Supreme Court partially allows appeal, remands case to recalculate court costs against the State.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court partially allowed the State's appeal against the First Instance Court's decision to award court costs. The State argued the lower court incorrectly calculated the amount due to it as a losing party. The court found the appeal valid regarding the cost calculation but remanded the case to the First Instance Court to recalculate the costs against the State.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal to correct procedural errors in cost allocation while remanding the case for a new determination of the specific amount due to the losing party.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 874 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 874/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 2) Ε. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 3) Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Χασάνδρα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2015 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Μ. Μ. του Ι., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 235/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-9-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 25.09.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 84/06.04.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο απέρριψε την από 22.06.2020 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 235/22.04.2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 28.09.2015 αγωγή από το άρθρο 6§2 του ν. 2664/1998 του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 147§2, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, από την επιτρεπτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσιβλήτων, Μ. Μ. του Ι., ήγειρε κατά του ήδη αναιρεσείοντος την απευθυνομένη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου από 28.09.2015 αγωγή από το άρθρο 6§2 του ν. 2664/1998.
Η αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του άνω Δικαστηρίου, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 235/22.04.2020 οριστική απόφαση, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλε το ήδη αναιρεσείον με την απευθυνομένη στο Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, από 22.06.2020, έφεσή του, την οποία έστρεψε κατά των υπεισελθόντων, κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης, στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτων.
Συζητηθείσης της άνω εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 84/06.04.2021 οριστική (τελεσίδικη) απόφαση αυτού (δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου), με την οποία η έφεση απορρίφθηκε στην ουσία της. Κατά της τελεσίδικης αυτής αποφάσεως στρέφεται το ήδη αναιρεσείον με την από 25.09.2021 αίτησή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ζητώντας την αναίρεσή της για τους περιεχομένους στο αναιρετήριο λόγους.
Οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, επί των οποίων αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) στήριξε την εκφορά της κρίσεώς του, είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Ο αρχικώς ενάγων Μ. Μ. του Ι. - ο οποίος απεβίωσε στις ...-2016, μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εκ διαθήκης κληρονόμους του και ήδη εφεσίβλητους - απέκτησε με το υπ' αριθμ. ...-1983 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Ρόδου, Φ.
Ν. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης στον τόμο 9 και με αύξοντα αριθμό 47, λόγω πώλησης από τη Φ. Β. του Ι., την κυριότητα ενός ακινήτου, συνολικής έκτασης 2.632 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "Χαράνιον" ή "Χαράνι", της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σύμης της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου και συνορεύει βόρεια με έκταση του Ελληνικού Δημοσίου, νότια με κοινοτική οδό, ανατολικά με χωράφι ιδιοκτησίας Ε.
Κ., το γένος Μ., και δυτικά με χωράφι ιδιοκτησίας Μ. Αγγέλου, όπως ειδικότερα απεικονίζεται και αποτυπώνεται κατά τη θέση του και τα όρια του με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο ενσωματωμένο στο ανωτέρω συμβόλαιο αγοραπωλησίας από 18-04-1983 τοπογραφικό διάγραμμα του εμπειροτέχνη Ι. Θ. Μ. Η συνολική έκταση του ανωτέρω ακινήτου, σύμφωνα με πρόσφατη επιτόπια καταμέτρηση ανέρχεται στα 2.632,11 τ.μ., όπως ειδικότερα αυτή απεικονίζεται και αποτυπώνεται κατά τη θέση του και τα όριά του με στοιχεία κορυφών Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο'-Ο-1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Ω'-Α, στο ενσωματωμένο στην αγωγή από Ιουνίου του 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Α.
Χ. Μ. Σύμφωνα με το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα προκύπτει ότι το μεν τμήμα με στοιχεία κορυφών Α...,Ε,Ω,Ω',Α, έκτασης 249,96 τ.μ. βρίσκεται εντός οικισμού του Δήμου Σύμης και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, το δε τμήμα του με στοιχεία κορυφών Ε...,Ο',Ο,1...11,Ρ...Ω,Ε βρίσκεται εκτός οικισμού του Δήμου Σύμης και είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο.
Η δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος, Φ. Β. του Ι., είχε αποκτήσει την κυριότητα του ως άνω αναφερόμενου ακινήτου κατά το έτος 1925, όταν, κατά τα έθιμα της Σύμης, ο πατέρας της Ι. Β. του Φ., της το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά. Κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της νήσου Σύμης ο ενάγων υπέβαλε εμπρόθεσμη αίτηση καταχώρησης του ακινήτου, όπως προκύπτει από τη με αριθ.
πρωτ. ...-1997 δήλωση εμπραγμάτου δικαιώματος του. Όμως, σύμφωνα με το απόσπασμα του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα της πρώτης ανάρτησης, το εν λόγω ακίνητο, καταχωρήθηκε προσωρινώς στην κυριότητα του ενάγοντος, χωρίς ένδειξη ή διεκδίκηση από κανέναν και απέκτησε Κ.Α.Ε.Κ. 100710109026 με εμφανισθείσα έκταση 3.966 τ.μ., ήτοι αρκετά μεγαλύτερη από την δηλωθείσα από τον ενάγοντα έκταση των 2.632 τ.μ..
Ομοίως, κατά τη δεύτερη ανάρτηση των προσωρινών κτηματολογικών πινάκων το ανωτέρω ακίνητο έλαβε επίσης τον ίδιο αριθμό Κ.Α.Ε.Κ., με εμβαδόν 3.966,00 τ.μ. καταχωρήθηκε και πάλι στην κυριότητά του ενάγοντος με το ίδιο ως άνω ποσοστό δικαιώματος 100% χωρίς καμία ένδειξη ή διεκδίκηση από κανένα στην αντίστοιχη στήλη παρατηρήσεων.
Όμως, το εναγόμενο, και δη η Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου, με την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2002 δήλωση ιδιοκτησίας, διεκδίκησε δικαίωμα κυριότητας το οποίο απορρίφθηκε επί της ουσίας. Ωστόσο, το Ελληνικό Δημόσιο στις 3-6-2003 υπέβαλε τη με αριθμό πρωτ. 25792/2003 ένστασή του προς τον Ο.Κ.Χ.Ε. κατά των στοιχείων της Κτηματογράφησης Β' ανάρτησης και ο ενάγων υπέβαλε την υπ' αριθμ.
πρωτ. 28451/23-6-2003 ένσταση του ενώπιον της δευτεροβάθμιας επιτροπής εντάσεων του Ο.Κ.Χ.Ε., αναφορικά με το με αριθμό, προσωρινό ακόμη, Κ.Α.Ε.Κ. 100710109026. Η τελευταία εξέδωσε την υπ' αριθμ. 10071/1/51 απόφαση, με την οποία έκανε δεκτή την υπ' αριθμ. 25792/2003 ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου και την υπ' αριθμ. 10071/1/5/13 απόφαση με την οποία απέρριψε την ένσταση του ενάγοντος επί τη βάσει ότι το μεγαλύτερο τμήμα του γεωμεταχίου (ενν.
Κ.Α.Ε.Κ. 100710109026) βρίσκεται εκτός των ορίων του οικισμού και για το εντός του οικισμού τμήμα, το οποίο διεκδικείται από την Κ.Υ.Δ. δεν πληρούνται τις προϋποθέσεις της δια χρησικτησίας σε βάρος του Δημοσίου κτήσης κυριότητας για ακίνητο εντός σχεδίου πόλεως.
Συνεπώς, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της περιοχής, η ιδιοκτησία του ενάγοντος, έκτασης 2.632,11 τ.μ, μετά και την ολοκλήρωση της εξέτασης των υποβληθεισών ενστάσεων ενώπιον και τη δευτεροβάθμιας επιτροπής εντάσεων του Ο.Κ.Χ.Ε., κατατμήθηκε σε τρία ακίνητα και καταχωρήθηκε, μετά τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύμης, ως εξής:
α) ακίνητο με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109026/0/0 εμβαδού 249,96 τ.μ., με φερόμενο ιδιοκτήτη τον ίδιο τον ενάγοντα, β) τμήμα εμβαδού 244,80 τ.μ., καταχωρήθηκε ως μέρος της έκτασης του ακινήτου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109036 /0/0, συνολικής έκτασης 831,00 τ.μ., με φερόμενο ιδιοκτήτη το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και β) ακίνητο με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109032 /0/0, εμβαδού 2.137,34 τ.μ.
με φερόμενο ιδιοκτήτη το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Παρά τους ισχυρισμούς όμως του εναγόμενου, ο δασικός χαρακτήρας του επιδίκου δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο. Πέραν των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που περιλαμβάνονται στις ένορκες βεβαιώσεις, που ρητά διαβεβαίωσαν τη μη ύπαρξη δάσους και δέντρων, στο μείζονος έκτασης ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη έκταση, και αναφέρονται διεξοδικά κατωτέρω, το γεγονός αυτό ενισχύεται και από τα κάτωθι αποδεικτικά μέσα ήτοι:
Α) τη με αριθμό ...-2015 έκθεση αυτοψίας της δασοπόνου Α. Τ., που έκανε αυτοψία στο επίδικο ακίνητο. Σύμφωνα με την αυτοψία αυτή, το επίδικο ακίνητο βρίσκεται σε επικλινές και βραχώδες έδαφος, πλαγιά βουνού, με μέση κλίση 23%, και μέσο υψόμετρο 40μ. περίπου και συνορεύει βόρεια με γεωργική και βραχώδη έκταση, νότια με δρόμο και στη συνέχεια με γεωργική έκταση, ανατολικά με γεωργική και βραχώδη έκταση και δυτικά με γεωργική έκταση.
Η έκταση υπό στοιχείο Ι, εμβαδού 2.086,00 τ.μ., που αποτυπώνεται με στοιχεία Α,Β,Γ,....Κ,13,14,15,16,Ρ,Σ,Τ,....Ω,Α στο από 8-6-2015 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Α. Μ., που επισυνάπτεται στο έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, αποτελεί τμήμα των Κ.Α.Ε.Κ. 100710109026 και Κ.Α.Ε.Κ. 100710109032 και παρουσιάζει κατά θέσεις μία φυσική διαμόρφωση (βαθμίδωση) του εδάφους κατά τις ισοϋψείς καμπύλες, είτε με μικρές φυσικές πεζούλες είτε με βραχώδεις εξάρσεις, μεταξύ των οποίων δημιουργούνται πλατώματα στα οποία φύεται ετήσια ποώδης βλάστηση.
Εντός της έκτασης φύεται ένα πουρνάρι σε δενδρώδη μορφή. Στα όρια της έκτασης, σε τμήμα της νότιας πλευράς δίπλα στο δρόμο, υπάρχει ξερολιθιά. Η έκταση υπό στοιχεία ΙΙ που αποτυπώνεται με στοιχεία Κ,Λ,Μ,....Π,Ρ,16,15,14,13,Κ στο από 8-6-2015 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Α. Μ., που επισυνάπτεται στο έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, εμβαδού 301,00 τ.μ., αποτελεί τμήμα του Κ.Α.Ε.Κ. 1007101109032 και είναι βραχώδης έκταση εντός της οποίας φύονται λίγα χόρτα.
Η έκταση υπό στοιχείο ΙΙΙ που αποτυπώνεται με στοιχεία 8,9,10,11,12,8 στο από 8-6-2015 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Α. Μ., που επισυνάπτεται στο έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, εμβαδού 23,00 τ.μ., αποτελεί τμήμα του Κ.Α.Ε.Κ. 100710109036, καλύπτεται από ετήσια ποώδη βλάστηση και βρίσκεται σε συνέχεια ευρύτερης έκτασης από δυτικά, που παρουσιάζει κατά θέσεις μία φυσική διαμόρφωση (βαθμίδωση) του εδάφους κατά τις ισοϋψείς καμπύλες με μικρές φυσικές πεζούλες μεταξύ των οποίων δημιουργούνται πλατώματα στα οποία φύεται ετήσια ποώδης βλάστηση.
Η έκταση υπό στοιχείο ΙV που αποτυπώνεται με στοιχεία 1,2,3,...8,12,Ρ,Π,0,1, εμβαδού 222,00 τ.μ., αποτελεί τμήμα του Κ.Α.Ε.Κ. 100710109036 και είναι βραχώδης έκταση εντός της οποίας φύονται λίγα χόρτα. Β) Την αιτιολογία και το συμπέρασμα της με αριθμ. πρωτ. ...-2015 εισήγησης φωτοερμηνείας και χαρακτηρισμού της Δασολόγου, Χ. Δ., (προσαγόμενη μετ' επικλήσεως από το εναγόμενο), όπου υπερτονίζεται ότι ολόκληρη η έκταση βρίσκεται εκτός καταφυγίου άγριας ζωής ή δικτύου natura 2000 και δεν έχει εκδοθεί παλαιότερη πράξη χαρακτηρισμού της.
Σύμφωνα με την εισήγηση - φωτοερμηνεία η οποία εκδόθηκε, κατόπιν της με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2015 αίτησης του ενάγοντος, για έκδοση πράξης χαρακτηρισμού του ακινήτου με στοιχεία Α,Β,Γ,....Ξ,Ο',0,1,...11,Ρ,Σ,Τ,...Ψ,Ω,Ω',Α, με έκταση 2.632,11 τ.μ., όπως αποτυπώνεται στο από 8-6-2015 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Α.
Μ., σε συνδυασμό με την ως άνω αναφερθείσα έκθεση αυτοψίας που πραγματοποιήθηκε σε αυτό, προέκυψε ότι η έκταση διακρίνεται στα εξής τμήματα: το τμήμα Ι, με στοιχεία Ω,Ε,Ζ,Η,Θ,Ι,Κ,13,14,15,16,Ρ,Σ,Τ,Υ,Φ,Χ,Ψ,Ω, έκτασης 1.835,85 τ.μ., που αποτελεί τμήμα του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109032, το οποίο προσωρινά είχε καταχωρηθεί στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, και το τμήμα V, με στοιχεία Ω,Ε,Δ,Γ,Β,Α,Ω',Ω, εμβαδού 249,96 τ.μ., αποτελεί γεωτεμάχιο με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109026 και είχε καταχωρηθεί προσωρινά στα λοιπά ακίνητα (μη δημόσια), παρουσιάζουν φυσική διαμόρφωση βαθμίδων, κατά τις ισοϋψείς κατά θέσεις και αποτελούν αγρούς σε αγρανάπαυση με ετήσια ποώδη βλάστηση σε συνέχεια αγροτικής περιοχής προς νότο και ανατολικά.
Εντός του τμήματος V φύεται ένα δενδρώδες πουρνάρι για την κοπή του οποίου απαιτείται άδεια από τη Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου, σύμφωνα με την αριθ. πρωτ. 1755/28-2-2012 Δ.Α.Δ.. Το τμήμα ΙΙΙ με στοιχεία 8,9,10,11,12,8, εμβαδού 22,63 τ.μ., αποτελεί τμήμα του γεωματεχίου με ΚΑΕΚ 1007101109036 και είχε καταχωρηθεί προσωρινά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο υφίστανται φυσικά διαμορφωμένες βαθμίδες κατά τις ισοϋψείς και αποτελεί αγρό σε αγρανάπαυση, με ετήσια ποώδη βλάστηση σε συνέχεια αγροτικής περιοχής στα δυτικά.
Σύμφωνα με την ίδια ως άνω εισήγηση - φωτοερμηνεία όλα τα ανωτέρω τμήματα αποτελούν διαχρονικά μη δασικές (γεωργικές) εκτάσεις κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. α του ν. 998/79, όπως ισχύει. Το τμήμα ΙΙ με στοιχεία Κ,Λ,Μ,Ν,Ξ,Ο',Ο,Π,Ρ,16,15,14,13,Κ, εμβαδού 301,49 τ.μ., αποτελεί τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 100710109036 (δημοσίου) και αποτελούν διαχρονικά βραχώδεις εκτάσεις εντός των οποίων φύεται πολύ αραιά ετήσια ποώδης βλάστηση, χωρίς ουδέποτε να έχουν καλλιεργηθεί και κατατάσσονται στο άρθρο 3 παρ. 5β του ν. 998/79, όπως ισχύει.
Γι' αυτό τους λόγους με την εν λόγω εισήγησή της η Δασολόγος Δ. Χ. εισηγήθηκε την έκδοση πράξης χαρακτηρισμού της ανωτέρω έκτασης του ενιαίου ακίνητου και τη διόρθωση αναλόγως των οριογραμμών του προσωρινού δασικού χάρτη της Σύμης. Γ) Το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2015 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, αναφορικά με την πράξη χαρακτηρισμού του μείζονος ακινήτου έκτασης 2.632,11 τ.μ., μέρος του οποίου αποτελεί και η επίδικη, ως δασικής, το οποίο εκδόθηκε μετά την υπ' αριθμ.
ΔΥ/19-8-2015 εισήγηση της Χ. Δ. σύμφωνα με το οποίο, το τμήμα Ι με στοιχεία Ω,Ε,Ζ,Η,Θ,Ι,Κ,13,14,15,16,Ρ,Σ,Τα,Υ,Φ,Χ,Ψ,Ω, εμβαδού 1.835,85 τ.μ., που αποτελεί τμήμα του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109032, το τμήμα V με στοιχεία Ω,Ε,Δ,Γ,Β,Α,Ω',Ω, εμβαδού 249,96 τ.μ., που αποτελεί το γεωτεμάχιο με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109026 και το τμήμα ΙΙΙ με στοιχεία 8,9,10,11,12,8 εμβαδού 22,63 τ.μ., που αποτελεί τμήμα του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109036, ως μη δασικού χαρακτήρα έκτασης, κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 6 περίπτωση α' του άρθρου 3 του ν. 998/79, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθμ. 4 του άρθρου 32 του Ν. 4280/14 (ΦΕΚ 159Α), μη υπαγόμενη στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.
Εντός του τμήματος V ένα δενδρώδες πουρνάρι για την κοπή του οποίου απαιτείται άδεια της υπηρεσίας της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, σύμφωνα με την αριθμ. πρωτ. 1755/28-2-2012 Δ.Α.Δ.. Το τμήμα ΙΙ με στοιχεία κορυφών Κ,Λ,Μ,Ν,Ξ,Ο',Π,Ρ,16,15,14,13,Κ, εμβαδού 301,49 τ.μ., που αποτελεί τμήμα του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109032 και το τμήμα ΙV (1,2,3,...8,12,Ρ,Π,0,1), εμβαδού 222,17 τ.μ., που αποτελεί τμήμα του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109036 με βραχώδεις εκτάσεις, κατά την έννοια των διατάξεων της παρ. 5 εδ.
β' του άρθρου 3 του ν. 998/79, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 32 του ν. 4280/14 (ΦΕΚ 159Α), υπαγόμενη στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας τα οποία δεν έχουν αναγνωριστεί ως ιδιωτικά έναντι του Δημοσίου. Τα στοιχεία τα οποία συνηγορούν υπέρ του χαρακτηρισμού αυτού είναι η μορφή της έκτασης, η μορφή που είχε το έτος 1960, η μορφολογία του εδάφους, ο τρόπος διαχείρισης και τα υποβληθέντα με την αίτηση στοιχεία, τα οποία σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση έχουν ως εξής:
το τμήμα Ι εμβαδού 1.835,85 τ.μ., το τμήμα ΙΙΙ εμβαδού 22,63 τ.μ. και το τμήμα V, εμβαδού 249,96 τ.μ., διαχρονικά παρουσιάζουν φυσική διαμόρφωση βαθμίδων κατά τις ισοϋψείς κατά θέσεις και αποτελούν αγρούς σε αγρανάπαυση με ετήσια ποώδη βλάστηση σε συνέχεια αγροτικής περιοχής προς νότο και ανατολικά (ως προς τα τμήματα Ι και V) και δυτικά ως προς το τμήμα ΙΙΙ.
Το τμήμα ΙΙ, εμβαδού 301,49 τ.μ., και το τμήμα ΙV, εμβαδού 222,17 τ.μ., διαχρονικώς αποτελούν βραχώδεις εκτάσεις εντός των οποίων φύεται πολύ αραιά ετήσια ποώδης βλάστηση, χωρίς ουδέποτε να έχουν καλλιεργηθεί. Ωστόσο, παρά την από 19-8-2015 εισήγηση της Δασοπόνου Χ. Δ. για τη διόρθωση των οριογραμμών του προσωρινού δασικού χάρτη της Νήσου Σύμης, και παρά την από 19-5-2015 πράξη χαρακτηρισμού της, έκτασης 2.632,11 τ.μ., στην οποία υπάγεται η επίδικη έκταση 2.382,14 τ.μ., ως ελάσσονα έκταση της ανωτέρω μείζονος έκτασης ακίνητου, η ανωτέρω τελεσίδικη πράξη χαρακτηρισμού δεν περιελήφθη στον αναρτηθέντα δασικό χάρτη της νήσου Σύμης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2015 τελεσίδικη πράξη χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, η επίδικη έκταση συνολικού εμβαδού 2.382,14 τ.μ., βάσει συντεταγμένων, όπως αυτή απεικονίζεται με στοιχεία Ε,Ζ,Η,Θ,Ι,Κ,Λ,Μ,Ν,Ξ,Ο',Ο,1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11, 12,Ρ ,Σ,Τ,Υ,Φ,Χ,Ψ,Ω,Ε στο από 8-6-2015 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:500 του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Α.
Μ., το οποίο επισυνάπτεται στην κρινόμενη αγωγή, διακρίνεται στα παρακάτω τμήματα: τμήμα Ι, εμβαδού 1.835,85 τ.μ. (εκ του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 1007101109036/0/0), και ΙΙΙ, εμβαδού 22,63 τ.μ. (εκ του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 1007101109032/0/0), αποτελούν διαχρονικά μη δασικού χαρακτήρα εκτάσεις (γεωργικές) που δεν δεσμεύονται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και ως εκ τούτου η Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου δεν εμπλέκεται σε εμπράγματα δικαιώματα αυτών.
Τμήματα ΙΙ, εμβαδού 301,49 τ.μ. (εκ του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109032/0/0), και ΙV, εμβαδού 222,17 τ.μ. (εκ του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109036/0/0), αποτελούν διαχρονικά βραχώδεις εκτάσεις που δεσμεύονται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και ως εκ τούτου η Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου εμπλέκεται στα δικαιώματα αυτών.
Τμήμα V με στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ω,Ω',Α, εμβαδού 249,96 τ.μ., που χαρακτηρίστηκε ήδη δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Για το λόγο αυτό, η Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου αναγνώρισε την συγκεκριμένη παράλειψη και κατέθεσε στην αρμόδια Επιτροπή Εξέτασης Αντιρρήσεων (Ε.Π.Ε.Α.) του άρθρου 18 του Ν. 3889/2010, όπως ισχύει αίτημα - υπόμνημα διόρθωσης προδήλου σφάλματος (ειδικά σφάλματα που οφείλονται σε παράλειψη απεικόνισης πράξεων της διοίκησης πριν την κύρωση του δασικού χάρτη) σύμφωνα με την αριθ. ...-2017 απόφαση του Αν.
Υπουργού Περιβ. Και Ενέργειας (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2018 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου). Σύμφωνα λοιπόν με όσα διαλαμβάνονται στο με αριθμ. ...-2018 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, η Υπηρεσία αυτή εμπλέκεται στα εμπράγματα δικαιώματα επί του Τμήματος ΙΙ, εμβαδού 301,49 τ.μ. (εκ του επιδίκου γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109032/0/0), και ΙV, εμβαδού 222,17 τ.μ. (εκ του επιδίκου γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109036/0/0), όπως εμφαίνεται στο συνημμένο στο έγγραφο τοπογραφικό διάγραμμα, δεν εμπλέκεται δε (βάσει της δασικής νομοθεσίας) σε εμπράγματα δικαιώματα στο τμήμα Ι, εμβαδού 1.835,85 τ.μ. (εκ του επιδίκου γεωτεμαχίου Κ.Α.Ε.Κ. 1007101109036/0/0,) και ΙΙΙ, εμβαδού 22,63 τ.μ. (εκ του επιδίκου γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 1007101109032/0/0).
Συνεπώς, το εναγόμενο αιτείται μεν τυπικά την απόρριψη της αγωγής, αλλά ουδόλως αντιλέγει σχετικά με τα ανωτέρω τμήματα, ήτοι το τμήμα Ι, εμβαδού 1.835,85 τ.μ. (εκ του γεωτεμαχίου Κ.Α.Ε.Κ. 1007101109036/0/0), και ΙΙΙ εμβαδού 22,63 τ.μ. (εκ του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 1007101109032/0/0), καθώς το μεν Ελληνικό Δημόσιο συνομολογεί ότι αμφότερα τα επηρεαζόμενα από την αιτούμενη διόρθωση ακίνητα αποτελούν μέρος της επίδικης έκτασης 2.382,14 τ.μ., τα οποία δεν αποτελούν δασικές εκτάσεις και επί των οποίων, συνεπώς, δεν διεκδικεί εμπράγματο δικαίωμα.
Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται από τον προσαγόμενο από τον ενάγοντα τίτλο κτήσης σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ...-1983 ένορκη βεβαίωση του Π. Α. του Μ. και του Σ. Δ. του Γ., και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Π. Π. του Γ., η οποία περιλαμβάνεται στην με αριθ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση της Συμβολαιογράφου Σύμης, Ε. Μ., ολόκληρο το ακίνητο έκτασης 2.632,11 τ.μ., ως μείζονος έκτασης της επίδικης 2.382,14 τ.μ., ταυτίζεται με το μεταβιβασθέν το έτος 1925, στη δικαιοπάροχο του ενάγοντος, Φ.
Β. του Ι. Η ως άνω δικαιοπάροχος του αρχικώς ενάγοντος, το απέκτησε, με άτυπη δωρεά το έτος 1925, από τον πατέρα της, Ι. Β. του Φ., ο οποίος απέκτησε την κυριότητα του όλου ακινήτου από τον πατέρα του Φ. Β., δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1901 δωρητηρίου εγγράφου της Δημογεροντίας Σύμης. Ο δε Φ. Β. το ενέμετο και το κατείχε ήδη από το έτος 1875, και όπως αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του Π.
Π. καλλιεργούσε σε αυτό λαχανικά για προσωπική και οικογενειακή χρήση, ήταν δε αυτός που αρχικά έχτισε τους περιμετρικούς του ξηρότοιχους. Το ακίνητο αυτό η δικαιοπάροχος του ενάγοντος από το έτος 1925, που της το δώρισε ατύπως ο πατέρας της, το νεμόταν και το κατείχε αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1983 που το πώλησε στον ενάγοντα.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Σύμης, Ε. Μ., του Μ. Τ. του Φ. και της Δ., ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος της νήσου Σύμης και γεννηθείς το έτος 1942, του οποίου η γνώση προκύπτει τόσο από δική του αντίληψη αλλά και από διηγήσεις του πατέρα του Φ.
Τ., η Φ. Β. από το έτος 1925 επισκεπτόταν το ακίνητο, το επέβλεπε, συντηρούσε την παλιά περίφραξή του από ξηρολιθιά στη δυτικά πλευρά του και είχε τοποθετήσει σύρματα, πασσάλους περιμετρικά του χωραφιού στην ανατολική και νότια πλευρά του, γιατί έμπαιναν στο κτήμα τα αδέσποτα πρόβατα και κατσίκια της περιοχής και κατέστρεφαν τις καλλιέργειές της, το καλλιεργούσε με κηπευτικά είδη (μαρούλια, κρεμμυδάκια, λάχανα, ρόκα, ντομάτες, αγγούρια κτλ) για προσωπική της κατανάλωση, λόγω του ότι το έδαφος ήταν εύφορο και παραγωγικό.
Όπως προκύπτει από την ίδια ως άνω ένορκη βεβαίωση, εντός του όλου ακινήτου καλλιεργούνταν διάφορα οπωρολαχανικά όπως ντομάτες, μαρούλια, κρεμμυδάκια, αγγούρια κλπ, τα οποία φρόντιζε και καλλιεργούσε ο πατέρας της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την με αριθ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Π. Π., η δικαιοπάροχος του ενάγοντος πριν το έτος 1965, το είχε εκμισθώσει στον Α. Β., ο οποίος το καλλιεργούσε με ζωοτροφές (αέλαμο, καλάμι κλπ) και παράλληλε έβοσκε τις αγελάδες του. Και ναι μεν μέρος των επιδίκων ακινήτων (όπως προσδιορίζονται το τμήμα ΙΙ, εμβαδού 301,49 τ.μ. εκ του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109032/0/0, και ΙV, εμβαδού 222,17 τ.μ. εκ του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109036/0/0), εμφανίζονται να καλύπτονται σήμερα από πολύ αραιά ετήσια ποώδη βλάστηση, ωστόσο τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι με την πάροδο των ετών και λόγω της προχωρημένης ηλικία τους ενάγοντος (λίγο πριν αποβιώσει), εγκαταλείφθηκε η καλλιέργεια, ο καθαρισμός και εν γένει η περιποίηση των επιδίκων γεωτεμαχίων, και καλύφθηκε η έκταση σταδιακά από άγρια χόρτα, γεγονός που, ωστόσο, δεν καθιστά μια έκταση ως δασική.
Εξάλλου, το γεγονός ότι μέρος του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109032/0/0 και μέρος του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109036/0/0, τα οποία φέρονται διεκδικούμενα, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, από τη Διεύθυνση Δασών, εμφανίζονται ως πετρώδεις εκτάσεις, δεν καθιστά τις εκτάσεις εν γένει δασικές και ανεπίδεκτες καλλιέργειας από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, καθ' όσον ο χαρακτήρας του εδάφους στη νήσο Σύμη έχει γενικά πετρώδη χαρακτήρα και οι κάτοικοι του νησιού, με όσα μέσα διέθεταν εκείνη την εποχή, καθάριζαν το μέρος και καλλιεργούσαν, όσο ήταν δυνατό, τη γη.
Το γεγονός αυτό επιρρωνύεται από την ύπαρξη οπωροκηπευτικών (μαρούλια, ντομάτες, κρεμμυδάκια, αγγούρια κτλ) εντός των διεκδικούμενων από το Δημόσιο τμημάτων και από τα εν γένει εδαφολογικά χαρακτηριστικά του τμήματος αυτού (π.χ. μικρή κλίση του εδάφους) και επιβεβαιώνεται από την ένορκη κατάθεση τόσο των ανωτέρω μαρτύρων Π.
Π. Μ. Τ. αλλά του μάρτυρος Ι. Μ. του Α., ο οποίος είναι ομοίως κάτοικος του νησιού και γεννηθείς το έτος 1957, ο οποίος καταθέτει χαρακτηριστικά ότι η περιοχή "Χαρανί" ήταν ανέκαθεν αγροτική περιοχή με περιβόλια και χωράφια ενώ ποτέ δεν υπήρξε δημόσια ή δασική. Τέλος, η κρίση του Δικαστηρίου για το μη δασικό χαρακτήρα των τμημάτων επί των επιδίκων επί των οποίων το ενάγομενο εγείρει εμπράγματα δικαιώματα επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι η κτηματογράφηση όλων των παρακείμενων και όμορων ιδιοκτητών έλαβε χώρα κανονικά, οι ιδιοκτήτες αυτών ανεγράφησαν κανονικά στις πρώτες εγγραφές και δεν τέθηκε θέμα δασώδους έκτασης ή διεκδίκησης από το Δημόσιο λόγω δασικού χαρακτήρα, γεγονός που σημαίνει ότι δεν μπορεί το τυχόν δάσος να περιοριζόταν στην έκταση των 301,49 τ.μ.
εκ του γεωματεχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 1007101109032/0/0 και των 222,17 τ.μ. εκ του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109036/0/0 (βλ. επικυρωμένα αντίγραφα των με Α.Π. 599/11-11-2019 κτηματολογικών φύλλων των δύο (2) ιδιοκτητών όμορων με το ενιαίο ακίνητο ακινήτων ήτοι Κ.Α.Ε.Κ. 10071001109027, ανήκον κατά κυριότητα στους Π. - Ν. Κ., Π. Μ. - Π., Χ. Ε., Φ. Σ.- Π. και Κ.Α.Ε.Κ. 100710109028, ανήκον σε άγνωστο ιδιοκτήτη εκδοθέντα από το Κτηματολογικό Γραφείο Σύμης).
Άλλωστε, όπως σημειώνεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2017 έγγραφο του Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Δωδεκανήσου (ήδη Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου) που επικαλείται με τις προτάσεις του το εναγόμενο, προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο με Κ.Α.Ε.Κ. 1007101109032/0/0 έχει καταχωρηθεί ως "αστικό" με την ένδειξη "Ελληνικό Δημόσιο", ήτοι είναι καταγεγραμμένο ως Δημόσιο κτήμα με αριθμό Β.Κ. 20381 και το επίδικο με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109036/0/0 έχει καταχωρηθεί ως "αστικό" με την ένδειξη "Ελληνικό Δημόσιο", ήτοι είναι καταγεγραμμένο ως Δημόσιο κτήμα με αριθμό Β.Κ. 20377.
Συνεπώς, υπάρχει πρόδηλη αντίφαση της θέσης των δύο υπηρεσιών του Δημοσίου, αφού τα ίδια ακίνητα δεν μπορεί να είναι και εντός οικισμού "αστικά" και να διεκδικούνται ταυτόχρονα από τη Διεύθυνση Δασών.
Εν προκειμένω λοιπόν, ο δασικός χαρακτήρας του επιδίκου δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Περαιτέρω, από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο είχε, στο σύνολο του, διαχρονικά αστικό και όχι δασικό χαρακτήρα, και χρησιμοποιούνταν από την άμεση και τους απώτερους δικαιοπάροχους του ενάγοντος ως περιβόλι, στο οποίο είχαν φυτευτεί οπωροκηπευτικά, οι δε δικαιοπάροχοι του ενάγοντος περιποιούνταν το κτήμα γενικά, έφτιαχναν τους πέτρινους τοίχους του (και τους εξωτερικούς και τους εσωτερικούς βαθμίδες), επειδή αυτοί καταστρέφονταν από τα κατσίκια της περιοχής που προσπαθούσαν να μπουν στο κτήμα και να φάνε τις καλλιέργειες και από τα νερά της βροχής, είχαν κατασκευάσει συρματόπλεχτη περίφραξη ανατολικά και νότια και τη συντηρούσαν, είχαν τοποθετήσει σύρματα και σιδηροπασσάλους.
Συνεπώς, το ακίνητο έκτασης 2.632,11 τ.μ., ως τμήμα μείζονος έκτασης της συνολικά επίδικης έκτασης 2.382,14 τ.μ., ως γαία ελεύθερης ιδιοκτησίας "μουλκ", το οποίο κατείχε, νεμόταν και εξουσίαζε η δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Φ. Β. του Ι., ήδη από το έτος 1925 και πριν από αυτή ο πατέρας της, Ι. Β. του Φ., από το έτος 1901, δυνάμει του προαναφερθέντος εγγράφου τίτλου από τον πατέρα του, Φ.
Β. ο οποίος το κατείχε και το ενέμετο ήδη από το έτος 1875, μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα στον ενάγοντα, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων, εφόσον διαπιστώνεται η πλήρης κυριότητα των ενάγοντος επί της επίδικης εδαφικής έκτασης και λόγω του προφανούς εννόμου συμφέροντός του για την διόρθωση των εσφαλμένων ως άνω κτηματολογικών εγγραφών, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να αναγνωριστεί ο ενάγων κύριος κατά ποσοστό 100% του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109032/0/0 έκτασης 2.137,34 τ.μ., και του μερικότερου τμήματος εμβαδού 244,80 τ.μ.
του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109036, συνολικής έκτασης 831 τ.μ., που βρίσκονται στη θέση "Χαράνιον" ή "Χαράνι" του Δήμου Σύμης Δωδεκανήσου, και να διορθωθούν σχετικά οι ανακριβείς πρώτες εγγραφές στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύμης, ώστε το ακίνητο με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109032/0/0 και το τμήμα εμβαδού 244,80 τ.μ.
του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109036 να καταχωρηθούν με δικαιούχο κυριότητας τον ενάγοντα, με τίτλο κτήσης το υπ' αριθμ. ...-1983 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Ρόδου, Φ. Ν. Μ., και να διαταχθεί η διόρθωση των εσφαλμένων πρώτων εγγραφών στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε να δημιουργηθεί νέο Κ.Α.Ε.Κ., το οποίο να αφορά το εν λόγω ακίνητο, το οποίο θα προκύψει από τη συνένωση της έκτασης των ως άνω περιγραφομένων με Κ.Α.Ε.Κ. 100710109032/0/0 και Κ.Α.Ε.Κ. 100710109036 εδαφικών τμημάτων, να καταχωρηθεί το ως άνω εγγραπτέο δικαίωμα και ο τίτλος του ενάγοντος, ήτοι το συμβόλαιο αγοραπωλησίας, στο νέο Κ.Α.Ε.Κ., καθώς και να αναγραφεί το κατά τα ανωτέρω ορθό πλέον εμβαδό του Κ.Α.Ε.Κ. 100710109036/0/0, από το οποίο αποσπάται τμήμα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.".
Με το άρθρο 2§1 στοιχείο α' του ν. 510/1947 "Περί της εν Δωδεκανήσω εφαρμοστέας Δικαστικής Νομοθεσίας", που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην Ε.τ.Κ. (22.11.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο Α.Κ., ο Εισ.Ν.Α.Κ. και το ν.δ. 7/10.05.1945 "Περί αποκαταστάσεως του Αστικού Κώδικος και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου" ενώ με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ. ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο το οποίο ίσχυε, καθ' ον χρόνον έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα.
Περαιτέρω, τα θέματα ακίνητης περιουσίας στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από τον Οθωμανικό "Νόμο περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (ΟθΝπΓαιών), πριν την εισαγωγή του Ιταλικού Α.Κ., του έτους 1865, στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από την 01.01.1932, με το υπ' αριθμ. 200/31.10.1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη.
Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ιδίου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε α) ιδιόκτητες γαίες (mulk, arazi-i memluke), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (arazi-i empiriye) , γ) γαίες αφιερωμένες σε ευαγή σκοπό (arazi-i mevkufe), δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (arazi-i metruke), οι οποίες είναι δημόσιες, και ε) νεκρές γαίες (arazi-i mevat), οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή, από τη φύση τους, η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κτλ, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες.
Ειδικότερα, ως ακίνητα ελευθέρας ιδιοκτησίας (mulk) το Οθωμανικό δίκαιο αναγνωρίζει προς όφελος των υπηκόων του (μουσουλμάνων και μη), τα οικόπεδα, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, τις αυλές, κήπους, οικίες και γενικότερα οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες επίσης δε τα ακίνητα με καρποφόρα δέντρα που βρίσκονται στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, ενώ στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (arazi-i empiriye) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι βοσκές (χειμερινές και θερινές), οι λειμώνες (cayir), τα δάση, οι εκτάσεις που είχαν φυτευθεί με δένδρα, τα οποία ουδείς καλλιεργεί.
Οι εν λόγω δημόσιες γαίες μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό Δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος και ετησίας δόσεως (ταπίου), οπότε εκδιδόταν σχετικός τίτλος (ταπίο). Οι ιδιώτες με την παραχώρηση αυτή δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητας στην παραχωρηθείσα έκταση, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ή ωφέλιμης κυριότητας (tasarruf), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητας (rakabe) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο.
Οι δημόσιες γαίες, κατά τον Οθωμανικό νόμο περί γαιών και των σχετικών διατάξεων του άρθρου 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, περιήλθαν κατά διαδοχή στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 10.02.1947 συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947 (Α.Π. 1854/2021, Α.Π. 693/2018).
Οι ως άνω διακρίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με την Οθωμανική νομοθεσία, διατηρήθηκαν σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 132/01.09.1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη (Mario Lago) στη Δωδεκάνησο, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8§2 του ν. 510/1947 (30.12.1947).
Μάλιστα οι διατάξεις 1-8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ως αφορώσες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ' αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου και επομένως και στη Σύμη, αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία των Κτηματολογικών γραφείων (Α.Π. 1787/2017).
Με το άρθρο όμως 65 του ανωτέρω Κτηματολογικού Κανονισμού ορίσθηκε ότι τα δημόσια κτήματα οποτεδήποτε και αν αναγνωρίσθηκαν ως τέτοια, ακόμη και αν η παραχώρηση τους σε ιδιώτες έγινε μετά την ιταλική κατάληψη των νήσων του Αιγαίου (1912), εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του Οθωμανικού δικαίου, που ίσχυε κατά τον χρόνο της καταλήψεως, εφόσον συμβιβάζονται προς τις εισαχθείσες κτηματολογικές διατάξεις.
Επομένως, ισχύει για τα προαναφερόμενα κτήματα και το άρθρο 78 του από 7 Ραμαζάν 1274 ΟθΝπΓαιών με το οποίο αναγνωρίζεται δικαίωμα ανάλογο προς την χρησικτησία, κατ' εξαίρεση των διατάξεων του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, οι οποίες δεν αναγνωρίζουν τον θεσμό της χρησικτησίας, ως κτητική παραγραφή, και μάλιστα με περιεχόμενο όμοιο με εκείνο που αποκτάται με έκδοση τίτλου και παραχώρηση από το Δημόσιο (tasarruf), αφού η ανωτέρω διάταξη ορίζει ότι, εκείνος ο οποίος έχει εξουσιάσει και καλλιεργήσει για δέκα συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, δημόσιες γαίες (arazi-i empiriye) όχι όμως βακουφικές (arazi-i mevkufe), αποκτά επ' αυτών δικαίωμα διηνεκούς εγκαταστάσεως, νομιμοποιούμενος στην δημιουργηθείσα και υφισταμένη πραγματική κατάσταση (δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας).
Έτσι, και μετά την ισχύ του Κτηματολογικού Κανονισμού στη Δωδεκάνησο, είναι κατά νόμο δυνατή η απόκτηση δικαιώματος "tasarruf" επί δημοσίου κτήματος όχι μόνο με παραχώρηση από το Κράτος (τον Κυβερνήτη) αλλά και με δεκαετή εξουσίασή του, και μάλιστα χωρίς να είναι απαραίτητο, στη δεύτερη περίπτωση, να έχει αυτό παραχωρηθεί προηγουμένως σε ιδιώτη και να έχει καταγραφεί η σχετική πράξη στο κτηματολόγιο.
Η δεκαετής όμως εξουσίαση, μετατραπείσα σε πλήρες δικαίωμα κυριότητας με βάση τη ρητή διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2100/1952, έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 10.01.1949, ημερομηνία ενάρξεως εφαρμογής του α.ν. 1539/1938 και για την περιοχή της Δωδεκανήσου, σύμφωνα με το β.δ. της 31.12.1948/10.01.1949, διότι έκτοτε τα δημόσια κτήματα ήσαν ανεπίδεκτα νομής χρησικτησίας (άρθρο 4§§1, 2 του α.ν. 1539/1938).
Το δικαίωμα δε αυτό διηνεκούς εξουσιάσεως μετατράπηκε σε πλήρες δικαίωμα κυριότητας με βάση τη ρητή διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2100/1952 (Α.Π. 1854/2021, Α.Π. 458/2016). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" "1. Τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν. 2.
Παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος αρξαμένη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν έχει, αν αύτη δεν συνεπληρώθη μέχρι τούδε κατά τους προϊσχύσαντας νόμους.". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή αν δεν τον εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν τον εφήρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφήρμοσε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υποθέσεως, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφήρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 4/2018).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας συνισταμένης στην ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 78, 91 - 102 και 103 - 105 του ΟθΝπΓαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), 1, 2 και 4 εδάφ.
α', β', δ', ε', στ' και 65 του Κτηματολογικού Κανονισμού, 4§1,2 του α.ν. 1539/1938 και 9 του ν. 2100/1952. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συμφώνως προς όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, δέχθηκε ότι: 1. Το επίδικο ακίνητο ουδέποτε είχε χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως συγκεκριμένα δε τμήματα αυτού καλλιεργούνταν έως προσφάτως ενώ η ευρύτερη περιοχή στην οποία κείται (Χαρανί) ήταν αμιγώς αγροτική χωρίς στοιχεία δασικής βλαστήσεως.
Και 2. Η κατηγορία στην οποία ανήκε το αυτό ακίνητο, κατά τις προβλέψεις του ΟθΝπΓαιών, ήταν αυτή των ακινήτων ελευθέρας ιδιοκτησίας (mulk) και βρισκόταν στην κατοχή του απωτάτου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων (Φ. Β.) από το έτος 1875, συνεχίσθηκε δε στα πρόσωπα των δικαιοδόχων του (Ι. Β., Φ. Β.) τόσο κατά την περίοδο της Ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων όσο και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στον εθνικό κορμό, δεδομένου του γεγονότος ότι τα ακίνητα της ως άνω κατηγορίας μεταβιβάζονταν κατά το Οθωμανικό δίκαιο χωρίς την τήρηση διατυπώσεων (άρθρα 167, 175, 181 και 185 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα - Α.Π. 454/2011).
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ιδίου νόμου, 1, 2, 4, 6 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 132/01.09.1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8§2 του ν. 510/1947 (30.12.1947), 2§1 στοιχείο α' του ν. 510/1947 "Περί της εν Δωδεκανήσω εφαρμοστέας Δικαστικής Νομοθεσίας", που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην Ε.τ.Κ. (22.11.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο Α.Κ., ο Εισ.Ν.Α.Κ.
και το ν.δ. 7/10.05.1945 "Περί αποκαταστάσεως του Αστικού Κώδικος και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου" και 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., οι οποίες ήσαν εφαρμοστέες στην υπόψη περίπτωση επιπλέον δε ορθώς δεν εφήρμοσε τις λοιπές επικαλούμενες και προαναφερόμενες υπό του αναιρεσείοντος διατάξεις νόμων, οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος παραδεκτώς προβλήθηκε, είναι αβάσιμος. Στη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., ορίζονται τα ακόλουθα: "§1Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικο δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελαχίστου ορίου διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένης πάντως να υπερβή δι' όλας τας καθ' έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς.
§2 Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήσει και εν μέρει ηττηθεί. §3 Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και εις δίκας, εν αις διάδικος είναι Υπουργός ή Νομάρχης ή πρόσωπον του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με το άρθρο 5§12 του ν. 1738/1987 ορίσθηκε ότι, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αναπροσαρμόζονται τα χρηματικά ποσά, για τα οποία προβλέπει (μεταξύ άλλων) και η παράγραφος 1 του άρθρου 31 του ν. 427/1945 "Περί κώδικος των περί Νομικού Συμβουλίου διατάξεων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ.
της 7/20.06.1957 (άρθρο 22 του ν. 3693/1957). Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 134423/08.12.1992/20.01.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993), με την οποία η αποδοτέα στον διάδικο αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου αναπροσαρμόσθηκε με την §2 του άρθρου μόνου αυτής στο ποσό των 100.000 δραχμών.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην περίπτωση ασκήσεως αγωγής με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, η δικαστική δαπάνη συμψηφίζεται υποχρεωτικά, εάν η αγωγή αυτή γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά ένα μόνο μέρος και απορριφθεί κατά τα λοιπά, οπότε έκαστος των διαδίκων νικά και ηττάται εν μέρει, σύμφωνα δε με την §2 εδάφ.
β' του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 επιδίκαση δικαστικής δαπάνης μέχρι του ποσού των 100.000 δραχμών (ήδη 293,00 ευρώ κατά τα άρθρα 3§1, 4 και 5§4 του ν. 2943/2001) επιτρέπεται, σύμφωνα με την §1 του ιδίου άρθρου μόνο στην περίπτωση ολικής νίκης του διαδίκου ή του Ελληνικού Δημοσίου εις βάρος του ηττηθέντος αντιδίκου του (Α.Π. 1109/2023, Α.Π. 578/2019, Α.Π. 725/2011).
Εξάλλου, από τα άρθρα 580, 581, 524 και 570 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει και ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από υπέρβαση δικαιοδοσίας και αρμοδιότητα, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν, κατά την κρίση του, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής αποφάσεως και της εκτάσεως της αναιρέσεως, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Σε αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση (Α.Π. 1807/2022, Α.Π. 625/2022, Α.Π. 1014/2021, Α.Π. 846/2019, Α.Π. 1884/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την από 22.06.2020 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 235/22.04.2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, καταδίκασε το ήδη αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ήδη αναιρεσιβλήτων προσδιόρισε δε το ποσό αυτών σε πεντακόσια ευρώ (500,00€).
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται από το αναιρεσείον η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας συνισταμένης ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιβαλόν εις βάρος αυτού τα δικαστικά έξοδα της έκκλητης δίκης, ποσού πεντακοσίων ευρώ (500,00€), παραδεκτώς προβλήθηκε (άρθρο 193 του Κ.Πολ.Δ.), είναι βάσιμος και πρέπει, για τον λόγο αυτό, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος της αυτό.
Ενόψει όμως του περιεχομένου της αναιρετικής αποφάσεως και της εκτάσεως της αναιρέσεως, της οποίας ο έτερος λόγος έχει απορριφθεί, σε συνδυασμό και με την πάγια και ευθεία εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που αφορούν στην εφαρμογή μειωμένης δικαστικής δαπάνης εις βάρος του ηττηθέντος διαδίκου Ελληνικού Δημοσίου από τα δικαστήρια όλων των βαθμών δικαιοδοσίας και από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, δεν απαιτείται άλλη διευκρίνιση κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τούτου και πρέπει, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 84/06.04.2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, να κρατηθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580§3 εδάφ.
α' του Κ.Πολ.Δ., κατά το ως άνω αναιρεθέν μέρος της, ως προς το οποίο δεν χρειάζονται διευκρινίσεις, προς καθορισμό εκ νέου της δικαστικής δαπάνης εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά τα ανωτέρω. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους διότι κάθε διάδικο μέρος εν μέρει νικά και εν μέρει ηττάται (άρθρο 22§2 εδάφ.
β' του ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 84/06.04.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ως προς τη διάταξή της του ύψους των δικαστικών εξόδων εις βάρος του ήδη αναιρεσείοντος και υπέρ των αντιδίκων του.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 22.06.2020 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 235/22.04.2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Καταδικάζει το ήδη αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ήδη αναιρεσιβλήτων προσδιορίζει δε το ποσό αυτών σε διακόσια ενενήντα τρία ευρώ (293,00€).
Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου