποιος να οδηγηθεί στη σκέψη ότι η έκταση ίσως να είναι και μεγαλύτερου εμβαδού της παραπάνω. Αν πράγματι η έκταση αυτή δεν είχε καταμετρηθεί επακριβώς ώστε να αναφέρεται ως έχουσα εμβαδόν 4.000 τετρ.
μέτρων, τότε στην παραπάνω πράξη αποδοχής θα αναγράφονταν κάποια σχετική φράση η οποία θα παρέπεμπε στην ύπαρξη ίσως και άλλων τετρ. μέτρων, όπως παραδείγματος χάριν "4.000 τετρ. μέτρα περίπου" ή "4.000 τετρ. μέτρα πλέον ή έλασσον" αναφορές που υπάρχουν σε άλλα συμβόλαια, στα οποία δεν αναφέρεται ρητά το εμβαδόν του ακινήτου.
Εξάλλου, οι ενάγουσες για τον προσδιορισμό της ιδιοκτησίας τους και την αναγνώριση αυτών ως συγκυριών έκτασης έχουσας εμβαδόν 4.118 τετρ. μέτρων -συμπεριλαμβάνουν και το επίδικο τμήμα των 118 τετρ. μέτρων- παραπέμπουν στο ενσωματωμένο στην αγωγή και αποτελούν με αυτή ένα σώμα, από Ιουνίου του έτους 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του συντάξαντος αρχιτέκτονος μηχανικού Ν.
Κ.. Όμως, ο παραπάνω συντάξας αρχιτέκτων μηχανικός, στο τοπογραφικό διάγραμμα ρητά αναφέρει ότι τα όρια του ακινήτου των εναγουσών υπεδείχθησαν σ' αυτόν από τις ίδιες τις ενάγουσες και βάσει των υποδείξεων αυτών συνέταξε το τοπογραφικό διάγραμμα, προσδιορίζοντας το εμβαδόν του ακινήτου σε 4.118 τετρ. μέτρα.
Εξάλλου, το γεγονός ότι η έκταση του ακινήτου των εναγουσών προς δυσμάς δεν συνορεύει με κοινόχρηστο δρόμο, όπως αυτές ανακριβώς διατείνονται, αλλά με το με αριθμό … τεμάχιο- βοσκότοπο προκύπτει και από τη με αριθμό …/…-6-1998 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Φαρσάλων Φανής Κατσιλέρου, στην οποία ο Κ.
Ρ., ιδιοκτήτης όμορης έκτασης με αυτή των εναγουσών, όπως και οι ίδιες συνομολογούν και ο οποίος εξετάσθηκε ως μάρτυρας κατά πρόταση των εναγουσών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δηλώνει ότι προς δυσμάς το ακίνητο του, το οποίο επίσης αποτελεί διαιρετό τμήμα του με αριθμό … αγροτεμαχίου, όπως και των εναγουσών και βρίσκεται νοτιότερα του οικοπέδου των εναγουσών, συνορεύει με βοσκότοπο, ήτοι με το με αριθμό … αγροτεμάχιο- δημοτική έκταση και όχι με κοινόχρηστο δρόμο.
Ισχυρίζονται οι ενάγουσες ότι οι εκτάσεις, τόσο η δική τους όσο και των εναγομένων καθώς και του μάρτυρος που εξετάστηκε κατά πρότασή τους, αποτελούν μερικότερα τμήματα του ίδιου αγρού που προέκυψε μετά από άτυπη διανομή το έτος 1933 και ότι το όριο όλων των επί μέρους τμημάτων προς την πλευρά του δρόμου εκτείνεται μέχρι το δρόμο, χωρίς να μεσολαβεί το με αριθμό ….
κοινοτικό χερσολίβαδο. Δηλαδή ότι ουδέποτε η δική τους έκταση από τη δυτική πλευρά δεν είχε όριο το με αριθμό … χερσολίβαδο. Τούτο δε διότι το με αριθμό δε … χερσολίβαδο της διανομής του 1928 δεν εκτείνεται όχι μόνο μέχρι το επίδικο ακίνητο, αλλά ούτε μέχρι το ακίνητο των εναγομένων ή και του Κ. Ρ.. Από τα ίδια όμως πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι τόσο η επίδικη έκταση των 118 τετρ.
μέτρων η οποία, κατά τα παραπάνω, ανήκει στο με αριθμό … τεμάχιο, όσο και το με αριθμό … αγροτεμάχιο, μέρος του οποίου αποτελεί το οικόπεδο των 4.000 τετρ. μέτρων, ιδιοκτησίας των εναγουσών, συμπεριλαμβάνονται στο χάρτη διανομής του ...- ... του έτους 1928 και δεν συμπεριελήφθησαν εκ νέου στη διανομή του έτους 1933, όπως ανακριβώς διατείνονται οι ενάγουσες.
Ειδικότερα και τα δύο τεμάχια τόσο το με αριθμό … όσο και το με αριθμό …. είναι καταγεγραμμένα στο απόσπασμα κτηματολογικού πίνακα διανομής του έτους 1928 στο απόσπασμα του χάρτη του οποίου εμφαίνεται ότι το … τεμάχιο, σε όλη του την έκταση, συνορεύει με το … τεμάχιο, το οποίο φέρει τον τίτλο "χερσολίβαδο κοινόν...
Το ότι η περιοχή στην οποία βρίσκονται τα τεμάχια με αριθμούς … και …, αποτέλεσε αντικείμενο διανομής του αγροκτήματος κατά το έτος 1928 και όχι κατά το έτος 1933, όπως διατείνονται οι ενάγουσες, με σαφήνεια προκύπτει και από το με αριθμό πρωτ. …/….-2-2014 έγγραφο της ως άνω υπηρεσίας ' (Πολιτικής Γης Περιφέρειας Θεσσαλίας), στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι η διανομή του συνοικισμού "ΡΗΓΑΙΟΝ (ΑΙΒΑΛΙ) έτους 1933 αφορά την έκταση που περικλείεται από την οριογραμμή του συνοικισμού ήτοι αφορά μόνο την έκταση εντός του συνοικισμού και όχι βέβαια τα τεμάχια με αριθμούς ….
και … που βρίσκονται εκτός συνοικισμού. Επίσης ότι η διανομή του παραπάνω αγροκτήματος στο οποίο ανήκουν τα τεμάχια με αριθμούς … και … έγινε το έτος 1928 προκύπτει και από τη με αριθμό …/…-7-1962 απόφαση του Νομάρχη Λάρισας, στην οποία αναγράφεται ότι ο ως άνω Νομάρχης λαμβάνοντας υπόψη του τις διατάξεις του νόμου 3200/55 και του από 28-6-55 διατάγματος σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 197 παρ. 1 και 3 του άρθρου 283 του Αγροτικού Κώδικα μεταβιβάζει στην Κοινότητα ….
κατά πλήρη κυριότητα και νομή και άνευ καταβολής τιμήματος ή άλλης αποζημιώσεως τις συνεταιριστικές εκτάσεις μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η με αριθμό … έκταση, 53.594 τετρ. μέτρων, της αρχικής διανομής του έτους 1928, όπως περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα και το τοπογραφικό διάγραμμα του απαλλοτριωθέντος αγροκτήματος Ρηγαίου κυρωθείσης της οριστικής διανομής με την με αριθμό 154507/14-12-29 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 143/20-12-1929 ΦΕΚ στο τεύχος δεύτερο της ΕτΚ ...
Η διανομή λοιπόν του έτους 1928 αφορά τα αγροκτήματα έξω από τα όρια του οικισμού όπου άλλωστε βρίσκεται και η επίδικη έκταση, ενώ η διανομή του έτους 1933 αφορά την έκταση που περικλείεται στην οριογραμμή του συνοικισμού, και ως εκ τούτου, τα τεμάχια ήτοι το με αριθμό …, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο έκτασης 118 τετρ.
μέτρων και το με αριθμό …, τμήμα του οποίου αποτελεί το ακίνητο των εναγουσών έκτασης 4.000 τετρ. μέτρων, αλλά και των εναγομένων, ουδόλως απεικονίζονται στο χάρτη του έτους 1933 στον οποίο περιλαμβάνονται τα εντός του οικισμού ακίνητα. Από κανένα δε άλλο έγγραφο δεν προκύπτει, ότι στην έκταση αυτή (τεμάχιο 101), μέρος της οποίας αποτελεί το επίδικο (118 τετρ.
μέτρα) πέραν της αρχικής διανομής η οποία αναγράφεται στην ΕτΚ, επακολούθησε οποιαδήποτε άλλη διανομή. Με βάση λοιπόν τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά μεταξύ της ιδιοκτησίας των εναγουσών εμβαδού 4.000 τετρ. μέτρων, από τη δυτική πλευρά αυτής και της δημοτικής οδού, εκτείνεται το επίδικο τμήμα συνολικού εμβαδού 118 τετρ.
μέτρων, στο οποίο οι εναγόμενοι τοποθετούνε τα γεωργικά τους μηχανήματα και το οποίο δεν ανήκει και ούτε ανήκε ποτέ στην ιδιοκτησία συγκυριότητας των εναγουσών αλλά τυγχάνει μέρος του 101 αγροτεμαχίου συνολικής έκτασης 53.594 τετρ. μέτρων ... Πρέπει να σημειωθεί, όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, ότι ουδόλως οι εναγόμενοι αμφισβητούν τη συγκυριότητα των εναγουσών επί της έκτασης των 4.000 τετρ.
μέτρων, ώστε να απαιτείται με διάταξη της απόφασης οι ενάγουσες να αναγνωριστούν συγκύριες της έκτασης αυτής κατά τα αναφερόμενα η κάθε μία ποσοστά. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που αναγνώρισε τις ενάγουσες κύριες έκτασης 4118 τετρ. μέτρων και υποχρέωσε τους εναγομένους να άρουν την προσβολή, με απειλή κατ' αυτών χρηματικής ποινής και προσωπικής τους κρατήσεως, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή και από ουσιαστική άποψη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους εκκαλούντες και στη συνέχεια αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η αγωγή να απορριφθεί αυτή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη>.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες του αριθ 11β και γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.Ειδικότερα, κατά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού οι αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι από κανένα αποδεικτικό έγγραφο που εισφέρθηκε στην διαδικασία από τους διαδίκους δεν προκύπτει ότι το με αριθμό … χερσολίβαδο της διανομής του 1928 εκτείνεται μέχρι το νοτιοδυτικό τμήμα του … τεμαχίου όπου και το ακίνητό τους, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι φτάνει μέχρι το βορειοδυτικό τμήμα του τεμαχίου με αριθμό … που βάσει της άτυπης διανομής του 1937 κατέχει ο Γ.
Φ., ενώ εξάλλου ο χαρακτήρας τμήματος γης ως κοινόχρηστο αποδεικνύεται από βεβαίωση του Δήμου και, επομένως, δεχθείσα τα αντίθετα η προσβαλλόμενη έσφαλε. Σε κάθε περίπτωση από τη σύγκριση των διανομών του έτους 1928 που εστιάζει σε ακίνητα γύρω από τον οικισμό και του έτους 1933 που εστιάζει στον οικισμό και σε σχέση με τις αεροφωτογραφίες, αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του μάρτυρα απόδειξης ότι μεταξύ του οικισμού και επιδίκων τεμαχίων δεν υφίσταται κοινοτική έκταση, ούτε δρόμος.
Το ίδιο προκύπτει και από το από 1-2-2011 και με αριθ πρωτ …/….-2-2011 υπόμνημα της Δ/νσης Πολιτικής Γης της Περιφέρειας Θεσσαλίας. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα κατωτέρω έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του, προκειμένου να αποδείξουν την συγκυριότητά τους επί του ακινήτου τους έκτασης 4118 τμ, καθώς και της επίδικης έκτασης 181 περίπου τμ και δη:< 1) Την κρινόμενη αγωγή τους (Σχετ.
Ν. 1), 2) Τις πρωτόδικες προτάσεις και προσθήκη των οποίων το περιεχόμενο αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο με τις παρούσες προτάσεις τους (Σχετ. Ν. 2), 3) Τη με αριθμό 155/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (τακτικής διαδικασίας) (Σχετ. Ν. 3), 4) Τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του πιο πάνω Δικαστηρίου και τις πρωτόδικες προτάσεις του αντιδίκου (Σχετ.
Ν. 4, 4α), καθώς και όλα τα έγγραφα που είχαν προσάγει με επίκληση καί στην πρωτόδικη δίκη, και αναφέρονται στις προτάσεις μας προς απόδειξη της κρινόμενης αγωγής μας που κατατέθηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και συγκεκριμένα: 5) Την με αριθμό …./…-8-1984 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Λάρισας Γεωργίου Φ.
με την παρά πόδας μεταγραφή της (Σχετ. Ν. 5), 6) Το με αριθμό …/…-8-1984 πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου με την παρά πόδας μεταγραφή του (Σχετ. Ν. 6), 7) Την από 17-6-2010 εξώδικη διαμαρτυρία, δήλωση και πρόσκλησή τους προς τους εναγομένους η οποία κοινοποιήθηκε με τις με αριθμούς 9330Δ και 9331Δ/24-6-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Β.
Α. (Σχετ. Ν. 7, 8), 8) Την με αριθμό …/…-11-1983 άδεια οικοδομής αγροτικής σιταποθήκης του Πολεοδομικού Γραφείου Φαρσάλων (Σχετ. Ν.9), 9), Αντίγραφα από το βιβλίο αδικημάτων - συμβάντων της 30-9-2010 και 20-11- 2010 του Α.Τ. Φαρσάλων (Σχετ. Ν. 10, 11), 10) Αντίγραφο της από 29-4-2010 αγωγής τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας κατά του εναγομένου Γ.
Ρ. (Σχετ. Φαρσάλων (Σχετ..V. 15). 11) την από 20-11-2010 έκθεση προφορικής μήνυσης της πρώτης από αυτές κατά του εναγομένου Ν. Ρ. στο Α.Τ. Φαρσάλων. (Σχετ. Ν. 13), 12) Το με Α.Β.Ω Α11/363 κατηγορητήριο του κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας (Σχετ. Ν. 14), 13) Την από 13-8-2012 καταγγελία τους κατά των εναγομένων στην Πολεοδομία 14) Το με αριθμό πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Φαρσάλων (Σχετ.
Ν.16), 15) Τις με αριθμούς 1103Ε και 1104Ε /7-11-2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Β. Α. Σχετ. Ν. 17, 18Ν. 12).
Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται σ' αυτό α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες παρά το νόμο έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο λόγος για τον οποίο δεν προσκομίστηκαν και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης.
Κατά δε το δεύτερο σκέλος του, ο ίδιος λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, όσον αφορά τα υπό 1-4 διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, διότι δεν αποτελούν, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα αποδεικτικά έγγραφα, ενώ κατά τα λοιπά είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης και η ανωμοτί κατάθεση του εναγομένου Ν.
Ρ., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά των οποίων μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς όμως κάποιο από αυτά να παραλειφθεί για την κατ' ουσία διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων οι εξομοιούμενες με ιδιωτικά έγγραφα ως προς την αποδεικτική τους δύναμη μη αμφισβητούμενες φωτογραφίες, καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα, ήτοι το από Ιουνίου 1999 του αρχιτέκτονος μηχανικού Ν.
Κ. το οποίο επισυνάπτεται στην αγωγή και το από 15-10-2014 του τοπογράφου μηχανικού Ν. Κ. του οποίου επιτρεπτώς γίνεται επίκληση και προσαγωγή από τους εκκαλούντες το πρώτον στο παρόν δικαστήριο (άρθρο 529 ΚΠολΔ), αναφερόμενο σε απόδειξη ισχυρισμών, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για την απόδειξη των οποίων επικαλούνται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, όσον αφορά τις σημερινές αεροφωτογραφίες (σχετ 20 και21), σε συνδυασμό με το σχετικό 19 που αποτυπώνει τα όρια των ιδιοκτησιών με βάση τη διανομή του 1928, καθώς και τις φωτογραφίες με σχετ. 22 που αναφέρονται στο επίδικο ακίνητο, ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης αν των εγγράφων αυτών έγινε επίκληση και προσκομιδή στο Εφετείο ή αν η επίκλησή και προσκομιδή τους γίνεται το πρώτον με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του δικαστηρίου τούτου 3.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. <Πράγματα>, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι οποίοι, με την προϋπόθεση ότι έχουν προταθεί νόμιμα, θεμελιώνουν ιστορικά το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/03, 12/2000).
Δεν θεωρούνται, όμως, πράγματα οι ισχυρισμοί, οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/84, ΑΠ 1701/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559αρ 8 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του έλαβε υπόψη του <πράγματα> που δεν προτάθηκαν καθώς και ότι δεν έλαβε υπόψη του <πράγματα>που προτάθηκαν. Σχετικά με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, όλως αυθαίρετα και παρά το νόμο, χωρίς να έχει προταθεί από αυτές, σε κανένα στάδιο της δίκης, χωρίς να έχει υπάρξει αντικείμενο της αγωγής τους, χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει διόρθωση της ιστορικής βάσης της αγωγής τους και χωρίς να έχουν προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να θεμελιώνει κάτι τέτοιο και χωρίς να υπάρχει σχετική αναφορά στις προτάσεις τους, παρόλα αυτά σε όλο το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όλως πεπλανημένα, θεωρεί και διαλαμβάνει ότι το επίδικο τμήμα του οικοπέδου τους, επί του οποίου οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι εναπέθεταν τα μηχανήματά τους, έχει έκταση 118 τμ, έτσι ώστε η αναιρεσιβαλλόμενη να λάβει υπόψη της θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα που δεν περιέχονται σ' αυτήν.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης ως <πράγματα>, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι οποίοι, με την προϋπόθεση ότι έχουν προταθεί νόμιμα, θεμελιώνουν ιστορικά το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος, κάτι που δεν ισχύει στην προκείμενη περίπτωση, αφού η έκταση του επίδικου δεν συνιστά, < πράγμα>, αλλά πραγματικό γεγονός που προέκυψε από τις αποδείξεις.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείουσες παραπονούνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που αυτές προέβαλαν, και δη, δεν διέλαβε ότι το επίδικο τμήμα γης επί του οποίου οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι εναπέθεταν τα μηχανήματά τους έχει πραγματική επιφάνεια 181 τμ, καθώς και ότι η συνολική έκταση του οικοπέδου τους ήταν 4118 τμ, αν και ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός τους είχε προβληθεί όχι μόνο στο Εφετείο, αλλά ήδη από τη σύνταξη της αγωγής, και έκτοτε σε κάθε στάση της δίκης.
Ομοίως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος γιατί η έκταση του επίδικου και του όλου ακινήτου τους δεν συνιστά <πράγμα>, κατά την έννοια του αριθ 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά πραγματικό γεγονός που προκύπτει από τις αποδείξεις.
4. Κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δηλαδή χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.
Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή (ΑΠ 76/2013). Εξάλλου, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 138/2010).). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015) και επίσης δεν ιδρύεται από παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ειδικότερων περιστατικών, που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν δεν συμπίπτουν απολύτως, χωρίς όμως να διαφέρουν ουσιωδώς, από τα περιστατικά της αγωγής (ΑΠ 663/2018).
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείουσες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια του αριθ 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντες ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη δέχθηκε:1)ότι η ιδιοκτησία τους συνορεύει δυτικά με το υπ' αριθ … αγροτεμάχιο, ενώ από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας ειδικά από τους χάρτες και της διανομής του συνοικισμού … του έτους 1933 και του αγροκτήματος του έτους 1928 αλλά και τις αεροφωτογραφίες και από την κατάθεσή του μάρτυρά τους στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αβίαστα και με βεβαιότητα αποδεικνύεται ότι πάντοτε η ιδιοκτησία τους στη δυτική της πλευρά συνόρευε αρχικά με τα όρια του συνοικισμού και αργότερα όταν με την ιδιωτική πρωτοβουλία των συνιδιοκτητών διανοίχθηκε ο δρόμος αυτός αποτέλεσε και το δυτικό όριο της ιδιοκτησίας τους, 2) ότι το επίδικο τμήμα γης βρίσκεται εντός και αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμόν 101 αγροτεμαχίου της αγροτικής διανομής του 1928.
Πλην όμως, το επίδικο όπως και η ιδιοκτησία τους δεν έχει καμία σχέση με το υπ' αριθμόν … αγροτεμάχιο - χορτολίβαδο, όπως αυτό είχε προκύψει από την αγροτική διανομή του 1928 και είχε τότε παραχωρηθεί υπέρ συνοικισμού. Η συγκεκριμένη λωρίδα γης συνορεύει με το αγρόκτημα …, μέρος του οποίου είναι και η ιδιοκτησίας τους, στη βόρεια και βορειοδυτική πλευρά αυτού (του οικοπέδου με αριθμό …), και συγκεκριμένα με την ιδιοκτησία Φ., 3) ότι σε αυτή τη λωρίδα γης - κομμάτι του υπ' αριθμόν … που εσφαλμένα το κρίνει ως επίδικο, και δεν έχει καμία σχέση με το όντως επίδικο, τοποθετούν όλοι οι όμοροι συνιδιοκτήτες τα μηχανήματα τους.
Εξάλλου, σε αυτό το κομμάτι γης με τον αριθμό …. δεν τοποθετείται τίποτα, το κομμάτι αυτό είναι βόρεια ακόμη και από την ιδιοκτησία των εναγόμενων, και είναι ακόμη και μέχρι σήμερα χερσολίβαδο, όπως φαίνεται και από τις αεροφωτογραφίες καμία δε αξίωση δεν έχουν επ' αυτού (τεμάχιο με τον αριθμό ….) που η αναιρεσιβαλλόμενη θεωρεί επίδικο, 4) ότι το επίδικο τμήμα γης είναι 118 τετραγωνικά μέτρα, ενώ από μία απλή ανάγνωση της αγωγής τους προκύπτει ότι το τμήμα της ιδιοκτησίας τους, από το οποίο ζητούν να αναλάβουν οι εναγόμενοι τα μηχανήματά τους είναι 181 τετραγωνικά μέτρα, 5) ότι η επιφάνεια της συνολικής ιδιοκτησίας τους είναι 4000 τετρ.
μέτρα, ενώ προσκομίζουν νεώτερο τοπογραφικό διάγραμμα, από Ιούνιο 1999, το οποίο δηλαδή είχε συνταχθεί δεκαεννέα (19) χρόνια πριν, σε σχέση με σήμερα, και ήδη δώδεκα (12) χρόνια πριν την έγερση της αγωγής, και το οποίο αποδεικνύει ότι αυτή έχει συνολική έκταση 4.118 τετραγωνικά, η δε συγκεκριμένη αναφορά στην αποδοχή κληρονομιάς του πατέρα τους ως 4000τμ, έγινε πραγματικά κατά προσέγγιση, 6) ότι το επίδικο τμήμα της ιδιοκτησίας τους το οποίο έχει έκταση 181 τ.μ.
και όχι 118, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη, είναι κοινόχρηστο. Πλην όμως, ο ισχυρισμός αυτός τον οποίον προέβαλαν οι εναγόμενοι και στον πρώτο βαθμό, και πολύ ορθά απέρριψε το Πολυμελές Πρωτοδικείου Λάρισας, αλλά και με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, ΔΕΝ ΑΠΟΔΕΙΧΘΗΚΕ ΠΟΤΕ από τους ίδιους. Διότι ο μόνος τρόπος να αποδειχθεί ότι ένα τμήμα γης είναι κοινόχρηστο και κοινόκτητο, όταν αυτό υποτίθεται ότι εντάσσεται στην δημοτική περιουσία, είναι δια βεβαιώσεως που χορηγεί η Διεύθυνση Πολεοδομίας του εκάστοτε Δήμου στον οποίο ανήκει το επίδικο τμήμα γης, και κατόπιν σχετικής αίτησης που πρωτοκολλείται και απευθύνεται προς το αρμόδιο Διοικητικό Συμβούλιο του εν λόγω Δήμου στον οποίο υπάγεται το ακίνητο, εν προκειμένω του Δήμου Φαρσάλων, 7)ότι ανάμεσα στον δρόμο που είναι το φυσικό όριο ανάμεσα στον οικισμό και την ιδιοκτησία τους, αλλά και την ιδιοκτησία των εναγομένων και την ιδιοκτησία του μάρτυρα Κ.
Ρ., που ανοίχθηκε με πρωτοβουλία των συνιδιοκτητών, που βρίσκεται στο δυτικό όριο των ιδιοκτησιών τους υπάρχει κοινόχρηστο τμήμα γης, όταν από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και του χάρτες διανομής του συνοικισμού … του έτους 1933 και του αγροκτήματος του έτους 1928 και των αεροφωτογραφιών προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι εκτάσεις ανατολικά από το δρόμο είναι της κάθε μιας ιδιοκτησίας, γεγονός για το οποίο κατέθεσε με σαφήνεια ο μάρτυράς τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.Αν δε η προσβαλλόμενη είχε εξετάσει ορθά τις αποδείξεις και δεν είχε προχωρήσει σε αυθαίρετες διαπιστώσεις θα είχε απορρίψει τους ισχυρισμούς των εναγομένων και θα επικύρωνε την 155/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση μάρτυρα, ανωμοτί κατάθεση μάρτυρα, έγγραφα) τα οποία αξιολόγησε το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα.
5. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.
Για να είναι ορισμένος ο, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ., λόγος αναίρεσης, για την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτόν και τα εξής: α) ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχει εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ` αυτό ο νόμος και δ) που έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π.570/2016).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται μόνον αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους αποδείξεως. Έτσι ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (ΑΠ 6/2019).
Περαιτέρω, τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη, μόνον όταν παράγουν πλήρη απόδειξη και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, ενώ η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχικά ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις μαρτυρικές αποδείξεις μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από άλλα ίδιας αποδεικτικής δύναμης, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1420/2011).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 12 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο:1) εξίσωσε την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά τους Κ. Ρ. με την ανωμοτί εξέταση του εναγόμενου Γ. Ρ. 2) έδωσε στην συγκεκριμένη κατάθεση αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη από την κατάθεση του μάρτυρά τους και τα έγγραφα, τα οποία έχουν πλήρη (δεσμευτική)αποδεικτική ισχύ, 3) η συγκεκριμένη κατάθεση του εναγομένου έπρεπε να έχει αξιολογηθεί από την αναιρεσιβαλλόμενη ειδικά σε σχέση με τα εισφερθέντα από αυτές αποδεικτικά μέσα, 4) τέλος, σε σχέση με τα δύο τοπογραφικά διαγράμματα το μεν δικό τους από Ιούνιο 1999 του αρχιτέκτονα -μηχανικού Ν. Κ. δεν το έλαβε υπόψη δεχόμενο τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι τα όρια τα υπέδειξαν αυτοί για να μεταθέσουν τα όρια της ιδιοκτησίας και να εντάξουν σ'αυτήν την κοινόχρηστη έκταση, ενώ έλαβε υπόψη το τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Κ. που συντάχθηκε κατόπιν της ιδιωτικής πρωτοβουλίας των εναγομένων και μάλιστα μετά την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης και προσκομίστηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου.
Ο λόγος όμως αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως προς την με αριθμό 4 αιτίαση, γιατί τα άνω τοπογραφικά διαγράμματα εκτιμώνται ελευθέρως από το δικαστήριο. Ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις ως αβάσιμος, γιατί η αξιοπιστία των μαρτύρων ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχικά ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμώντας όλες τις αποδείξεις, μεταξύ των οποίων και τα ιδιωτικά έγγραφα, μπορεί να αποδώσει στις μαρτυρικές αποδείξεις μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από άλλα ίδιας αποδεικτικής δύναμης, αποδεικτικά μέσα.
6. Έτσι, περαιτέρω, κατ` αρ. 13 του ίδιου άρθρου θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, όπως αυτό ορίζεται από την διάταξη του άρθρ. 338 § 1 KΠολΔ, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφασης θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό, απόδειξης των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει, όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κ.ο.κ.
και που οφείλει να αποδείξει οι υποβαλών το αίτημα διάδικος οπότε, το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως. Τέλος, για την ίδρυση λόγου αναίρεσης πρέπει η επικαλούμενη στην αίτηση αναίρεσης πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης να επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό αυτής, περίπτωση που δεν συντρέχει επί πλεοναστικής ή αφηγηματικής αιτιολογίας αυτής (ΑΠ 921/2019).
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του αριθ 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ανταποκρίθηκαν στο αντικειμενικό βάρος απόδειξης που είχαν, αφού δεν απέδειξαν την ένστασή τους ότι το επίδικο που έχει έκταση181τμ είναι κοινόχρηστο και ότι όφειλε το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο να απορρίψει την ένσταση αυτή.
Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο, έκτασης 118τμ, δεν ανήκει ούτε ανήκε ποτέ στην ιδιοκτησία συγκυριότητας των εναγουσών και ότι, άρα, δεν απέδειξαν την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής τους, αφού αυτές έφεραν τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων για την ευδοκίμησή της, οι δε περαιτέρω παραδοχές της απόφασης ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα τυγχάνει μέρος του 101 αγροτεμαχίου, και ότι, στο σύνολό του είναι κοινόχρηστος δημοτικός χώρος είναι πλεοναστικές Επομένως, ολόγος αυτός αναίρεσης είναι αλυσιτελής.
7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΑΠ 862/2011), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Α.Π. 1735/2008).
Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων εφέσεως (ΑΠ 1181/2019) Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναιρέσεως, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, είχε νομίμως προβληθεί ενώπιον αυτού (Ολ.ΑΠ 15/2001) Με τον έβδομο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 14 ΚΠολΔ, δηλαδή, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, επειδή δεν απέρριψε ως αόριστο τον τρίτο λόγος της έφεσης κατά της πρωτόδικης 155/2014 απόφασης, με τον οποίο οι αναιρεσίβλητοι απέδωσαν σ' αυτήν την πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού ως προς τον ισχυρισμό που είχαν προβάλει πρωτοδίκως με τις προτάσεις τους ότι η έκταση είναι κοινόχρηστη, αφού δεν αναφερόταν στο δικόγραφο της έφεσης με ποιο τρόπο κατέστη κοινόχρηστο το επίδικο ακίνητο.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν αναφέρεται αν ο ισχυρισμός αυτός είχε παραδεκτά προταθεί ενώπιον του Εφετείου, σε κάθε δε περίπτωση, είναι αλυσιτελής, αφού μ' αυτόν πλήττεται η πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του τεμαχίου …, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, δεδομένου ότι το διατακτικό αυτής στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχθηκε η συγκυριότητα των αναιρεσειουσών στο πιο πάνω ακίνητο, δηλαδή, η ιστορική βάση της ένδικης αγωγής τους.
8. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 972, 1033 και 1192 εδάφ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος ως κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί, που αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος:
α) από το νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό της ως οδού από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ.2 Πανδ. 43.7) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε, συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (ΑΠ 175/2020).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 967-970 και 972 ΑΚ συνάγεται ότι ένα ακίνητο καθίσταται κοινόχρηστο με τη βούληση του ιδιοκτήτη, όταν αυτός το θέσει σε κοινή χρήση με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία κατά το άρθρο 1033ΑΚ, με διαθήκη ή δωρεά υπό τρόπον κατά τις διατάξεις των άρθρων 503, 1715 και 2014 ΑΚή με παραίτηση από την κυριότητα, προκειμένου να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, η οποία όμως (παραίτηση), ως συνεπαγόμενη την κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369 και 1192 αρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 33/2016)..
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Με τον όγδοο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559αρ 19 ΚΠολΔ ισχυριζόμενες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να αποδεικνύουν ότι το επίδικο είναι κοινόχρηστο, σύμφωνα με τις διατάξεις τωνάρθρων1715, 503, 2014, 369, 966έως 968, 972 και 1192εδ1 ΑΚ και τις διατάξεις του βυζαντινορωμαικού δικαίου (ν3πανδ43.7).
Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι αλυσιτελής, καθόσον με αυτόν πλήττεται η πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τον χαρακτήρα του επίδικου ως τμήματος του τεμαχίου 101 που είναι κοινόχρηστος δημοτικός χώρος, ενώ το διατακτικό της στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτό ανήκε στην συγκυριότητα των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή τους πραγματικά περιστατικά.
9. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, δέχθηκε, ως περιεχόμενό του, κάτι διαφορετικό, από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά, προφανώς, διάφορα από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό, από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Για να θεμελιώνεται, δηλαδή ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 20 τoυ άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του. Δεν αρκεί ότι το συνεκτίμησε, απλώς, με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του, σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, μεταξύ άλλων, τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως τα δικόγραφα της αγωγής, της έφεσης, οι προτάσεις των διαδίκων κλπ. ούτε οι εκθέσεις αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης και το συνοδεύον αυτές σχεδιάγραμμα ούτε οι συνταχθείσες γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη και τα συνοδεύοντα αυτές τοπογραφικά διαγράμματα (ΑΠ 1106/2014) Εξάλλου, για να είναι ορισμένος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται:
α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και, δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1099/2019).
Με τον τελευταίο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 20 ΚΠολΔ, καθόσον παραμόρφωσε το με αριθ …/…-2-2011 υπόμνημα της Δ/νσης Πολιτικής Γης Τμήμα Τοπογραφίας της Περιφέρειας Θεσσαλίας, μετά του ενσωματωμένου σ 'αυτή αποσπάσματος του χάρτη διανομής, το από Ιούνιο 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα -μηχανικού Ν. Κ., τις φωτογραφίες και αεροφωτογραφίες από τις οποίες προκύπτει ότι το επίδικο ανήκει στην ιδιοκτησία τους και δεν είναι κοινόχρηστο χερσολίβαδο ή δασική έκταση, όπως είναι η λωρίδα γης -τμήμα του 101 αγροτεμαχίου και τη …/…-6- 1998 αποδοχή κληρονομιάς στης συμβ/φου Φαρσάλων Φανής Κατσιλέρου, στην οποία ο μάρτυρας Κ. Ρ. ιδιοκτήτης της νότιας από τη δική τους ιδιοκτησία, κατά την εξέταση του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δήλωσε εκ παραδρομής ότι το ακίνητο ιδιοκτησίας του, δυτικά, συνορεύει με βοσκότοπο και όχι με το 101 χερσολίβαδο.
Ο λόγος αυτός, όσον αφορά το υπόμνημα με το χάρτη διανομής και το τοπογραφικό διάγραμμα είναι απαράδεκτος, γιατί τα άνω αποδεικτικά μέσα δεν συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια του αριθ 20 ΚΠολΔ, ενώ, ως προς τις φωτογραφίες, αεροφωτογραφίες είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρονται ποιες είναι αυτές οι φωτογραφίες και αεροφωτογραφίες και αν προσκομίστηκαν με επίκληση νόμιμα ενώπιον του Εφετείου. Ομοίως ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως προς την άνω αποδοχή κληρονομιάς, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο είναι το λεπτομερές περιεχόμενο αυτής, καθώς και το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά μόνον όσα κατέθεσε ο μάρτυρας Κ. Ρ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθ 176, 183 και 191 παρ 2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-6-2018 αίτηση αναίρεσης των Σ. Φ., Ι. Ρ. και Ε. Μ. κατά της 44/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ