Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
881/2024 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against conviction for contempt of court due to lack of procedural defects.

Geschäftsnummer 881/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment convicting him for contempt of court. The appellant argued that the trial court erred by allowing an unappointed lawyer to represent the prosecution, violating his right to a fair trial. The court found no such error because the prosecution had formally appointed a lawyer before the evidence phase began, and the unappointed lawyer's participation was merely a continuation of the authorized representation.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 510, 578 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that the participation of a lawyer who was not formally appointed by the prosecution, provided the prosecution had previously declared its representation and the unappointed lawyer acted within the scope of that representation, does not constitute a procedural defect or violation of the right to a fair trial.

Schlagwörter

KI-generiert
contempt of court conviction procedural defect in trial right to fair trial unappointed lawyer representation appeal against conviction Sistierung des Besuchsrechts Ausreisefrist unerlaubte Entfernung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 169 of the Code of Criminal Procedure
Articles 1, 14, 16, 17, 18, 26, 27, 51, 53 of the Penal Code
Articles 462, 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Civil Procedure
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 881 / 2024 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 881/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Σπυρίδων Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λάγγα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΗΤ 2346/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Α. Π. του Χ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μιχαλόλια.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29.01.2024, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 811/2024 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η κρινόμενη από 25.1.2024 αίτηση αναίρεσης του Π. Π., κατά της υπ' αριθμ. 2346/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την οποίαν (προσβαλλόμενη απόφαση), αφού κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, για το έγκλημα της παραβίασης δικαστικής απόφασης (άρθρο 169 Α ΠΚ, σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 51, και 53 ΠΚ), επιβλήθηκε ακολούθως σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως έξη (6) μηνών, που ανεστάλη για τρία (3) έτη, ασκήθηκε εμπροθέσμως, ήτοι εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από την καταχώριση της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο (09.01.2024), και νομοτύπως με επίδοση της ανωτέρω δήλωσης (αίτησης) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 29.1.2024 (αρ.

γενικού πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 811/29.1.2024), από δικαιούμενο και έχον προς τούτο συμφέρον πρόσωπο, ενώ στρέφεται κατά υποκείμενης σε άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 1 και 2Α , 504 παρ. 1, εδ. α' και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Επί πλέον αυτή (αναίρεση) περιλαμβάνει αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους, αφ' ενός μεν, σε απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, σε υπέρβαση εξουσίας και επί πλέον, σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α', Δ' και Θ'ΚΠΔ) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σ' αυτήν σχετικών λόγων. II. Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11-6- 2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ).

Στο άρθρο 2 του νέου ΠΚ, ορίζεται, ότι "1. Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. 2. Αν μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη), παύει η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της, όπως και η εκτέλεση των μέτρων ασφαλείας".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ' αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Κατ' εξοχήν δε, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που κατέστησε ατιμώρητη (ανέγκλητη) την πράξη (ΑΠ 27/2023, ΑΠ 439/2022, ΑΠ 1068/2021, ΑΠ 1242/2020).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 232 Α παρ. 1 του προϊσχύσαντος μέχρι τις 30-6-2019 Ποινικού Κώδικα, με βάση την οποία διώχθηκε η κατηγορούμενη, "Όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετική με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου ή Ο.Τ.Α.

ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ., τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη". Η εν λόγω διάταξη, μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα από 1-7-2019, μεταφέρθηκε εν μέρει από το κεφάλαιο των εγκλημάτων σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης, στο κεφάλαιο των εγκλημάτων σχετικά με τις προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας και συγκεκριμένα, αριθμήθηκε ως άρθρο 169Α του νέου Ποινικού Κώδικα, με τίτλο "Παραβίαση δικαστικών αποφάσεων".

Σύμφωνα δε με την παράγραφο 1 του νέου αυτού άρθρου, "Όποιος δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής ή εισαγγελικής απόφασης σχετική με τη ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία με το τέκνο και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή".

Ακολούθως μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 3 του Ν. 4637/18-11-2019 τιμωρείται "με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή". Ήδη δε, η ως άνω διάταξη, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 34 του Ν. 4855/12-11-2021, διαμορφώνεται ως εξής: Άρθρο 169 Α με τίτλο "Παραβίαση δικαστικών αποφάσεων και συμφωνιών που επικυρώθηκαν από συμβολαιογράφο", "1.

Όποιος δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής απόφασης πολιτικού δικαστηρίου ή σε εισαγγελική διάταξη, που αφορούν τη ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία με το τέκνο και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων ή την απαγόρευση προσέγγισης και επικοινωνίας μεταξύ προσώπων, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή...".

Από την αντιπαραβολή της παλαιάς και νέας διατάξεως του ανωτέρω άρθρου, σαφώς προκύπτει, ότι η τελευταία είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, αφού απαλείφθηκε από αυτήν η περίπτωση της εκ προθέσεως μη συμμόρφωσης σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε (ο κατηγορούμενος) σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, η οποία (πράξη) δεν είναι πλέον αξιόποινη, ενόψει του ότι ήδη τιμωρείται μόνο όποιος δεν συμμορφώνεται σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής ή εισαγγελικής αποφάσεως σχετικής με τη ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία με το τέκνο και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων (ΑΠ 27/2023, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 173/2020).

Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει, ότι για την πλήρωση της ποινικής υπόστασης του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος απαιτείται, αντικειμενικά μεν, μεταξύ άλλων, η μη συμμόρφωση του δράστη σε διάταξη δικαστικής απόφασης, με την οποία αυτός υποχρεώθηκε σε πράξη και υποκειμενικά δόλος, που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση παραβίασης της διάταξης της απόφασης.

Ειδικότερα, η δικαστική απόφαση, που ρυθμίζει το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέως με το ανήλικο τέκνο, είναι μεν διαπλαστική και όχι καταψηφιστική, πλην όμως, για την πλήρωση της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τούτου δεν απαιτείται η παραβιαζόμενη αυτή απόφαση να διαλαμβάνει εξαναγκαστικά μέτρα (άρθρα 946, 947 ΚΠολΔ) ή να έχει επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση της κατά τον ΚΠολΔ, ούτε απαιτείται τυπική επίδοση της απόφασης, αλλά αρκεί ο υπόχρεος προς συμμόρφωση να έλαβε με οποιονδήποτε τρόπο γνώση αυτής (ΑΠ 549/2023, ΑΠ 779/2022, ΑΠ 897/2019).

Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 812/2023, ΑΠ 501/2020), ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι εάν το Δικαστήριο δεν απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, που έχει προβληθεί παραδεκτά, δηλαδή εγγράφως με καταχώρησή του στα πρακτικά και με προφορική ανάπτυξή του στο ακροατήριο, τότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης ακρόασης που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (ΑΠ 127/2022, ΑΠ 861/2021, ΑΠ 884/2017).

Δεν είναι απαραίτητη όμως, η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά.

Περαιτέρω, η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία (ΑΠ 457/2022, ΑΠ 528/2020). Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 1138/2023, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021).

III. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, ότι από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα, από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα την 26/05/2016 (ημέρα Πέμπτη), με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως με την οποία υποχρεωνόταν σε πράξη που δεν μπορούσε να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάτο αποκλειστικά από τη βούλησή του.

Ειδικότερα ο εν λόγω κατηγορούμενος κατά τον ανωτέρω χρόνο, αν και παρέλαβε το ανήλικο τέκνο τους Χ.- Α., από την επί της οδού ... στα ... οικία της εν διαστάσει συζύγου - εγκαλούσας Π. Α., προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του κατά τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. 843/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, μεταξύ άλλων ημερών και κάθε Πέμπτη εκάστης εβδομάδας από ώρα 17:00 μ.μ.

μέχρι και ώρα 20:30 μ.μ. και όφειλε βάσει της ανωτέρω απόφασης να επιστρέψει στην εγκαλούσα το ανήλικο τέκνο τους έως ώρα 20:30 της ίδιας ημέρας (Πέμπτη 26.5.2016), ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν έπραξε τούτο και δεν επέστρεψε στην εγκαλούσα το ως άνω ανήλικο τέκνο τους, αν και ήταν υποχρεωμένος". Το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών με αναστολή του ότι: "Στην Αθήνα την 26/05/2016 (ημέρα Πέμπτη), με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως με την οποία υποχρεωνόταν σε πράξη που δεν μπορούσε να γίνει από τρίτο πρόσωπο κι η επιχείρηση της εξαρτάτο αποκλειστικά από τη βούλησή του.

Ειδικότερα ο εν λόγω κατηγορούμενος κατά τον ανωτέρω χρόνο, αν και παρέλαβε το ανήλικο τέκνο τους Χ.- Α., από την επί της οδού ... στα ... οικία της εν διαστάσει συζύγου - εγκαλούσας Π. Α., προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του κατά τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. 248/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, μεταξύ άλλων ημερών και κάθε Πέμπτη εκάστης εβδομάδας από ώρα 17:00 μ.μ.

μέχρι και ώρα 20:30 μ.μ. και όφειλε βάσει της ανωτέρω απόφασης να επιστρέψει στην εγκαλούσα το ανήλικο τέκνο τους έως ώρα 20:30 της ίδιας ημέρας ( Πέμπτη 26.5.2016) , ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν έπραξε τούτο και δεν επέστρεψε στην εγκαλούσα το ως άνω ανήλικο τέκνο τους , αν και ήταν υποχρεωμένος.".

IV. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,14, 26 παρ. 1α, 27 παρ.1 και 169 Α' παρ. 1 του νΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος : α) Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι τυπική, συνισταμένη σε πιστή επανάληψη του διατακτικού, το οποίο επίσης αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου, όπως αυτός ισχυρίζεται, αφού στο αιτιολογικό της απόφασης έχει περιληφθεί ίδιο σκεπτικό, στο οποίο περιέχονται τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, δεν γίνεται δε αναφορά με ολική παραπομπή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης, με αποτέλεσμα η αντιγραφή στο σκεπτικό της απόφασης στοιχείων, που αναφέρονται με πληρότητα και ακρίβεια στο διατακτικό της, να είναι λογικά αυτονόητη και δογματικά επιτρεπτή (ΑΠ 237/2019, ΑΠ 2037/2017, ΑΠ 171/2015), β) Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρει την υπ' αριθμ. 843/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του κατηγορούμενου με το ανήλικο τέκνο αυτού και της υποστηρίζουσας την κατηγορία, καθώς και ότι αυτός αρνήθηκε να συμμορφωθεί με το διατακτικό της, και να επιστρέψει το ανήλικο τέκνο μέχρι το πέρας της συγκεκριμένης ώρας που είχε το δικαίωμα να ασκήσει την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του, παραβιάζοντας με το τρόπο αυτό το δικαίωμα επικοινωνίας, είναι δε επαρκής η αιτιολογία ότι μετά την ολοκλήρωση του χρονικού ορίου άσκησης του δικαιώματος αυτού ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε στην έχουσα την επιμέλεια, εν διαστάσει σύζυγό του ,το ανήλικο τέκνο, διότι με τη διακρίβωση της συμπλήρωσης του οριστέου χρόνου της επικοινωνίας χωρίς την επιστροφή του τέκνου στον ασκούντα την επιμέλεια του ανηλίκου, γονέα, καταφάσκεται η αντικειμενική υπόσταση της παραβίασης της διάταξης περί επικοινωνίας που τέθηκε με διάταξη αποφάσεως χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ο χρόνος επιστροφής ή μη του τέκνου.

Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης και με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο ακροατήριο και να υποστηρίξει την έφεση του, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Η αναβολή χορηγείται με αίτημα του διαδίκου, για λόγο που αφορά αυτόν ή το πρόσωπο του διορισμένου "κατ' άρθρο 340 παρ. 3" πληρεξουσίου δικηγόρου του.

Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου και το οποίο δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο.

Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτιών, κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του.

Η έλλειψη της κατά τα ανωτέρω απαιτούμενης αιτιολογίας ιδρύει τον από το αρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1301/2020 ΑΠ 74/2020, ΑΠ 1270/2018, ΑΠ 1347/2017, ΑΠ 1843/2009).

Περαιτέρω, σε περίπτωση που το δικαστήριο, απορρίπτοντας αναιτιολόγητα ή χωρίς απάντηση το παραδεκτό αίτημα αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης και καταδικάσει τον κατηγορούμενο, για την πράξη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, στοιχειοθετείται και ο λόγος αναίρεσης της υπέρβασης εξουσίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ίδιου Κώδικα. Προϋπόθεση όμως, για να απαντήσει το δικαστήριο και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι τα αιτήματα του κατηγορουμένου να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, αν δηλαδή το υποβαλλόμενο αίτημα είναι αόριστο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση, όχι μόνο να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του ως προς αυτό, αλλά και να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα. Έτσι είτε η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σ' αυτό είτε η μη αιτιολόγηση της απόρριψής του, δεν ιδρύει τους ως άνω λόγους αναιρέσεως.(ΑΠ 233/2023, ΑΠ 1073/2019).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠΔ, η διαδικασία στο ακροατήριο διεξάγεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140-144.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 1 εδ. α' του αυτού Κώδικα, τα πρακτικά συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.

Όποιος διευθύνει τη συζήτηση φροντίζει να καταχωρίζονται στα πρακτικά κατά λέξη εκείνα τα μέρη των μαρτυριών ή των δηλώσεων που κρίνει ουσιώδη για τους σκοπούς της απόδειξης. Επίσης έχει τη δυνατότητα και να τα υπαγορεύσει ή και να επιτρέψει σ' εκείνον που εξετάζεται την υπαγόρευσή τους, το γεγονός δε αυτό αναφέρεται στα πρακτικά.

Στην παρ. 2 εδ. α' του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώριση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο, και να παραδίδουν γραπτώς σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά...

Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, τα πρακτικά ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια, ότι τα συνταχθέντα πρακτικά συνεδρίασης αποτελούν το μόνο επίσημο αποδεικτικό στοιχείο για όσα έλαβαν χώρα κατά τη συνεδρίαση και ασκούν επιρροή, προκειμένου να ελεγχθούν οι ενέργειες των διαδίκων και του δικαστηρίου, καθώς και ότι αποτελούν πλήρη απόδειξη ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα τόσο κατά τις θετικές βεβαιώσεις τους, ότι τηρήθηκε κάποια διατύπωση, όσο και ως προς την έλλειψη διατύπωσης, η τήρηση της οποίας δεν βεβαιούται σ` αυτά, με επακόλουθο δηλώσεις που δεν έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά να θεωρούνται ότι δεν έγιναν. (ΑΠ 1034/2023, ΑΠ 1863/2019).

VI. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης υπ' αρ. ΗΤ 2346/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάσθηκε στο ακροατήριο αλλά πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πιο πάνω δικαστήριο, εμφανίστηκε ο δικηγόρος, Λάγγας Ιωάννης του Δημητρίου και, με βάση σχετική εξουσιοδότηση, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, κατ' άρθρ 349 ΚΠΔ, για το λόγο ότι "ανέλαβε προσφάτως την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και έχει ελλιπή προετοιμασία" και ότι ο κατηγορούμενος "θέλει να παρασταθεί αυτοπροσώπως αλλά δεν ήταν εφικτό αυτό για τη σημερινή δικάσιμο".

Τα αιτήματα αυτά όπως υποβλήθηκαν, είναι ασαφή και αόριστα καθώς ο ισχυρισμός ότι "ανέλαβε προσφάτως την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και έχει ελλιπή προετοιμασία" δεν συνιστούν επίκληση συγκεκριμένου και ορισμένου αιτίου, αφού δεν προσδιορίζεται πόσο πρόσφατα ανέλαβε την υπόθεση, ώστε να κριθεί ανάλογα και με τις δυσχέρειες της υπόθεσης , αν ο χρόνος από τότε που ανέλαβε την υπόθεση ήταν επαρκής ή όχι .

Εξάλλου, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται συγκεκριμένο λόγο, για το γεγονός ότι δεν ήταν εφικτό την ημέρα της δικασίμου να εμφανιστεί στο δικαστήριο, ώστε να κριθεί αν όντως ήταν δυνατόν να παραστεί ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και αν όντως υφίστατο κώλυμα που τον εμπόδιζε να παραστεί. Επομένως το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα ανωτέρω λεχθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση αιτιολογημένης απόρριψης των αορίστων αυτών αιτημάτων αναβολής.

Το Δικαστήριο, κατόπιν σύμφωνης πρότασης της Εισαγγελέα της έδρας, με παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το αίτημα αναβολής της εκδικάσεως της εφέσεως με την ακόλουθη αιτιολογία: "Κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ το δικαστήριο με αίτημα διαδίκου μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανωτέρας βίας, εν προκειμένω δε το υποβληθέν αίτημα από τον πληρεξούσιο για την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου αορίστως προβαλλόμενο, δεν αποτελεί τέτοιο λόγο ενόψει του ότι σε πλημμελήματα ο κατηγορούμενος επιτρέπεται να εκπροσωπείται από συνήγορο κατά το άρθρο 340 παράγραφος 3 ΚΠΔ και εν προκειμένω κατηγορούμενος έχει εφοδιάσει τον παριστάμενο συνήγορο υπεράσπισης με σχετική κατά το άρθρο 42 παράγραφος 2 ΚΠΔ εξουσιοδότηση και σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο κατά το εδ.

δ παρ. 3 του άρθρου 340 του ΚΠΔ μπορεί να διατάξει την προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου αν είναι απαραίτητο για την αποκάλυψη της αλήθεια.

Συνεπώς το αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί". Με την κατά τον ανωτέρω τρόπο απόρριψη των αορίστως υποβληθέντων αιτημάτων του συνηγόρου του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης, κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, για λόγους ανωτέρας βίας, που αφορούσαν στο πρόσωπο του κατηγορούμενου και του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ο οποίος στη συνέχεια παραστάθηκε στην εκδίκαση της υπόθεσης , και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη υπό τον αριθμό V, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του από την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε υπερέβη την εξουσία του και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ' και Θ' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

VII. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 3 Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα, λόγο αναίρεσης, η οποία (απόλυτη ακυρότητα) λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. (Α.Π. 1057/2021, ΑΠ 981/2020).

Τέτοια ακυρότητα υπάρχει μόνον όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του υποστηρίζοντος την κατηγορία οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση του σχετικού δικαιώματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 και 66 ΚΠΔ, καθώς και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης της παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας, κατά το άρθρο 67 του ίδιου ως άνω κώδικα, ο οποίος εξικνείται μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου ποινικού δικαστηρίου .

Το δικαίωμα για την παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας στο ποινικό δικαστήριο μπορεί να ασκηθεί από τους δικαιούμενους κατά τον αστικό κώδικα σε αποζημίωση ή αποκατάσταση από το έγκλημα ή σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, δηλαδή από τους αμέσως ζημιωθέντες από την αξιόποινη πράξη και ειδικότερα από τους φορείς του δικαιώματος ή του εννόμου αγαθού που έχει προσβληθεί, κατά τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 2 ΚΠΔ, η δήλωση παράστασης στο ακροατήριο θεωρείται ως συνέχεια της δήλωσης που έγινε στην προδικασία, το επιτρεπτό δε της παράστασης του υποστηρίζοντος την κατηγορία κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής αξίωσης από την αποδεικτική διαδικασία.

Η δήλωση δε παράστασης πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό (ΑΠ 142/2023, ΑΠ 286/2021, ΑΠ 208/2021, ΑΠ 1013/2020, ΑΠ 810/2020, ΑΠ 769/2020, ΑΠ 514/2020, ΑΠ 1030/2019, ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 788/2018, ΑΠ 674/2018, ΑΠ 1245/2016, ΑΠ 604/2009).

Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν την παράσταση ή την εκπροσώπηση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της παράστασης αυτής και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού οι ελλείψεις ή οι πλημμέλειες αυτές θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου, ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη.

Έτσι, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου, ως υποστηρίζοντος την κατηγορία, δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσώπησης ή αντιπροσώπευσης (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 244/2023, ΑΠ 1175/2023 , ΑΠ 99/2022, ΑΠ 1667/22, ΑΠ 1115/2022, ΑΠ 973/2021, ΑΠ 100/2021, ΑΠ 286/2021, ΑΠ 215/2020, ΑΠ 2057/2019).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 83 παρ. 1, 2 του ισχύοντος από 1.7.2019 "1. Η δήλωση για την υποστήριξη της κατηγορίας γίνεται είτε στην έγκληση είτε με άλλο έγγραφο, έως την περάτωση της ανάκρισης (άρθρο 308) προς τον αρμόδιο εισαγγελέα, είτε αυτοπροσώπως είτε από πληρεξούσιο που έχει έγγραφη πληρεξουσιότητα, ειδική ή γενική, η οποία έχει δοθεί κατά το άρθρο 42 παρ. 2 εδ. β' και γ'. Κατά την κατάθεση της δήλωσης συντάσσεται έκθεση, στην οποία προσαρτάται και το έγγραφο της πληρεξουσιότητας. Η δήλωση μπορεί να γίνει και σε αυτόν που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση ή την ανάκριση, ακόμα και κατά τον χρόνο που ο δικαιούμενος εξετάζεται ως μάρτυρας. 2. Στο ακροατήριο η σχετική δήλωση που γίνεται από συνήγορο που έχει διοριστεί σύμφωνα με τον κώδικα από τον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας καταχωρίζεται στα πρακτικά".

VIIΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης αποφάσεως, προκύπτει ότι ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας η εγκαλούσα Α. Π. του Χ. εμφανίσθηκε και δήλωσε ότι παρίσταται για την υποστήριξη της κατηγορίας. Δήλωσε επίσης ότι διορίζει πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος αποδέχθηκε τον διορισμό του και παραστάθηκε κατά την εκδίκαση της υποθέσεως.

Την παράσταση της υπεράσπισης της κατηγορίας επανέλαβε η τελευταία και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρεται ότι "δήλωσε παράσταση υποστήριξης της κατηγορίας κατά του παραπάνω κατηγορουμένου. Κατά της παραστάσεως αυτής δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις .....

Ο συνήγορος της υποστήριξης της κατηγορίας, αφού έλαβε τον λόγο, δήλωσε ότι είναι ενήμερος για το κώλυμα του συναδέλφου του". Κατά συνέπεια και αφού δεν υφίσταται έλλειψη αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίηση για την υπεράσπιση της κατηγορίας, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη υπό το στοιχείο VII, ο σχετικός λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' είναι αβάσιμος. Ομοίως αβάσιμος είναι ο λόγος αναίρεσης αυτός (δεύτερος) κατά το έτερο σκέλος του με το οποίο ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' ΚΠοινΔ), με το να επιτρέψει να συμμετάσχει στη δίκη για λογαριασμό της υποστηρίξης της κατηγορίας δικηγόρος, ο οποίος δεν είχε διοριστεί, να υποβάλει ερωτήσεις προσβάλλοντας το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη. Τούτο δε διότι, όπως συνάγεται από την προσβαλλόμενη απόφαση: α) η δήλωση παράστασης προς υπεράσπιση της κατηγορίας εναντίον του κατηγορουμένου πραγματοποιήθηκε πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, β) την δήλωση αυτή επανέλαβε η παραστάσα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όπου αναφέρεται στα πρακτικά ότι κατά της παράτασης δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις και γ)από την παράσταση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της υποστηρίζουσας κατηγορία μετά του συνηγόρου της υποδηλώνεται ο διορισμός του και ως εκ τούτου από τη συμμετοχή του στην επ'ακροατηρίω διαδικασία δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα εκπροσωπήσεως και ακροάσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου.

ΙΧ. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ως άνω κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΗΤ 2346/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ), όπως αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της απόφασης ορίζεται ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.1.2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2346/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ