Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
884/2024 KI-generiert

Appeal dismissed; defendant's claim of prior good conduct not proven by clean record alone.

Geschäftsnummer 884/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the defendant's appeal against a conviction for domestic violence, rejecting his claim of prior good conduct as a mitigating circumstance. The defendant argued that his clean criminal record proved a history of lawful behavior, but the prosecution contended that a clean record is merely a presumption, not proof of actual compliance with legal duties. The court ruled that the lower court correctly rejected the claim because the defendant failed to provide specific factual evidence of his past adherence to the law, noting that a clean record alone does not establish a 'prior good life' under Article 84 of the Penal Code.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 1 para. 1 Law 3500/2006; Art. 84 para. 2a Penal Code: A clean criminal record constitutes a strong presumption of prior good conduct but is not equivalent to proven factual evidence of a history of lawful behavior; the defendant must substantiate specific instances of respect for legal goods and conformity with legal mandates to claim mitigation.

Schlagwörter

KI-generiert
domestic violence mitigating circumstance prior good conduct clean criminal record burden of proof presumption of innocence Article 84 Penal Code psychisches Trauma

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 1 para. 1 Law 3500/2006
Art. 1 para. 2 ed. a' Law 3500/2006
Art. 1 para. 3 ed. a' Law 3500/2006
Art. 84 para. 2a Penal Code
Art. 510 para. 1 item D' Civil Procedure Code
Art. 578 para. 1 Civil Procedure Code
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 884 / 2024 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 884/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Προβατάρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Καλαμπαλίκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3467/2023 αποφάσεως του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Σ. Π. του Γ., κάτοικο ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Λαφαζάνου. Το Γ' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιανουαρίου 2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η από 11.1.2024 αίτηση του Τ. Κ. του Β. για αναίρεση της 3467/2023 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα, εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή.

Συνεπώς, πρέπει, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου) παραστάθηκε η Σ. Π. του Γ. που υποστήριξε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την ως άνω κατηγορία εις βάρος του προαναφερθέντος κατηγορούμενου.

II. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3500/2006, "Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις", θεωρείται ενδοοικογενειακή βία η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299 και 311 του ΠΚ. Κατά την παρ. 2 εδ. α' του ίδιου άρθρου 1 του Ν. 3500/2006, όπως ίσχυε κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος φέρεται ότι τέλεσε τις ένδικες πράξεις, οικογένεια θεωρείται η κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους, ενώ κατά το εδ.

β' της ίδιας διάταξης στην οικογένεια περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, εφόσον συνοικούν συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τέταρτου βαθμού Κατά την παρ. 3 εδ. α' της ίδιας διάταξης, θύμα ενδοοικογενειακής βίας θεωρείται κάθε πρόσωπο της προηγουμένης παραγράφου, σε βάρος του οποίου τελείται αξιόποινη πράξη κατά τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ίδιου νόμου, "το μέλος της οικογένειας, το οποίο προκαλεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδαφίου α' της παρ. 1 του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδαφίου β' της παραπάνω διάταξης, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους".

Έτσι, ποινικοποιείται η ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη, με την έννοια της πρόκλησης από μέλος της οικογένειας σε άλλο μέλος αυτής σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας, ή εντελώς ελαφράς σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας μετά από συνεχή συμπεριφορά. Η ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη διακρίνεται από την απλή σωματική βλάβη του άρθρου 308 του ΠΚ, ως προς το ότι στοιχεία της πρώτης είναι η τέλεσή της εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος και για το λόγο αυτό τιμωρείται αυστηρότερα (ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους).

Με τη διάταξη αυτή αντιμετωπίζονται οι μορφές ενδοοικογενειακών σωματικών κακώσεων και προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα ιδιώνυμου εγκλήματος, όταν δράστες και παθόντες είναι μέλη της ίδιας οικογένειας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 του ως άνω Νόμου. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει" Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή.

Αν η κάκωση ή βλάβη της υγείας που προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας", προκύπτει ότι το έγκλημα της σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται αναλόγως της σπουδαιότητας αυτής σε απλή ή εντελώς ελαφρά, η οποία, χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη λόγω της διαφοροποίησης των προβλεπόμενων ποινών.

Ειδικότερα, στην περίπτωση που πρόκειται για ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη, ο χαρακτηρισμός της ως απλής ή εντελώς ελαφράς είναι αναγκαίος και η σχετική κρίση πρέπει να αιτιολογείται, αφού, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3500/2006, αν η σωματική κάκωση είναι εντελώς ελαφρά για τη θεμελίωση άδικης πράξης απαιτείται συνεχής συμπεριφορά.

Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος δεν αρκείται στις αφηρημένες εκφράσεις της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να αποφανθεί για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για το είδος της σωματικής βλάβης που προξενήθηκε (ΑΠ 643/2023, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1245/2022, ΑΠ 1020/2022, ΑΠ 736/2022, ΑΠ 615/2022, ΑΠ 1/2022).

Περαιτέρω, αυτοτελής είναι ο ισχυρισμός περί δικαιολογημένης αγανάκτησης του άρθρου 308 παρ. 4 του ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "Ο υπαίτιος της πράξης της παραγράφου 1 είναι δυνατό να απαλλαγεί από κάθε ποινή αν παρασύρθηκε στην πράξη από δικαιολογημένη αγανάκτηση, εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσε ο παθών εναντίον του ή ενώπιόν του και ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση".

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή μόνο υπέρ του υπαιτίου της σωματικής βλάβης της παρ. 1, ήτοι της απλής ή εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης. Όμως, η αμφισβήτηση από τον κατηγορούμενο του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης που αποδίδεται σε βάρος του και η επίκληση από μέρους του διαφορετικού (ηπιότερου) νομικού χαρακτηρισμού δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά άρνηση της κατηγορίας, όπως αυτή εξειδικεύεται στο κατηγορητήριο ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της (ΑΠ 765/2022, ΑΠ 446/2022, ΑΠ 1/2022, ΑΠ 745/2020).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο, που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού προς το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 982/2023, ΑΠ 564/2019).

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. (ΑΠ 1138/2023, ΑΠ 223/2022).

III. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 3467/2023 απόφασης, το Γ' Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την ανωμοτί κατάθεση της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλα ανεξαιρέτως τα αναγνωσθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορούμενου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος και η πολιτικώς ενάγουσα ήταν σύζυγοι, τελέσαντες νόμιμο πολιτικό γάμο κατά το έτος 2012 κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν ένα θήλυ ανήλικο ακόμη τέκνο την Α. - Μ.

που γεννήθηκε στις ... Η οικογενειακή στέγη των διαδίκων και ο τόπος της τελευταίας κοινής τους διαμονής ήταν το ... Ο γάμος αυτός ήδη έχει λυθεί αμετάκλητα δυνάμει της υπ' αριθ. 7784/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων εξ υπαρχής δεν εξελίχθηκε ομαλά και καθόλη τη διάρκεια αυτού δεν κατάφεραν να αναπτύξουν αισθήματα αγάπης, σεβασμού και αλληλοεκτίμησης παρά την απόκτηση του τέκνου τους.

Βαθμιαία οι σχέσεις τους κλονίστηκαν και δημιουργούνταν επεισόδια μεταξύ τους με το παραμικρό, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, δεδομένου και του ευέξαπτου και έντονου χαρακτήρα του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, στις 21-4-2019 και περί ώρα 22:00, επέστρεψε στη συζυγική οικία ο κατηγορούμενος και ενώ σε αυτήν ήδη βρίσκονταν η πολιτικώς ενάγουσα μετά του τέκνου τους, στο οποίο απευθύνθηκε με τη φράση "δεν θα σηκωθείς να χαιρετίσεις τον πατέρα σου", γεγονός το οποίο φόβισε και λύπησε το παιδί.

Με αφορμή το ανωτέρω γεγονός ξεκίνησε μεταξύ κατηγορούμενου και πολιτικώς ενάγουσας έντονος διαπληκτισμός ο οποίος και συνεχίστηκε ενώ ήδη η πολιτικώς ενάγουσα μετά του τέκνου είχαν αποσυρθεί στην κρεβατοκάμαρα, ενώ το τέκνο τους άρχισε να κλαίει. Τότε η πολιτικώς ενάγουσα δήλωσε στον κατηγορούμενο ότι θέλει να σταματήσει αυτό, οπότε και ο κατηγορούμενος έχοντας εισέλθει στην κρεβατοκάμαρα, κι όντας εκνευρισμένος , επιτέθηκε στην εγκαλούσα σύζυγό του, και με τα χέρια του αφού την έπιασε βίαια με δύναμη από τα μαλλιά στη συνέχεια την χτύπησε πάνω στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας και δη στο κάσωμα αυτής, ενώ στη συνέχεια η πολιτικώς ενάγουσα και ενώ κατηγορούμενος συνέχισε να την χτυπάει στο κεφάλι κατάφερε να ξεφύγει και μαζί με το παιδί κλειδώθηκε στο χώρο του βεστιαρίου έχοντας καταφέρει να ειδοποιήσει την αστυνομία και την οικογένειά της από τηλέφωνο που υπήρχε στην τσάντα της εντός του βεστιαρίου.

Σε λίγο, κατέφθασαν και τα αστυνομικά όργανα οι γονείς της πολιτικώς ενάγουσας οι οποίοι και διατηρούσαν κλειδί της συζυγικής οικίας και όλοι μαζί μετέβησαν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής, όπου η πολιτικώς ενάγουσα ανέφερε τα ανωτέρω και καταμήνυσε το σύζυγό της για την εις βάρος της σωματική κάκωση, όπως έκανε και εκείνος εις βάρος της.

Στην πολιτικώς ενάγουσα στις 00.30 της 22ας Απριλίου 2019, χορηγήθηκε παραγγελία για ιατροδικαστή έκθεση, την οποία παρέλαβε η ίδια. Η ιατροδικαστής Χ. Τ., προέβη σε κλινική εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας στις 23/04/2019 στη Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών, οπότε και διαπίστωσε. 1. μικροεκδορά στη ρινική χώρα, 2. Δύο (2) εκχυμώσεις στην οπίσθια επιφάνεια του αριστερού βραχίονα διαστάσεων 7 χ 3,5 εκατοστών και 3 χ 2,5 εκατοστών, περίπου αντίστοιχα, 3.

εκδορά στην οπίσθια επιφάνεια του αριστερού βραχίονα διαστάσεων 3 χ 2,5 εκατοστών περίπου, και 4. Εκχύμωση στην οπίσθια επιφάνεια του δεξιού βραχίονα, διαστάσεων 8 χ 2,5 εκατοστά περίπου. Πρόκειται δηλαδή για απλές σωματικές κακώσεις οι οποίες, όπως διαπιστώνει η ανωτέρω ιατροδικαστής παρέχουν το χαρακτήρα ως εκ θλώντος - αμβλέος οργάνου γενόμενες και είναι χρονικά συμβατές με τον προαναφερόμενο χρόνο του συμβάντος και τα αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα κατά τον χρόνο του ανωτέρω συμβάντος.

Την ανωτέρω σωματική κάκωση που της προκάλεσε ο σύζυγος της υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες η πολιτικώς ενάγουσα την κατήγγειλε αμέσως και την περιέγραψε με απόλυτη πειστικότητα ενώπιον των αστυνομικών οργάνων, αλλά και των συγγενών της που την είδαν όταν κατέφθασαν στην οικία της τους οποίους η ίδια είχε καλέσει διαμαρτυρόμενη για τη σωματική κάκωση που της είχε προκαλέσει ο σύζυγος της.

Για τις συνθήκες αυτές της βιαιοπραγίας του συζύγου της εις βάρος και τις συνέπειές της κατέθεσε η πολιτικώς ενάγουσα και στο ακροατήριο και οι οποίες δεν αντικρούονται πειστικά από τις άλλες αποδείξεις, όπως η κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης και η απολογία του στην οποία μάλιστα ο κατηγορούμενος, όντας ιατρός δεν μπόρεσε να δώσει πειστική και λογική εξήγηση αν και όπως είναι ομολόγησε κατά τον επίδικο χρόνο του συμβάντος ήταν στη συζυγική οικία, για τις κακώσεις της πολιτικώς ενάγουσας όπως αυτές διαπιστώθηκαν στην ανωτέρω ιατροδικαστική έκθεση και έχουν αποτυπωθεί στις μη αμφισβητούμενης γνησιότητας φωτογραφίες που του επιδείχθηκαν και επισκοπήθηκαν από το δικαστήριο.

Αντίθετα από αυτές επιβεβαιώνεται ότι στον επίδικο τόπο και χρόνο έλαβε χώρα περιστατικό βίας για το οποίο η πολιτικώς ενάγουσα - σύζυγος κάλεσε άμεσα την αστυνομία και μετέβη στο αστυνομικό τμήμα για να ακολουθήσει τη νόμιμη οδό. Η ανωτέρω σωματική κάκωση της πολιτικώς ενάγουσας, μετά από βίαιο κτύπημα επί θλώντος οργάνου επί κασώματος πόρτας, υπάγεται στην έννοια του άρθρου 308 παράγραφος ένα του ΠΚ, και δεν είναι όλως ελαφρά όπως αβάσιμα επιχείρησε να ισχυριστεί ο κατηγορούμενος.

Συνακόλουθα, με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε η πρόκληση σωματικής κάκωσης από ένα μέλος της οικογένειας σε άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας και δόλος του δράστη κατηγορουμένου, κατευθυνόμενος στην παραγωγή αυτών των αποτελεσμάτων. Ήτοι αποδείχθηκε εξωτερική επενέργεια επί του σώματος της εγκαλούσας και δη εκδορές, εκχυμώσεις όπως περιγράφηκαν ανωτέρω στην ιατροδικαστική έκθεση, η οποία προκλήθηκε με πρόθεση εκ μέρους του κατηγορουμένου και η οποία ενόψει της σπουδαιότητας της φέρει τον χαρακτήρα της απλής σωματικής βλάβης.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, στοιχειοθετείται η αντικειμενική, αλλά και η υποκειμενική, υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 6 παράγραφος ένα α' του νόμου 3500/ 2006 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α ΠΚ, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο". Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στο ..., στις 21 Απριλίου 2019:

με πρόθεση προξένησε σε άλλο μέλος της οικογένειας του σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, δηλαδή ευρισκόμενος στην επί της οδού ... οικία, επιτέθηκε στην εγκαλούσα σύζυγό του -δεύτερη κατηγορούμενη Π. Σ. και με τα χέρια του αφού την έπιασε με δύναμη από τα μαλλιά στη συνέχεια την χτύπησε πάνω στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας, με αποτέλεσμα να την τραυματίσει και να της προξενήσει σωματικές κακώσεις στο μέτωπο και τη μύτη" .

IV. Με τις παραδοχές αυτές οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαραταθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14 παρ. 1, 16, 17, 26 εδ.

α', 27 παρ. 1, 51, 53, 308 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ και 1 παρ. 1, 2α, 3α, 6 παρ. 1 του Ν. 3500/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα προσδιορίζονται με πληρότητα και ακρίβεια ο τόπος, χρόνος, τρόπος και λοιπές περιστάσεις τέλεσης του ως άνω εγκλήματος και δη η συγγενική σχέση του κατηγορουμένου με την παθούσα, το είδος και η βαρύτητα της σωματικής κάκωσης, το πληγέν σημείο του προσώπου της παθούσας καθώς και ο δόλος του κατηγορουμένου, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση πρόκλησης της ως άνω σωματικής κάκωσης και ο οποίος (δόλος) εξυπακούεται ότι υπάρχει από την εκ μέρους του πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση της εν λόγω αξιόποινης πράξης.

Σε σχέση δε με τις επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) με τις αναιρετικές ανέλεγκτες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας ότι η παθούσα υπέστη 1. μικροεκδορά στη ρινική χώρα, 2. 2 εκχυμώσεις στην οπίσθια επιφάνεια του αριστερού βραχίονα διαστάσεων 7 χ 3,5 εκατοστών και 3 χ 2,5 εκατοστών, περίπου αντίστοιχα, 3.

Εκδορά στην οπίσθια επιφάνεια του αριστερού βραχίονα διαστάσεων 3χ 2,5 εκατοστό περίπου, και 4. Εκχύμωση στην οπίσθια επιφάνεια του δεξιού βραχίονα, διαστάσεων 8χ2,5 εκατοστά περίπου, με πλήρη και πειστική αιτιολογία αξιολόγησε ότι η επενεχθείσα ως άνω σωματική βλάβη συγκροτεί την έννοια της απλής και όχι της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης, καθόσον οι ανωτέρω συνέπειες αυτής στο ευαίσθητο όργανο της μύτης δεν μπορούν να θεωρηθούν επουσιώδεις και επιπόλαιες και ως εκ τούτου το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 3500/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 308 παρ. 1 εδ.

α' του ΠΚ, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου - αναιρεσείοντα και β) από τον κατ' είδος προσδιορισμό των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, στο προοίμιο του σκεπτικού του, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προτού καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το περιεχόμενο της ανωμοτί καταθέσεως της παθούσας, των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορούμενου και τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίστηκαν και αναγνώστηκαν .

Κατόπιν αυτών, ο πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του ν. 3500/2006 και 308 παρ. 1 εδ.

α' ΠΚ, είναι αβάσιμος. V. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα με τη διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής.

Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' του ΚΠΔ. Οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου επί απλής σωματικής βλάβης, ότι κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πρόκειται για όλως ελαφρά σωματική βλάβη (άρθρο 308 παρ.1 εδάφ. β' του ΠΚ), δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός. (ΑΠ 582/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η σε βάρος της συζύγου του σωματική βλάβη ήταν όλως ελαφρά, συνιστά άρνηση της κατηγορίας και όχι αυτοτελή ισχυρισμό. Παρά δε το γεγονός ότι, το δικαστήριο δεν είχε ιδιαίτερη υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν, εν τούτοις στο σκεπτικό του με πλήρη αιτιολογία το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η επενεχθείσα στην παθούσα σωματική βλάβη δεν ήταν εντελώς ελαφρά αλλά απλή σωματική βλάβη, αφού κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικώς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η σωματική βλάβη στην παθούσα σύζυγο του αναιρεσείοντος προκλήθηκε όχι στην προσπάθεια απεγκλωβισμού του αλλά μετά από βίαιο κτύπημα κατ' αυτής επί θλώντος οργάνου, ήτοι επί κασώματος πόρτας και ενόψει της σπουδαιότητάς της (βλάβης), υπάγεται στην έννοια του άρθρου 308 παρ.1 του ΠΚ και δεν είναι όλως ελαφρά.

Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την ενοχή του αναιρεσείοντος ως προς την πράξη της της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό. Κατά συνέπεια, ως προς το σχετικό σκέλος του, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού ότι ο σε βάρος της παθούσας σωματική βλάβη ήταν όλως ελαφρά είναι αβάσιμος.

VI. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 (ήδη 362 παρ. 1) και 369 (ήδη 367) ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικών στοιχείων, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, επάγεται δε και παραβίαση της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, από την οποία δημιουργείται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Γ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Ακόμη, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.

δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος του να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ.), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη.

Αν δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο έγγραφο στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου γίνεται μνεία των αναγνωσθέντων εγγράφων, προκύπτει όμως από το σκεπτικό της αποφάσεως και από το όλο περιεχόμενο της, ότι το έγγραφο αναγνώσθηκε και έτσι ο κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να ασκήσει τα κατά τα άνω δικαιώματά του, πληρούται ο σκοπός των ανωτέρω διατάξεων και δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1151/2022, ΑΠ 1121/2022, ΑΠ 928/2022,ΑΠ 998/2022, ΑΠ 921/2022, Α.Π. 561/2022, ΑΠ 375/2022, ΑΠ 685/2021, Α.Π. 972/2020, ΑΠ 585/2020, ΑΠ 82/2020).

VII. Στην προκείμενη περίπτωση, για την καταδικαστική κρίση του κρίση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, έλαβε υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε τα προσκομισθέντα από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα έγγραφα μεταξύ των οποίων και τα υπ' αρ. "9.Έξι σελίδες σημειώματα της κοινωνικής λειτουργού και ψυχολόγου", "24.Το από 6.6.2019 απόσπασμα" και "26. Το από 766/2019 έγγραφο του Ειρηνοδικείου Αθηνών". Τα ανωτέρω έγγραφα, καίτοι προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσείοντα, ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι προκαλούνται αμφιβολίες για το αν λήφθηκαν υπόψη, και ποια ήταν αυτά. Η ταυτότητα των εγγράφων αυτών όμως προσδιορίζεται επαρκώς, ενώ δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, λόγω της μοναδικότητάς τους , ήταν δε γνωστά στον κατηγορούμενο, αφού αυτά προσκομίστηκαν με επίκλησή του και των οποίων το περιεχόμενο ανακοινώθηκε στο δικαστήριο, που συνεδρίαζε δημόσια .

Συνεπώς, δεν συνέτρεξε περίπτωση αποστέρησης του κατηγορουμένου από το δικαίωμά του να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ούτε αποστέρησης αυτού από την άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισής του, ούτε και παραβίασης των περί της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλία διεξαγωγή της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' ΚΠΔ, σχετικός τρίτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και για παραβίαση των διατάξεων σχετικά με τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

VIII. Η παράλειψη της εξέτασης μάρτυρα υπεράσπισης από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, δεν συνιστά, απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ του Κ.Π.Δ., που να ιδρύει λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1Α' ΚΠΔ, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 335 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, σε περίπτωση δε άρνησης απόφασης ή απόρριψης σχετικού αιτήματος, τότε υφίσταται έλλειψη ακρόασης και δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ (ΑΠ 1093/2018, ΑΠ 1069/2014, ΑΠ 1874/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου και τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά, προκύπτει ότι η συνήγορος του κατηγορουμένου και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, στην αρχή της διαδικασίας και δη κατά τη εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων που είχαν κληθεί, σε ερώτηση της Προέδρου εάν έχουν κλητεύσει μάρτυρες υπεράσπισης, απάντησαν ότι κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης (χωρίς να αναφέρουν τα στοιχεία ταυτότητας αυτών).

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, ανεξάρτητα από το ότι στα πρακτικά της δίκης δεν αναφέρονται ποια ήταν τα ονόματα των μαρτύρων υπεράσπισης, τα οποία περιέχονταν στο σημείωμα το οποίο η συνήγορος υπεράσπισης παρέδωσε στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, και συνεπώς αν μεταξύ αυτών ήταν και οι μάρτυρες Π.

Μ. και Α. Κ., κατά την εκφώνηση του ονόματος της μάρτυρα υπεράσπισης βρέθηκε παρούσα η Μ. Μ. (σελίδα τέταρτη των πρακτικών της προαβαλλόμενης απόφασης), δεν προκύπτει όμως από αυτά (πρακτικά) ότι επί παραλείψεως της Προέδρου να καλέσει τις ανωτέρω δύο μάρτυρες προς εξέταση, προσέφυγε η συνήγορος του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο, ώστε σε περίπτωση που είχε αρνηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί ή απορρίψει παρά το νόμο το αίτημα, να ιδρύεται κατά τα στη μείζονα σκέψη εκτιθέμενα ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ.

Β', του ΚΠΔ και μόνο λόγος για έλλειψη ακρόασης. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα, γιατί παραβιάσθηκε το υπερασπιστικό του δικαίωμα (άρθρο 171 παρ. 1 δ τού Κ.Π.Δ.) να εξετάσει και τους δύο μάρτυρες υπεράσπισης, ενόψει του ότι δεν χώρησε νόμιμη παραίτησή εκ μέρους του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

IX. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα μετά άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαίο κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.

Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα.

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε'.Δ., ΚΠΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη του ΚΠΔ ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται 1) η (υπό στοιχ. α) το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα. Κριτήριο, επομένως, για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, η οποία υπάρχει, όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από τα άρθρο 178 του ΚΠΔ (Ολ ΑΠ 2/2002, ΑΠ 971/2023, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 1135/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος και νυν αναιρεσείων ζήτησε από το Δικαστήριο της ουσίας, δια του συνηγόρου του, την αναγνώριση του ελαφρυντικού του σύννομου βίου, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 2 α' του ΠΚ. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, επί λέξει, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος δια της συνηγόρου του προέβαλε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου και ζήτησε να αναγνωριστεί στον τελευταίο (κατηγορούμενο), όπως αυτολεξεί ο ισχυρισμός αυτός καταχωρήθηκε και αναφέρεται στα πρακτικά: "η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α του ισχύοντος ΠΚ.", την αποδοχή του οποίου (ισχυρισμού) πρότεινε η Εισαγγελέας της έδρας.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός, ο οποίος προβλήθηκε, μόνον με μνεία της διατάξεως που προβλέπει την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αόριστος καθόσον σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη για το ορισμένο του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά σύννομης προηγούμενης ζωής του υπαιτίου, η οποία υπάρχει όταν αυτός στη διάρκεια του πριν από την τέλεση της δικαζόμενης πράξης χρόνου, στην καθημερινή του συμβίωση με τους άλλους σέβεται τα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά και συμμορφώνεται με τις επιταγές του νόμου, στην έννοια του οποίου διαλαμβάνονται και οι δεσμευτικοί κανόνες της κοινωνίας μέσα στην οποία αυτός διαβιεί, με την ελεύθερη βούληση και επιλογή του, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία, δηλαδή ως ένα γεγονός το οποίο δεν ήταν αναμενόμενο από τον συγκεκριμένο δράστη, περιστατικά τα οποία όμως εν προκειμένω ουδόλως αναφέρθηκαν πολλώ μάλλον δεν αποδείχθηκαν, ενώ δεν αρκεί η απουσία πράγματι από το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου (το οποίο παραδεκτά, για τις ανάγκες του ελέγχου του ελαφρυντικού αυτού επισκοπήθηκε αντίγραφό του που βρίσκεται στον φάκελο της δικογραφίας) καταδικαστικών αποφάσεων, ενόψει και του ότι το λευκό ποινικό μητρώο του παρόντος κατηγορουμένου το οποίο συνιστά αναμφίβολα ένα ισχυρό (μαχητό) τεκμήριο για την ύπαρξη προηγούμενης σύννομης ζωής, δεν αποτελεί και το μοναδικό κριτήριο για την ουσιαστική αξιολόγηση του πρότερου σύννομου βίου του.

αφού, κατά τα προηγουμένως εκτιθέμενα, η σύννομη ζωή δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με τον πραγματικό σεβασμό των κατά τα ως άνω προστατευόμενων στο κράτος δικαίου εννόμων αγαθών". Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόρριψης του προβληθέντος ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμος.

X. Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Ιανουαρίου 2024 και με αριθμό 6/2024 αίτηση του Τ. Κ. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3467/2023 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της παρούσας δίκης, που ορίζει στο χρηματικό ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ