Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
872/2023 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against local government regarding inadmissible appeal against co-defendants without legal interest.

Geschäftsnummer 872/2023
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the Municipality's appeal against the First Instance Court's rejection of the appeal. The Municipality argued that the lower court erred in dismissing the appeal against co-defendants, while the plaintiffs contended the appeal was inadmissible. The court ruled that an appeal must target only those defendants against whom the alleged error is directed and who suffer legal prejudice, rendering the appeal inadmissible against the other co-defendants.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 68, 556, 558 of the Code of Civil and Administrative Procedure; An appeal must be directed solely against co-defendants against whom the alleged error is directed and who suffer legal prejudice, rendering it inadmissible against others.

Schlagwörter

KI-generiert
inadmissible appeal co-defendants legal interest Code of Civil and Administrative Procedure Supreme Court appeal admissibility local government

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 68, 556 and 558 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 8 of Article 559 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 90 paragraph 3 of Law 2362/1995
Article 250 numbers 6 and 17 of the Civil Code
Article 937 of the Civil Code
Article 4 paragraph 1 of the Constitution
Article 22 paragraph 1 section b of the Constitution
Article 94 of Law 2362/1995
Article 281 paragraph 2 of Law 3463/2006

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Court 24/1997
Supreme Court 1604/2017
Supreme Court 379/2022
Supreme Court 1353/2019
Supreme Court 157/2021

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 872 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 872/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας - Νέας Χαλκηδόνος, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας Αττικής και Δήμου Νέας Χαλκηδόνος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Χήτο - Κιάμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 2)Μ. Λ. του Β., κατοίκου ..., 3)Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., και 4)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι τρεις πρώτες εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Γκάτα, η οποία κατέθεσε προτάσεις και η τέταρτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπαρμπούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2010 αγωγή των ήδη τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 500/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5356/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 3-8-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε και κατά του ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη η αναίρεση ελλείψει έννομου συμφέροντος, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διατάξεις ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτό που να βλάπτουν τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1997, ΑΠ 1604/2017). Ειδικότερα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται μόνον εναντίον εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος, ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτή και με βάση τις επικαλούμενες συνέπειές της η αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται εναντίον εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος στους οποίους δεν αναφέρεται η αποδιδόμενη μ` αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνακόλουθα, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει η αναίρεση (ΑΠ 379/2022, ΑΠ 1353/2019, ΑΠ 157/2018, ΑΠ 2080/2017).

Με την κρινόμενη, από 03.08.2021 και με αριθμό κατάθεσης ...04.08.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας-Νέας Χαλκηδόνας κατά των αναιρεσίβλητων Α. Μ., Λ. Μ. και Τ. Ε., καθώς και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ", προσβάλλεται η με αριθμό 5356/15.9.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 10.2.2016 και με αριθμό κατάθεσης 515/2016 έφεσης και του από 9.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης 302/38/2019 πρόσθετου λόγου έφεσης των εναγουσών -εκκαλουσών και ήδη πρώτης δεύτερης και τρίτης αναιρεσίβλητων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία με αριθμό 500/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 5.5.2010 και με αριθμό κατάθεσης 99043/2904/2010 αγωγής των πρώτης, δεύτερης και τρίτης εναγουσών και ήδη πρώτης, δεύτερης και τρίτης αναιρεσίβλητων κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΑΕ" και κατά του δεύτερου εναγομένου Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας.

Με την αγωγή τους αυτή, που κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκοπείται, οι ενάγουσες και ήδη πρώτη, δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες εξέθεταν ότι, στο πλαίσιο υλοποίησης προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας 2.700 ανέργων απόφοιτων λυκείου στη φύλαξη σχολείων, συνυπέγραψαν με την πρώτη εναγομένη και ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη και με τον δεύτερο εναγόμενο συμβάσεις με αντικείμενο τη φύλαξη των σχολικών συγκροτημάτων του δεύτερου εναγομένου, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν από τους εναγομένους ως "συμβάσεις συνεργασίας" χρονικής διάρκειας από 28.1.2001 μέχρι 28.12.2001 για την πρώτη ενάγουσα -πρώτη αναιρεσίβλητη και από 29.1.2001 μέχρι 28.12.2001 για καθεμία από τις δεύτερη και τρίτη ενάγουσες - δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες, οι οποίες (συμβάσεις) ανανανεώνονταν χωρίς τη μεσολάβηση διακοπής, πλην της τρίτης ενάγουσας -τρίτης αναιρεσίβλητης, που δεν απασχολήθηκε για το χρονικό διάστημα από 1.7.2004 μέχρι 19.11.2006.

Ότι απασχολήθηκαν ως φύλακες σε κυλιόμενες βάρδιες οκτώ (8) ώρες ημερησίως και είκοσι δύο (22) ημέρες μηνιαίως, που συνέπιπταν και με αργίες και Σαββατοκύριακα, αμειβόμενες με το ποσό των 35,22 ευρώ ημερησίως. Ότι με τη με αριθμό 6/2005 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΣΕΠ οι συμβάσεις τους κρίθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 και την 20.11.2006 κατετάγησαν σε οργανικές θέσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στον δεύτερο εναγόμενο Δήμο με την ειδικότητα του σχολικού φύλακα ΔΕ και ότι καθ' όλο το αναγραφόμενο για την καθεμία τους στην αγωγή χρονικό διάστημα δεν έλαβαν τα ποσά που δικαιούνταν για την πέραν του νομίμου ωραρίου εργασία τους, για την απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές και τις αργίες που παρέθεταν στην αγωγή, για τη νυκτερινή τους εργασίας, για έξοδα κίνησης, για επίδομα γάμου, ενώ οι πρώτη και δεύτερη ενάγουσες -πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες δεν έλαβαν και το επίδομα (δώρο) Πάσχα του έτους 2006, τα οποία (ποσά) και ζήτησαν να τους επιδικασθούν από τους αντιδίκους τους, ως ευθυνόμενους εις ολόκληρον, επικαλούμενες τη σύμβαση εργασίας τους, άλλως τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής τους.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την με αριθμό 500/2014 απόφασή του, που επίσης κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκοπείται, απέρριψε την ως άνω αγωγή. Επί της από 10.2.2016 και με αριθμό κατάθεσης 515/2016 έφεσης και του από 9.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης 302/38/2019 πρόσθετου λόγου έφεσης των εναγουσών -πρώτης, δεύτερης και τρίτης αναιρεσίβλητων στρεφόμενης κατά της πρώτης εναγομένης -εφεσίβλητης και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και κατά του αναιρεσείοντος Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας-Νέας Χαλκηδόνας, στον οποίο συνενώθηκαν οι Δήμοι Νέας Φιλαδέλφειας και Νέας Χαλκηδόνας και ο οποίος συνεχίζει τη δίκη κατ' άρθρο 283 παρ. 1 εδαφ.

β του ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α 87/7.6.2010), εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 5356/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ): α) απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η έφεση και ο πρόσθετος λόγος έφεσης των πρώτης, δεύτερης και τρίτης εναγουσών - εκκαλουσών -αναιρεσίβλητων κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της πρώτης εναγομένης- πρώτης εφεσίβλητης και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, β) απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η έφεση και ο πρόσθετος λόγος έφεσης καθ'ο μέρος ασκούντο από την τρίτη ενάγουσα -τρίτη εκκαλούσα και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, γ) έγιναν κατ' ουσίαν δεκτοί η έφεση και ο πρόσθετος λόγος έφεσης που αφορούσαν τις πρώτη και δεύτερη ενάγουσες -εκκαλούσες -αναιρεσίβλητες, δ) εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, και ε) αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε η από 5.5.2010 αγωγή, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε ο δεύτερος εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων Δήμος να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 4.657,08 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 3.012,58 ευρώ με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή του να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη και το επιπλέον ποσό των 4.657,08 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη και το επιπλέον ποσό 3.012,58 ευρώ.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί από ηττηθέντα διάδικο νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 4.8.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει να έχει γίνει επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 15.9.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Για το παραδεκτό δε της άσκησής της από τον αναιρεσείοντα Δήμο Νέας Φιλαδέλφειας - Νέας Χαλκηδόνας και για την παρασχεθείσα εντολή στο με πάγια αντιμισθία απασχολούμενο Δικηγόρο του Χρυσόστομο Χήτο Κιάμο να ασκήσει την ένδικη αίτηση αναίρεσης και να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα Δήμο κατά τη συζήτησή της προσκομίζεται, κατ' άρθρο 72 παρ. 1 περ.

ι του ν. 3852/2010 όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, η με αριθμό ...9.6.2021 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας -Νέας Χαλκηδόνας. Καθ'ο μέρος, όμως, η αίτηση αναίρεσης στρέφεται: α) κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΑΕ", που ήταν ομόδικη του αναιρεσείοντος Δήμου στα δικαστήρια της ουσίας και β) κατά της τρίτης ενάγουσας -τρίτης εκκαλούσας και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία η ένδικη αγωγή έχει στο σύνολό της απορριφθεί κατ' ουσίαν, αυτή (η αίτηση αναίρεσης) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται έννομο συμφέρον προς εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης και έναντι των τρίτης και τέταρτης αναιρεσίβλητων, ούτε με τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο λόγους προβάλλονται αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις ως άνω τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες.

Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ακόμη και αν ευδοκιμήσουν οι προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τις ως άνω τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες. Ο αναιρεσείων Δήμος, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τέταρτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το διαλαμβανόμενο στις προτάσεις της νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 77/2022, ΑΠ 1207/2019).

Σχετικά με τα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, στην πληρωμή των οποίων πρέπει να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσείων Δήμος, το Δικαστήριο θα αποφανθεί μετά την έρευνα της βασιμότητας ή μη της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά των πρώτης και δεύτερης αναιρεσίβλητων, διότι οι πρώτη, δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες παρέστησαν με τον ίδιο πληρεξούσιο Δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 856/2020),ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 475/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 856/2020).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το περιεχόμενό της, β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης:

α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η ευθεία ή η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 475/2022).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991 ΑΠ 1082/2018), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1082/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος, αφού στο αναιρετήριο παραθέτει το (μόνο) διατακτικό της προσβαλλόμενης, με αριθμό 5356/2020, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με τον πρώτο αναρίθμητο λόγο αναίρεσης αιτιάται τα εξής: α) Ότι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός των αντιδίκων του, που περιλαμβάνεται στην από 10.2.2016 έφεσή τους, ότι δήθεν έσφαλε η με αριθμό 500/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε τη διετή παραγραφή των αξιώσεών τους αντί της προταθείσας κατ' αντέσταση πενταετούς παραγραφής, ισχυριζόμενος ότι ο περί διετούς παραγραφής ισχυρισμός του είναι νόμιμος, ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 και ότι η πρωτόδικη απόφαση με τις παραδοχές της, τις οποίες παραθέτει στο αναιρετήριο, ορθά και εμπεριστατωμένα δέχθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγουσών και ήδη πρώτης και δεύτερης αναιρεσιβλήτων είχαν παραγραφεί κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής τους που επιδόθηκε στον (αρχικά) εναγόμενο Δήμο στις 3.6.2010.

β) Ότι πρέπει να απορριφθεί και ο πρόσθετος λόγος έφεσης των αντιδίκων του, αφού η πρωτόδικη απόφαση έλαβε υπόψη της τους γενόμενους ισχυρισμούς και τα προσαχθέντα από τις αντιδίκους του έγγραφα κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και γ) Ότι ο λόγος της έφεσης των αντιδίκων του ότι δήθεν η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε επιδικάζοντας σε βάρος τους λόγω της ήττας τους τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου Δήμου είναι μη νόμιμος, αβάσιμος και απαράδεκτος.

Σύμφωνα με τα άρθρα 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, που εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, έχοντας το ως άνω περιεχόμενο, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και ως προς τα τρία του σκέλη, διότι σε κανένα σκέλος του δεν αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο ποιά νομική πλημμέλεια αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνουν οι προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και απέρριψε τον ισχυρισμό του που προτάθηκε προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στις κατατεθείσες στο δεύτερο βαθμό από 27.2.2020 προτάσεις του, σύμφωνα με τον οποίο η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης σαφούς έκθεσης των γεγονότων που θεμελιώνουν το αίτημά της σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων αιτιάται ότι οι ενάγουσες αναφέρουν εντελώς επιγραμματικά μόνο την έναρξη της σύμβασης έργου και ότι μεταφέρθηκαν σε σχολικά συγκροτήματα του Δήμου Φιλαδέλφειας Χαλκηδόνας χωρίς να αναφέρουν ούτε να επικαλούνται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ποιό χρονικό διάστημα αναγνωρίσθηκε ως προϋπηρεσία, δηλαδή πόση προϋπηρεσία αναγνωρίσθηκε σε καθεμία εξ αυτών, πού διανύθηκε αυτή και με ποιά σχέση απασχολήθηκε καθεμία εξ αυτών, εάν κατά το χρονικό διάστημα της πρόσληψής τους η αμοιβή τους ήταν ανάλογη με των προσλαμβανόμενων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ποιες και πόσες ώρες απασχολείτο καθεμία από αυτές, ποιος συγκεκριμένα καθόριζε τις ώρες και το περιεχόμενό τους, ποιος συγκεκριμένα έλεγχε τούτο, ποιος συγκεκριμένα έδιδε οδηγίες για τον τρόπο άσκησης, λαμβανομένου υπόψη ότι για να αποκτήσει εργαζόμενος το δικαίωμα να ζητήσει τη μισθολογική αναγνώριση του χρονικού διαστήματος που αναφέρουν στο δικόγραφο ως και "τη διαφορά των καταβλητέων αποδοχών σύμφωνα με τη συνολική δημόσια υπηρεσία" απαιτείται να συντρέχει η βασική προϋπόθεση της ύπαρξης συνεχούς σχέσης εξαρτημένης εργασίας.

Με αυτό το περιεχόμενο το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιώσει τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι αόριστο και ως εκ τούτου απαράδεκτο. Τούτο διότι στο αναιρετήριο: α) δεν παρατίθενται ενάριθμα οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και το περιεχόμενο αυτών, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, β) δεν παρατίθεται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που θεμελίωσαν την κατά τον αναιρεσείοντα Δήμο εσφαλμένη κρίση του Εφετείου ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη και γ) ειδικότερα για τη στοιχειοθέτηση του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου δεν εξειδικεύεται η πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, αν πρόκειται δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις (μη εκτιθέμενες) παραδοχές της.

Επίσης, το ίδιο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιώσει την από τον 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμο. Τούτο διότι, όπως ρητά στο συγκεκριμένο σκέλος διαλαμβάνεται, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέτασε τον ισχυρισμό του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, περί αοριστίας της ένδικης από 5.5.2010 αγωγής των αντιδίκων του, και τον απέρριψε, με συνέπεια να μην στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/95 βραχυπρόθεσμη παραγραφή των απαιτήσεων των συνδεόμενων με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε μορφής και φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου, ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατά το άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το άρθρο 22 παρ. 1 εδαφ. β αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας και τέλος, επισημαίνει ότι κατά τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 94 του ν. 2362/95, η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.

Το δεύτερο σκέλος του δεύτερου (και τελευταίου) λόγου αναίρεσης, έχοντας το ως άνω περιεχόμενο, είναι απαράδεκτο, διότι με αυτό δεν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση οποιουδήποτε λόγου αναίρεσης από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στους αριθμούς 1 έως και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου με το αναιρετήριο άλλου λόγου αναίρεσης, η ένδικη από 3.8.2021 και με αριθμό κατάθεσης ...2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5356/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτης και δεύτερης αναιρεσίβλητων. Ο αναιρεσείων Δήμος που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης, δεύτερης και τρίτης αναιρεσίβλητων, οι οποίες, όπως ήδη αναφέρθηκε, παρέστησαν με τον ίδιο πληρεξούσιο Δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.8.2021 και με αριθμό κατάθεσης ...2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5356/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο Νέας Φιλαδέλφειας -Νέας Χαλκηδόνας στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τέταρτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΑΕ", τα οποία ορίζει στο ποσόν των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο Νέας Φιλαδέλφιας - Νέας Χαλκηδόνας στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης, δεύτερης και τρίτης αναιρεσίβλητων Μ. Α. του Σ., Λ. Μ. του Β. και Τ. Ε. του Κ., τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ