Supreme Court annuls inconsistent traffic accident liability ruling and remands case for retrial by new judges.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding traffic accident liability due to contradictory reasoning. The lower court inconsistently assigned 70% fault to the deceased motorcyclist for the collision while simultaneously attributing helmet non-use to the same percentage, failing to separate the two distinct causes of injury. Consequently, the court remanded the case for retrial by different judges to resolve the conflicting legal assessments.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annel a lower court decision if its reasoning regarding fault percentages is contradictory and makes legal review impossible, remanding the case for retrial by different judges.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 884 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 884/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. Χ. του Κ., 2. Μ. συζ. Β. Χ., 3. Κ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρή Χαραλαμποπούλου - Ελευθεριάνου, η οποία ανακάλεσε την από 28 Μαρτίου 2006 δήλωσή της (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Β. Του αναιρεσείοντος: Α. Φ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούρκουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Β. Χ. του Κ., 2.Μ. συζ. Β. Χ., 3. Κ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρή Χαραλαμποπούλου - Ελευθεριάνου, η οποία ανακάλεσε την από 28 Μαρτίου 2006 δήλωσή της (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) και 4. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-5-1999, 15-5-1999, 21-5-1999 και 26-11-1999 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1801/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1357/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν: α. το υπό στοιχείο Α. αναιρεσείον με την από 27 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του και β. ο υπό στοιχείο Β. αναιρεσείων με την από 23 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2005 κοινή έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την συνεκδίκαση των ως άνω αιτήσεων και την απόρριψη αυτών στο σύνολό τους. Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α. αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της από 27 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησης και την απόρριψη της από 23 Δεκεμβρίου 2004 αντίθετης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη των ως άνω αιτήσεων και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ενώ επέρχεται και μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔικ).
ΙΙ.Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Στις 8-7-1997 και ώρα 11.40 ο εναγόμενος Α. Φ., οδηγώντας το ... δίκυκλο μοτοποδήλατό του, το οποίο ήταν ανασφάλιστο, εκινείτο στο μέσον και προς τ' αριστερά της ..., ανηφορικού μονοδρόμου πλάτους 6,80 μ. της περιοχής ..., με κατεύθυνση από Ελληνικό προς ..., με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 40 χλμ ανά ώρα.
Ταυτόχρονα ο ηλικίας 19 ετών Γ. Β. Χ., γιός των δύο πρώτων, αδελφός των τρίτου και τετάρτου και εγγονός της πέμπτης των εναγόντων στις από 10-10-1998 και 15-5-1999 αγωγές, οδηγώντας την ... 56 δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εκινείτο στην ίδια οδό ομορρόπως και πίσω από τον Α. Φ., προσεγγίζοντάς τον με ταχύτητα κατά πολύ υψηλότερη από εκείνην του μοτοποδηλάτου.
Περί το ύψος της διασταυρώσεως της οδού αυτής με την ... ο Η. Χ., κινούμενος με την μεγάλη ταχύτητα που, όπως προαναφέρθηκε, είχε, επιχείρησε να προσπεράσει από αριστερά το μοτοποδήλατο στο διάκενο μεταξύ του τελευταίου και του πεζοδρομίου της .... Λόγω όμως της πολύ υψηλής ταχύτητας που είχε ήδη αναπτύξει και την οποία δεν μείωσε καθόλου, σε συνδυασμό με την λανθασμένη εκτίμηση του διαθέσιμου για υπέρβαση χώρου, επέπεσε και προσέκρουσε με σφοδρότητα με τη δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας στην πίσω αριστερή πλευρά του μοτοποδηλάτου με αποτέλεσμα να κινηθεί αυτό βίαια προς τα εμπρός, να προσκρούσει στο ρείθρο του πεζοδρομίου αριστερά και τελικά να ακινητοποιηθεί επ' αυτού.
Ο ίδιος αφού απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, η οποία έπεσε στο οδόστρωμα και σύρθηκε κατ' ευθείαν εμπρός σε απόσταση 17,50 μέτρων, έπεσε βίαια στο οδόστρωμα και λόγω και του γεγονότος ότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, από την οποία ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατός του λίγες μέρες αργότερα.(στις 14-7-1997).
Το γεγονός ότι ο θανών οδηγός της μοτοσικλέτας, λόγω της μεγάλης ταχύτητας που είχε και του εσφαλμένου υπολογισμού ότι μπορούσε ακινδύνως να ενεργήσει την υπέρβαση, επέπεσε πάνω στο μοτοποδήλατο επιβεβαιώνεται και από την διεξαχθείσα επιμελεία της τροχαίας από 4-11-1997 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ηλεκτρολόγου μηχανικού Ε.
Τ., που διορίστηκε από την τροχαία Γλυφάδας, στην οποία διατυπώνεται τεκμηριωμένα η εκτίμηση ότι λίγο πριν από τη διασταύρωση των ως άνω οδών (...) η πορεία των δύο οχημάτων ήταν η αυτή (παράλληλη) και σε κάποιο σημείο, για άγνωστο λόγο, η μοτοσικλέτα εμβόλισε το μοτοποδήλατο με μεγάλη ταχύτητα στην πίσω αριστερή πλευρά της.
Ενόψει αυτών το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για τη σύγκρουση φέρει ο θανών οδηγός της μοτοσικλέτας. Στο ανωτέρω γεγονός συνέβαλε όμως και η αμελής συμπεριφορά του εναγομένου οδηγού του μοτοποδηλάτου Α. Φ.υ ο οποίος, παρά την εκ του νόμου υποχρέωσή του να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο (άρθρ. 16 παρ.1 εδ.Α' του ΚΟΚ), εν τούτοις αυτός το οδηγούσε στο μέσον και προς τ' αριστερά της οδού (...) με την προοπτική να στρίψει αριστερά στην ... (που τότε επιτρεπόταν τέτοια στροφή) ή στην επόμενη κάθετη ...
με αποτέλεσμα να προκληθεί η σύγκρουση και από δική του αμέλεια. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι αυτός ενήργησε απότομα στροφή προς τ' αριστερά και ότι απέκοψε καθέτως την πορεία της μοτοσικλέτας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Αν συνέβαινε αυτό, το μοτοποδήλατο δεν θα είχε απλώς πλάγια κτυπηθεί αλλά θα είχε χτυπηθεί κάθετα κατά τον άξονά του.
Σχετικά, είναι χαρακτηριστική η δήλωση του οδηγού του μοτοποδηλάτου (Α. Φ.υ) στους αστυνομικούς της τροχαίας, ότι δεν αντιλήφθηκε καθόλου την κίνηση και πορεία της μοτοσικλέτας πριν από τη σύγκρουση και ότι δεν έκανε κανένα ελιγμό, αλλά χτυπήθηκε στο πίσω μέρος του μοτοποδηλάτου του, γεγονός που ενισχύεται από την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Εξάλλου στην επέλευση του εκ της συγκρούσεως προκληθέντος περαιτέρω θανατηφόρου αποτελέσματος συνετέλεσε επίσης και το γεγονός ότι ο θανών δεν έφερε προστατευτικό κράνος, γι' αυτό και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η περί τούτου ένσταση των εναγομένων (άρθρο 300 ΑΚ). Με βάση τα ανωτέρω, ο μεν θανών κρίνεται συνυπαίτιος συνολικά σε ποσοστό 70% για τη σύγκρουση, συμπεριλαμβανομένου σ' αυτό και του ποσοστού ευθύνης του για το ότι αυτός δεν έφερε κράνος, ο δε εναγόμενος οδηγός του μοτοποδηλάτου Α.
Φ. κρίνεται συνυπαίτιος γι' αυτήν στο υπόλοιπο ποσοστό 30%. Σημειώνεται, ότι ο εναγόμενος οδηγός του δικύκλου μοτοποδηλάτου Α. Φ. για το ένδικο ατύχημα καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια πρωτοδίκως σε φυλάκιση 18 μηνών με τριετή αναστολή δυνάμει της 52519/2000 αποφάσεως του Β' τριμελούς πλημμελειοδικείου Αθηνών και κατ' έφεση σε φυλάκιση 12 μηνών με τριετή αναστολή με την 8017/2002 απόφαση του Β' τριμελούς εφετείου Αθηνών.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του θεώρησε αποκλειστικά υπαίτιο τον θανόντα για το ατύχημα και απέρριψε την αγωγή των ως άνω συγγενών αυτού, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως, ως εν μέρει και κατ' ουσίαν βασίμου πρέπει να εξαφανισθεί ως προς το κεφάλαιο τούτο η εκκαλούμενη απόφαση.
Περαιτέρω, δέχτηκε το Εφετείο, ότι ο πρώτος ενάγων, πατέρας του αποβιώσαντος κατέβαλε για έξοδα κηδείας αυτού το ποσό των 1.545.120 δραχμών, το οποίο όμως θα πρέπει να μειωθεί κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος (70%), οπότε αυτός δικαιούται να λάβει το ποσό των 463.536 (1.545.120 Χ 30%) δραχμών. Επίσης, ότι ο τρίτος ενάγων κατέβαλε για δικαιώματα του ...
για ταφή του αποβιώσαντος αδελφού του το ποσό των 25.000 δραχμών, το οποίο πρέπει να μειωθεί κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος οπότε αυτός δικαιούται να λάβει το ποσό των 7.500 (25.000 Χ 30%) δραχμών. Εξάλλου, έκρινε το Εφετείο ότι ο θανών, ο οποίος ήταν νεαράς ηλικίας (19 ετών) συνδεόταν με σχέσεις αγάπης και στοργής με τους ενάγοντες γονείς και αδελφό του, ο δε βίαιος και αιφνίδιος θάνατός του αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα γι' αυτούς και τους προκάλεσε οδύνη και ψυχικό πόνο, άρα έπρεπε να επιδικασθεί σ' αυτούς αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των ως άνω συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγού του δικύκλου μοτοποδηλάτου και θανόντος, του ψυχικού πόνου που δοκίμασαν οι ενάγοντες από την απώλεια του τελευταίου και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων έπρεπε να καθορισθεί για καθένα από τους δύο πρώτους των εναγόντων γονέων του αποβιώσαντος στο ποσό των 6.000.000 δραχμών και για τον τρίτο ενάγοντα αδελφό του στο ποσό των 4.000.000 δραχμών.
Με βάση αυτά το Εφετείο ση συνέχεια έκρινε, ότι η από 15-5-1999 κύρια αγωγή, κατά το μέρος που ασκείται από τους τρεις πρώτους ενάγοντες, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 6.463.536 (463.536 + 6.000.000) δραχμών, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 6.000.000 δραχμών και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 4.007.500 (7.500 + 4.000.000) δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτή και η από 26-11-1999 παρεμπίπτουσα αγωγή του επικουρικού κεφαλαίου και να αναγνωριστεί, ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος Α. Φ. είναι υποχρεωμένος να καταβάλει σ' αυτό όποιο ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής μαζί με τους τόκους και τη δικαστική δαπάνη με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής αυτού στους κυρίως ενάγοντες".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε πράγματι στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές, κατά ένα μέρος, αιτιολογίες, για τα κρίσιμα εδώ ζητήματα: α) της υπαιτιότητας των παραπάνω προσώπων που έχουν εμπλακεί στο πιο πάνω ατύχημα και β) του ακριβούς προσδιορισμού του συντρέχοντος πταίσματος του οδηγού της μοτοσικλέτας που σκοτώθηκε, σε σχέση τόσο με τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, όσο και με τη θανατηφόρα σωματική βλάβη (κρανιοεγκεφαλική κάκωση) που έπαθε από το γεγονός ότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση: α) Δεν εξειδικεύει καταρχήν τη "μεγάλη-πολύ υψηλή ταχύτητα", με την οποία εκινείτο ομόρροπα και πίσω από το μοτοποδήλατο του Α. Φ.υ η ως άνω μοτοσικλέτα. β) Δεν προσδιορίζει επακριβώς την απόσταση μεταξύ της θέσης του μοτοποδηλάτου, κατά τη στιγμή της σύγκρουσης (δέχεται μόνον ότι αυτό εκινείτο "στο μέσον και προς τ'αριστερά"), πάνω στο οδόστρωμα της ...
και του αριστερού (σε σχέση με την πορεία του) πεζοδρομίου, δηλαδή το πλάτος του ελεύθερου τμήματος του οδοστρώματος αριστερά του μοτοποδηλάτου, ώστε να μπορεί να κριθεί αν το τμήμα αυτό ήταν αρκετό ή όχι για την ακώλυτη διέλευση από εκεί της μοτοσικλέτας που επιχείρησε προσπέρασμα από αριστερά του μοτοποδηλάτου.
γ) Δεν αναφέρει καθόλου σε πόση απόσταση από το σημείο της σύγκρουσης των οχημάτων απείχαν οι διασταυρούμενες με τη ..., στις οποίες, κατά τις παραδοχές της "είχε προοπτική να στρίψει αριστερά στην πρώτη (που τότε επιτρεπόταν τέτοια στροφή) ή στη δεύτερη κάθετη" ο οδηγός του μοτοποδηλάτου. δ) Χρησιμοποιεί την αμέσως πιο πάνω έκφραση "είχε προοπτική να στρίψει αριστερά στην ...
ή στην ...", η οποία κλονίζει το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, το οποίο έτσι δεν είναι αναμφίβολο, αναφορικά με την κίνηση του οδηγού του μοτοποδηλάτου κατά το ατύχημα και την πρόθεσή του να αλλάξει κατεύθυνση για να εισέλθει σε μία από τις κάθετες (διασταυρούμενες της ...) αυτές οδούς. ε) Δεν προσδιορίζει από ποια απόσταση ο οδηγός της μοτοσικλέτας αντιλήφθηκε το μοτοποδήλατο, ούτε αξιολογεί την παράλειψη του πρώτου να κάνει την υπέρβαση του μοτοποδηλάτου από τα δεξιά με δεδομένο ότι υπήρχε, κατά τις παραδοχές της, αρκετός ελεύθερος χώρος οδοστρώματος, πλάτους τουλάχιστον 3,40 μέτρων.
Και στ) περιέχει, αναφορικά με το ποσοστό συνυπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων ως άνω οχημάτων, ανεπαρκείς, ασαφείς και κατά ένα μέρος αντιφατικές αιτιολογίες. Αυτό διότι δέχεται κατ'αρχήν: αα) ότι συνυπαίτιοι του ατυχήματος (της σύγκρουσης δηλαδή μοτοσικλέτας και μοτοποδηλάτου) είναι και οι δύο οδηγοί, μάλιστα η συνυπαιτιότητα του οδηγού του μοτοποδηλάτου ανέρχεται σε ποσοστό 30% (με βάση την κλίμακα 1-100), που σημαίνει, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι ποσοστό συνυπαιτιότητας για τη σύγκρουση 70% βαρύνει τον οδηγό της μοτοσικλέτας που πέθανε και ββ) ότι στο θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού της μοτοσικλέτας (...) συνετέλεσε και το γεγονός ότι αυτός δεν έφερε προστατευτικό κράνος, γι'αυτό και έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή η σχετική ένσταση των εναγομένων από το άρθρο 300 ΑΚ, δηλαδή ο ισχυρισμός τους, ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας, εκτός από το άνω ποσοστό συνυπαιτιότητας για την πρόκληση της σύγκρουσης (70%), βαρύνεται και με άλλο ποσοστό συνυπαιτιότητας (συντρέχοντος πταίσματος), γιατί δεν φορούσε κράνος. 'Όμως στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται τελικά και κατά ένα μέρος αντιφατικά, ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας "είναι συνολικά συνυπαίτιος σε ποσοστό 70% για τη σύγκρουση, συμπεριλαμβανομένου σ'αυτό και του ποσοστού ευθύνης του για το ότι αυτός δεν έφερε κράνος", παραλείποντας έτσι να ορίσει το ποσοστό που αναλογεί στο συντρέχον πταίσμα αυτού για το θανάσιμο τραυματισμό του, επειδή δεν φορούσε κράνος.
Κατόπιν με βάση την παραδοχή αυτή περιορίζει τα έξοδα κηδείας κλπ., κατά ποσοστό 70%, ενώ κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης (αρ.932 ΑΚ) των εναγόντων (συγγενών του οδηγού της μοτοσικλέτας) επίσης λαμβάνει υπόψη μόνο το ποσοστό αυτό 70% για την πρόκληση του ατυχήματος (σύγκρουσης).
Με αυτές τις αιτιολογίες καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν για τα κρίσιμα παραπάνω ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Μετά απ'αυτά, οι συναφείς, από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης των συνεκδικαζόμενων αναιρετηρίων, με τους οποίους προβάλλεται ασάφεια, ανεπάρκεια και μερική αντιφατικότητα αιτιολογιών σε σχέση με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, κατά το μέρος εκείνο (διατάξεις) που αφορά τους εδώ διαδίκους, στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ)
Για τους λόγους αυτούς Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αιτήσεις.
Αναιρεί την 1357/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της (διατάξεις) που αφορά τους εδώ αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητους.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, για περαιτέρω εκδίκασή της από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους (κάθε αίτησης) στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ για καθένα αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Μαίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ