Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
884/2022 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to defendant's absence and inadmissible legal arguments.

Geschäftsnummer 884/2022
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision regarding a land dispute. The appellant argued that the lower court misapplied legal principles concerning shared access to a ditch separating properties, but the court found these arguments to be mere assessments of facts. Since the respondent was absent from the hearing and the appellant's claims did not constitute grounds for review, the appeal was rejected.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; Article 560 paragraph 1b and Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to cite grounds for review that challenge the reviewable legal assessment, and the respondent's absence without proper summons renders the hearing procedurally flawed.

Schlagwörter

KI-generiert
cassation appeal procedural inadmissibility absence of respondent reviewable legal assessment land dispute code of civil procedure factual evaluation Geografische Ausdehnung der Zuwiderhandlung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 83 paragraphs 2 and 3 of Law 4790/2021
Article 560 paragraph 1b of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 884 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 884/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Ι. και Ά..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτη Κουμάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζ. Κ. Π., το γένος Χ. και Δ. Ο., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 542/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 216/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-12-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο αναιρεσείων παραστάθηκε όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔικ. προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Επί πλέον, με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48Α/31.3.2021) με τον τίτλο "Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως" επιβλήθηκε, μεταξύ άλλων, το μέτρο της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, για λόγους δημόσιας υγείας, και ορίστηκε, ότι με την επιφύλαξη των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που η συζήτηση της υποθέσεως οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας ή με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι 31.3.2021, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, στη συντομότερη δυνατή δικάσιμο, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ή το έκθεμα γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 3809Γ'/ 29.1.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Ορεστιάδας, Α. Ζ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 16ης.12.2020, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη εκπροθέσμως, ήτοι μετά την ως άνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 7.4.2021. 'Οπως προκύπτει από την επίσης προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 3810Γ'/ 29.1.2021 έκθεση του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, η αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά την μετ'αναβολή δικάσιμο της 7ης.4.2021, κατά την οποία όμως η συζήτηση ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, και με πράξη της προέδρου του Γ' τμήματος του Αρείου Πάγου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Ασπασίας Μαγιάκου, με βάση τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως.

Μετά την ως άνω ματαίωση της συζήτησης της υποθέσεως και τον αυτεπάγγελτο ορισμό της δικασίμου της 3.11.2021 για την εκδίκασή της, από το γραμματέα του δικαστηρίου έγινε εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε. Νέα κλήση των διαδίκων για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ'άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις και αυτή του άρθρου 576 & 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της. Η υπό κρίση, από 30.12.2019 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 216/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία απορρίφθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 542/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ που είναι ταυτόσημη εκείνης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017, 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη εκείνης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011).

Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 781/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), προκύπτει ότι, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης με το υπ'αριθμό .../13.1.1979 συμβόλαιο, που συντάχθηκε από τον πρώην συμβολαιογράφο ...

Αχιλλέα Σακελλαρίδη και νόμιμα μεταγράφηκε αυθημερόν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ......, η έως τότε κυρία του ακινήτου Γ. Μ. του Σ.... πώλησε και μεταβίβασε στην ενάγουσα δικαίωμα κυριότητας επί οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, εμβαδού 162 τμ, κείμενου στη συμβολή των οδών ... και ..., στο οικοδομικό τετράγωνο ...

του Δήμου ..., που, όπως ανέγραφε, συνόρευε βόρεια με ιδιοκτησία Α. Κ. και πλέον του αντιδίκου της σε πλευρά μήκους 9,50 μέτρων, νότια με την οδό ... σε πλευρά μήκους 9 μέτρων, ανατολικά με ιδιοκτησία Δ. Φ. σε πλευρά μήκους 17,70 μέτρων και δυτικά με την οδό ... σε πλευρά μήκους 17,10 μέτρων, με υφιστάμενη εντός αυτού παλιά κατεδαφιστέα οικία, όπως παρουσιαζόταν και στο συνημμένο στο συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ι.

Κ. (και όπως στον τίτλο αυτό αναγράφεται). Σημειώνεται ότι στο τοπογραφικό που ενσωμάτωσε στην ένδικη αγωγή της η ενάγουσα, παρουσιάζεται η βόρεια πλευρά του ακινήτου της μήκους 9,10 μέτρων και όχι πλέον 9,50, όπως αρχικά στον τίτλο κτήσης και στην οικοδομική άδεια που στη συνέχεια εκδόθηκε για το οικόπεδο...

Το περιγραφόμενο ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου της διαδίκου δυνάμει κληρονομικής διαδοχής της αποβιώσασας αδιάθετης το έτος 1977 μητέρας της Σ. χήρας Σ. Μ. και αποδοχής της κληρονόμου με την υπ'αριθμό .../9.2.1978 πράξης αποδοχής κληρονομίας αυτής, που συντάχθηκε από τον ίδιο ως άνω συμβολαιογράφο και νόμιμα μεταγράφηκε...

Περαιτέρω, δυνάμει πώλησης και μεταβίβασης με το με αριθμό .../2.4.1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Αναστασίας Χαραλάμπου Καβατζίδου που νόμιμα μεταγράφηκε αυθημερόν..., η Ε. χήρα Α. Κ., το γένος Ι. Φ. πώλησε και μεταβίβασε στον εναγόμενο οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, κείμενο επί της οδού ..., στο οικοδομικό τετράγωνο ..., στο ..., έκτασης 157 τμ, σύμφωνα με την καταμέτρηση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ... - Έβρου Α.

Λ. και όπως απεικονιζόταν στο συνημμένο στο συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου, που συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 29,20 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας Π. Κ., νότια σε πλευρά 29 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Μ., ανατολικά σε πλευρά 5,20 μέτρων με οδό ... και δυτικά σε πλευρά μήκους 5,60 μέτρων με πεζοδρόμιο πλάτους 4,50 μέτρων, εντός του οποίου υπήρχε διώροφη οικοδομή.

Το περιγραφόμενο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου του διαδίκου δυνάμει κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος στις 23.11.1978 συζύγου της Α. Κ. του Δ. βάσει της με αριθμό .../22.4.1978 δημόσιας διαθήκη του που συντάχθηκε από τον τέως συμβολαιογράφο ... Αχιλλέα Σακελλαρίδη και δημοσιεύθηκε με τα υπ'αριθμό 31/13.10.1983 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έβρου και αποδοχής με την υπ' αριθμό .../1997 πράξη αποδοχής κληρονομίας της κληρονόμου ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που νόμιμα μεταγράφηκε...

Περαιτέρω η ενάγουσα, αμέσως μετά την απόκτηση του ακινήτου της προέβη στην κατάρτιση της με αριθμό 52.683/1979 σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και στην υποβολή της με αριθμ. .../26.2.1979 έκδοση οικοδομικής άδειας, από την τότε Νομαρχία Έβρου, όπως και στην κατεδάφιση της υφιστάμενης ως τότε παλιάς μονοκατοικίας και στην ανέγερση, κατόπιν έκδοσης της με αριθμό .../23.5.1979 οικοδομικής άδειας, οικοδομής, αποτελούμενης από ισόγειο κατάστημα και κατοικία στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο του κτιρίου.

Σύμφωνα μάλιστα με την αναφερόμενη άδεια, η οικοδομή αυτή καταλάμβανε από το συνολικό οικόπεδο, τμήμα μήκους 10,40 μέτρων στη δυτική πλευρά που συνόρευε με την οδό ..., όπως και στην ανατολική που συνόρευε με Δ.Φ. και μήκους 9 μέτρων στην νότια πλευρά που συνόρευε με την οδό ... και αντίστοιχα στην βόρεια πλευρά της οικοδομής, ενώ το πεδίο που απέμενε ελεύθερο στη βόρεια από την οικοδομή πλευρά, παρουσιάζεται επί πλέον μήκος 6,60 μέτρων μέχρι το βόρειο όριο, μολονότι το συνολικό μήκος της ανατολικής πλευράς είναι 17,10 μέτρων (υπάρχει απόκλιση 10 εκατοστών και προφανώς το ορθό μέγεθος ήταν 6,70) ως το όριο με την ιδιοκτησία του αντιδίκου της, το βόρειο όριο φέρεται μήκους 9,50 μέτρων πέρα από το οικοδόμημα (μήκους περίπου 10,40 μέτρων) και συνολικά προκύπτει μήκους 17,70 μέτρων ως το ακίνητο του εναγομένου (το συνολικό μήκος της πλευράς για να προκύπτει ορθό άθροισμα θα έπρεπε εδώ να είναι 17,10 όπως στην απέναντι πλευρά του οικοπέδου, εκτός εάν γίνει δεκτή κάποια ανισοσκέλεια των πλευρών του οικοδομήματος (βλ.

την αναφερόμενη άδεια και ιδίως το τοπογραφικό σκαρίφημα που συνοδεύει το υπόμνημα του εγγράφου του I. Κ. που με επίκληση προσκόμισε η ενάγουσα). Ακολούθως, στο πεδίο πέρα από το κτίσμα στην βόρεια πλευρά που είχε παραμείνει ελεύθερη εντός του οικοπέδου της, η διάδικος κατασκεύασε χώρο στάθμευσης εμβαδού 56,10 τμ, όπως αυτό προκύπτει από την προσκομισθείσα με επίκληση από αμφοτέρους τους διαδίκους με αριθμό 23/27.7.2016 και αριθ.

πρωτ. .../21.7.2016 "Έγκριση εργασιών Μικρής Κλίμακας" της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης Δήμου Αλεξανδρούπολης, αρχικά αυθαίρετη, που νομιμοποίησε στη συνέχεια (στα πλαίσια του ν. 4178/2013). Το κτίσμα αυτό εφαπτόταν πλήρως με την υφιστάμενη αρχικά οικοδομή έχοντας πρόσοψη επί της οδού ... (σύμφωνα με μετ' επίκληση προσκομιζόμενες από την ενάγουσα φωτογραφίες).

Όμως με την κατασκευή του κλειστού χώρου στάθμευσης από την ενάγουσα δεν καλύφθηκε όλη η έκταση του βορείου τμήματος του οικοπέδου της μέχρι το όριο με το οικόπεδο του αντιδίκου της. Πράγματι λαμβάνοντας υπόψη και το νεώτερο τοπογραφικό διάγραμμα που ενσωμάτωσε η ενάγουσα στην αγωγή της, φέρεται πως κατέλαβε μήκος 6,04 μέτρων της δυτικής πλευράς από το συνολικό μήκος 6,60 μέτρων της πλευράς πέρα από την οικοδομή, όπως η ίδια υποστήριξε.

Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνει όμως και η από 23.8.2016 αίτηση του εναγομένου που υπέβαλε αυτός στη Διεύθυνση Δόμησης του Δήμου Αλεξανδρούπολης και με επίκληση προσκόμισε ο ίδιος στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και επί λέξει ανέφερε "... μετά από επιτόπια μέτρηση που διενήργησα διαπίστωσα ότι... τα κτίρια ιδιοκτησίας της Π.

επί της ..., έχουν διαστάσεις η διώροφη οικοδομή 10,55 μέτρα και το γκαράζ 6,05 μέτρα...", δηλαδή κατά τις μετρήσεις του ίδιου του διαδίκου, τα κτίσματα που είχε κατασκευάσει η ενάγουσα στο οικόπεδό της δεν καταλάμβαναν όλο το μήκος της πλευράς του οικοπέδου της επί της οδού ..., αλλά υπολείπονταν 50 εκατοστά ως το βόρειο όριο του ακινήτου του εναγομένου (αφού 10,55 πλέον 6,05 αντιστοιχούν σε 16,60 μέτρα, δηλαδή από το συνολικό μήκος των 17,10 μέτρων της δυτικής πλευράς του οικοπέδου της ενάγουσας απέμενε άκτιστο μήκος 50 εκατοστών), το οποίο συνάδει και με εμβαδό που παρουσιάζεται στο προεκτεθέν έργο "Έγκριση Εργασιών Μικρής Κλίμακας" της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Αλεξανδρούπολης, που αντιστοιχεί σε 56,10 μέτρα.

Συνεπώς, μετά την κατασκευή του χώρου στάθμευσης από την ενάγουσα, που είχε εμβαδό 56,10 τμ, απέμεινε στο βόρειο τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας ανεκμετάλλευτη έκταση που σχημάτιζε μακρόστενη λωρίδα εμβαδού (60,97 μέτρων μείον 56,10 μέτρων) 4,87 τμ και συγκεκριμένα μήκους 9,10 μέτρων (όπως διαπιστώθηκε με νεώτερη καταμέτρηση και αντί του αρχικού μήκους 9,50) επί του ορίου του οικοπέδου με εκείνο του εναγομένου και πλάτους 0,535 μέτρων επί της οδού ....

Επιπλέον, στις φωτογραφικές αναπαραστάσεις που με επίκληση προσκόμισε η ενάγουσα και απεικονίζουν το ευρύτερο τμήμα του μέρους εκείνου, η λωρίδα αυτή παρουσιάζεται ως εφαπτόμενη στον χώρο στάθμευσης της ενάγουσας, χορταριασμένη, να έχει παραλειφθεί από την πλάκα που καλύπτει όλο το δάπεδο της αυλής του όμορου ακινήτου του εναγομένου στο μέρος εκείνο, ως ξεχωριστό από το ακίνητό του πεδίο.

Τα παραπάνω ανέφερε και ο τοπογράφος μηχανικός Ι. Κ., ο οποίος ζει και δραστηριοποιείται στο ... από το έτος 1977 και εκπόνησε το τοπογραφικό διάγραμμα και προέβη στις σχετικές ενέργειες για την έκδοση της οικοδομικής άδειας ανέγερσης της οικοδομής επί του οικοπέδου και τη νομιμοποίηση και έγκριση των λοιπών εργασιών στο ακίνητο, σύμφωνα με τις μετρήσεις βέβαια του οποίου, το μήκος του γκαράζ στη δυτική πλευρά αντιστοιχεί σε 6,04 μέτρα, συνεπώς το εμβαδόν του επιδίκου σε (0,56 Χ 9,10=) 5,096 τμ.

Επίσης, ο Δ. Λ., ο οποίος διατηρούσε καφενείο στο ισόγειο κατάστημα της τότε οικοδομής Κ. (πλέον του εναγομένου) από το έτος 1976 έως και το 1996, ο Δ. Θ. που κατοικεί πίσω από τα δύο οικόπεδα και ο Π. T., μαραγκός και γείτονας από το 1976, στις ένορκες βεβαιώσεις τους ανέφεραν πως στο όριο των δύο οικοπέδων (παλαιότερα Κ.

και Μ. αντίστοιχα), υπήρχε βαθιά αυλακιά που επί δεκαετίες χώριζε τα ακίνητα χωρίς καμία μεταβολή των ορίων τους και από μισή ανήκε σε κάθε ακίνητο, όπως συνηθιζόταν στην περιοχή παλαιότερα, η οποία καλύφθηκε αργότερα με μεγάλες πέτρες και σταδιακά καταλήφθηκε ολόκληρη από τον εναγόμενο, ενώ παρέμεινε το επίδικο που ανήκε κατά τους παραπάνω στο ακίνητο της ενάγουσας.

Επίσης, από τις ένορκες βεβαιώσεις, η πρώτη και η τρίτη ως άνω συμπίπτουν στην αναφορά του γεγονότος ότι από το έτος 2014 ο εναγόμενος άρχισε να τοποθετεί πράγματα στο επίδικο εδαφικό τμήμα. Τέλος, τα παραπάνω βεβαίωσε ενόρκως και ο Δ. Κ. του οποίου πατρικό ήταν το οικόπεδο του εναγομένου (ανήκε στον πατέρα του Α.

Κ.), προσθέτοντας ότι κανένας δεν είχε ως τώρα αμφισβητήσει τα όρια των δύο ακινήτων... Αντίθετα δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη παλιού συρματοπλέγματος που αβάσιμα υποστήριξε η ενάγουσα ότι χώριζε τις δύο ιδιοκτησίες. Ο εναγόμενος, αφού καλύφθηκε, όπως προεκτέθηκε, το αυλάκι που διέκρινε τα δύο ακίνητα - και το μεταξύ τους όριο, μη υφιστάμενης άλλης περίφραξης, κατέστη ασαφές, με δεδομένο και ότι ο χώρος στάθμευσης δεν είχε κτιστεί ακριβώς στο όριο του οικοπέδου της ενάγουσας - ξεκίνησε από το έτος 2014 σταδιακά να εναποθέτει πράγματα και ειδικότερα δύο ανοικτές σκάλες με δύο σωλήνες πάνω τους, μια παλιά ψησταριά και ένα ψυγείο, καταλαμβάνοντας τμήμα του οικοπέδου της αντιδίκου του μήκους 9,10 μέτρων επί του ορίου του ακινήτου της με το δικό του ακίνητο και πλάτους 0,535 μέτρων επί της οδού ..., δηλαδή συνολικής έκτασης 4,87 τμ και όταν τον μήνα Ιούλιο του έτους 2016 η ενάγουσα, που ως τότε δεν είχε αντιδράσει, θεωρώντας προσωρινή την εναπόθεση των παραπάνω πραγμάτων και ακούσια την κατάληψη του τμήματος αυτού, επιχείρησε να προβεί σε εργασίες στη βόρεια πλευρά, ο εναγόμενος, επικαλούμενος ότι πρόκειται για δική του ιδιοκτησία, εκδίωξε τον μηχανικό Ι.

Κ. που επιχείρησε να τοποθετήσει σημάδια (μικρούς πασσάλους) στο όριο του οικοπέδου, προκειμένου να κατασκευάσει μόνιμη περίφραξη και, παρά τις διαμαρτυρίες της αντιδίκου του, αρνήθηκε να της αποδώσει την καταληφθείσα έκταση... Τα συμπεράσματα που προεκτέθηκαν δεν τα ανατρέπουν τα επιχειρήματα που προέβαλε ο εναγόμενος, ότι λόγω ρυμοτόμησης το οικόπεδο της αντιδίκου του περιορίστηκε ως προς τις διαστάσεις του, ή οι ισχυρισμοί περί εσφαλμένης τοποθέτησης της οικοδομής σε σχέση με το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την οικοδομική άδεια της αντιδίκου του, καθώς ακόμη και η όποια μείωση μεσολάβησε (στο όριο της βόρειας πλευράς που από μήκος 9,50 μειώθηκε σε 9,10) παρουσιάστηκε στα τοπογραφικά διαγράμματα που εκπονήθηκαν σε διάφορα χρονικά σημεία με εντολή της ενάγουσας (δίχως να μπορεί να αποκλεισθεί ότι κάτι αντίστοιχο εμφιλοχώρησε και στο ακίνητο του εναγομένου), ενώ και οι όποιες υποθέσεις του "...πριν την ανέγερση του εν λόγω γκαράζ (προφανώς υπήρχε κάποιο κενό ανάμεσα στις δύο ιδιοκτησίες)..."...

έρχονται σε αντίθεση με τις μετρήσεις και τις δηλώσεις στις οποίες ο ίδιος προέβη με την προμνησθείσα από 23.8.2016 αίτησή του, που υπέβαλε αυτός στη Διεύθυνση Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Αλεξανδρούπολης και προσκόμισε ως έγγραφο στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επιπλέον, η ένορκη βεβαίωση του Γ. Κ. ειδικού τοπογραφικών εφαρμογών, περιλαμβάνει, όπως ο ίδιος ο βεβαιώσας άλλωστε δηλώνει, προσωπική του εκτίμηση "Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, έχοντας την ιδιότητα του τοπογράφου, η διεκδικούμενη εκ μέρους της ενάγουσας έκταση των [5,096 τμ] δεν της ανήκει, διότι δεν προκύπτει από την εφαρμογή των διαστάσεων", την οποία σχημάτισε κατόπιν μελέτης των στοιχείων που αναφέρει, ενώ και η βεβαίωση του Μ.

Μ., κρίνεται αληθής ως προς το γεγονός ότι δεν υπήρχε πρόχειρη περίφραξη μεταξύ των ακινήτων, όμως ως προς το σημείο που βεβαιώνει ότι ο εναγόμενος έκανε αδιάλειπτη χρήση του επίδικου εδαφικού τμήματος από το 1999 έως το 2016, δεν είναι αξιόπιστη, καθώς έρχεται σε αντίφαση με όλες τις ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας και τις φωτογραφίες που η τελευταία με επίκληση προσκόμισε και απεικονίζουν τα δύο ακίνητα και το παραπάνω εδαφικό τμήμα με αγριόχορτα, κενό από οποιαδήποτε αντικείμενα και ανεκμετάλλευτο, οπότε δεν ευσταθεί και κανένας σχετικός ισχυρισμός του συγκεκριμένου διαδίκου περί χρήσης του επιδίκου επί σειρά ετών.

Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, επικύρωσε την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί ως βάσιμη εν μέρει κατ' ουσίαν την διεκδικητική κυριότητας εδαφικού τμήματος οικοπέδου αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την επίκληση, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1094, 1102 και 1117 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5, 13 του ν. 3741/1929, σύμφωνα με τις οποίες, επί ιδιοκτησίας κατ'ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας) δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ'ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών, επιπλέον δε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, δέχθηκε με ελλιπείς αιτιολογίες την διεκδικητική της κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρότι δέχθηκε ότι στο οικόπεδο επί του οποίου υφίσταται το επίδικο εδαφικό τμήμα, η αναιρεσίβλητη συνέστησε οριζόντια ιδιοκτησία και ανήγειρε διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ένα ισόγειο κατάστημα και μία κατοικία στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, κατά παράβαση ευθέως και εκ πλαγίου των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, την αναγνώρισε κυρία του επίδικου εδαφικού τμήματος του ως άνω οικοπέδου, χωρίς να αναφέρει στις παραδοχές της, ότι η αναιρεσίβλητη είναι αποκλειστική κυρία όλων των προαναφερόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών, διαπίστωση που αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξη κυριότητάς της επί όλου του οικοπέδου, καθόσον στην περίπτωση ύπαρξης περισσότερων συγκυρίων των οριζοντίων ιδιοκτησιών, υφίσταται ποσοστό συγκυριότητας τούτων και επί του οικοπέδου.

Το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1094 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης, στον τίτλο κτήσης της οποίας περιλαμβάνεται.

Επίσης, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους τις επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 1102 και 1117 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5, 13 του ν. 3741/1929, καθόσον αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση. Τούτο δε, διότι, οι διατάξεις αυτές, που αφορούν στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί ακινήτου και τα δικαιώματα των συγκυρίων επί των χωριστών ιδιοκτησιών τους, καθώς και επί των κοινοχρήστων χώρων και του ποσοστού συγκυριότητάς τους επί του εδάφους του οικοπέδου, στο οποίο έχει ανεγερθεί η υπαχθείσα στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας οικοδομή, προϋποθέτουν για την εφαρμογή τους την ύπαρξη περισσοτέρων συγκυρίων επί των χωριστών ορόφων ή διαμερισμάτων αυτής, η προσβαλλόμενη όμως απόφαση δεν διέλαβε στις παραδοχές της, σύμφωνα με τις οποίες και μόνο ελέγχονται οι λόγοι αναιρέσεως, ότι με τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο εδαφικό τμήμα, οι ξεχωριστές οριζόντιες ιδιοκτησίες που δημιουργήθηκαν (κατάστημα ισογείου και οικία του πρώτου ορόφου) ανήκαν στην κυριότητα και άλλων συγκυρίων πλην της αναιρεσίβλητης, περιστατικά, τα οποία άλλωστε, δεν εξέθετε η ίδια και στην διεκδικητική κυριότητας αγωγή της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής.

Αντίθετα, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε ανελέγκτως δεκτό, ότι η αναιρεσίβλητη έχει δικαίωμα κυριότητας επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, την οποία κατέλαβε ο αναιρεσείων, καθόσον αυτή αποτελεί τμήμα του οικοπέδου που απέκτησε η ίδια με παράγωγο τρόπο, ήτοι με αγορά από την προηγούμενη κυρία τούτου με το νομίμως μεταγραμμένο .../1979 συμβόλαιο του πρώην συμβολαιογράφου ...

Αχιλλέα Σακελλαρίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα και η ίδια προέβη άμεσα τόσο στην κατάρτιση σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, όσο και στην ανέγερση, κατόπιν εκδόσεως της απαιτούμενης αδείας, διώροφης οικοδομής, επί του οικοπέδου κυριότητάς της, αποτελούμενης από ισόγειο κατάστημα και κατοικία στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο του κτιρίου και στη συνέχεια σε κατασκευή κλειστού χώρου στάθμευσης, χωρίς να γίνεται μνεία περί μεταβίβασης οποιασδήποτε από τις ξεχωριστές ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες σε τρίτο πρόσωπο, ώστε να έχει μεταβληθεί το καθεστώς της αποκλειστικής κυριότητάς της επ'αυτών και συνακόλουθα και επί του εδάφους του οικοπέδου.

Υπό τα δεδομένα αυτά ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση, περί υπάρξεως στην προκειμένη περίπτωση και άλλων συγκυρίων πλην της αναιρεσίβλητης επί των ξεχωριστών οριζοντίων ιδιοκτησιών της ως άνω διώροφης οικοδομής, που αποκτούν ποσοστό συγκυριότητας και επί του εδάφους, επί του οποίου έχει ανεγερθεί αυτή.

Περαιτέρω, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 1094 ΑΚ, εφόσον κατά τις πιο πάνω παραδοχές αυτής αναφέρεται, ότι στο ως άνω ακίνητο που απέκτησε η αναιρεσίβλητη, με τον προαναφερόμενο τίτλο κτίσης της, μετά τη διενέργεια της κατασκευής των ως άνω κτισμάτων δεν καλύφθηκε όλη η έκταση του βορείου οικοπέδου της μέχρι το όριο με το οικόπεδο του αναιρεσείοντος, αλλά απέμεινε ανεκμετάλλευτη έκταση που σχημάτιζε μακρόστενη λωρίδα μήκους, σύμφωνα με νεώτερη καταμέτρηση 9,10 μ.

αντί της αρχικής 9,50 μ. και πλάτους 0,535, ήτοι εμβαδού 4,87 τ.μ., την οποία από το έτος 2014 άρχισε σταδιακά να καταλαμβάνει ο αναιρεσείων τοποθετώντας αντικείμενα επ' αυτής, αρνούμενος να την αποδώσει στην αναιρεσίβλητη, όταν μεταγενέστερα η ίδια επιχείρησε να την περιφράξει, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα κυριότητάς της, καθώς και ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελούσε τμήμα της δικής του ιδιοκτησίας, την οποία απέκτησε με παράγωγο τρόπο από το έτος 1999, οπότε προέβη στην αγορά της από την προηγούμενη αληθή κυρία αυτής δια νομίμως μεταγραμένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και ότι έκτοτε ο ίδιος έκανε αδιάλειπτη χρήση της επίδικης εδαφικής λωρίδας επί σειρά ετών, μέχρι και το έτος 2016.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι η αναιρεσείουσα είναι κυρία της επίδικης εδαφικής έκτασης, η οποία περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης της και ότι αυτή δεν περιλαμβανόταν στον τίτλο κτήσης του αναιρεσίβλητου, ο οποίος ουδέποτε απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί αυτής, αλλά την κατέλαβε προσβάλλοντας το δικαίωμα κυριότητας της αναιρεσείουσας.

Επομένως, είναι αβάσιμοι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως - και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για πλημμέλειες από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ σχετικά με την παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 1094 ΑΚ. Επιπλέον, οι ως άνω λόγοι κατά τα λοιπά, αναφερόμενοι, ενδεικτικά, σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος σχετικά με την περιγραφή των διαστάσεων του επίδικου εδαφικού τμήματος, τον υπολογισμό του εμβαδού του κλπ., και στα συμπεράσματα που καταλήγει ο ίδιος, διαφορετικά από εκείνα που διαλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία χαρακτηρίζει ως αυθαίρετα, αντιφατικά και αναιτιολόγητα, είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ'έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην δίκη του πρώτου βαθμού, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται ως εξαίρεση στον κανόνα στην ίδια διάταξη, που ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει τους νέους αυτούς ισχυρισμούς, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει.

Κατά την έννοια της διάταξης, νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του Εφετείου είναι απαράδεκτη αν δεν συντρέχουν οι εξαιρέσεις που αυτή προβλέπει, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και εκείνοι που στηρίζουν αιτιολογημένη άρνηση της κατ'ουσία ή κατά νόμο βασιμότητας της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Δηλαδή οι πραγματικοί ισχυρισμοί ταυτίζονται με τον όρο "μέσα επίθεσης και άμυνας" του καταργηθέντος πλέον (με το ν. 4335/2015) άρθρου 269 ΚΠολΔ και η έννοια καταλαμβάνει μόνο ισχυρισμούς που εισάγονται στη δίκη με τη μορφή ένστασης, αντένστασης, επαντένστασης, δίχως μάλιστα να αποβαίνει κρίσιμη για την εφαρμογή της διάταξης η περαιτέρω διάκριση των γνήσιων ενστάσεων σε αυτοτελείς και μη.

Εξάλλου, επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής πρέπει, κατά τα άρθρα 1094 ΑΚ και 338 ΚΠολΔ, ο ενάγων να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό (ακίνητο) και ότι ο εναγόμενος το νέμεται ή το κατέχει. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ και 262 παρ.1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο αποτελεί ένσταση αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής, ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ'αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι κατέστη κύριος του επιδίκου με χρησικτησία στοιχειοθετεί αιτιολογημένη άρνηση αν ο χρόνος που επικαλείται συμπίπτει - έστω και μερικά, αλλά τόσο ώστε ο υπόλοιπος να μην επαρκεί προς θεμελίωση της αγωγής - με τον χρόνο που επικαλείται ο ενάγων για να στηρίξει την αγωγή, ενώ αν ο χρόνος χρησικτησίας που επικαλείται ο εναγόμενος είναι μεταγενέστερος εκείνου τον οποίο επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση της αγωγής του αποτελεί ένσταση (ΑΠ 54/2014, ΑΠ 1516/2012, ΑΠ 718/2010).

Επί πλέον, κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημο με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 104/2020, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 1346/2018, ΑΠ 178/2014).

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997).

Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ 1162/2020, 1021/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, επί πλέον δε ότι με ανύπαρκτη και αντιφατική αιτιολογία ο ισχυρισμός του περί ιδίας κυριότητας αξιολογήθηκε ως άρνηση, ενώ πρόκειται για ένσταση που προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με την έφεση.

Συγκεκριμένα αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της την ένσταση ιδίας κυριότητας, την οποία προέβαλε, προς αντίκρουση της διεκδικητικής κυριότητας του επιδίκου εδαφικού τμήματος αγωγής της αναιρεσίβλητης, ήτοι ότι ο ίδιος είχε καταστεί κύριος τούτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, επί πλέον δε ότι αφενός μεν με ανύπαρκτη αιτιολογία δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποτελούσε ένσταση ιδίας κυριότητας αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αφετέρου δε με αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε ότι πρόκειται για ισχυρισμό ο οποίος προτείνεται απαραδέκτως για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Ως προς το ζήτημα αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "... ο εναγόμενος με τις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου... υπό τον τίτλο " III. ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ "ΑΡΝΗΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ" Η "ΑΡΝΗΣΗ ΚΑΤΟΧΗΣ"... ισχυρίσθηκε ότι η διεκδικούμενη από την ενάγουσα έκταση εμβαδού 5,096 τ.μ.

δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης της συγκεκριμένης διαδίκου και των δικαιοπαρόχων της, καθώς περιλαμβάνεται στους δικούς του τίτλους κυριότητας, όπως ειδικότερα ανέλυσε, παραπέμπτοντας μάλιστα σε σχετικό επιστημονικό πόνημα και σε νομολογία προς επίρρωση του ισχυρισμού του ως άρνηση.... Οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος εναγομένου στη δίκη του πρώτου βαθμού περί κυριότητάς του στο επίδικο, επειδή αυτό περιλαμβάνεται όχι στον τίτλο της ενάγουσας αλλά στον τίτλο του εναγομένου, στοιχειοθετούν...

όχι ένσταση αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και ορθά ερμηνεύθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δεν αποφάνθηκε ειδικά γι'αυτούς, ενώ είναι απαράδεκτος κατά το σκέλος που προβάλει... για πρώτη φορά στην έκκλητη δίκη, την μεταγενέστερη της αντιδίκου του απόκτηση κυριότητας στο επίδικο με τα προσόντα χρησικτησίας, καθώς πρόκειται για νέο πραγματικό ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε στη δίκη του πρώτου βαθμού, και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην ίδια διάταξη, ώστε να προταθεί κατ'εξαίρεση ο ισχυρισμός του στη δευτεροβάθμια δίκη".

Με τις παραπάνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, τόσο ως προς το σκέλος του με το οποίο αυτός είχε επικαλεσθεί, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου εξέλαβε, ως απλή άρνηση την ένστασή του περί απόκτησης κυριότητας στο επίδικο από αυτόν λόγω αδιάλειπτης χρήσης του από το έτος 1999 και επέκεινα με διάνοια κυρίου, δηλαδή σε κάθε περίπτωση με τα προσόντα τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας και δεν αποφάνθηκε για τον αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο επανέφερε στην κατ'έφεση δίκη, όσο και ως προς το σκέλος του με το οποίο ο ίδιος προέβαλε ισχυρισμό ιδίας κυριότητας στο επίδικο εδαφικό τμήμα, επικαλούμενος ότι απέκτησε την κυριότητά του, με έκτακτη χρησικτησία σε χρόνο μεταγενέστερο από εκείνον που διαλαμβάνονταν στην ιστορική βάση της αγωγή της αναιρεσίβλητης, για την θεμελίωση της δικής της κυριότητας επί τούτου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος ως προς την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν περιλαμβάνεται στο οικόπεδο που αγόρασε η αναιρεσίβλητη με το .../1979 συμβόλαιο επί του οποίου αυτή μετά την ανέγερση χώρου στάθμευσης και διώροφης οικοδομής διαμένει έκτοτε μέχρι το έτος 2016, οπότε ασκήθηκε η διεκδικητική κυριότητας αγωγή της, αλλά περιέχεται στο δικό του τίτλο κτήσης, ήτοι στο .../2.4.1999 συμβόλαιο, και στους τίτλους των δικαιοπαρόχων του, τουλάχιστον από το έτος 1983, οπότε ο ίδιος που το νέμεται από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2016 με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, έχει αποκτήσει την κυριότητά του με τακτική χρησικτησία αλλά και έκτακτη χρησικτησία με την προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, δεν αποτελεί ένσταση ιδίας κυριότητας, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, όπως δέχθηκε το Εφετείο.

Τούτο δε, διότι, κατά τα όσα εκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, στην οποία αναφέρθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, τα γεγονότα που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ως προς το επικαλούμενο από την αναιρεσίβλητη δικαίωμα κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου, περιλαμβάνονται στο χρονικό διάστημα από το έτος 1979 μέχρι το έτος 2016, και εκείνα που συγκροτούν τον αμυντικό ισχυρισμό του ενάγοντος αναφέρονται στο χρονικό διάστημα από το έτος 1983 μέχρι 2016, ήτοι συμπίπτουν χρονικά.

Συνεπώς, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά ένσταση, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, δεν αποτελεί "πράγμα", με την προαναφερόμενη έννοια, και έτσι δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης και τούτο ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε ως μη νόμιμο. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ως προς το σκέλος του με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Εφετείο με ανύπαρκτη αιτιολογία δέχθηκε, ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του δεν αποτελούσε ένσταση ιδίας κυριότητας αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής επί πλέον δε ότι με αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός του για τη μεταγενέστερη της αντιδίκου του απόκτηση κυριότητας στο επίδικο με τα προσόντα χρησικτησίας απαραδέκτως προτάθηκε για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσία, είναι επίσης απαράδεκτος.

Τούτο δε διότι η ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις και ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει ισχυρισμό ως απαράδεκτο ή μη νόμιμο (ΑΠ 1082/2020, ΑΠ 395/2018, ΑΠ 734/2013), όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, που το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τον πρώτο ως μη νόμιμο και τον δεύτερο ως απαράδεκτο.

Σύμφωνα με το εδ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.

για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 589/2020, 334/2019, ΑΠ 757/2015).

Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση, για εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 2157/2014). Ήδη με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως και το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1β', του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ήτοι για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς την μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε, στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1094 και 1021 ΑΚ.

Ειδικότερα, ως προς την αποδιδόμενη πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας που αφορά στην υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου του άρθρου 1094 ΑΚ, ο αναιρεσείων, αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη είναι κυρία της επίδικης εδαφικής λωρίδας ελάχιστου εμβαδού 4,87 τ.μ. (5,096 τ.μ.) κατά την αγωγή, και ότι ο ίδιος προσέβαλε το δικαίωμα κυριότητάς της επί αυτής, ενώ διαπίστωσε τις αναφερόμενες στις παραδοχές της αποκλίσεις στις διαστάσεις των πλευρών του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, μεταξύ εκείνων που περιγράφονται στην αγωγή και στον τίτλο κτήσης της και των τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων στα οποία αναφέρεται, καθώς και του σχήματος του ακινήτου, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία :

α) αποκλίσεις τέτοιου μικρού μεγέθους, οι οποίες μπορούν να αποτελούν απλώς εσφαλμένες μετρήσεις ή να προκύπτουν από εσφαλμένες καθ'υπόδειξη των ιδιοκτητών αποτυπώσεις των οικοπέδων, είναι αναμενόμενες και δεν συνιστούν προσβολές του δικαιώματος κυριότητας κατ'άρθρο 1094 ΑΚ, του οποίου οι προϋποθέσεις εφαρμογής δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση, β) ο τοίχος του κλειστού χώρου στάθμευσης που ανήγειρε η αναιρεσίβλητη, όπως είναι κοινώς αναμενόμενο, οριοθέτησε και το οικόπεδό της, προς το όμορο οικόπεδο του αναιρεσείοντος, καθόσον ο χώρος που παρέμεινε ακάλυπτος, πλάτους 0,535 μ.

σε απόσταση από την οριογραμμή αυτή, είναι άχρηστος για την αναιρεσίβλητη που δυσχερώς επικοινωνεί με αυτόν, ενώ είναι χρήσιμος, ως συνεχόμενος χώρος του δικού του ακινήτου, χωρίς να εμποδίζεται η επικοινωνία του από την παρεμβολή τοιχίου. Επίσης, ως προς την αποδιδόμενη πλημμέλεια των διδαγμάτων κοινής πείρας που αφορά στην υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου του άρθρου 1021 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "Αν δύο ακίνητα χωρίζονται με μονοπάτι ή άλλη λωρίδα γης ή φράκτη ή τοίχο ή τάφρο ή άλλο κατασκεύασμα που εξυπηρετεί και τα δύο ακίνητα, τεκμαίρεται ότι οι κύριοί τους έχουν δικαίωμα κοινής χρήσης αυτών των διαχωρισμάτων εφόσον από τα εξωτερικά σημεία ή την τοπική συνήθεια δεν προκύπτει αποκλειστική χρήση του ενός απ'αυτούς", ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ διέλαβε στις παραδοχές της ότι μεταξύ των οικοπέδων των διαδίκων - υπήρχε αυλάκι, που επί δεκαετίες τα χώριζε, όπως συνηθιζόταν παλαιότερα στην περιοχή, δεν υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στον ως άνω κανόνα δικαίου, ως έδει, οπότε και θα κατέληγε στο ορθό συμπέρασμα ότι στο μέτρο που η επίδικη εδαφική λωρίδα αντιστοιχεί στο εν λόγω αυλάκι, ανήκει κατά το ήμισυ σε αμφοτέρους τους διαδίκους και δεν θα επιδίκαζε πλήρως την κυριότητά της στην αναιρεσίβλητη.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, καθόσον τα ανωτέρω αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτό, με την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, ειδικότερα δε ως προς την παραβίαση του κανόνα δικαίου του άρθρου 1021, σημειώνεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν τον χρησιμοποίησε ούτε προέβη στην ερμηνεία του ή στην υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε αυτόν, τα επικαλούμενα δε από τον αναιρεσείοντα περιστατικά, περιλήφθηκαν στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την πορεία του δικανικού της συλλογισμού, κατάληξη του οποίου υπήρξε η κρίση της ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα που παρέμεινε μετά την κατάληψη του αυλακιού από τον αναιρεσείοντα, περιλαμβάνεται στο οικόπεδο κυριότητας της αναιρεσίβλητης.

Όλες δε οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αποτελούν επιχειρήματα, εκτιμήσεις και συμπεράσματα του ίδιου, με τα οποία, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 1β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 30.12.2019 αίτηση αναίρεσης του Π. Τ. κατά της 216/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, διότι η συζήτηση της υποθέσεως έγινε απούσης της αναιρεσίβλητης, η οποία, συνεπώς, δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.12.2019 αίτηση του Π. Τ. για αναίρεση της 216/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ