Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on condominium rule application and antenna installation.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a condominium company and owners against the Third Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court erred in applying a condominium regulation prohibiting light signage to a mobile phone station, claiming it violated property rights. The court held that the regulation explicitly forbids any modifications without unanimous owner approval and does not require specific aesthetic impact analysis or administrative permits for the antenna. Consequently, the appellate court's reasoning was found legally sound, and the appeal was rejected with costs awarded to the appellant.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 648 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 3A of the condominium regulation; The court established that a condominium regulation prohibiting light signage without unanimous owner consent applies to mobile phone stations, rendering administrative approval unnecessary and the lower court's decision legally sound.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 881 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 881/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Ν. του Γ. και 3) Ν. Γ. του Ι., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Θεοδοσοπούλου και οι 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσόβολο. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Γ., κατοίκου ..., ως διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της κοινωνίας των συνιδιοκτητών της κείμενης επί της οδού ... πολυκατοικίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Στεργέλη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι κατά την Τακτική Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών της ως άνω πολυκατοικίας στις 17-12-2018, εξελέγη και παρέμεινε διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της πολυκατοικίας ο αναιρεσίβλητος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 14-5-2007 και με αρ. εκθ. καταθ. 44/2008 πρόσθετη παρέεμβαση της ήδη 1ης των αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1815/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 7067/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που αποφάνθηκε ότι είναι καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης και 5264/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-7-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 5264/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την από 21-12-2009 έφεση των εναγομένων Α. Ν. και Ν. Γ., καθώς και την από 24-12-2009 έφεση της προσθέτως υπέρ των παραπάνω παρεμβαίνουσας εταιρίας με την επωνυμία "...", νυν αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 1815/2009 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ. δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και τις απέρριψε κατ' ουσία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. και 532 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού τριακοσίων ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο.
Με βάση τ` ανωτέρω η κατάθεση του παραβόλου συνιστά τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της εφέσεως. Όμως εφόσον ορίζεται ότι το απαράδεκτο γεννάται "αν δεν κατατεθεί το παράβολο" και όχι αν αυτό δεν κατατεθεί εμπροθέσμως, η κατάθεση αυτού μετά την άσκηση της εφέσεως και πριν από τη συζήτησή της δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής (ΑΠ 341/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της αναίρεσης και της επισυναπτομένης έκθεσης κατάθεσης προκύπτει ότι ο γραμματέας ενώπιον του οποίου κατατέθηκε το εν λόγω ένδικο μέσο την 25-7-2016 έχει σημειώσει ότι δεν προσκομίσθηκαν τα παράβολα του δημοσίου κατά την κατάθεση της αναίρεσης.
Τα εν λόγω παράβολα κατατέθηκαν την επόμενη ημέρα 26-7-2017 όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα. Επομένως, εφόσον σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, το απαράδεκτο που προβλέπεται από το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. γεννάται από τη μη κατάθεση του παραβόλου και όχι από τη μη εμπρόθεσμη κατάθεσή του, όσα αντίθετα υποστηρίζουν εν προκειμένω οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους, ότι δηλ.
το παράβολο έπρεπε να κατατεθεί με την άσκηση της αναίρεσης και όχι μεταγενέστερα, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1002 ΑΚ, 1, 2 § 1, 3, 4 § 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ` ορόφους", που, κατά το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, οι συνιδιοκτήτες κοινής οικοδομής, η οποία υπάγεται στο καθεστώς του νόμου αυτού, μπορούν να ρυθμίσουν ελεύθερα με σύμβαση, που καταρτίζεται με την σύμπραξη όλων, διά συμβολαιογραφικού εγγράφου που μεταγράφεται, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τόσο ως προς τα αναγκαστικά αδιαίρετα (κοινά) μέρη της οικοδομής, όσο και ως προς τις χωριστές οριζόντιες ιδιοκτησίες κατ` ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων και μάλιστα κατά παρέκκλιση από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις του ανωτέρω νόμου και του αστικού κώδικα. Στην περίπτωση αυτή οι κατά τον τρόπο αυτό δημιουργούμενοι περιορισμοί της κυριότητας έχουν το χαρακτήρα δουλείας και δεσμεύουν και τους διαδόχους των εξαρχής συμβληθέντων ή εκείνων που προσχώρησαν μεταγενεστέρως στον καταρτισθέντα με τη σύμβαση κανονισμό.
Συνεπώς με τον κανονισμό εγκύρως καθιερώνονται περιορισμοί και απαγορεύσεις στη χρήση των ανωτέρω πραγμάτων και πέραν των αναφερομένων στο άρθρο 3 του ανωτέρω νόμου. Κατ` ακολουθία τούτων, αν με κάποιο όρο απαγορεύεται στους συνιδιοκτήτες η ενέργεια μεταβολών σε κάθε περίπτωση ή ορισμένη χρήση των πραγμάτων αυτών, η απαγόρευση ισχύει και όταν από την απαγορευμένη πράξη δεν παραβλάπτεται η χρήση, ούτε θίγονται τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών τους ή του όλου οικοδομήματος, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός του.
Eτσι δεν απαιτείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η έρευνα, αν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις του νόμου, για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικείμενη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτου (βλ. ΑΠ 968/1997 ΑΠ 622/1990, ΑΠ 1184/1986). Αντιθέτως, αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών αναφορικά με τον τρόπο χρήσεως των διηρημένων ιδιοκτησιών και των εξ αδιαιρέτου μερών της οικοδομής, καθένας από τους συνιδιοκτήτες έχει όλα τα δικαιώματα που ανήκουν στον κύριο, εφόσον όμως η άσκηση αυτών δεν παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτητών ή δεν μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος.
Eτσι δικαιούται σε απόλυτη χρήση του ορόφου ή του διαμερίσματός του και των κοινών πραγμάτων και μπορεί να επιχειρήσει μεταβολές ή προσθήκες στο διαμέρισμά του και στα αδιαιρέτως κοινά μέρη του οικοδομήματος, καθώς και να προβαίνει στην επισκευή ή ανανέωση αυτών, υπό τον όρο να μη βλάπτει τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών, να μη μεταβάλλει το συνήθη προορισμό και τη χρήση αυτών και να μη παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτητών, ούτε να μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστης, καθώς και των χρηστών ηθών.
Η ενάσκηση του δικαιώματος κάθε συνιδιοκτήτη για απόλυτη χρήση του διαμερίσματός του και των κοινών μερών του οικοδομήματος πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών. Αυτός ο περιορισμός δεν αφορά απλώς μόνο βλάβη του δικαιώματός τους συγχρήσεως των κοινών.
Δηλαδή δεν διασφαλίζει μόνο την ίση και όμοια χρήση των κοινών, αλλά απαιτεί η χρήση να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε με αυτόν όχι μόνο να μη βλάπτεται η χρήση των κοινών από τους λοιπούς, αλλά οποιοδήποτε δικαίωμα αυτών από το δεσμό της οροφοκτησίας (βλ. Ολ.ΑΠ 583/1983, ΑΠ 1471/2003, ΑΠ 1598/1999, ΑΠ 392/1997, ΑΠ 861/1994). Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό που αφορά στην εμφάνιση του όλου οικοδομήματος κατά τρόπο προσήκοντα στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του.
Επομένως οποιαδήποτε μεταβολή με την οποία παραβλάπτεται η εμφάνιση αυτή, ως γενομένη πέραν της αρχιτεκτονικής κατασκευής του κτιρίου, παραβλάπτει και τη χρήση των άλλων οροφοκτητών και είναι εκ του λόγου τούτου ανεπίτρεπτη (βλ. ΑΠ 1349/1990). Εξάλλου, η από πολεοδομική άποψη νομιμοποίηση ή μη των κατασκευών αυτών δεν ασκεί έννομη επιρροή και αλυσιτελώς προβάλλεται σε κάθε περίπτωση, από τον εναγόμενο η νομιμοποίησή τους, διότι η απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, να ενεργεί κατασκευές που είναι αντίθετες στο ν. 3741/1929, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό (όταν υπάρχει), δεν αίρεται από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση των κατασκευών και ούτε νομιμοποιούνται, οι κατασκευές αυτές έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, όταν με αυτές βλάπτονται, τα δικαιώματα των τελευταίων, ούτε ακόμη οι πολεοδομικές διατάξεις κατισχύουν του κανονισμού της πολυκατοικίας (ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 462/77).
Η νομιμοποίηση εν προκειμένω θα ήταν δυνατόν να ισχύει και έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας αν πριν την κατασκευή του αυθαιρέτου κτίσματος είχε προηγηθεί απόφαση των 2/3 των συνιδιοκτητών της πολυόροφης οικοδομής όπου βρίσκεται το ακίνητο σύμφωνα με τα οριζόμενα στον κανονισμό της, όπου ορίζεται ότι εις τα κοινά και κοινόχρηστα και σε κάθε τι που έχει άμεση ή έμμεση σχέση με την όλη εμφάνιση του κτιρίου ουδεμία μετατροπή, αφαίρεση και πρόσθεση επιτρέπεται χωρίς έγγραφη έγκριση των 2/3 των συνιδιοκτητών, οπότε με την μεταγενέστερη τακτοποίηση της αυθαίρετης κατασκευής δεν θα διέτρεχε τον κίνδυνο κατόπιν αγωγής συνιδιοκτήτου της πολυκατοικίας του να κατεδαφισθεί αυτή.
Όμως εάν οι ανωτέρω απαγορεύσεις, εξεταζόμενες καλοπίστως και κατά τα συναλλακτικά ήθη, δεν δικαιολογούνται σε σχέση με τον προορισμό, το χαρακτήρα, τη θέση κ.λπ. της οροφοκτησίας τότε μόνον παρίστανται αυθαίρετοι και μη ανταποκρινόμενοι προς τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό της οροφοκτησίας και δύνανται, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, να θεωρηθούν καταχρηστικές (ΑΠ 2156/1984).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006 ΑΠ 319/2017).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 319/2017).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/ 2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017).
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο θα διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στην ερμηνευόμενη μονομερή δικαιοπραξία ή τη σύμβαση, αναφορικά με τις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία, έστω και εμμέσως εκφερόμενη, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Το δικαστήριο της ουσίας όμως, εφόσον διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης και εάν παραλείψει να το πράξει υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. που συνεπάγεται την αναίρεση της απόφασής του για παράβαση των παραπάνω διατάξεων 173, 200 ΑΚ (ΑΠ 2003/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενοι με το από 24-11-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσαν στην προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία κινητής τηλεφωνίας τμήματα του ακάλυπτου χώρου του δώματος προκειμένου αυτή να εγκαταστήσει εκεί σταθμό κινητής τηλεφωνίας.
Μετά την παραχώρηση της χρήσης των εκμισθωθέντων τμημάτων του ακάλυπτου χώρου του δώματος στη μισθώτρια, την 16-1-2004 αυτή (παρεμβαίνουσα) τοποθέτησε βάση ιστού κεραίας, μεταλλικά κιβώτια Η/Μ εξοπλισμού και αεραγωγούς πλησίον του περιμετρικού τοίχου του ακάλυπτου χώρου του δώματος. Οι άνω προσθήκες στον κοινόκτητο ακάλυπτο χώρο του δώματος έγιναν χωρίς τη συναίνεση των συνιδιοκητητών και σε κάθε περίπτωση επηρεάζουν την αισθητική εμφάνιση του κτιρίου, δεδομένου ότι ιδίως ο ιστός κεραίας είναι αντιληπτός από όλες τις θέσεις περιμετρικά του κτιρίου, όπως εμφαίνεται και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες.
Το γεγονός ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα - εκκαλούσα προσπάθησε να καταστήσει καλαίσθητες τις κατασκευές της αυτές δεν αίρει τον παράνομο χαρακτήρα τους, δεδομένου ότι λόγω του πλήθους τους, του όγκου τους και του μεγέθους τους αλλοιώνουν την εξωτερική όψη του κτιρίου. Λόγω δε του ότι οποιαδήποτε μεταβολή ή προσθήκη στα κοινόκτητα μέρη της οικοδομής, επηρεάζουσα την αρμονία αυτής προβλέπεται ως απαγορευμένη στον κανονισμό, η άνω απαγόρευση ισχύει και όταν από την απαγορευμένη πράξη δεν παραβλάπτεται η χρήση ούτε θίγονται τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών, δεν μειώνεται η ασφάλεια των ιδιοκτησιών τους ή του όλου οικοδομήματος, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός τους, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται η έρευνα αν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις του νόμου, για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη ως αντικείμενη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη.
Ως εκ τούτου, οι, συνεπεία της μισθώσεως, κατασκευές στον ακάλυπτο χώρο του δώματος της οικοδομής, τις οποίες επέτρεψαν οι εναγόμενοι συνιστούν παράβαση του κανονισμού, ανεξάρτητα αν γι' αυτές υφίστανται οι νόμιμες άδειες που όμως δεν μπορούν να καλύψουν την προβλεπόμενη από τον κανονισμό απαγόρευσή τους όπως και η εκκαλουμένη ορθά έκρινε, απορριπτόμενων ως αβασίμων των περί αντιθέτου πρώτου και δεύτερου λόγων της έφεσης των εναγομένων - εκκαλούντων.
Είναι δε παράνομη η παράβαση του κανονισμού εφόσον δεν υπήρξε η προηγούμενη συναίνεση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, ακόμη και παρά τη χορήγηση της υπ' αρ. 324/2014 απόφασης της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων και της υπ' αρ. 13082/2005 απόφασης του Νομάρχη Αθηνών έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για την εγκατάσταση του ως άνω σταθμού, που πλην των άλλων, περιλαμβάνουν την άδεια για τέσσερις ιστούς μέγιστου συνολικού ύψους 5,70 μέτρων...".
Από τις παραδοχές αυτές γίνεται φανερό, ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε έμμεσα κενό και αμφιβολία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα, της ερμηνείας του κανονισμού της πολυκατοικίας αναφορικά με το επιτρεπτό ή μη της μίσθωσης του ακάλυπτου χώρου του δώματος για την εγκατάσταση και λειτουργία σταθμού κινητής τηλεφωνίας από τους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσειόντων στους οποίους παραχωρήθηκε η αποκλειστική χρήση του εν λόγω χώρου χωρίς τη συναίνεση των υπολοίπων συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, καθόσον δέχθηκε ότι οι προσθήκες στον κοινόκτητο ακάλυπτο χώρο του δώματος έγιναν χωρίς τη συναίνεση των συνιδιοκητητών και σε κάθε περίπτωση επηρεάζουν την αισθητική εμφάνιση του κτιρίου, αυτή δε η μεταβολή και προσθήκη στα κοινόκτητα μέρη της οικοδομής, που επηρεάζει την αρμονία αυτής προβλέπεται ως απαγορευμένη στον κανονισμό.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γιατί δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αγνοώντας την ανάγκη ερμηνείας του κενού που υπάρχει στον κανονισμό που συντάχθηκε το έτος 1978, αναφορικά με την εγκατάσταση και λειτουργία σταθμού κινητής τηλεφωνίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, επειδή στηρίζεται επί της προϋποθέσεως ότι το Εφετείο είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για τους προαναφερόμενους λόγους, η οποία είναι εσφαλμένη, καθόσον αυτό δεν αναφέρθηκε στο αν προβλέπεται ή όχι από τον κανονισμό πολυκατοικίας που ισχύει η εγκατάσταση και λειτουργία σταθμού κινητής τηλεφωνίας, αλλά δέχθηκε ότι οι προσθήκες στον κοινόκτητο ακάλυπτο χώρο του δώματος έγιναν χωρίς τη συναίνεση των συνιδιοκητητών και σε κάθε περίπτωση αυτή η μεταβολή και προσθήκη στα κοινόκτητα μέρη της οικοδομής, που επηρεάζει την αρμονία αυτής προβλέπεται ως απαγορευμένη στον κανονισμό.
Κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για τον αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Εκ τούτων παρέπεται, αφενός ότι η έλλειψη νόμιμης βάσης αποτελεί μορφή της εκ πλαγίου παράβασης του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και αφετέρου ότι όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στη εκτίμηση των αποδείξεων η σχετική έλλειψη δεν δημιουργεί τον υπό εξέταση λόγο αναίρεσης, αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 861/1984 ΝοΒ 33/88).
Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 527/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί δεν προέβη σε ερμηνεία της αληθινής βούλησης των δικαιοπρακτησάντων προς συμπλήρωση και ερμηνεία του κανονισμού, "χωρίς να αιτιολογεί την σχετική του απόφαση υπογραμμίζοντας απλώς ότι "δεν μπορεί να γίνει διασταλτική ερμηνεία της διάταξης του άνω κανονισμού" και υπήγαγε την εγκατάσταση και λειτουργία του σταθμού κινητής τηλεφωνίας στην διάταξη περί απαγόρευσης οιασδήποτε μεταβολής ή προσθήκης στα κοινόκτητα μέρη της οικοδομής, επηρεάζουσας την αισθητική αρμονία αυτής.
Επομένως, δεν γίνεται αντιληπτό αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε ερμηνεία και πλήρωση του κενού που υπάρχει και επίσης, αν και κατά πόσο προέβη σε στάθμιση των αντικρουόμενων συμφερόντων δεδομένου του δημόσιου χαρακτήρα της υποχρέωσης της αναρεσείουσας εταιρείας προς παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
Σε γενικές γραμμές, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρουσιάζει συλλογιστική ατέλεια από την οποία δεν είναι δυνατόν να προκύψει με ασφάλεια και σαφήνεια η συλλογιστική πορεία του δικαστηρίου της ουσίας, οπότε έπρεπε να καθίσταται ευχερής ο αναιρετικός έλεγχος". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν και υπό το πρόσχημα της ευθείας παραβιάσεως της τελευταίας διατάξεως και την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου επί του ως άνω ζητήματος, σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, επειδή στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο όφειλε να προβεί σε διασταλτική ερμηνεία του κανονισμού της πολυκατοικίας με την υπαγωγή του επιτρεπτού της εγκατάστασης και λειτουργίας του σταθμού κινητής τηλεφωνίας στη διάταξη του κανονισμού που επιτρέπει κάθε εμπορική χρήση όχι μόνο του κτίσματος αλλά και της ταράτσας, ενώ όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο υπήγαγε την απαγόρευση στη διάταξη του κανονισμού (άρθρο 3Α) περί απαγόρευσης οιασδήποτε μεταβολής ή προσθήκης στα κοινόκτητα μέρη της οικοδομής, επηρεάζουσας την αισθητική αρμονία αυτής.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 225/2009).
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο, η πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γιατί το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε εσφαλμένα και παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να υπαγάγει στον κανόνα δικαίου τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία. Τα συναλλακτικά ήθη και οι συνήθειες αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς οι οποίοι επικρατούν στις συναλλαγές και δεν περιέχουν κανόνες δικαίου. Ως εκ τούτου η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εκτός αν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση των λοιπών συναλλακτικών συνηθειών, μόνο με τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 8 άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης μπορεί να ελεγχθεί, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός σύμφωνα με τον οποίο το περιεχόμενο της προβαλλόμενης αξίωσης στηρίζεται στα συναλλακτικά ήθη ή τις υπάρχουσες στη συγκεκριμένη περίπτωση συνήθειες είναι "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τον αριθ. 1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση παρέλειψε να εφαρμόσει τα συναλλακτικά ήθη, η εφαρμογή των οποίων επιβάλλεται από τους κανόνες δικαίου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι στο αναιρετήριο πέραν της διάταξης του νόμου δεν αναφέρονται άλλα στοιχεία που να προσδιορίζουν τα συναλλακτικά ήθη και τις συνήθειες που παραβιάστηκαν εν προκειμένω. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, της ανακοπής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ανακοπής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφο όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ανακοπής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 679/2016, ΑΠ 240/2015, ΑΠ 104/2014, ΑΠ 1860/2013, ΑΠ 563/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής, όσον αφορά την ένσταση αοριστίας που πρότειναν οι αναιρεσείοντες: "Η αγωγή διαχειριστή κατά συνιδιοκτήτη για να είναι ορισμένη πρέπει να περιλαμβάνει στο ιστορικό της τα αναγκαία στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης τού ενάγοντος, ήτοι ότι έχει αποκτήσει τη διαχειριστική ιδιότητα κατόπιν νομίμου εκλογής του ή του διορισμού του (ΑΠ 668/1999, ΑΠ 845/1974).
Εν προκειμένω ο ενάγων στην ένδικη αγωγή αναφέρει τον τρόπο που εξελέγη διαχειριστής βάσει της από 8-10-2004 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών, την πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και τον κανονισμό της πολυκατοικίας με τις σχετικές τροποποιήσεις, νομίμως μεταγραμμένων στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου, ενώ δεν είναι ιδιοκτήτης κάποιας οριζόντιας ιδιοκτησίας ή ποσοστού συνιδιοκτησίας, ούτε αυτό επιβάλλεται από το άρθρο 11 του κανονισμού της πολυκατοικίας, ώστε να έπρεπε να αναφερθεί στην αγωγή η συγκεκριμένη ιδιοκτησία και το ποσοστό συνιδιοκτησίας του.
Προς επίρρωση τούτων, προσκομίστηκαν πρωτοδίκως 1) το απόσπασμα εκλογής διαχειριστή, 2) το απόσπασμα πρακτικού της από 21-3-2006 απόφασης της Γ.Σ. με το οποίο αποφασίστηκε η ανάληψη δικαστικών ενεργειών για την απομάκρυνση των επίδικων κεραιών, 3) προηγούμενο απόσπασμα πρακτικού της από 14-12-2004 απόφασης της Γ.Σ.
των συνιδιοκτητών περί εξουσιοδότησης σ' αυτόν να προβεί στις άνω δικαστικές ενέργειες, 4) απόσπασμα πρακτικού απόφασης Γ.Σ. συνιδιοκτητών της 12-2-2004 με το αυτό περιεχόμενο. Κατόπιν αυτών, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος ο περί αοριστίας της αγωγής 1ος λόγος της από 24-12-2009 έφεσης της προσθέτως παρεμβαίνουσας-εκκαλούσας και 4ος λόγος της από 21-12-2009 εφέσεως των εναγομένων-εκκαλούντων".
Πλέον δε αυτών κατά τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου δήλωσε στο ακροατήριο ότι κατά τη Γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών της ως άνω πολυκατοικίας στις 17-12-2018 εξελέγη και παρέμεινε διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της πολυκατοικίας ο αναιρεσίβλητος.
Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, και ειδικότερα περιλαμβάνει στο ιστορικό της τα αναγκαία στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης τού ενάγοντος, ήτοι ότι έχει αποκτήσει τη διαχειριστική ιδιότητα κατόπιν νομίμου εκλογής του ή του διορισμού του.
Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε, ομοίως, δεν προέβη σε παράνομη μη κήρυξη απαραδέκτου, γι` αυτό και ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (ΑΠ 123/2017). Προφανής υπέρβαση είναι η έντονη αποδοκιμασία εντός των γενικών πλαισίων της κοινωνικοοικονομικής πολιτικής σε σχέση με την ορθολογιστική συμβίωση σε δεδομένο τόπο και χρόνο.
Σύμφωνα δε με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Η ειρημένη αδράνεια του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο.
Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 6/2016, Ολ.ΑΠ 16/2006, Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.
Έτσι, πράγμα είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Αν η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, υποβαλλόμενα συγχρόνως για το παραδεκτό τους κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, επαναφερόμενα νομοτύπως στο δεύτερο και συνδεόμενα με το αίτημα του ενισταμένου, αποτελούν καθένα χωριστά, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 88/1980), η μη λήψη δε υπόψη από το Εφετείο ενός ή περισσοτέρων από αυτά, που προτάθηκαν παραδεκτώς, στοιχειοθετεί τον από την τελευταία αυτή διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 38/2004).
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 11/1996, 12/1991, ΑΠ 623/2011). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής, όσον αφορά την από το άρθρο 281 ΑΚ, ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που πρότειναν οι αναιρεσείοντες: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι συνιδιοκτήτες της οικοδομής μόλις πληροφορήθηκαν την εγκατάσταση στον κοινόχρηστο χώρο του δώματος του σταθμού κινητής τηλεφωνίας ρητά εξέφρασαν την εναντίωσή τους, λαβόντες προς τούτο την από 12-2-2004 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και εξουσιοδοτήσαντες τον τότε διαχειριστή να προβεί σε κάθε δικαστική ενέργεια για την απομάκρυνσή τους.
Ακολούθως με τη νομίμως κοινοποιηθείσα από 2-3-2004 εξώδικη δήλωσή τους, διαμαρτυρήθηκαν προς την προσθέτως παρεμβαίνουσα και τους εναγομένους και ζήτησαν τη διακοπή κάθε εργασίας τοποθέτησης του άνω σταθμού, στη συνέχεια δε προσέφυγαν προς την αρμόδια πολεοδομική αρχή, ζητώντας τη διακοπή των εργασιών, επιβληθέντων αρμοδίως και των σχετικών προστίμων, ήδη δε από το έτος 2006 ζήτησαν τη δικαστική επίλυση της ανακυψάσης διαφοράς, μη αποδειχθέντος του ισχυρισμού ότι υπάρχει διαπραγμάτευση χρηματικού ποσού έναντι της συναινέσεώς τους για τη λειτουργία του άνω σταθμού.
Το προσκομιζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό που φέρει ως συμβαλλόμενους τους εδώ διαδίκους για καθορισμό ως ετήσιας αποζημίωσης χρήσης του μισθίου του ποσού 10.000 ευρώ είναι άνευ ημερομηνίας και υπογραφών. Άλλωστε η αποτυχία μιας διαπραγμάτευσης και αληθούς υποτιθέμενης, δεν εμποδίζει από την άσκηση νομίμου δικαιώματος, ούτε καθιστά αυτή καταχρηστική.
Ως εκ τούτου, οι συνιδιοκτήτες της οικοδομής δε δημιούργησαν την πεποίθηση ότι δε θα ασκήσουν τα εκ της συνιδιοκτησίας τους δικαιώματα, που στην περίπτωση αυτή προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου και δεν ενέχουν, άνευ άλλου, καταχρηστικότητα. Τα ίδια κρίνοντας η εκκαλουμένη απορρίπτοντας την προβληθείσα από τους εκκαλουμένους και την προσθέτως παρεμβαίνουσα ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθώς και τον ισχυρισμό ότι η ένδικη αγωγή αποτελούσε μέσο πίεσης των συνιδιοκτητών προκειμένου αυτοί να δεχθούν την καταβολή χρηματικού ανταλλάγματος, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία και εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε ορθό συμπέρασμα κατέληξε απορριπτόμενων ως αβασίμων των περί αντιθέτου τρίτου, τέταρτου και πέμπτου λόγου της εφέσεως της προσθέτως παρεμβαίνουσας - εκκαλούσας και εναγομένων - εκκαλούντων αντίστοιχα.
Σχετικά με την πρόβλεψη του κανονισμού, όπως η εκκαλούσα ισχυρίζεται, περί δυνατότητας τοποθέτησης φωτεινών επιγραφών στην ταράτσα της πολυκατοικίας σημειώνεται ότι δεν μπορεί να γίνει διασταλτική ερμηνεία αυτής της διάταξης, δεδομένης της ρητής με το άρθρο 3Α του άνω κανονισμού απαγόρευσης. Εξάλλου ο παράνομος χαρακτήρας των άνω κατασκευών δεν αίρεται εκ του ότι εξυπηρετείται ευρύτερα ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός με την παροχή προς το κοινό της Καλλιθέας και ευρύτερα τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του τρίτου λόγου της έφεσης της προσθέτως παρεμβαίνουσας - εκκαλούσας".
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, περιέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ότι η εκ μέρους των αναιρεσειόντων άσκηση των εκ της συνιδιοκτησίας δικαιωμάτων τους δεν είναι καταχρηστική.
Ειδικότερα, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, στην εν γένει συμπεριφορά των συνιδιοκτητών, η οποία προηγήθηκε της άσκησης της αγωγής και συγκεκριμένα στη συμπεριφορά τους αμέσως μετά την εγκατάσταση στον κοινόχρηστο χώρο του δώματος του σταθμού κινητής τηλεφωνίας, οπότε εξέφρασαν ρητά την εναντίωσή τους για την εν λόγω εγκατάσταση και έλαβαν την από 12-2-2004 σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και με την από 2-3-2004 εξώδικη δήλωσή τους προς την αναιρεσείουσα "... ..." ζήτησαν τη διακοπή κάθε εργασίας τοποθέτησης του εν λόγω σταθμού, στη συνέχεια δε προσέφυγαν και στην αρμόδια Πολεοδομική Αρχή ζητώντας τη διακοπή των εργασιών.
Περαιτέρω επειδή για τη θεμελίωση του ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβλήθηκαν περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, το Εφετείο έκρινε ότι ο παράνομος χαρακτήρας των άνω κατασκευών δεν αίρεται εκ του ότι εξυπηρετείται ευρύτερα ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός με την παροχή προς το κοινό της ….και ευρύτερα τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και ότι δεδομένης της ρητής με το άρθρο 3Α του άνω κανονισμού πολυκατοικίας απαγόρευσης, που αναφέρθηκε και παραπάνω δεν κρίνεται αναγκαίο να γίνει διασταλτική ερμηνεία της διάταξης σχετικά με την πρόβλεψη του κανονισμού, περί δυνατότητας τοποθέτησης φωτεινών επιγραφών στην ταράτσα της πολυκατοικίας, ούτως ώστε να κριθεί ότι έχει ανάλογη εφαρμογή η εν λόγω διάταξη και στην εγκατάσταση στον κοινόχρηστο χώρο του δώματος σταθμού κινητής τηλεφωνίας...
Περαιτέρω, το Εφετείο κρίνοντας, όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, όπως αναφέρονται παραπάνω, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί μη εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ.
Ειδικότερα, δεν απαιτούνταν να προσδιορίσει συγκεκριμένα τις επαχθείς συνέπειες που θα επέλθουν από την ικανοποίηση του δικαιώματος των συνιδιοκτητών, ούτε να ερευνήσει αν η εγκατάσταση της κεραίας κινητής τηλεφωνίας έχει ελεγχθεί και έχει εγκριθεί από τα αρμόδια όργανα της πολιτείας, καθόσον η παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 3Α του κανονισμού πολυκατοικίας δεν εισάγει υποκειμενικά αισθητικά κριτήρια αλλά απαγορεύει ρητά κάθε μετατροπή, αφαίρεση ή προσθήκη χωρίς την έγκριση από όλους τους συνιδιοκτήτες που έχουν ψήφο αναφορικά με οτιδήποτε έχει σχέση με την αρμονία και εμφάνιση του κτηρίου.
Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, αφορούν τη διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή διαφορετικών συμπερασμάτων, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Με βάση τα ως άνω το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, επομένως, ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, όπως αβάσιμος είναι και ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε συλλήβδην όλους τους υπόλοιπους λόγους έφεσης, γιατί οι λόγοι που απορρίφθηκαν συλλήβδην αναφέρονταν στην εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012), και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει προτάσεις αναιρεσιβλήτου (άρθρα 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-7-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 5264/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ