Supreme Court allows appeal against inheritance court ruling due to vague supplementary claim for unjust enrichment.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an inheritance dispute. The appellant argued the lower court incorrectly rejected a supplementary claim for unjust enrichment due to lack of specific monetary details. The court found the lower court's rejection legally unfounded because the claim was rejected for vagueness, not for lack of pre-trial preparation, and thus the appeal was admissible.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 569(2) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's rejection of a supplementary claim for unjust enrichment based on vagueness does not constitute a lack of pre-trial preparation, rendering the appeal admissible and the lower decision partially overturned.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 881 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 881/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Ε. Λ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαρότσο, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Β.-Θ. Λ. του Ε., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αθανάσιο Μασούλα και Απόστολο Θεοδώρου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5119/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 535/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2020 αίτηση και τους από 12-1-2022 προσθέτους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 23-7-2020 αίτηση αναίρεσης και οι από 12-1-2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που έχουν ασκηθεί παραδεκτά με ιδιαίτερο δικόγραφο, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη στις 14-1-2022 (8253/14-1-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν.
Α.), ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναίρεσης και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-2-2022). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 535/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία.
Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 3-4-2019 έφεση της αναιρεσίβλητης-εναγομένης, η οποία δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό και το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή περί κλήρου, την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της ιστορικής βάσης της, ενώ, όσον αφορά την επικουρικά σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της.
Με την 5119/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, όπως προεκτέθηκε, εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης, έγινε δεκτή η από 5-1-2017 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά την κύρια βάση της. Με την αγωγή αυτή και όπως αυτή διορθώθηκε, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα της νόμιμης μοίρας επί της κληρονομίας του συζύγου της και ειδικότερα να αναγνωρισθεί συγκληρονόμος σε ποσοστό 76,46% επί των αναφερομένων στην αγωγή περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων και χρημάτων) και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της αποδώσει τα περιουσιακά αυτά στοιχεία κατά το εν λόγω ποσοστό.
Επικουρικά, και για την περίπτωση που η πραγματική κληρονομία δεν επαρκεί για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της, ζήτησε να ανατραπεί ως άστοργη κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου προς την εναγομένη, μέχρι να συμπληρωθεί η νόμιμη μοίρα της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης (άρθρ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Πρέπει κατά συνέπεια να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, συνεκδικαζόμενες κατά τα άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω της προφανούς μεταξύ τους συναφείας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, "Είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής".
Με τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου θεσπίζεται η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής, με την ποινή του απαραδέκτου, παρέχεται δε η δυνατότητα στον ενάγοντα, είτε με τις προτάσεις του, που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είτε με δήλωσή του στα πρακτικά, να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, προς το σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού και διευκρίνησης της έννομης σχέσης με επουσιώδη ή δευτερεύοντα πραγματικά γεγονότα, ή η αναφορά νέου περιστατικού που αποσαφηνίζει και δεν μεταβάλλει την ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 201/2021).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1 περ. α' του ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της κατά του εναγομένου, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η απαγόρευση, κατά το ανωτέρω άρθρο 224 του ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα.
Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 308/2021, 1374/2019, ΑΠ 597/2019, ΑΠ 1/2017), όχι όμως και όταν πρόκειται απλώς για συμπλήρωση, διευκρίνιση και διόρθωση του αγωγικού ισχυρισμού του, προς το σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού και διευκρίνησης της έννομης σχέσης με επουσιώδη ή δευτερεύοντα πραγματικά γεγονότα, ή η αναφορά νέου περιστατικού που αποσαφηνίζει και δεν μεταβάλλει τη βάση της αγωγής (ΑΠ 201/2021, ΑΠ 389/2010).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1278/2019, ΑΠ 2001/2009, ΑΠ 1518/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 5-1-2017 αγωγής και όπως αυτή περιορίστηκε κατά το καταψηφιστικό της αίτημα, προκύπτει ότι μ' αυτήν η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι ο αποθανών στις 19-11-1988 σύζυγός της Ε. Λ. με την από 27-5-1995 ιδιόγραφη μυστική διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμους του επί της περιουσίας του την ίδια και την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη θυγατέρα του.
Ότι ο κληρονομούμενος περιόρισε την ίδια στη νόμιμη μοίρα της, κατελείποντάς της τα αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα και κινητά), ενώ σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη διαθήκη του, κατέλειπε στην αναιρεσίβλητη την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του. Ότι η εναγομένη αποδέχθηκε την κληρονομία που επήχθη σ' αυτήν με τη διαθήκη, καθώς άφησε να παρέλθει άπρακτη η τετράμηνη προθεσμία αποποίησής της, αναμείχθηκε δε στη συνέχεια στην κληρονομία, την οποία νέμεται και κατέχει ως κληρονόμος.
Ότι τα περιουσιακά στοιχεία που κατέλειπε στην ίδια ο σύζυγός της δεν καλύπτουν κατ' αξία το ποσοστό της νόμιμης μοίρας της (12,5%), δεδομένου ότι ο τελευταίος είχε τεράστια περιουσία κατά το χρόνο του θανάτου του, η οποία περιήλθε σχεδόν καθ' ολοκληρίαν στην εναγομένη. Ότι με βάση την πραγματική κληρονομία του διαθέτη, αποτελούμενη από ακίνητα, χρήματα και απαιτήσεις κατά τρίτων, καθώς και με βάση την πλασματική κληρονομία, αποτελούμενη από παροχές στις οποίες προέβη ο διαθέτης πριν το θάνατό του προς την εναγομένη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, δικαιούται να συμμετέχει σε ποσοστό 88,2% σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής κληρονομίας (όπως το ποσοστό αυτό διορθώθηκε στη συνέχεια σε 76,46%) προκειμένου να συμπληρωθεί η νόμιμη μοίρα της.
Με αυτά τα δεδομένα, η αναιρεσείουσα ζήτησε με την αγωγή της να αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της επί της κληρονομίας του συζύγου της και επί πλέον να αναγνωρισθεί η ίδια συγκληρονόμος κατά το ανωτέρω ποσοστό σε κάθε στοιχείο της πραγματικής κληρονομίας και συγκεκριμένα επί του ποσού των 468.33 ευρώ, καθώς και επί των δύο περιγραφομένων αγροτεμαχίων και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της αποδώσει τα περιουσιακά αυτά στοιχεία κατά το εν λόγω ποσοστό.
Επικουρικά και για την περίπτωση που η πραγματική κληρονομία δεν επαρκεί για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της μέχρι την αξία των 371.706,35 ευρώ που υπολείπεται για την ικανοποίηση της νόμιμης μοίρας της, ενάγουσα ζήτησε να ανατραπεί ως άστοργη κάθε δωρεά εν ζωή ή αιτία θανάτου του κληρονομουμένου, αρχίζοντας από τη χρονικά τελευταία δωρεά, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το χρηματικό ποσό που θα επιδικαστεί για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή, επίσης, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προέβη σε διορθώσεις του αγωγικού δικογράφου μεταξύ των οποίων και της σελίδας 3 αυτού, διορθώνοντας-συμπληρώνοντας τούτο ως ακολούθως: "Η εναγόμενη με το θάνατο του συζύγου μου αποδέχθηκε την κληρονομία που της επήχθη εξ αδιαθέτου, αφού αποποιήθηκε ρητά μόνο την ανωτέρω διαθήκη, αφήνοντας περαιτέρω να παρέλθει άπρακτη η τετράμηνη προθεσμία αποποιήσεως της σε αυτήν εξ αδιαθέτου επαγωγής της κληρονομίας, αναμείχθηκε δε στην κληρονομιαία περιουσία που περιήλθε σε αυτή και κατέχει και νέμεται αυτή ως κληρονόμος".
Το δε αρχικό κείμενο ήταν το ακόλουθο: ?Η εναγόμενη αποδέχθηκε την κληρονομία που της επήχθη με την ανωτέρω διαθήκη και με το θάνατο του συζύγου μου, αφήνοντας να παρέλθει άπρακτη η τετράμηνη προθεσμία αποποιήσεώς της, αναμείχθηκε δε στη κληρονομιαία περιουσία που περιήλθε σε αυτή και κατέχει και νέμεται αυτή ως κληρονόμος?.
Με την ανωτέρω διόρθωση μεταβάλλονται τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της κύριας αγωγής (αγωγή περί κλήρου για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας), καθόσον η ενάγουσα διευκρινίζει ότι η εναγόμενη μετά την αποποίηση της εκ διαθήκης κληρονομιαίας περιουσίας του πατρός της δεν είναι πλέον εκ διαθήκης, αλλά εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού.
Η μεταβολή του λόγου κληρονομικής διαδοχής της εναγομένης, ήτοι η αναφορά για πρώτη φορά του γεγονότος ότι η εναγόμενη αποδέχθηκε σιωπηρώς με την άπρακτη παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας αποποίησης την εξ αδιαθέτου κληρονομία του πατρός της, χωρίς μάλιστα ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (κληρονομίας) ενόψει και της ύπαρξης έγκυρης διαθήκης, συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, με αποτέλεσμα η τροποποιημένη ιστορική βάση να είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την περί κλήρου αγωγή της αναιρεσείουσας για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Και τούτο διότι, η επελθούσα διόρθωση της αγωγής με την αλλαγή του λόγου της κληρονομικής διαδοχής της εναγομένης και ειδικότερα ότι η εναγομένη δεν είναι εκ διαθήκης κληρονόμος, όπως αναφερόταν αρχικά στην αγωγή, αλλά εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποθανόντος πατέρα της, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της περί κλήρου αγωγής της ενάγουσας και δεν συνεπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, το απαράδεκτο της αγωγής αυτής.
Ειδικότερα, βασικό στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής περί κλήρου αποτελεί η επίκληση του γεγονότος ότι ο εναγόμενος κατακρατεί ως κληρονόμος τα αντικείμενα της κληρονομίας, αντιποιούμενος το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος, που επιδιώκει την απόδοση ή τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του.
Είναι δε δευτερεύον το ζήτημα του λόγου της κληρονομικής διαδοχής του εναγομένου, αν δηλαδή ο τελευταίος κατακρατεί τα αντικείμενα της κληρονομίας ως εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμος και δεν δημιουργεί ακυρότητα, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της βάσης της αγωγής, η διευκρίνιση ή η διόρθωση της αγωγής ως προς τον πραγματικό λόγο της κληρονομικής διαδοχής του εναγομένου.
Κατά συνέπεια, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού παρέλκει πλέον η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναίρεσης του κύριου δικογράφου της αίτησης, καθώς και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, οι οποίοι αναφέρονται στην απορριφθείσα ως απαράδεκτη αγωγή περί κλήρου της αναιρεσείουσας, καθώς καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου που γίνεται δεκτός.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο αυτή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Αν στην αγωγή δεν διαλαμβάνεται συγκεκριμένο αίτημα, υπάρχει έλλειψη προδικασίας και συνεπώς ακυρότητα της αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 111 ΚΠολΔ, που αφορά τη δημόσια τάξη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ, που ορίζει ότι κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στην κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα, προκύπτει ότι, με τη σχετική από το άρθρο αυτό αγωγή, ζητείται με τη μέμψη η ανατροπή της δωρεάς στο μέτρο που θίγει τη νόμιμη μοίρα (άρθρ. 1836 παρ. 1 εδ.
α' ΑΚ) και η καταδίκη του εναγομένου να ικανοποιήσει από τη δωρεά τον μεριδούχο ενάγοντα, δηλαδή να του καταβάλει τόσο μέρος από τη δωρεά ή την αξία της, όσο χρειάζεται για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, η αναιρεσείουσα ζήτησε με την αγωγή της επικουρικά και για την περίπτωση που η πραγματική κληρονομία δεν επαρκεί για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της μέχρι την αξία των 371.706,35 ευρώ, να ανατραπεί ως άστοργη κάθε δωρεά εν ζωή ή αιτία θανάτου του κληρονομουμένου, αρχίζοντας από τη χρονικά τελευταία δωρεά και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το χρηματικό ποσό που θα επιδικαστεί για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της.
Ενόψει, όμως, του γεγονότος ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, συγκεκριμένο αίτημα, η σωρευόμενη επικουρικά αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς είναι αόριστη και επομένως απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη προδικασίας. Και τούτο διότι στην αγωγή αυτή δεν διαλαμβάνεται συγκεκριμένο αίτημα και ειδικότερα, δεν αναφέρεται στην αγωγή το χρηματικό ποσό το οποίο απαιτείται για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας, κατά το οποίο ζητείται και η ανατροπή των δωρεών ως άστοργων και κατά το οποίο ζητείται, επίσης, η αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης στην καταβολή του.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, απέρριψε την επικουρικά σωρευθείσα αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη λόγω της ανωτέρω αοριστίας της, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αγωγή και συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά συνέπεια και κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 535/2020 απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στην περί κλήρου αγωγή της αναιρεσείουσας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό της αίτημα (άρθρ. 173, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 535/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της που αφορά την αγωγή περί κλήρου για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της αναιρεσείουσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ