Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
884/2013 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against appellate court dismissal of guarantee letter claim due to direct violation of law.

Geschäftsnummer 884/2013
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a claim regarding guarantee letters. The appellant argued that the lower court erred in factually assuming the original guarantee contract remained valid despite the bank's explicit cancellation of the document. The court found this factual assumption to be a direct violation of substantive law, necessitating the annulment of the lower judgment and remittal to a new panel of judges for further proceedings.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559(1)(a) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a lower court decision when the court's factual findings constitute a direct violation of substantive law, requiring remittal to a new panel of judges for reconsideration.

Schlagwörter

KI-generiert
direct violation of law guarantee letter dispute annulment of judgment remittal to second instance factual assumption error

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 884 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 884/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ισμήνη Δωρή, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ROMERO INDUSTRIAL EST", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Κορίνα Φασούλη - Γραφανάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Απριλίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3841/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1415/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Ιουνίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 19 Μαρτίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της 654/28-6-2012 αιτήσεως για αναίρεση της 1415/16-3-2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 654/28-6-2012 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1415/16-3-2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.,2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 142391/8686/1-8-2006 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση χρηματική αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, απορρέουσα από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παροχής εγγυητικής επιστολής. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 3841/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 10632/27-12-2010 έφεση της εναγομένης, η 1415/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τον διατυπούμενο δι' αυτής μοναδικό λόγο αναιρέσεως.

Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, " Η εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία η οποία εδρεύει στην ... της Συρίας, έχει ως αντικείμενο μεταξύ άλλων, την εξαγωγή και εμπορία ειδών ανδρικής ένδυσης. Αυτή, την 26-3-2003, με σχετική σύμβαση που συνήψε με την εδρεύουσα στον Πειραιά ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Π.

ΑΕ- Εμπορική Ανώνυμη Εταιρία Ενδύσεως Υποδήσεως" πώλησε και παρέδωσε στην τελευταία τα ακόλουθα εμπορεύματα. _____ Για την ως άνω πώληση εκδόθηκε από την εφεσίβλητη το υπ' αριθμ. 6/26-3-2003 τιμολόγιο, ενώ το τίμημα για τα ως άνω εμπορεύματα συμφωνήθηκε στο ποσό των 35.550 Ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εντός 360 ημερών από την ημερομηνία εκδόσεως του τιμολογίου.

Επίσης αυτή (εφεσίβλητη), την 20-5-2003 συνήψε, με την προαναφερθείσα, αγοράστρια εταιρεία νέα σύμβαση πώλησης δυνάμει της οποίας πώλησε και παρέδωσε στην τελευταία τα ακόλουθα εμπορεύματα ____ Για την ως άνω πώληση εκδόθηκε από την εφεσίβλητη το υπ' αριθμ. 16/20-5-2003 τιμολόγιο, ενώ το τίμημα για τα ως άνω εμπορεύματα συμφωνήθηκε στο ποσό των 7.800 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εντός 360 ημερών από την ημερομηνία εκδόσεως του τιμολογίου.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, η εκκαλούσα τράπεζα, για την καλή εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων της αγοράστριας εταιρείας και κατόπιν εντολής αυτής, εξέδωσε υπέρ αυτής την 2-6-2003 προς την εφεσίβλητη τις υπ' αριθ. .../2-6-2003 και .../2-6-2003 (δύο) εγγυητικές επιστολές, ποσού 35.550 και 7.800 ευρώ αντίστοιχα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των ως άνω εγγυητικών επιστολών, η εκκαλούσα ανέλαβε ανέκκλητα την υποχρέωση να καταβάλει στην εφεσίβλητη οποιοδήποτε ποσό που δεν θα υπερέβαινε εκείνο των 35.550 και 7.800 ευρώ, αντίστοιχα, εντός τριών εργάσιμων ημερών, από την ημέρα παραλαβής της πρώτης έγγραφης ή επιβεβαιωμένης καλωδιακής απαίτησης της (εφεσίβλητης) δια μέσου των τραπεζιτών της, ενώ, όπως ορίστηκε σχετικά, οι ως άνω εγγυητικές επιστολές θα διέπονταν από το Ελληνικό Δίκαιο και θα ενέπιπταν στη δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων (βλ.

σχετικές εγγυητικές επιστολές προσκομιζόμενες σε νόμιμη μετάφραση). Τις εγγυητικές αυτές επιστολές η εκκαλούσα, καθ' υπόδειξη της εφεσίβλητης, απέστειλε στη Γαλλική τράπεζα "BANQUE SBA", που εδρεύει στο ... και η καταβολή του ποσού θα γινόταν σε λογαριασμό που αυτή (εφεσίβλητη) τηρούσε στη τράπεζα αυτή. Περαιτέρω, όπως επίσης αποδείχθηκε, η εταιρεία "Π.

ΑΕ", παρότι παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα πωληθέντα σε αυτήν εμπορεύματα δεν κατέβαλε στην εφεσίβλητη, εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας των 360 ημερών, από την έκδοση των τιμολογίων, το τίμημα αυτών, συνολικού ποσού 43.350 ευρώ και η εφεσίβλητη ζήτησε από την εκκαλούσα την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών και την καταβολή του ποσού αυτών, καταβολή την οποία αρνείται η τελευταία ισχυριζόμενη ότι οι εγγυητικές επιστολές δεν ισχύουν και επικουρικά ότι έχει ελευθερωθεί από την εγγύηση η οποία ήταν ορισμένου χρόνου κατ' άρθρο 866 ΑΚ, αφού η εφεσίβλητη δεν επεδίωξε δικαστικώς την απαίτηση της μέσα σε ένα μήνα από την πάροδο αυτού του χρόνου.

Οι ως άνω ισχυρισμοί όμως της εκκαλούσας δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι. Ειδικότερα, κατά τους ισχυρισμούς αυτής, οι προαναφερθείσες εγγυητικές επιστολές δεν ισχύουν διότι δεν έτυχαν της εγκρίσεως της εφεσίβλητης και κατόπιν εντολής της, η Γαλλική τράπεζα "BANQUE SBA" της επέστρεψε σε αυτήν (εκκαλούσα), η οποία στη συνέχεια διέγραψε το κείμενο τους και ανέγραψε επί του σώματος αυτών τη λέξη "ΑΚΥΡΟΝ".

Όπως, όμως, αποδείχθηκε, κατόπιν υποδείξεως της τράπεζας "BANQUE SBA" και συνεννοήσεως με τον αρμόδιο υπάλληλο της εκκαλούσας οι ως άνω εγγυητικές επιστολές επεστράφησαν στη τελευταία προκειμένου επί του κειμένου τους να γίνουν οι υποδειχθείσες από την τράπεζα "BANQUE SBA" τροποποιήσεις και στη συνέχεια τροποποιημένες να επιστρέψουν στην ως άνω τράπεζα "SBA" (βλ.

σχετικά έγγραφα από 20-8-2003 και 8-9-2003 της ως άνω αλλοδαπής τράπεζας, καθώς και το από 4-9-2003 έγγραφο της εκπροσώπου της εφεσίβλητης προς την προαναφερθείσα τράπεζα που αφορά τις συνεννοήσεις μεταξύ αυτών για τις προταθείσες τροποποιήσεις των εγγυητικών επιστολών). Ουδεμία εντολή προέκυψε ότι εδόθη στην εκκαλούσα, ούτε από την εφεσίβλητη αλλά ούτε και από την πελάτιδα της εταιρεία "Π.

ΑΕ", αφού ουδέν στοιχείο περί αυτού προσκομίζεται, προς ακύρωση των ως άνω επιστολών με σκοπό να παύσει η ισχύς τους, στην οποία αυτή (εκκαλούσα) προέβη μονομερώς, αλλά η επιστροφή αυτών έγινε μόνο με σκοπό την τροποποίηση τους κατά τα συμφωνηθέντα, για την οποία δεν προέκυψε ότι αντέλεξε και η πελάτιδα της εκκαλούσας της οποίας υπήρχε η εντολή για την έκδοση των εγγυητικών επιστολών, το περιεχόμενο των οποίων είχε διαμορφωθεί με υπόδειξη των νομικών της υπηρεσιών.

Τα παραπάνω προκύπτουν και από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από τους οποίους εκείνος μεν της ενάγουσας- εφεσίβλητης Γ. Ρ. κατέθεσε ότι "εγώ έδωσα εντολή να γυρίσουν πίσω στην εταιρεία (οι εγγυητικές επιστολές) και να ξαναγυρίσουν στην τράπεζα με την τροποποίηση", εκείνος δε της εναγομένης - εκκαλούσας και υπάλληλος της Β.

Μ. ότι "γύρισαν πίσω οι εγγυητικές επιστολές γιατί χρειαζόταν κάποια τροποποίηση". Επομένως, οι ως άνω εγγυητικές επιστολές, συνέχισαν να παράγουν τα έννομα αποτελέσματα τους, κατά τα προαναφερθέντα.-

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, για την οποία κατατέθηκε το κατά το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ παράβολο (4428612.σειρά Χ παράβολο), και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια η βασιμότητα του διατυπούμενου δι' αυτής μοναδικού λόγου αναιρέσεως.

Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Εξάλλου, η δημιουργούμενη με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ. Με τη σύμβαση αυτή ο εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του δανειστή να του καταβάλει οφειλή τρίτου, λόγω δε του ενδοτικού χαρακτήρα των περί εγγυήσεως διατάξεων δεν αποκλείεται να περιληφθεί στη σύμβαση ρήτρα, κατά την οποία ο εγγυητής θα καταβάλει το ποσό της εγγυήσεως σε πρώτη συζήτηση ή με άλλη ειδοποίηση, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ελέγχει το υπαρκτό και το νόμιμο του χρέους.

Ειδικότερα, η σύμβαση η οποία καταρτίζεται μεταξύ της τράπεζας και του εντολέως αυτής, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος δίνει σε αυτήν την εντολή να προβεί στην έκδοση για λογαριασμό του εγγυητικών επιστολών προς τρίτον (δανειστή), είναι μια ιδιόμορφη άτυπη σύμβαση, λειτουργούσα στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), που διέπεται από τις διατάξεις περί παραγγελίας του ΕμπΝ και εντολής του ΑΚ.

Η σύμβαση αυτή (τράπεζας και εντολέα) διακρίνεται από τη σύμβαση εγγυήσεως υπό τον τύπο της παροχής εγγυητικών επιστολών, που καταρτίζεται μεταξύ της εγγυήτριας τράπεζας και του δανειστή του εντολέα της, η οποία διέπεται βασικά από τις διατάξεις περί εγγυήσεως. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ.

ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται και επί των εγγυήσεων που παρέχονται με τις εγγυητικές επιστολές, προκύπτει ότι η εγγύηση που παρέχεται με την εγγυητική επιστολή αποτελεί κατ' αρχήν ετεροβαρή σύμβαση καταρτιζόμενη μεταξύ του δανειστή και του εγγυητή. Με τη σύμβαση αυτήν ο εγγυητής αναλαμβάνει έναντι του δανειστή την υποχρέωση να του πληρώσει οφειλή τρίτου πηγάζουσα από έγκυρη έννομη σχέση, στην οποία ο τρίτος (οφειλέτης) παραμένει νομικά ξένος.

Ειδικότερα, οι εγγυητικές επιστολές που εκδίδονται από τράπεζες αποτελούν ιδιαίτερο είδος κατά τύπο εγγύησης, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής (άρθρο 361 ΑΚ), χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι με αυτήν οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στο δανειστή του ποσού που καλύπτει η εγγυητική επιστολή.

Τέλος, κατά το άρθρο 192 του Α.Κ., η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε η δήλωση περί αποδοχής της πρότασής του. Κατά το άρθρο 195 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφόσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της. Κατά το άρθρο 196 του ίδιου Κώδικα, αν τα μέρη συμφωνούν ότι η σύμβαση έχει συνομολογηθεί, αν και δεν έχουν συμφωνήσει σε κάποιο όρο της, ισχύει ό,τι συμφώνησαν, εφόσον συνάγεται ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν και χωρίς τα μέρη να αποφασίσουν για τον όρο αυτό.

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 185, 139, 191 κα. 193 του ΑΚ συνάγεται, ότι η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής. Η πρόταση, πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα.

Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη), εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν. Αντίστοιχα η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε, με αφετηρία το χρόνο της πρότασης, μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε με αυτή ή συγχρόνως με άλλο τρόπο γραπτώς ή προφορικώς ή αν δεν τάχθηκε προθεσμία έως τη στιγμή που κατά τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης απαιτείται και συνακόλουθα υποχρεούται να αναμένει αυτός που πρότεινε.

Η σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση δεν αποτελεί αποδοχή ούτε αποποίηση. Μόνον κατ' εξαίρεση μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί σ' αυτή δικαιοπρακτικός χαρακτήρας με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική. Η αποδοχή με τροποποιήσεις επάγεται την απόσβεση της πρότασης, αλλά ταυτόχρονα ισχύει και ως νέα πρόταση προς σύναψη συμβάσεως,με περιεχόμενο τις προτεινόμενες τροποποιήσεις σε συνδυασμό και με το λοιπό περιεχόμενο της αρχικής πρότασης.

Τέλος η ασυμφωνία των μερών ως προς ουσιώδη όρο έχει ως συνέπεια την μη σύναψη της σύμβασης. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται, ιδία, (α) ότι η αναιρεσείουσα τράπεζα, κατόπιν εντολής της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π.

Α.Ε. Εμπορική Ανώνυμη Εταιρεία Ενδύσεως Υποδήσεως" οφειλέτιδος της αναιρεσίβλητης πιστωθέντος τιμήματος από συνομολογηθείσες μεταξύ αυτών συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων, εξέδωσε υπέρ της τελευταίας τις ισόποσης αξίας ... και .../2-6-2003 εγγυητικές επιστολές, τις οποίες απέστειλε, κατόπιν εντολής αυτής (αναιρεσίβλητης), στην εδρεύουσα στο ...

Τράπεζα "BANQUE SBA", στην οποία τηρούσε εκείνη λογαριασμό και θα γινόταν η καταβολή του χρηματικού αυτών ποσού, (β) ότι κατόπιν υποδείξεως της αλλοδαπής τράπεζας και συνεννοήσεως με τον αρμόδιο υπάλληλο της αναιρεσείουσας οι εν λόγω εγγυητικές επιστολές επεστράφησαν στην τελευταία προκειμένου να γίνουν οι υποδειχθείσες από την αλλοδαπή τράπεζα και συνέχεια επιστραφούν τροποποιημένες εις εκείνη και (γ) ότι παρά ταύτα η αναιρεσείουσα, χωρίς εντολή της οφειλέτιδας και της αναιρεσίβλητης, διέγραφε το κείμενο των εγγυητικών επιστολών και ενέγραψε επί του σώματος αυτών την λέξη "ΑΚΥΡΟΝ", αρνούμενη, παρά την κατάπτωσή τους, την καταβολή των χρηματικών αυτών ποσών στην αναιρεσίβλητη, με την προβολή του ισχυρισμού ότι έπαυσαν να ισχύουν, ο οποίος αξιολογήθηκε ως αβάσιμος με το αντίθετο καταληκτικά αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας ότι συνέχισαν να παράγουν τα έννομα αποτελέσματά τους.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, χωρίς να διαλαμβάνεται παράλληλα ότι, μετά την αποδοχή από την αλλοδαπή Τράπεζα, κατ' εντολή της αναιρεσίβλητης, της προτάσεως της αναιρεσείουσας για κατάρτιση μετά της τελευταίας συμβάσεως εκδόσεως εγγυητικής επιστολής με τροποποιήσεις, επαγομένη απόσβεση αυτής και ισχύουσα ταυτόχρονα ως νέα πρόταση προς εκείνη, συνομολογήθηκε αντίστοιχου περιεχομένου, με τις τροποποιήσεις, νέα σύμβαση παροχής εγγυητικής επιστολής, κατ'α ποδοχή της προτάσεως της αναιρεσίβλητης, αλλ' αντιθέτως δέχθηκε ότι εξακολουθεί να ισχύει η αρχική σύμβαση παροχής εγγυητικής επιστολής, δεν δικαιολογούσαν την παραδοχή της κατά της αναιρεσείουσας απευθυνομένης αγωγής της αναιρεσίβλητης, με θεμελίωση της προς καταψήφιση διωκομένης δι' αυτής αξιώσεώς της στην φερομένη ως καταρτισθείσα αρχικώς σύμβαση παροχής εγγυητικής επιστολής και τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, κατά την βάσιμα περί τούτου προβαλλόμενη με τον μοναδικό λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του μοναδικού αυτού λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580§3 εδ.2). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.000,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1415/16-3-2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ