Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
875/2024 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that appellate review of evidence sufficiency is limited.

Geschäftsnummer 875/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the second-instance court's decision regarding a property ownership dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider specific documents and witness testimonies, claiming this violated procedural rules. The court rejected these claims, stating that the second-instance court had explicitly confirmed it had taken all submitted evidence into account for its judgment.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the alleged failure to consider specific evidence is inadmissible if the second-instance court has explicitly verified that all submitted documents were taken into account for the formation of its judgment.

Schlagwörter

KI-generiert
appeal admissibility evidence sufficiency procedural error second instance review property ownership dispute court costs document consideration

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11g) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Court Case 42/2002
Supreme Court Case 415/2012
Supreme Court Case 971/2009

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 875 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 875/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. συζ. Ν. Κ., το γένος Μ. Τ., 2) Ν. Κ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθηνά Βάτου, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Θ., 2) Π. Μ. του Θ., 3) Ι. Μ. του Θ., 4) Μ. χήρας Ι. Λ., το γένος Θ. Μ., 5) Σ. Μ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους Θεμελίνα Κατέρη και Άννα Μπιλλήρη, με δηλώσεις, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω.

Εκδόθηκε η απόφαση 16/2014 που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: Κ8/2016 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου και 244/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 25.06.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 244/19.01.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω), το οποίο δέχθηκε την από 07.07.2016 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. Κ8/16.05.2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 20.02.2013 διεκδικητική κυριότητας αγωγή . Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).

Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: "Οι ήδη αναιρεσείοντες ήγειραν κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων και της μεταποβιωσάσης Κ.

χήρας Θ. Μ., το γένος Ι. Κ., την από 20.02.2013 διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή την οποία απηύθηναν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Συζητήσεως γενομένης ενώπιον του άνω Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 16/13.02.2014 οριστική απόφαση δια της οποίας το Δικαστήριο κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην προς εκδίκαση της αγωγής, προσδιόρισε ως καθ' ύλην αρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο Κω και παρέπεμψε σ' αυτό προς εκδίκαση την υπόθεση.

Ακολούθως, η αγωγή εισήχθη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω προς εκδίκαση με την από 21.01.2015 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων και, συζητήσεως γενομένης, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η οριστική επί της ουσίας της υποθέσεως υπ' αριθμ. Κ8/16.05.2016 απόφαση του άνω Δικαστηρίου με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν με την από 07.07.2016 έφεσή του οι ήδη αναιρεσείοντες, την οποία απηύθηναν στο Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω), και, συζητήσεως γενομένης, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ' αριθμ. 244/10.09.2019 οριστική (τελεσίδικη) απόφαση του άνω Δικαστηρίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 25/19.01.2021 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, η άνω έφεση έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, διακρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αναδικάσθηκε η αγωγή και απορρίφθηκε.

Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες στρέφονται με την από 25.06.2020 αίτησή τους που απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο και με την οποία ζητούν την αναίρεσή της για τους αναφερομένους στο αναιρετήριο λόγους. Οι παραδοχές επί των οποίων το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Το ακίνητο για το οποίο ερίζουν οι διάδικοι είναι ένα τμήμα έκτασης 1.775 τ.μ.

μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "..." της νήσου ... όπως αυτό αποτυπώνεται στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονος - μηχανικού Ν. Τ. το οποίο συνορεύει βόρεια σε πλευρά ...- μέτρων, 80,00 με ξηροπόταμο - λαγκαδιά και πέραν αυτού με σε πλευρά ..., μέτρων 94,25, με υπόλοιπη ιδιοκτησία εναγόντων, Ανατολικά σε πλευρά ...

μέτρων 38,00 με ιδιοκτησία ... και Δυτικά σε πλευρά ... μέτρων 14,79 με αγροτική οδό και ιδιοκτησία ..., περικλείεται από τα γράμματα ... και φαίνεται υπό στοιχεία στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα. To τμήμα αυτό αποτελεί μέρος ενός μείζονος ακινήτου, έκτασης 2.666,24 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της νήσου Καλύμνου, όπως αποτυπώνεται με τα στοιχεία ...

στο από ... της Μηχανικού Ν. Κ. και συνορεύει Βόρεια σε πλευρά ..., μέτρων 80,00, με ξηρόκαμπο (λαγκαδιά) και πέραν αυτού με ιδιοκτησία κληρονόμων Θ. ..., Νότια σε πλευρά ..., μέτρων 79,00, με ιδιοκτησία Α., Ανατολικά σε πλευρά ..., μέτρων 38,00, με ιδιοκτησία Θ. ... και Δυτικά σε πλευρά ..., μέτρων 31,00, με αγροτικό δρόμο και ιδιοκτησία κληρονόμων Θ. ...

Με το από ...-1902 πωλητήριο έγγραφο της ... ο Α. Π. μεταβίβασε στον Ν. Κ. το περιγραφόμενο σε αυτό ακίνητο στη θέση ..., πήχεων 78. Στη συνέχεια, το έτος 1908 με το από ...-1908 προικοσύμφωνο της Ιεράς Μητρόπολης Καλύμνου, μεταβιβάζεται το ήμισυ της σκάλας από τον Κ. Ν. στην κόρη του Νομική και στο σύζυγο της Θ. ... Το έτος 1929 με α) το από 13-05-1929 και με αριθμ. ...

έγγραφο πώλησης της Δημαρχίας Καλύμνου, ο Κ. Ν. Κ. και η σύζυγος του Φ. Κ. μεταβιβάζουν λόγω πώλησης στον Σ. Ε. Μ. ένα περιτοιχισμένο χωράφι, αμπέλι με άλλα οπωροφόρα δέντρα, μέρος της αγορασθείσας έκτασης από τον Α. Π., και β) το από ...-1929 και με αριθμ. ... έγγραφο πώλησης της Δημαρχίας Καλύμνου ο Θ. Ε. ... και η σύζυγος του Ν.

Κ. μεταβιβάζουν λόγω πώλησης στον Σ. Μ. το ήμισυ της σκάλας που προικίσθηκαν στο έτος 1908. Περαιτέρω με το από ...-1928 ιδιωτικό προικοσύμφωνο ο Θ. Ε. Σ. και η σύζυγος του Κ. μεταβιβάζουν λόγω προίκας στους μελλόνυμφους Ν. και στον Σ. Ε. Μ. μεταξύ άλλων το περιτοιχισμένο χωράφι στις ... που βρίσκεται κάτωθι του ποταμού και του δρόμου, που αγοράστηκε από τη θυγατέρα Ε.

Μ. Σ., το γένος Δ. Κ., μετά όλων των σε αυτών δέντρων και ένα κήπο στην γωνία. Στη συνέχεια οι ενάγοντες με το με αριθμό. ...-1994 συμβόλαιο αγοράς του τέως συμβολαιογράφου Καλύμνου Ι. Ρ., που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Καλύμνου στον τόμο ... με α.α. ... αγόρασαν το ανωτέρω μεγαλύτερης έκτασης ακίνητο ομού με όμορο προς την νότια πλευρά του επίδικου ακίνητο, έκτασης 2.286,10 τ.μ., καθώς και ένα ακόμη στην θέση "...", έκτασης 319,59 τ.μ, από τη Ν.

χήρα Μ. Α., το γένος Θ. Σ., κάτοικο ... Η τελευταία ωστόσο καίτοι στο δικόγραφο της αγωγής επικαλείται το κληρονομικό δικαίωμα της από την κληρονομία του αποβιώσαντος στις Η.Π.Α. το έτος 1934 τέως συζύγου της Σ. Μ., δεν αποδείχθηκε ότι προέβη σε πράξη αποδοχής της κληρονομίας αυτής και μεταγραφή αυτής στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο, καθόσον ουδέν έγγραφο προσκομίζουν αλλά ούτε και επικαλούνται οι ενάγοντες.

Επομένως, οι τελευταίοι δεν κατέστησαν κύριοι με παράγωγο τρόπο, ήτοι δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου αγοραπωλησίας, του επίδικου ακινήτου εφόσον η δικαιοπάροχος τους δεν κατέστη κυρία αυτού, ώστε να τους μεταβιβάσει την κυριότητα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η τελευταία Ν. Α. το έτος 1980 ευρισκόμενη στο νησί της Καλύμνου αιτήθηκε και έλαβε την με αριθμό 48/1980 άδεια περίφραξης χωραφιού δια συρματοπλέγματος.

Αποκρούστηκε ωστόσο άμεσα από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων Θ. ..., ο οποίος αμφισβήτησε το δικαίωμα κυριότητας της σε τμήμα του ακινήτου, αμφισβήτηση την οποία εξακολούθησαν να διατηρούν οι κληρονόμοι του (εναγόμενοι). Ακολούθησε η άσκηση της από ...-1984 αγωγής της ανωτέρω κατά των κληρονόμων επί της οποίας εκδόθηκε η μη οριστική με αριθμό 31/1984 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλύμνου, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου η διορισθείσα πραγματογνώμονας να γνωμοδοτήσει κατά πόσο το διεκδικούμενο στην αγωγή ακίνητο περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία της εκεί ενάγουσας ή των εκεί εναγομένων.

Πράγματι διενεργήθηκε η διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη και συντάχθηκε η από Σεπτεμβρίου του 1989 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία εκτιμώντας το σύνολο των εγγράφων που της δόθηκαν, τους εκατέρωθεν τίτλους κτήσης το χώρο που βρίσκεται το ακίνητο, τα τοπογραφικά διαγράμματα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το εκεί επίδικο επιφάνειας 1.156 τ.μ., περικλείεται προς βορρά από τον ξηροπόταμο και ένα μικρό μόλο, προς νότο από τον παλαιό τοίχο, προς δυσμάς από γραμμή ...

και προς ανατολάς από τη γραμμή ..., είναι ιδιοκτησία των κληρονόμων Θ. Ν. ... δηλαδή των εναγομένων της παρούσας δίκης. Ακολούθησε η με αριθμό 43/1989 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλύμνου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά την περιγραφή του ακινήτου. Κατά της απόφασης αυτής η εκεί ενάγουσα Ν.

Α. άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 150/1217/ΠΤ293/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, η οποία δεχόμενη την έφεση εξαφάνισε την με αριθμό 43/1989 εκκαλούμενη απόφαση και ανέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο εκδόν την απόφαση Ειρηνοδικείο Καλύμνου. Το τελευταίο με την με αριθμό 3/2000 απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αόριστη λόγω έλλειψης περιγραφής πράξεων νομής και κατοχής εκ μέρους της ενάγουσας.

Οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν την κυριότητα τόσο της δικαιοπαρόχου των εναγόντων όσων και των τελευταίων στο επίδικο. Προς επίρρωση των ισχυρισμών τους προσκομίζουν: α) το από ...-1942 προικοσύμφωνο της Ιεράς Μητρόπολης Καλύμνου, με το οποίο οι Ι. Δ. Τ. και η σύζυγος του Κ. μεταβιβάζουν στην κόρη τους Κ. Τ. μια σκάλα και μία αγορά που βρίσκεται στις ..., όπως περιγράφεται σε αυτό, β) το με αριθμό ...-1969 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Καλύμνου Ε.

Δ., με το οποίο η Κ. συζ. Ν. Τ. μεταβιβάζει στον Θ. Ν ... ένα χωράφι στην θέση ..., έκτασης 5.100 τ.μ., που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Καλύμνου στον τόμο ... με α.α. ... και γ) τη με αριθμό ...-2007 πράξη αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλύμνου Α. Γ. Κ. με το οποίο οι εναγόμενοι προέβησαν σε αποδοχή της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος στις 29-03-1981 συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα, η οποία μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Καλύμνου.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο έχει βραχώδες έδαφος και είναι χέρσο χωρίς να υφίστανται σε αυτό ελαιόδεντρα αντίθετα με το όμορο ακίνητο που περιλαμβάνεται στο ίδιο ως άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας στο οποίο παλαιότερα υπήρχε φυτεμένο αμπέλι και οπωροφόρα δέντρα ενώ σήμερα υπάρχουν ελαιόδεντρα.

Επιπλέον η εντός αυτού παλαιά ισόγεια οικία, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η αυθεντικότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, φαίνεται ασοβάτιστη και γενικά παραμελημένη. Τα ανωτέρω επιβεβαίωσε άλλωστε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο μάρτυρας των εναγόντων και υιός τους ο οποίος κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι το επίδικο είναι άγονο και δεν υπάρχουν ελαιόδεντρα σε αυτό παρά στο διπλανό των οποίων τον καρπό συλλέγουν οι γονείς του όπως και ότι η μικρή οικία είναι ασοβάτιστη και ότι δεν έχουν γίνει εργασίες συντήρησής της.

Επομένως οι πράξεις νομής που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες με την αγωγή ότι δηλαδή φρόντιζαν τα ελαιόδεντρα που υπάρχουν σε αυτό και συνέλλεγαν τον ελαιόκαρπο καθώς και ότι επισκεύασαν και συντηρούσαν τον μικρό οικίσκο δεν επιβεβαιώνονται.

Περαιτέρω μέχρι τον χρόνο της ανωτέρω άκυρης μεταβίβασης στους ενάγοντες (1994) είχε μεσολαβήσει η απόπειρα της δικαιοπαρόχου των εναγόντων Ν. Α. το έτος 1980 να περιμαντρώσει το επίδικο, η οποία καίτοι έλαβε την απαιτούμενη άδεια περίφραξης η τελευταία δεν ολοκληρώθηκε αφού εμποδίστηκε από το δικαιοπάροχο των εναγομένων Θ. ..., όπως και η ίδια η Ν.

Α. ανέφερε στο δικόγραφο της προηγούμενης αγωγής της όπου εκεί γίνεται μνεία ως τρόπο κτήσης κυριότητας η κληρονομική διαδοχή του τέως συζύγου της Σ. Μ. Επίσης είχε ήδη συνταχθεί η προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης που αναφέρει ως εκεί επίδικο έκταση 1.156 τ.μ. το οποίο ανήκει στους κληρονόμους του Θ. ...

Επίσης η θυγατέρα και ο γαμπρός της Ν. Α. στην απευθυνόμενη στους ενάγοντες από ...-1994 επιστολή τους με την οποία τους καλούν να βοηθήσουν στο ζήτημα για τα κτήματα στην Κάλυμνο κάνουν λόγο για πληρεξουσιότητα που έδωσε η Π. (Κ. θυγατέρα Ν. Α.) στον Μ. Γ., ο οποίος είναι αυτός που λίγες ημέρες αργότερα εκπροσώπησε την πωλήτρια δικαιοπάροχο των εναγόντων στο ανωτέρω με αριθμό ...-1994 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, προκειμένου να δώσει εντολή στον Σ.

Τ. να βγάλει τα κάγκελα και τα σύρματα που έβαλε ο αποθανών ... στο ακίνητο. Ακολουθεί στις 22 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους η σύναψη του με αριθμό ... συμβολαίου όπου αναφέρεται ότι τα ακίνητα μεταξύ των οποίων το επίδικο περιήλθαν στην ιδιοκτησία της πωλήτριας από προίκα των γονέων της άλλως από χρησικτησία έκτακτη ή τακτική.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατά τον κρίσιμο χρόνο απόκτησης της νομής τους (22-12-1994) γνώριζαν α) ότι το επίδικο ήταν περιφραγμένο από άλλους (βλ. ανωτέρω από ...-1994 επιστολή), β) ότι η πωλήτρια στο .../1994 συμβόλαιο δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, γ) ότι το επίδικο διεκδικείτο από τους εναγομένους (έτος 1980 απόκρουση περιμάντρωσης, έτος 1984 έναρξη δικαστικής διαμάχης).

Συνεπώς δε συνέτρεχε στο πρόσωπο τους το στοιχείο της καλής πίστης, αφού η πεποίθηση τους κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, ότι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου δεν ήταν δικαιολογημένη και οφείλεται σε βαριά τους αμέλεια. Να σημειωθεί επίσης ότι ο παραστάς στο ανωτέρω συμβόλαιο αγοραπωλησίας πληρεξούσιος δικηγόρος ήταν ο ίδιος με τον χειρισθέντα την ανοιχθείσα ήδη δικαστική διαμάχη οπότε όλα τα ανωτέρω στοιχεία ήταν σε γνώση των εναγόντων, μπορούσαν να τα είχαν αξιολογήσει εάν ενεργούσαν επιμελώς και να είχαν καταλήξει στο ορθό συμπέρασμα ότι το συμβόλαιο δεν μπορούσε να τους προσπορίσει κυριότητα λόγω έλλειψη κυριότητας της δικαιοπαρόχου τους.". .

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επόμ. του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δέχθηκε δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου, συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως (Α.Π. 1440/2002). Δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1627/2010, Α.Π. 832/2009, Α.Π. 402/2004, Α.Π. 627/2003).

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό η προσβαλλομένη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (Α.Π. 194/2005, Α.Π. 1315/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας αυτής συνισταμένης, αφενός ότι εσφαλμένως περιγράφηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο το αντικείμενο της δίκης, όπως αυτό προκύπτει από την αγωγή τους, και αφετέρου εσφαλμένως αναγνώσθηκε το από μηνός Ιουνίου έτους 2008 "τοπογραφικό διάγραμμα της υπό δίκην έκτασης" του διπλωματούχου αρχιτέκτονα μηχανικού Ν.

Μ. Τ. σχετικά με το βόρειο όριο του επιδίκου ακινήτου κατά τρίτο λόγο ότι το ακίνητό τους αναφέρθηκε ως ακίνητο πήχεων 78, ενώ ο αριθμός αυτός αφορά πήχεις πλάτους και όχι μήκους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος και, τούτο, διότι δεν αναφέρεται σε ουσιώδη ισχυρισμό αποτελούντα μέρος των παραδοχών του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ερείδοντα το διατακτικό της αποφάσεως.

Ως προς το δεύτερο σκέλος του ο αυτός λόγος είναι επίσης απαράδεκτος διότι, υπό το πρόσχημα επικλήσεως αναιρετικής πλημμελείας, οι αναιρεσείοντες διατυπώνουν τη διαφωνία τους, σχετικά με την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου (μέρος ακινήτου) στην οποία προέβη του δευτεροβάθμιο Δικαστήριο λαμβάνοντες αφορμή από την προφανή παραδρομή αυτού (δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου) να προσδιορίσει ως απώτατο προς βορράν όριο την πλευρά ...

αντί της πλευράς ... Ο αυτός λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του είναι αβάσιμος διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης δεν προκύπτει ότι η ανωτέρω ελλιπής αναφορά επέδρασε ουσιωδώς επί της κρίσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αυτή, ως άνω, αναιρετική πλημμέλεια εντοπίζοντας αυτή σε λανθασμένη, κατ' αυτούς, επιμέρους κρίση του Δικαστηρίου, αντιφατική προς το περιεχόμενο του προσδιοριζομένου εγγράφου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, τούτο, διότι δεν αναφέρεται σε λάθος αναγνώσεως του ενδιαφέροντος εγγράφου, αλλά σε εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, σε συνδυασμό και με έτερα έγγραφα της δίκης. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αυτή ως άνω αναιρετική πλημμέλεια (παραμόρφωση εγγράφου), της πλημμελείας συνισταμένης ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένως, ανάγνωσε την από 21.08.1989 έκθεση πραγματογνωμοσύνης μετά του συνοδεύοντος αυτή τοπογραφικού διαγράμματος της αρχιτέκτονος μηχανικού Ν.

Σ. - Κ., η οποία συντάχθηκε στο πλαίσιο άλλης δίκης, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε επιζήμιο γι' αυτούς συμπέρασμα, ενώ αν ορθώς ανεγίγνωσκε τα άνω έγγραφα θα κατέληγε σε αντίθετο, ευνοϊκό γι' αυτούς, συμπέρασμα. Η αιτίαση που προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι ακριβής, πλην όμως ο λόγος αναιρέσεως είναι εν τέλει αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στην τελεσίδικη κρίση του, μετά από αξιολόγηση πλήθους αποδεικτικών μέσων, και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο άνω αναφερόμενο αποδεικτικό μέσο, ούτε προσέδωσε σε αυτό μείζονα αποδεικτική αξία σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11β' του Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν ή προσκομίσθηκαν απαραδέκτως μετά τη συζήτηση.

Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομιδής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγομένη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. Αν δε στην απόφαση δεν βεβαιώνεται το αντίθετο, θεωρείται ότι, το αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε επίκληση έχει προσκομισθεί εμπροθέσμως. Επομένως, κάθε ισχυρισμός του διαδίκου που στρέφεται κατά της βεβαιώσεως του δικαστηρίου ότι, προσκομίσθηκε εμπροθέσμως αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε επίκληση στις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του αντιδίκου του, είναι απαράδεκτος (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία ο αναιρεσείων προβάλλει αναιρετική πλημμέλεια, έστω και αν εσφαλμένως επικαλείται στο αναιρετήριο ότι αυτή εμπίπτει σε προβλεπόμενο από το άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ. επιμέρους λόγο αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος, υπάγοντας αυτεπαγγέλτως τα περιστατικά που περιέχονται στο αναιρετήριο στον προσήκοντα περίπτωση αναιρέσεως, ερευνά την επικαλουμένη πλημμέλεια ως λόγο που προβλέπεται από την ορθή περίπτωση του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον στο αναιρετήριο εκτίθενται με πληρότητα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού (Α.Π. 484/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως (κατ' εκτίμηση) προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την αναφερομένη στο αναιρετήριο επιστολή, ενώ του εγγράφου αυτής ούτε έγινε επίκληση, αλλ' ούτε και προσκομιδή. Από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι δευτεροβάθμιο Δικαστήριο βεβαιώνει ότι όλα τα έγγραφα, στα οποία στήριξε την κρίση του, νομίμως προσκομίσθηκαν ενώπιόν του μετ' επικλήσεως.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως που στρέφεται κατά της άνω βεβαιώσεως του Εφετείου, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος.

Οι πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι του αναιρετηρίου, για τους οποίους δεν αναφέρεται σε αυτό (αναιρετήριο) ο οικείος λόγος του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αφορούν δε αποκλειστικά σε αιτιάσεις αναφορικά με την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού εκ μέρους του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.).

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήσαν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ Ολ. 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 415/2012, ΑΠ 971/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχεία 7Α λόγο αναιρέσεως ψέγεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠΟλΔ πλημμέλειες, διότι, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη του, καίτοι προσκομίσθηκε μετ'επικλήσεως, το αναφερόμενο σκαρίφημα του έτους 1956.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως ενώπιόν του έγγραφα είτε για να χρησιμεύσουν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να συναχθούν δικαστικά τεκμήρια.

Περαιτέρω, με τον όγδοο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του την νομίμως ληφθείσα, επικληθείσα και προσκομισθείσα από αυτούς (αναιρεσείοντες) ενώπιόν του υπ' αριθμ. ....2013 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Θ.

Κ. και Σ. Γ. του Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλύμνου Σ. Ι. Ρ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διαβεβαιώνει ότι, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη του και την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση.

Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς κρίση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ..) και να καταδικασθούν, κατά παραδοχή σχετικού κοινού αιτήματος των, καταθεσάντων προτάσεις, αναιρεσιβλήτων, αυτοί (αναιρεσείοντες), λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα αυτών (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.06.2020 αίτηση των Μ. συζύγου Ν. Κ., το γένος Μ. Τ. και Ν. Κ. του Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 244/10.09.2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω), όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 25/19.01.2021 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ