Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
872/2024 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failing to cite specific violated substantive law articles.

Geschäftsnummer 872/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final property ownership decision, ruling the appeal inadmissible due to vagueness. The appellant argued the lower court improperly accepted the defendant's counterclaim while rejecting her original suit, but the court found this argument legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, the security bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the defendant's legal costs.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559(9) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to specify the exact substantive law provisions violated, and a rejection of a counterclaim does not automatically constitute an implicit acceptance of the original plaintiff's claim.

Schlagwörter

KI-generiert
inadmissible appeal vague grounds substantive law citation implicit acceptance property ownership legal costs Code of Civil Procedure Besitzesrechtsklage

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 577(1), 3 of the Code of Civil Procedure
Article 569(2)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 22(1), 3 of Law 3693/1957

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Court Case 1553/2010
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 872 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 872/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Β. Π., το γένος Β. και Ε. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Γρίβα, που ανακάλεσε την από 30-1-2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/1999 μη οριστική, 71/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 279/2006 μη οριστική, 298/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-6-2017 αίτηση και τους από 22-11-2021 προσθέτους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 01/06/2017 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 298/17.10.2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο δέχθηκε την από 05.10.2001 έφεση των αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά της υπ' αριθμ. 71/29.06.2001 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, το οποίο είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την από 26.07.1998 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.) και, επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§§1, 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Εξάλλου, παραδεκτοί είναι και οι από 22.11.2021 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο και αφορούν τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης με την αίτηση αναιρέσεως κεφάλαια ως και τα μετ' αυτών αναγκαστικώς συνεχόμενα (άρθρο 569§2 υπεδ. α' του Κ.Πολ.Δ.), που επιδόθηκε νόμιμα στο αναιρεσίβλητο (άρθρο 569§2 του Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, επομένως, οι παραδεκτοί αναίρεση και πρόσθετοι αυτής λόγοι να συνεκδικασθούν (άρθρα 246, 573§1, 569 του Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577§1, 3 Κ.Πολ.Δ.).

Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη αναιρεσείουσα ήγειρε κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου την από 26.07.1998 αγωγή της, την οποία απηύθηνε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας και με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία του περιγραφομένου ακινήτου.

Η άνω αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 11/22.03.1999 απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκαν αποδείξεις. Ακολούθως, η αγωγή συζητήθηκε μετ' απόδειξη ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 71/29.06.2001 οριστική απόφαση, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε με την από 05.10.2001 έφεσή του το ήδη αναιρεσίβλητο, την οποία απηύθηνε στο Εφετείο Ιωαννίνων και με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως προς τον σκοπό της απορρίψεως της αγωγής. Η άνω έφεση συζητήθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 279/14.06.2006 αυτού, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της εφέσεως, διατάχθηκε η συμπλήρωση των αποδείξεων και διατάχθηκε η διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης.

Μετά τη διενέργεια της διαταχθείσης τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση επανήλθε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η οριστική (τελεσίδικη) υπ' αριθμ. 298/17.10.2014 απόφαση αυτού, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αναδικάσθηκε η αγωγή και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ήδη αναιρεσείουσα με την από 01.06.2017 αίτησή της και τους από 22.11.2021 προσθέτους λόγους αυτής, με την οποία ζητεί την αναίρεσή της. Επειδή το άρθρο 1072 του Α.Κ. ορίζει τα εξής: "Η κοίτη ποταμού μη πλεύσιμου, που εγκαταλείφθηκε, ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων.

Η διάταξη του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως. Οι κύριοι του εδάφους της νέας κοίτης έχουν δικαίωμα μέσα σε ένα έτος να αποκαταστήσουν το ρεύμα στην προηγούμενη κοίτη." ενώ το άρθρο 1071 του Α.Κ. ορίζει: "Το νησί που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων. Σε καθένα από αυτούς ανήκει το τμήμα που περιλαμβάνεται μεταξύ νοητής γραμμής κατά μήκος και στη μέση του ποταμού και γραμμών που σύρονται κάθετα προς αυτήν και στην άκρη της πλευράς του κάθε κτήματος.".

Από την προπαρατιθέμενη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1072 του Α.Κ. σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 966, 967 και 968 του ιδίου Κώδικα, σαφώς συνάγεται, ότι ο ποταμός που ρέει με ελεύθερη και αέναη ροή, δεν είναι όμως πλεύσιμος, και το έδαφος, που καταλαμβάνεται από την κοίτη του είναι κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά και ότι προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1072 του Α.Κ.

είναι η ύπαρξη παραποταμίου κτήματος ή κτημάτων τα οποία βρίσκονται σε επαφή με τον ποταμό, του οποίου η κοίτη εγκαταλείφθηκε. Το άρθρο 1072 περίπτωση 1 του Α.Κ. κάνει λόγο για "εγκατάλειψη" της κοίτης του ποταμού, χωρίς να ορίζει ότι αυτή (εγκατάλειψη) μπορεί να είναι και μερική, ενώ αν ο νομοθέτης ήθελε να περιλάβει και τη μερική εγκατάλειψη, θα το όριζε ρητώς.

Ως "εγκατάλειψη" της παλαιάς κοίτης νοείται η πλήρης, με το σχηματισμό νέας κοίτης, η οποία αποτελεί φυσικό φαινόμενο με προοπτική σταθερότητας και διαρκείας, ενώ η μερική απόσυρση ή περιορισμός του εύρους του ποταμού συχνά δεν έχει διάρκεια. Αν λοιπόν αναγνωριζόταν στους παροχθίους το δικαίωμα να καταλάβουν το τμήμα που απελευθερώθηκε από τα ύδατα, αυτοί θα ήταν σε θέση να εμποδίζουν εφεξής την ελεύθερη ροή των υδάτων στην παλαιά κοίτη και θα ανέκυπταν προβλήματα σε ευρύτερη περιοχή.

Η εκδοχή αυτή συνάγεται και από την παράγραφο 2 του άρθρου 1072 του Α.Κ., όπου ο νόμος ομιλεί περί "νέας" κοίτης, που σημαίνει ολοσχερή εγκατάλειψη της παλαιάς και όχι περιορισμό του εύρους αυτής. 'Αλλωστε κάθε διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 1072 του Α.Κ., με την οποία θα γινόταν δεκτό ότι το άρθρο αυτό αναφέρεται και στην περίπτωση μερικής εγκαταλείψεως ή ορθότερα του περιορισμού της κοίτης του ποταμού, δεν θα είχε κανένα κοινωνικό ή οικονομικό έρεισμα και, ως εκ τούτου, θα ήταν αντίθετη προς το σκοπό της διατάξεως του άρθρου 1072 του Α.Κ.

Συνεπώς, αν η κοίτη μη πλευσίμου ποταμού, η οποία ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, περιορίσθηκε κατά τρόπο, ώστε μεταξύ της ιδιοκτησίας τρίτου και της περιορισθείσης κοίτης του ποταμού να παρεμβάλλεται έκταση αυτή εξακολουθεί να ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1072§1 του Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 24/2021, Α.Π. 149/2015). Αν ο περιορισμός της κοίτης οφείλεται σε φυσικό αίτιο ή σε τεχνικό έργο, που εκτελέσθηκε προ της 20.08.1975 ή μετά την ημεροχρονολογία αυτή είναι γεγονός νομικά αδιάφορο (Α.Π. 149/2015).".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 6/2019, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1431/2019).

Ακολούθως, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 374/2012, Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008, Α.Π. 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νομίμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1874/2008, Α.Π. 105/2005) εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο), κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π. 374/2012, Α.Π. 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005).

Για την πληρότητα όμως του ιδίου λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσκομιδή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 374/2012, Α.Π. 567/1996, Α.Π. 1535/1995).

Περαιτέρω, οι παραδοχές, δυνάμει των οποίων το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέφερε την ως άνω, περιεχομένη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κρίση του, είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 5.340,04 τ..μ περίπου, που βρίσκεται στη θέση "Μύλοι" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αρταίων και συνορεύει περιμετρικά με ανώνυμη δημοτική οδό, με ιδιοκτησία Χ., με αδιάνοικτη δημοτική οδό, με ιδιοκτησία Ε.

Δ. και με ιδιοκτησία Ε. χήρας Γ. Δ. Το επίδικο ακίνητο είχε καταλάβει το έτος 1949 ο πατέρας της ενάγουσας Β. Β., ο οποίος, αφού το περιέφραξε με φράχτη από πασσάλους και αγκαθωτό σύρμα, καλλιέργησε σ' αυτό εσπεριδοειδή και άλλα οπωροφόρα δένδρα και κατασκεύασε εντός αυτού οικία εμβαδού 52 τ.μ., αποτελούμενη από δύο δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, όπου διέμενε με την οικογένειά του μέχρι το έτος 1965 που απεβίωσε.

Μετά τον θάνατό του συνέχισε να κατέχει το επίδικο ακίνητο η ενάγουσα, η οποία ασκούσε τις ίδιες διακατοχικές πράξεις με τον πατέρα της και συγκεκριμένα επισκεύασε την υπάρχουσα περίφραξη, συνέχισε να καλλιεργεί τα οπωροφόρα δένδρα και να διαμένει στην οικία, αρχικά η ίδια και, στη συνέχεια, με την οικογένειά της.

Το εν λόγω επίδικο ακίνητο, μαζί με άλλες εκτάσεις, αποτελούσε τμήμα της κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού Αράχθου, τα ύδατα του οποίου εκτράπηκαν, από φυσικά αίτια, το έτος 1949, κατά τρόπο οριστικό και μόνιμο, με αποτέλεσμα να μεταβληθεί η κοίτη του και να δημιουργηθούν τμήματα εδάφους από την εγκαταλειφθείσα πλέον, οριστικά, κοίτη του.

Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή το επίδικο ακίνητο αποτελούσε τμήμα της εγκαταλειφθείσας, οριστικά, κοίτης του ποταμού Αράχθου, αποδεικνύεται από τις πινακίδες ορθοφωτοχάρτη ετών 1945 και 1996 και τις αεροφωτογραφίες των ετών 1960 και 1985 και την από 16-9-2013 έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας που διενήργησε, κατόπιν σχετικής εντολής της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου Άρτας, ο δασολόγος Β.

Κ., που επικαλείται και προσκομίζει το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη το εναγόμενο, σύμφωνα με την οποία ολόκληρο το επίδικο εμφανίζεται να βρίσκεται εντός της κεντρικής κοίτης του παραπάνω ποταμού. Άλλωστε και η ενάγουσα τόσο στο ιστορικό της κρινόμενης αγωγής όσο και στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου αναφέρει ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε πράγματι τμήμα της κοίτης του ποταμού Αράχθου.

Επομένως, δεν κρίνονται πειστικά τα όσα αναφέρονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονα Χ. Μ., περί του ότι η επίδικη έκταση ουδέποτε στο παρελθόν αποτελούσε κοίτη του ποταμού Αράχθου, αλλά απείχε περί τα 170-190 μέτρα από την όχθη του ποταμού, αφού αυτά αναιρούνται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία.

Ο ισχυρισμός του εναγόμενου, τον οποίο προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με σχετικό λόγο της έφεσής του, ότι το επίδικο αποτελούσε τμήμα της κοίτης του ποταμού που εγκαταλείφθηκε, κατά τα έτη 1974-1975, εξαιτίας της εκτέλεσης των έργων του φράγματος του Πουρναρίου, δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα στοιχείο, όπως άλλωστε ορθά έκρινε και η εκκαλούμενη απόφαση.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση, την οποία κατέλαβε ο πατέρας της ενάγουσας Β. Β. και στη συνέχεια η ίδια και την κατέχει μέχρι σήμερα, ενεργώντας επ' αυτής τις ανωτέρω αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, ανήκε στην κυριότητα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ως κυρίου της κοίτης του παραπάνω ποταμού, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη της παρούσας, από την οποία κυριότητα αυτό δεν αποξενώθηκε.

Και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε παρόχθιος ιδιοκτήτης, του οποίου η ιδιοκτησία προσαυξήθηκε και μάλιστα κατά πρωτότυπο τρόπο και αυτοδικαίως με την επίδικη εδαφική έκταση, που αποτελούσε τμήμα της εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού, την οποία στη συνέχεια κατέλαβε ο πατέρας της ενάγουσας Β.

Β. ή τη μεταβίβασε σ' αυτόν παρόχθιος ιδιοκτήτης. Η ενάγουσα στην αγωγή της αναφέρει ως παρόχθιο ιδιοκτήτη τον Α. Μ., χωρίς όμως να προσδιορίζεται η ακριβής έκταση και τα όρια της ιδιοκτησίας του, πριν και μετά την εγκατάλειψη της κοίτης, καθώς και ποιο ακριβώς τμήμα αυτής κατέλαβε ο πατέρας της ενάγουσας, λαμβανομένου υπόψη ότι η τελευταία αναφέρει ότι μικρότερη έκταση από την επίδικη (χωρίς να προσδιορίζεται η επιφάνεια αυτής) έλαβε ο παππούς της Θ.

Β. από τον Α. Μ. Ούτε, άλλωστε, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας Χ. Κ. και Δ. Σ. προκύπτει κάτι τέτοιο, αφού αυτοί εντελώς γενικά και αόριστα καταθέτουν ότι άκουσαν, ότι ο παππούς της ενάγουσας Θ. Β. είχε αγοράσει μια μικρότερη έκταση από τον Μ., χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσουν το εμβαδόν και τα όρια της έκτασης αυτής και ποιο τμήμα του επίδικου ακινήτου αφορά.

Εξάλλου, το ότι η επίδικη έκταση, η οποία σχηματίσθηκε μετά την προαναφερόμενη εγκατάλειψη της κοίτης του ποταμού Άραχθου, ανήκει στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, επιβεβαιώνεται και από τις αναφερόμενες κατωτέρω αιτήσεις της ενάγουσας προς τις αρμόδιες υπηρεσίες, με τις οποίες αναγνώριζε ότι είχε καταπατήσει έκταση εμβαδού πέντε περίπου στρεμμάτων που ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο στην ως άνω περιοχή του ποταμού Αράχθου και ζήτησε την παραχώρησή της σ' αυτήν.

Συγκεκριμένα η ενάγουσα υπέβαλε στην Οικονομική Εφορία Άρτας την από 14-3-1968 δήλωσή της, με την οποία ζητούσε την παραχώρηση σ' αυτήν της επίδικης έκτασης. Στη συνέχεια επανυπέβαλε το αίτημα αυτό προς την ως άνω υπηρεσία με την από 8-9-1978 αίτησή της και την από 14-9-1978 δήλωσή του άρθρου 1 του Ν.Δ. 105/1969. Στα έγγραφα αυτά, η ενάγουσα δήλωνε ρητά ότι το επίδικο αποτελούσε τμήμα του αιγιαλού του ποταμού Αράχθου, ότι ανήκε στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και ότι ο πατέρας της το κατέλαβε το έτος 1949 και με συστηματική επιχωμάτωση αυτού τόσο από τον πατέρα της, όσο και από την ίδια, το μετέβαλαν σε καλλιεργήσιμη έκταση, την οποία κατείχαν και εκμεταλλεύονταν έκτοτε συνεχώς με την καταβολή μισθώματος αυθαίρετης χρήσης.

Ήδη η ενάγουσα προβαίνει σε ανάκληση των εξωδίκων αυτών ομολογιών, ισχυριζόμενη ότι προέβη στις αιτήσεις αυτές, προκειμένου να εξοπλισθεί με τίτλο ιδιοκτησίας, χωρίς όμως να αποδεικνύει την αναλήθεια των ομολογηθέντων περιστατικών, τα οποία, άλλωστε περιστατικά αποδείχθηκαν πλήρως από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω.

Επίσης αποδείχθηκε ότι επί των παραπάνω αιτήσεων της ενάγουσας η ως άνω υπηρεσία της απάντησε αρνητικά με τα ...-1970 και ...-1979 έγγραφα, με την αιτιολογία ότι, δυνάμει των ...-1979 και ...-1979 αποφάσεων του Νομάρχη Άρτας η ανωτέρω έκταση εξαιρέθηκε της εκποίησης, διότι χαρακτηρίσθηκε απαραίτητη για την εξυπηρέτηση κρατικών αναγκών και σκοπών και της ζητήθηκε παράλληλα η απομάκρυνση από την επίδικη έκταση.

Ακολούθως, εκδόθηκε το ...-1979 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της ενάγουσας από το επίδικο ακίνητο, το οποίο επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 17-5-1979 (βλ. το με ίδια ημερομηνία αποδεικτικό του Δ. Κ. Εφοριακού υπαλλήλου), κατά του οποίου η ενάγουσα άσκησε την από 29-5-1979 ανακοπή η συζήτηση της οποίας, μετά από διαδοχικές αναβολές, ματαιώθηκε κατά τη δικάσιμο της 10-5-1980.

Ενόψει όλων των ανωτέρω το επίδικο ακίνητο, το οποίο αποτελούσε τμήμα της εγκαταλειφθείσας οριστικά, το έτος 1949, κοίτης του ποταμού Αράχθου περιήλθε στην κυριότητα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου και, επομένως, λόγω της ιδιότητάς του ως δημόσιου κτήματος, δεν είναι δεκτικό χρησικτησίας και συνεπώς η ενάγουσα δεν απέκτησε κυριότητα επ' αυτού με έκτακτη χρησικτησία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή της.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το επίδικο ακίνητο έχει καταχωρηθεί στο Κτηματολογικό Γραφείο Άρτας ως ακίνητο ανήκον στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με αριθμό ΚΑΕΚ 040103103001/0/0, ενώ τα όμορα αυτού ακίνητα με αριθμούς ΚΑΕΚ 040103103002 και 040103103006, που τα κατείχε ο Ε. Δ. και αποτελούσαν και αυτά τμήματα της εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού Αράχθου, έχουν ήδη αναγνωρισθεί αμετάκλητα με την 1186/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως κυρίου της κοίτης του εν λόγω ποταμού.".

Συνεπώς, κατά συνοπτική διατύπωση των προπαρατεθέντων παραδοχών, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε τα ακόλουθα: 1. Ότι το επίδικο ακίνητο υπήρξε τμήμα της κοίτης του ποταμού Αράχθου, η οποία περιορίσθηκε, κατά το έτος 1949, από φυσικά αίτια. Η αναφορά του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου σε οριστική εγκατάλειψη, κατά το νοηματικό της περιεχόμενο, σε συνδυασμό με τις λοιπές παραδοχές του, σημαίνει οριστική εγκατάλειψη μέρους της κοίτης και όχι οριστική πλήρης εγκατάλειψη της κοίτης του. 2.

Ότι οι δικαιοπάροχοι της αιτούσας ουδέποτε διατηρούσαν παρόχθια ιδιοκτησία. 3. Ότι ο Α. Μ., ο οποίος φέρεται ως δικαιοπάροχος απωτάτου δικαιοπαρόχου της αιτούσας για μέρος του επιδίκου ακινήτου δεν προέκυψε ότι υπήρξε παρόχθιος ιδιοκτήτης. Και 4. Ότι η αιτούσα προέβη διαχρονικά σε πλήθος ενεργειών υποδηλωτικών του γεγονότος ότι αυτή (αιτούσα)αναγνώριζε το αναιρεσίβλητο ως κύριο του επιδίκου ακινήτου.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α' και 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των πλημμελειών αυτών συνισταμένων στο ότι αφενός μεν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1072§1 του Α.Κ. (όχι όμως των διατάξεων ν.7§5, ν.30§1, ν.56§1 Πανδ.941.1, ν.6§4, Βασ. 50.1, ν.1§1-7 Πανδ. 43.12, 23 Εισ.2.1, 1 ν. 116/1975, οι οποίες αναφέρονται διηγηματικά) αφετέρου δε το αυτό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το επικληθέν και προσκομισθέν νομίμως από την αναιρεσείουσα από Ιουνίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π.

Γ. όπως και πλήθος επικληθεισών και προσκομισθεισών αποφάσεων του Εφετείου Ιωαννίνων και του Αρείου Πάγου, αφορώσες ακίνητα υπό όμοιο με το επίδικο καθεστώς. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος διότι, ενόψει των εν συνόψει παραδοχών του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη μόνη εφαρμοστέα στην υπόψη περίπτωση, διάταξη αυτή δηλαδή του άρθρου 1072§1 του Α.Κ. .

Περαιτέρω, ο αυτός λόγος ως προς το δεύτερο σκέλος του κρίνεται εν μέρει απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, και εν μέρει αβάσιμος. Εν μέρει αόριστος είναι ο λόγος αναφορικά με τις επικαλούμενες ως επικληθείσες και προσκομισθείσες δικαστικές αποφάσεις των οποίων δεν αναφέρονται συγκεκριμένα και σε τάξη οι αριθμοί και τα έτη εκδόσεώς τους, αλλά, απλώς, αναφέρονται εγκατεσπαρμένες στο αναιρετήριο.

Εν μέρει αβάσιμος είναι ο λόγος αναφορικά με το επικαλούμενο τοπογραφικό διάγραμμα ενόψει της αναφοράς του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη του όλα τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 1711/2008). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτή νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων.

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει και τούτο σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 429/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. . Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον επιχειρείται να θεμελιωθεί στους αριθμούς 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. και, τούτο, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι, ευθέως ή εκ πλαγίου, παραβιάσθηκαν. Ομοίως, απαράδεκτος είναι ο λόγος αυτός αναιρέσεως, καθόσον επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και, τούτο, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα "πράγματα", τα οποία είτε δεν έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είτε απέρριψε χωρίς ή με ελλιπή ή ασαφή αιτιολογία.

Με τους τρίτο και έκτο λόγους αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως προεχόντως είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, και, τούτο, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται η διάταξη ή οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση δε νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως και ενδίκου μέσου (Α.Π. 455/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (κατ' εκτίμηση) η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έκρινε την από 26.07.1998 αγωγής ως νόμιμη, ερειδομένη στο άρθρο 4§§1, 2 του ν. 3127/2003. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι στην άνω αγωγή, ως εκ του χρόνου ασκήσεώς της, κατ' έτος 1998, δεν ήταν δυνατό να υπήρχε τέτοια νομική βάση.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επόμ. του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δέχθηκε δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου, συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως (Α.Π. 1440/2002). Δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1627/2010, Α.Π. 832/2009, Α.Π. 402/2004, Α.Π. 627/2003).

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (Α.Π. 194/2005, Α.Π. 1315/1993).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του Κ.Πολ.Δ., που επαναλαμβάνει τον ορισμό του άρθρου 340 του ιδίου Κώδικα, η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατά το άρθρο 386 και δεν έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και, συνεπώς, η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, που να είναι και αντίθετη με το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική, ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης, κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πο.λΔ. γιατί είναι διάταξη δικονομικού δικαίου, ούτε και με τη διάταξη του άρθρου 12 του ιδίου άρθρου, αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 179/2013, Α.Π. 682/2011), αλλά είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ., ως αναγομένη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (Α.Π. 2017/2009, Α.Π. 1225/2009, Α.Π. 879/2009).

Τέλος, κατά της έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επόμ. του ιδίου Κώδικα αποδεικτικά μέσα. Έτσι δεν είναι έγγραφο, με την έννοια αυτή, η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το δικαστήριο της ουσίας. Συνακολούθως ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε από αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο), είναι απορριπτέος. ως απαράδεκτος, διότι η πραγματογνωμοσύνη δεν αποτελεί έγγραφο και, επομένως, δεν είναι δεκτική παραμορφώσεως με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 347/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφ. 1 στοιχ. β', 346 και 453§1 του Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (Α.Π. 1001/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, όταν πρόκειται για δημόσιο έγγραφο, δηλαδή έγγραφο που έχει συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 440 του Κ.Πολ.Δ., αποτελεί πλήρη απόδειξη έναντι όλων ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το συγκεκριμένο έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του ή την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει το ίδιο, επιτρεπομένης όμως στην τελευταία περίπτωση ανταποδείξεως, για το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει ο συντάκτης του εγγράφου να ήταν καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιος για τη βεβαίωση αυτή (Α.Π. 1542/2018).

Συνακολούθως τούτων, ο προβλεπόμενος από τον αριθμ. 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα.

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1093/2023, Α.Π. 479/2010). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται σωρευτικά α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δυνάμεώς του (Α.Π. 700/2009, Α.Π. 225/2009, Α.Π. 1592/2008).

Εάν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται κάποιο από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 262/2020, Α.Π. 41/ 2016).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο η αναιρεσείουσα επιχειρεί να προσάψει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 19, (κατ' εκτίμηση) 11β' και 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. . Η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. φέρεται να αφορά στην εκ πλαγίου παράβαση, με αντιφατικές αιτιολογίες, του άρθρου 4 της από 20.06/02.07.1881 Συμβάσεως μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, αφορώσης τα όρια μεταξύ των δύο Κρατών, που κυρώθηκε με τον ν.

ΠΛΖ' της 13.03.1882 (Φ.Ε.Κ. Α' 14). Το επικαλούμενο άρθρο 4 ορίζει τα ακόλουθα: "Η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει αναγνωρίσει εν ταις παραχωρουμέναις χώραις το της ιδιοκτησίας δικαίωμα επί των αγροκηπίων, βοσκών, λειμώνων, νομών (γρασιδοτόπων kechlak), δασών και παντός είδους γαιών, ή ακινήτων κατεχομένων υπό ιδιωτών ή κοινοτήτων, δυνάμει φιρμανίων, χοτζετίων, ταπίων και άλλων τίτλων, ή δυνάμει των Οθωμανικών νόμων επίσης θέλουσιν αναγνωρισθή οι τίτλοι ιδιοκτησίας των κτημάτων, άτινα καλούνται βακούφια, και χρησιμεύουσιν εις συντήρησιν τζαμίων, εκπαιδευτηρίων, σχολείων και άλλων ευαγών ή αγαθοεργών ιδρυμάτων.".

Όμως, ενόψει της σαφούς διατυπώσεως της διατάξεως του ανωτέρω άρθρου, μη χρηζούσης ερμηνείας, κατά την αρχή "interpetatio cessat in claris", ο ώνω λόγος αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος και τούτο διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το περιεχόμενο της ανωτέρω διατάξεως ρυθμίζει διαφορετικά, ήτοι δι' αυτού αναγνωρίζονται οι ιδιοκτησίες των παροχθίων ιδιοκτητών του Ποταμού Αράχθου, ενώ τέτοια ρύθμιση δεν προβλέπεται.

Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναιρέσεως ως προς τα λοιπά δύο σκέλη του είναι απαράδεκτος, ως, πλήρως, αόριστος, ενόψει του ότι στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ουδεμία αναιρετική πλημμέλεια, υπαγομένη στις προβλέψεις των αριθμών 11β' και 12 του Κ.Πολ.Δ., αναφέρεται.

Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο του σχετικού δικογράφου η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμούς 11γ' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας από τον αριθμό 11γ' συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι:

α) Το από Ιουνίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Γ., β) την υπ' αριθμ. 69/2004 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, γ) την υπ' αριθμ. 867/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, δ) την υπ' αριθμ. ....1992 πράξη προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως ιδιοκτησιών, που βρίσκονται στη θέση "Μύλοι, ε) την κυρωτική αυτής πράξη του Νομάρχη Άρτας υπ' αριθμ. ....1993 και στ) την από ....1992 εγκριτική πράξη της προϊσταμένης του Τ.Π. - Π.Ε.

Νομαρχίας Άρτας. Ο λόγος αυτός ως προς την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 11γ' είναι αβάσιμος, και, τούτο, διότι το εκδώσαν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διαβεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του το σύνολο των επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων. Για την επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

ουδείς ισχυρισμός διατυπώνεται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων., ενώ σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρονται οι φερόμενες ως παραβιασθείσες, εκ πλαγίου, διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος ως προς την αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτος ως αόριστος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 13 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338§1 του Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων. Αντιθέτως, αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 1551/2022, Α.Π. 559/2020, Α.Π. 903/2019, Α.Π. 233/2011).

Ακολούθως, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δ., σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Αντιθέτως, το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργουμένης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σ' αυτό δε εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθμ. 13 του Κ.Πολ.Δ., κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως (Α.Π. 974/2018, Α.Π. 10/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 13 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας, αναφορικώς με την πλημμέλεια από τον αριθμό 13) συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επέβαλε το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως σ' αυτήν (αναιρεσείουσα), καίτοι απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί ιδίας κυριότητάς του επί του επιδίκου.

Ο λόγος αυτός της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου μεταφέρει αυτομάτως το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) ενώ το βάρος αποδείξεως των παραγωγικών του δικαιώματός της γεγονότων επιβάλλεται από το άρθρο 338 του Κ.Πολ.Δ..

Αναφορικά τώρα με την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ουδείς σχετικός ισχυρισμός διατυπώνεται, και σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρονται οι φερόμενες παραβιασθείσες εκ πλαγίου διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1553/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καίτοι απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, εν τούτοις δέχθηκε την έφεσή του και απέρριψε την αγωγή της.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και τούτο διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η απόρριψη της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνιστά αυτόχρημα λόγο παραδοχής της αγωγής της, παραγνωρίζοντας ότι η παραδοχή οποιασδήποτε αγωγής προϋποθέτει την εκ μέρους του βαρυνομένου διαδίκου μέρους απόδειξη των στοιχείων γενέσεως του επιδίκου δικαιώματος.

Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως (κύριος και πρόσθετος) προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§ 3 εδάφ.

ε' του Κ.Πολ.Δ.).. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, η αναιρεσείουσα, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσιβλήτου), συμφώνως προς τις προβλέψεις των άρθρων 106, 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.. Θα επιβληθούν όμως μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β' 11/20.01.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01.06.2017 αίτηση, μετά των από 22.11.2021 προσθέτων λόγων αυτής, της Ε. συζύγου (και ήδη χήρας) Β. Π., το γένος Β. και Ε. Β. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 298/17.10.2014 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου