Supreme Court dismisses appeal on property expropriation claim, ruling statute of limitations did not expire due to lack of public use.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against a final judgment regarding a property expropriation claim. The appellants argued the statute of limitations began in 1955 when the land was allegedly placed in common use as a public road, while the appellee contended the land remained privately owned until the 1995 expropriation approval. The court rejected this, holding that without actual transfer of ownership or public use, the limitation period could not start, thus the claim remained valid.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 92, 93, 94 of the Code of Civil Procedure; The statute of limitations for a claim for judicial determination of compensation does not begin to run until the property is actually placed in public use or ownership is transferred to the public authority.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 872 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 872/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Σ. του Α., 2) Μ. Σ. του Α., κατοίκων …, 3) Κ. Α. του Ε., 4) Α. Α. του Κ., που εν προκειμένω εκπροσωπείται από τους ασκούντες τη γονική της μέριμνα γονείς της Κ. Α. του Ε. και Σ. Μ. του Α., κατοίκων …, 5) Σ. χας Γ. Α., το γένος Σ. Σ., 6) Π. Π. του Α. και 7) Γ. Π. του Α., κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Αναπήρων και Θυμάτων Πολέμου Νομού Θεσσαλονίκης και περιοχής αυτής", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούσουλα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο ως άνω Συνεταιρισμός τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τους ορισθέντες εκκαθαριστές αυτού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18247/2011 μη οριστική και 9470/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2710/2017, όπως αυτή διορθώθηκε με την 792/2018, του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-4-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β' και γ' του ΚΠολΔ, η οποία, κατ' άρθρο 575 εδ. β του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 (περί επαναλειτουργίας των δικαστηρίων μετά την προσωρινή αναστολή από 16-3-2020 έως 31-5-2020 για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας), σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31-5-2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι αιτήσεις αναίρεσης των οποίων η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων κατά την περίοδο από 16-3-2020 έως 31-5-2020, προσδιορίζονται αυτεπάγγελτα με πράξη του προέδρου του οικείου τμήματος και εγγράφονται στο πινάκιο με πρωτοβουλία του αρμόδιου γραμματέα.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη νέα δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου όταν ο τελευταίος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά την προηγούμενη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε ή είχε επισπεύσει ο ίδιος έγκυρα τη συζήτηση εκείνη.
Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 3-4-2018 αίτηση αναίρεσης της 2710/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 10-5-2019, με αριθμό πινακίου 14, σύμφωνα με την κάτω από αυτή Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, από τις 7174β/22-10-2018, 7175β/22-10-2018, 7179β/22-10-2018, 7180β/22-10-2018, 7181β/22-10-2018, 7178β/22-10-2018, 7176β/22-10-2018 και 7177β/22-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ε. Σ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χαράλαμπου Δουλόπουλου, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 10-5-2019, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση αναβλήθηκε για τις 8-5-2020 με αριθμό πινακίου …, οπότε και ματαιώθηκε λόγω προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας. Με την από 14-7-2020 Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος ορίστηκε αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμος η σημερινή και η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό … με επιμέλεια του Γραμματέα.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως, αφού οι τελευταίοι δεν παραστάθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο της 10-5-2019, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση για τις 8-5-2020 και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά τον αυτεπάγγελτο προσδιορισμό δικασίμου, κατ' άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020, λόγω ματαίωσης της συζήτησης κατά την τελευταία δικάσιμο (8-5-2020), ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη σημερινή δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία των αναιρεσειόντων.
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 5269/1931 "περί αδειών οικοδομής επί ρυμοτομουμένων ακινήτων", όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 653/1977, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για την εφαρμογή σχεδίου πόλεως, υπόχρεοι για την καταβολή της αποζημίωσης είναι ο Δήμος ή Κοινότητα και οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, σε περίπτωση δε προσκύρωσης για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3, 2 παρ. 1α', 23 έως 35, 37 παρ. 1, 42 και 46 έως 48 του ν.δ. 17-7/16-8-1923 "περί σχεδίων πόλεων κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών", συνυπόχρεοι για την καταβολή της αποζημίωσης του ακινήτου που αφαιρείται για τη διάνοιξη ή δημιουργία κοινόχρηστου χώρου είναι οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες ακινήτων.
Ως ωφελούμενοι νοούνται, κατά τις διατάξεις αυτές, οι κατά το χρόνο προσδιορισμού της αποζημίωσης ιδιοκτήτες των ακινήτων που έχουν ή αποκτούν πρόσωπο επί του κοινόχρηστου χώρου, οι οποίοι είναι και πράγματι επωφελούμενοι από την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως με επαύξηση της αξίας των ακινήτων τους (ΑΠ 796/12, ΑΠ 166/2005).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 966 και 967 του ΑΚ προκύπτει ότι πράγματα κοινής χρήσης είναι όσα, ύστερα από την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων, έλαβαν τον προορισμό αυτό, στα πράγματα δε αυτά περιλαμβάνονται και οι οδοί. Μεταξύ των περιοριστικά προβλεπόμενων τρόπων απόκτησης από ένα ακίνητο της ιδιότητας του κοινόχρηστου πράγματος περιλαμβάνεται και η απόδοση της ιδιότητάς του αυτής από το νόμο, όπως συμβαίνει με την επέκταση των ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων και το χαρακτηρισμό συγκεκριμένων ακινήτων ως κοινοχρήστων (οδών, πλατειών, χώρων πρασίνου) από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλης.
Kατά το άρθρο 28 του ν.1337/1983 "Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ", "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη.
Έτσι, για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου ΟΤΑ, δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση αλλά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικά από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια, δηλαδή διάθεση του ακινήτου στην κοινή χρήση, με τη βούληση του ιδιοκτήτη που μπορεί να εκδηλωθεί με οποιονδήποτε τρόπο και χωρίς δηλαδή τη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, ανεξάρτητα αν έχει τεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου και επί πλέον χαρακτηρισμός του ακινήτου αυτού σαν κοινόχρηστου χώρου με το εγκεκριμένο σχέδιο πόλης (ΑΠ 46/2018, ΑΠ 14/2018, 220/2015, ΑΠ 1451/2014).
Με το άρθρο 559 αριθμ. 1α του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 49/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 170/2020). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 49/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος, με την από 30-6-2009 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά των αναιρεσειόντων, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του …/…-12-1955 οριστικού τίτλου που μεταγράφηκε νόμιμα, παραχωρήθηκε σ' αυτόν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, τμήμα του υπό στοιχεία … οικοπέδου, έκτασης 3.700 τμ, το οποίο βρίσκεται στη …, επί της οδού ….
Ότι με την …/1956 πράξη διανομής του Διοικητικού του Συμβουλίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, παραχωρήθηκαν σε 14 μέλη του διαιρετά τμήματα του προαναφερόμενου ακινήτου του, συνολικής έκτασης 1.400 τμ και σε δύο μέλη του τμήμα 253 τμ. Ότι με την …/1994 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης οικοπέδων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε νόμιμα με τη ΔΠ/ΤΑ 61944/6604/94/31-01-1995 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για τη διάνοιξη της οδού …., τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας του, εμβαδού 240,40 τμ.
Από το τμήμα αυτό, το οποίο προσδιορίζεται με το στοιχείο Γ στην παραπάνω πράξη και το σχετικό κτηματολογικό πίνακα, για έκταση 141,80 τμ ορίστηκε ως υπόχρεη προς αποζημίωσή του λόγω της ωφέλειας που προέκυψε από τη διάνοιξη της οδού, η ιδιοκτησία Α, η οποία ανήκει στη συγκυριότητα των εναγομένων, που την απέκτησαν με τον σ' αυτή προσδιοριζόμενο τρόπο και κατά τα σ' αυτή αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου.
Με αυτό το ιστορικό ζήτησε να αναγνωριστεί ο ίδιος δικαιούχος της αποζημίωσης για το ως άνω ρυμοτομηθέν τμήμα των 141,80 τμ, που καθορίστηκε οριστικά με τις 1141/2005, 439/2008 και 722/2009 αποφάσεις Εφετείου Θεσσαλονίκης και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν νομιμοτόκως ως αποζημίωση τα ποσά που αναφέρονται ειδικότερα σ' αυτή.
Επί της αγωγής εκδόθηκαν η 18247/2011 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που διέταξε τεχνική πραγματογνωμοσύνη σε σχέση με την κυριότητα του επιδίκου και η 9470/2013 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που τη δέχτηκε κατ' ουσίαν. Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη, 2710/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε, ως προς το προεισαγωγικό τμήμα της, με την 792/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. …./…-12-1955 πωλητηρίου του Υπουργείου Οικονομικών, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο …, με αριθμό …., περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος (ήδη εφεσίβλητου), Αστικού Οικοδομικού Συνεταιρισμού, με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Αναπήρων και Θυμάτων Πολέμου Ν.
Θεσσαλονίκης και της περιοχής αυτής", σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 2936/1954 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί στεγάσεως αναπήρων και θυμάτων πολέμου, ισχυούσης νομοθεσίας", μεταξύ άλλων ακινήτων, τμήμα του υπ' αριθμ. … οικοπέδου, εμβαδού (του τμήματος) 3.700 τ.μ., που βρίσκεται στη …., επί της οδού … και συνορεύει, κατά τον τίτλο κτήσης του, ανατολικά με ιδιοκτησία Ζ.
Κ. (σε πλευρά 80,50 τ.μ.), δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου (σε πλευρά 84,50 τ.μ.), βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου (σε πλευρά 48 τ.μ.) και νότια με την οδό … (σε πλευρά 41,50 τ.μ,), όπως το τμήμα αυτό αποτυπώνεται υπό τα στοιχεία 1-2-3-4-1 στο από 12-4-1954 διάγραμμα, του μηχανικού Π., που υπάρχει στην οπίσθια πλευρά του παραπάνω τίτλου.
Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. …/1956 πράξη διανομής του διοικητικού συμβουλίου του ενάγοντος διανεμήθηκαν και παραχωρήθηκαν στα μέλη του, τηρουμένων των διατάξεων του ν.δ. 2936/1954, αυτοτελή και διαιρετά τεμάχια οικοπέδου της παραπάνω έκτασης, τα οποία επιδέχονταν ανοικοδόμησης (μη ρυμοτομούμενα). Τα ρυμοτομούμενα οικοπεδικά τμήματα της έκτασης των 3.700 τ.μ.
παρέμειναν αδιανέμητα ως ανεπίδεκτα ανοικοδόμησης προς προσφορά κατοικίας. Η ως άνω πράξη διανομής αποτέλεσε τίτλο κυριότητας για κάθε μέλος του ενάγοντος και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στη μερίδα του κάθε μέλους ως προς το ποσοστό οικοπέδου που περιήλθε στην κυριότητα εκάστου.
Ειδικότερα, σε 14 μέλη του συνεταιρισμού παραχωρήθηκαν διαιρετά τεμάχια οικοπέδου της παραπάνω έκτασης, εμβαδού 100 τ.μ. στο καθένα, ήτοι συνολικά 1.400 τ.μ. και σε δύο άλλα μέλη αυτού παραχωρήθηκε τμήμα του ως άνω οικοπέδου, συνολικής έκτασης 253 τ.μ., με ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο καθένα". Στη συνέχεια, αφού εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο κάθε αναιρεσίβλητος απέκτησε συγκυριότητα επί της τελευταίας έκτασης των 253 τμ, συνεχίζει το Εφετείο: "Με βάση τα ανωτέρω, οι εναγόμενοι κατέστησαν κύριοι του παραπάνω οικοπέδου (ιδιοκτησίας με στοιχείο "Α" στην παρακάτω πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης) των κάτωθι ποσοστών : 1) έκαστος των πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τέταρτης εξ αυτών κατά ποσοστά 1/8 εξ αδιαιρέτου, 2) η πέμπτη εναγομένη κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου και 3) έκαστος των έκτου και έβδομης των εναγομένων κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου.
Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. …./…-11 -1994 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης οικοπέδων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε νόμιμα με τη ΔΠ/ΤΑ 61944/6604/94/31-1-1995 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (η οποία εκδόθηκε σε εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής …. του Δήμου Θεσσαλονίκης, που εγκρίθηκε με το διάταγμα της 27-1-1925 [ΦΕΚ 24Δ'/29-1-1925]), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, λόγω ρυμοτομίας, με σκοπό τη διάνοιξη της οδού …., μεταξύ άλλων ακινήτων, οικοπεδικό τμήμα της ιδιοκτησίας με στοιχείο "Γ" κατά την πράξη, - υπό τα στοιχεία 2-4ερ-5ερ-10-2, εμβαδού 240,40 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο κτηματολογικό διάγραμμα που συνοδεύει την ως άνω πράξη.
Επί του παραπάνω οικοπεδικού τμήματος, εμβαδού 240 τ.μ. και συγκεκριμένα: 1) για τμήμα αυτού εμβαδού 141,80 τ.μ. καθορίσθηκε ως υπόχρεη αποζημίωσης, κατά την άνω …./1994 πράξη, η ιδιοκτησία με στοιχείο "Α", με ιδιοκτήτες τους εναγομένους ως κληρονόμους του Β. Σ. και Γ. Α. και ως δικαιούχος αποζημίωσης η ιδιοκτησία με στοιχείο "Γ" και 2) για τμήμα αυτού 98,60 τ.
μ. καθορίσθηκε ως υπόχρεος αποζημίωσης, κατά την ίδια παραπάνω πράξη (…/1994), ο Δήμος Θεσσαλονίκης και ως δικαιούχος αποζημίωσης επίσης η ιδιοκτησία με στοιχείο "Γ". Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι, η εμφανιζόμενη επί του άνω κτηματολογικού διαγράμματος, που συνοδεύει τη με αριθμό …/1994 πράξη, ρυμοτομία, εγκρίθηκε δυνάμει του από 27.01.1995 ΦΕΚ 24 /29-1-1995 διατάγματος.
Ο διορισθείς, με την υπ' αριθμ. 18247/2001 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πραγματογνώμονας Γ. Κ., τοπογράφος μηχανικός, στην αναλυτική και εμπεριστατωμένη με αριθμό …/…-1-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι: "ολόκληρο το οικοπεδικό τμήμα εμβαδού 240,40 τ.μ., εκ του οποίου για 141,80 τ.μ.
καθορίστηκε ως υπόχρεη αποζημίωσης η ιδιοκτησία Α με φαινόμενους ιδιοκτήτες τους Β. Σ. - Κ. Γ. Α. και ως δικαιούχος της αποζημίωσης αυτής η ιδιοκτησία Γ με φαινόμενο ιδιοκτήτη τον ενάγοντα, εμπίπτει εντός του υπό τα στοιχεία 4-9-10-11-12-4 και περιγραφόμενου ως άνω στο 5.Δ) 6) αδιανέμητου τμήματος της εκτάσεως των 3.700 τ.μ.
που δυνάμει του με αριθμό …/….-12-1995 πωλητηρίου τίτλου, του Υπουργείου των Οικονομικών, περιήλθε, μεταξύ άλλων ακινήτων, στην κυριότητα του ενάγοντος.
Συνεπώς εκτιμώ ότι υφίσταται κυριότητα του ενάγοντος επί των αναφερόμενων ως άνω στο 5 Γ) 1) 141,80 τ.μ.". Σύμφωνα δε με τα όσα αναφέρονται στην παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης προκύπτει αδιάσειστα ότι πράγματι το επίδικο (ρυμοτομούμενο) τμήμα της ιδιοκτησίας με στοιχείο "Γ", εμβαδού 141,80 τ.μ. βρίσκεται εντός του αδιανέμητου τμήματος της ως άνω αρχικής ιδιοκτησίας, εκτάσεως 3.700 τ.μ., του ενάγοντος συνεταιρισμού, δηλαδή εντός της δικαιούμενης σε αποζημίωση "ιδιοκτησίας Γ".
Αναφορικά με τον ισχυρισμό των εναγομένων, που επαναφέρουν με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους, -ότι η παραχώρηση από το Δημόσιο του υπ' αριθμ. …. οικοπέδου στον ενάγοντα συνεταιρισμό έγινε με σκοπό ανοικοδόμησης, ενώ τα τυχόν πλεονάζοντα ή για οποιονδήποτε λόγο μη διατεθέντα οικόπεδα επανέρχονται αυτοδικαίως στο Δημόσιο, σύμφωνα με τον 4ο πρόσθετο όρο του υπ' αριθμ.
…/1955 ως άνω τίτλου-πωλητηρίου, με αποτέλεσμα, ακόμη και να μην είχε αποξενωθεί ο ενάγων συνεταιρισμός, μετά τη διανομή στα μέλη του, από την ιδιοκτησία με στοιχείο "Γ", η έκταση αυτή να ανήκει αυτοδικαίως στο Δημόσιο, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Πράγματι στον υπ' αριθμ. …/1955 οριστικό τίτλο (πωλητήριο), με τον οποίο παραχωρήθηκε στον ενάγοντα από το Υπουργείο Οικονομικών τμήμα του με αριθμό … οικοπέδου, έκτασης 3.700 τ.μ., και συγκεκριμένα στον με αριθμό 4 όρο αυτού προβλεπόταν τα ακόλουθα : "...
Τα τυχόν πλεονάζοντα ή δι' οιονδήποτε λόγο μη διατεθέντα οικόπεδα επανέρχονται αυτοδικαίως εις την κυριότητα του Δημοσίου, δι' αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών εντελλομένου την διοικητικήν κατάληψιν τούτων". Ωστόσο, από τον ως άνω όρο προκύπτει ότι για την "αυτοδίκαιη" επάνοδο της κυριότητας των μη διατεθέντων οικοπέδων στο Δημόσιο, απαιτούνταν η έκδοση σχετικής απόφασης του Υπουργού των Οικονομικών με την οποία να εντελλόταν η διοικητική κατάληψη.
Όμως, ουδέποτε εκδόθηκε τέτοια απόφαση από τον αρμόδιο Υπουργό Οικονομικών, αφού ούτε οι εναγόμενοι - εκκαλούντες επικαλούνται την έκδοση της, αλλά ούτε και προκύπτει ότι έγινε κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, με το υπ'αριθμ. πρωτ. 6620/Φ7358/11-11-2009 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Θεσσαλονίκης, που προσκομίζει μετ'επικλήσεως ο ενάγων-εφεσίβλητος, σε απάντηση της υπ' αριθμ.
πρωτ. 6620/9-10-2009 αίτησης του τελευταίου σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικού περί μη προβολής δικαιωμάτων του Δημοσίου στην επίδικη έκταση, βεβαιώνεται ότι: "Καταρχήν όπως διαπιστώθηκε τόσο από τα στοιχεία που προσκομίσατε, όσο και από τα στοιχεία της Υπηρεσίας μας, το παραπάνω οικοπεδικό τμήμα που απαλλοτριώθηκε, δεν εμπίπτει στα καταγραμμένα στα κτηματολόγια της Υπηρεσίας μας σήμερα δημόσια ή ανταλλάξιμα κτήματα".
Επομένως, ο ανωτέρω ισχυρισμός των εναγομένων, καθώς και ο αντίστοιχος λόγος έφεσης, περί κυριότητας του Δημοσίου επί της επίδικης ρυμοτομούμενης έκτασης ελέγχεται απορριπτέος ως κατ'ουσίαν αβάσιμος. Αλλά και ο έτερος ισχυρισμός των εκκαλούντων, που αποτελεί και τον σχετικό τρίτο λόγο της έφεσής τους, ότι ο εφεσίβλητος συνεταιρισμός μεταβίβασε και εκχώρησε στα 16 μέλη του όλα τα δικαιώματά του στα αδιάθετα ρυμοτομούμενα τμήματα της ιδιοκτησίας του (μεταξύ των οποίων και τις αξιώσεις του για αποζημίωση αυτών λόγω ρυμοτομίας), το έτος 1990, με το από 2-4-1990 πρακτικό τακτικής μικτής συνεδρίασης του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου του, ανεξάρτητα από το ότι έρχεται σε αντίφαση με τον αμέσως προηγούμενο ισχυρισμό τους, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αφού η απόφαση που λήφθηκε με το προαναφερόμενο πρακτικό, που προσκομίζεται με επίκληση από τους εκκαλούντες (και το οποίο σημειωτέον υπογράφεται από τον δικαιοπάροχο τους Β.
Σ., με την ιδιότητα του τότε γενικού γραμματέα του ενάγοντος συνεταιρισμού), "περί οριστικής μεταβίβασης του υπολοίπου κοινοχρήστου τμήματος του οικοπέδου …, το οποίο μέχρι σήμερα (όπως αναφέρεται στο πρακτικό) κατέχει ο συνεταιρισμός, στα 16 μέλη του" ουδέποτε υλοποιήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Αξίζει να επισημανθεί εδώ ότι με προγενέστερες δικαστικές αποφάσεις και συγκεκριμένα με τις υπ' αριθμ.
ΙΝ/1989, 19579/2002, 38289/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 873/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκαν κατόπιν σχετικών αιτήσεων του ενάγοντος συνεταιρισμού, ο τελευταίος αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης που είχε καθοριστεί δικαστικά για άλλα τμήματα της ρυμοτομούμενης αδιανέμητης έκτασης του … οικοπέδου (βλ.
τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο ως άνω δικαστικές αποφάσεις). Όπως προκύπτει από τη διεξαγωγή των δικών αυτών ο ενάγων ουδέποτε εκδήλωσε την βούληση να θέσει το αδιανέμητο ακίνητό του σε κοινή χρήση χωρίς να εισπράξει αντίστοιχη αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας και ουδέποτε ανέχθηκε την ανωτέρω στέρηση της ιδιοκτησίας του, υπό την έννοια ότι δεν επιθυμούσε να αποζημιωθεί για την κατάληψή του με σκοπό τη διάνοιξη της οδού ….
Από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι η αδιανέμητη ρυμοτομούμενη έκταση (στην οποία εμπίπτει το επίδικο τμήμα) του … οικοπέδου παραχωρήθηκε στην κοινή χρήση με την εκφρασμένη ή έστω συναγόμενη βούληση του ενάγοντος (βλ. σχ. υπό στοιχ. 31 νομική σκέψη), όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με την υπό κρίση έφεσή τους, αλλά αντίθετα αυτή απαλλοτριώθηκε για τη διάνοιξη των οδών ….
και …, με αποτέλεσμα να οφείλεται στον δικαιούχο ενάγοντα η ανάλογη αποζημίωση, όπως κατά τα κατωτέρω προσδιορίστηκε. Επομένως, ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατόπιν σχετικής αίτησης του ενάγοντος-εφεσίβλητου περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας για την αποζημίωση του επιδίκου τμήματος οικοπέδου που ρυμοτομήθηκε, η οποία (αίτηση) εκδικάσθηκε με την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων στις 4-2-2003, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 16959/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 1325 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, στη συνέχεια δε κατόπιν νέας αίτησης του ενάγοντος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου) για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το ως άνω τμήμα οικοπέδου, εμβαδού 141,80 τ.μ.
εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1141/2005 απόφαση, η οποία καθόρισε σε βάρος των πέμπτης, έκτης και εβδόμου των εναγομένων, που είχαν παρασταθεί στη δίκη, την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 1250 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Ακολούθως, κατόπιν της με αριθμό κατάθεσης 1707/2006 αίτησης του ενάγοντος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης του ως άνω ακινήτου, η οποία συζητήθηκε στις 1-10-2007, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 439/2008 απόφαση, η οποία καθόρισε και πάλι την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 1250 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο ως προς τους πρώτο, τρίτο και τέταρτη των εναγομένων, οι οποίοι είχαν παρασταθεί στην παραπάνω δίκη.
Τέλος, επί της με αριθμό κατάθεσης 2710/2008 αίτησης του ενάγοντος περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης του επιδίκου ακινήτου, η οποία συζητήθηκε στις 16-2-2009, εκδόθηκε σε βάρος του δευτέρου εναγομένου η υπ' αριθμ. 722/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 1300 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο....Ο ισχυρισμός των εναγομένων, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με την έφεσή τους, ότι όταν ο ενάγων συνεταιρισμός με την υπ' αριθμ.
…/1956 πράξη διανομής του διοικητικού του συμβουλίου διένειμε και παραχώρησε στα μέλη του, αυτοτελή και διαιρετά τεμάχια οικοπέδου της παραπάνω έκτασης των 3.700 τ.μ, γνώριζε την υφιστάμενη από το 1925 ρυμοτομία και για το λόγο αυτό θεωρείται ότι προχώρησε στις μεταβιβάσεις της έκτασης, ελεύθερης από κάθε βάρος, ρυμοτομίας, αποζημίωσης.
παρόδιων κτλ, αφού το αντίθετο θα ήταν ανήθικο και άδικο προς τα μέλη του, όπως άλλωστε τούτο συνηθίζεται να περιλαμβάνεται στα συμβόλαια, είναι παντελώς αβάσιμος, αφού στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση. Ο δε ενάγων συνεταιρισμός, ο οποίος συστήθηκε με σκοπό τη στεγαστική αποκατάσταση των μελών του ενεργούσε και ενεργεί προς το συμφέρον των μελών του, αφού μετά την ευδοκίμηση κάθε αίτησης αποζημίωσης για τις πράξεις τακτοποίησης και απαλλοτρίωσης, που εκδόθηκαν, τόσο για το υπ' αριθμ.
… οικόπεδο, όσο και για τα υπόλοιπα που του παραχωρήθηκαν, διένειμε σε όλα τα μέλη του ισόποσα τις επιδικασθείσες αποζημιώσεις (βλ. τις προαναφερόμενες 38289/2009, 19.579/2002 και IΝ/1989 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 873/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και πληθώρα αποδείξεων που προσκομίζει με επίκληση ο ενάγων- εφεσίβλητος, από τις οποίες προκύπτουν καταβολές σε μέλη του μετά από είσπραξη αποζημιώσεων λόγω απαλλοτρίωσης).
Επομένως, οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα ως αποζημιώσεις για την προαναφερόμενη αιτία τα κάτωθι ποσά : 1) έκαστος των πρώτου, τρίτου και τέταρτης των εναγομένων το ποσό των (141,80 χ 74,12/1000 = 10,510 χ 1.250 =) 13.137,77 ευρώ, 2) ο δεύτερος εναγόμενος το ποσό των (141,80 χ 74,12/1000 = 10,510 χ 1.300 =) 13.663 ευρώ, 3) η πέμπτη εναγομένη το ποσό των (141,80 χ 1/8 = 17,725 χ 1.250 =) 22.156,25 ευρώ και 4) έκαστος των έκτης και εβδόμου αυτών το ποσό των (141,80 χ 3/16 " 26,587 χ 1.250 =) 33.234,38 ευρώ. " Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 14 και 19 και ορθώς από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και με τον συναφή δεύτερο λόγο από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου, που ερευνώνται ενιαία, οι αναιρεσείοντες, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, προβάλλουν τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με το να αναγνωρίσει τον αναιρεσίβλητο κύριο του επιδίκου και δικαιούχο της αποζημίωσης απορρίπτοντας τον ισχυρισμό τους περί έλλειψης κυριότητας του τελευταίου από το έτος 1956 για τους λόγους ότι:
α) o αναιρεσίβλητος, μετά τη διανομή του 1956, έθεσε τις ρυμοτομούμενες εκτάσεις στην κοινή χρήση, η δε οδός … αποτυπώνεται στον πολεοδομικό χάρτη Θεσσαλονίκης του έτους 1940, β) στον τίτλο κτήσης του αναιρεσίβλητου γίνεται ρητή μνεία του βάρους της ρυμοτομίας και γ) με την 68/1956 πράξη διανομής, αυτός διένειμε και μεταβίβασε το σύνολο της παραχωρηθείσας έκτασης, προβαίνοντας σε εκούσια υλοποίηση της υφιστάμενης ρυμοτομίας, ενώ η αδιανέμητη ρυμοτομούμενη έκταση ουδέποτε αποτέλεσε οικοπεδική έκταση δεκτική κυριότητας αλλά αφέθηκε στην κοινή χρήση σε εκτέλεση του ρυμοτομικού σχεδίου, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3, 2 παρ. 1 εδ.
α', 23 έως 35 και 37 παρ. 1, 42 έως 48 του ν.δ. 17 Ιουλίου/16 Αυγούστου 1923 "Περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους", των άρθρων 1, παρ. 1-2 και 4, 6 παρ. 1 έως 3 και 6 του ν. 5269/1931 "Περί αδειών οικοδομών επί των ρυμοτομουμένων ακινήτων" και 1 παρ. 1 και 2, 2 παρ. 1, 3, 4, 5 παρ. 1 και 6 παρ. 1 έως 4 του από 7/13 Μαϊου 1936 β.δ. "Περί εκτελέσεως της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 5269/1931", 7 εδ.
β του β.δ. της 29/30 Απριλίου 1953 "Περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" και 28 του ν. 1337/1983 "Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ" αλλά και εκ πλαγίου, γιατί ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου και της θέσης ή μη αυτού στην κοινή χρήση, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Σύμφωνα με τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως 1) ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε το έτος 1955 λόγω παραχώρησης από το Ελληνικό Δημόσιο οικοπεδική έκταση 3.700 τμ, επί της οδού … στη …, που αποτελούσε τμήμα του Β.Κ. 273 οικοπέδου και ότι διένειμε από την έκταση αυτή στα μέλη του το έτος 1956 1.400 τμ και 253 τμ, 2) ότι η εναπομείνασα μετά τη διανομή έκταση δεν διατέθηκε στα μέλη του αναιρεσιβλήτου συνεταιρισμού ούτε αφέθηκε στην κοινή χρήση ως φέρουσα το βάρος της ρυμοτομίας αλλά παρέμεινε αδιανέμητη χωρίς η κυριότητά της να επανέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο λόγω μη έκδοσης απόφασης του Υπουργού Οικονομικών περί της διοικητικής κατάληψης αυτής, 3) ότι το απαλλοτριωθέν λόγω ρυμοτομίας επίδικο τμήμα των 141,80 τμ περιλαμβάνεται στην πιο πάνω αδιανέμητη ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου και 4) ότι ο τελευταίος, ως κύριος του επιδίκου, είναι δικαιούχος της αποζημίωσης και υπόχρεοι προς καταβολή αυτής οι αναιρεσείοντες, ως συγκύριοι της ιδιοκτησίας Α, που ωφελείται από τη διάνοιξη της οδού … και βαρύνεται με την αποζημίωση.
Ενόψει αυτών των παραδοχών συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής εκ των ως άνω επικαλούμενων διατάξεων εκείνων του ν. 5269/1931, σε συνδ. με το ν.δ. 17-7/16-8-1923, το από 7/13 Μαϊου 1936, το β.δ. "Περί εκτελέσεως της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 5269/1931" και το β.δ. της 29/30 Απριλίου 1953 "Περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", περί αποζημίωσης του αναιρεσείοντος λόγω ρυμοτομίας, ως δικαιούχου αυτής, τις οποίες και δεν παραβίασε το Εφετείο με την εφαρμογή τους, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 28 του ν. 1337/1983, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, καθόσον, υπό τα γενόμενα δεκτά πραγματικά γεγονότα, δεν συνέτρεξαν οι σωρευτικά απαιτούμενες από τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις για τη μετάθεση της κυριότητας του επιδίκου, λόγω απόκτησης κοινοχρησίας, στον οικείο ΟΤΑ χωρίς την υποχρέωση αποζημίωσης.
Περαιτέρω, με τις ίδιες παραδοχές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου κατά τη θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της ιδιότητας του αναιρεσιβλήτου ως κυρίου του επιδίκου και δικαιούχου της αποζημίωσης.
Η φερόμενη ασάφεια λόγω του ότι το Εφετείο δεν προσδιορίζει τη φύση της ιδιοκτησίας "Γ", από την οποία προέρχεται η ρυμοτομηθείσα έκταση, ώστε να κριθεί εάν η τελευταία προέρχεται από την αδιανέμητη ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου καλύπτεται από τις ως άνω παραδοχές, ενώ η επικαλούμενη αντίφαση εξαιτίας του ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος διένειμε στα μέλη του το έτος 1956 τα μη ρυμοτομούμενα τμήματα του όλου ακινήτου του, δέχεται παράλληλα ότι η αδιανέμητη έκταση από το ίδιο ακίνητο δεν τέθηκε στην κοινή χρήση λόγω ρυμοτομίας αλλά αποτελεί αποζημιούμενη ιδιοκτησία, δεν συνιστά αντίφαση.
Οι δε αναιρεσείοντες, υπό την επίφαση των ως άνω αναιρετικών πλημμελειών, επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι ίδιοι έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.
Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι ο αναιρεσίβλητος είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους ότι η κυριότητα των ρυμοτομούμενων τμημάτων του παραχωρηθέντος σ' αυτόν ακινήτου περιήλθε, μετά τη διανομή, αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, σύμφωνα με ως άνω γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ρητά με την παραδοχή ότι το τμήμα του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου που απέμεινε μετά τη διανομή στα μέλη του, δεν έχει περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου λόγω μη έκδοσης της προβλεπόμενης κατά νόμο απόφασης του αρμόδιου Υπουργού Οικονομικών.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την ένστασή τους περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, αν και το επίδικο ρυμοτομηθέν τμήμα είχε ήδη τεθεί στην κοινή χρήση, ως κοινόχρηση οδός, από το έτος 1955 και η κυριότητα του αναιρεσιβλήτου επ' αυτού είχε από τότε αποσβεστεί, άλλως περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσιβλήτου προς άσκηση της ένδικης αγωγής του, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 που ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα ιδιωτικά ακίνητα καθίστανται κοινόχρηστοι χώροι χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 278 του ΑΚ, κατά την οποία ο δανειστής ή όποιος άλλος έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να προτείνει την παραγραφή και αν ακόμη δεν την προτείνει ή παραιτείται από αυτήν ο οφειλέτης.
Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Όσον αφορά δε στην ένσταση παραγραφής του δικαιώματος του ενάγοντος περί δικαστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και κατ' επέκταση έλλειψης εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, την οποία πρόβαλαν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι και επαναφέρουν με τον έκτο λόγο της έφεσής τους, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, ενόψει του ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προπαρατεθείσα υπό στοιχ. 3111 νομική σκέψη, ο χρόνος της εικοσαετούς παραγραφής-ξεκινά από τότε που κατέστη αμετάκλητη η απόφαση-του - Νομάρχη που ενέκρινε την πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης οικοπέδων, εν προκειμένω δε, η προδιαληφθείσα πράξη τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημίωσης που αφορά το επίδικο οικοπεδικό τμήμα της με στοιχείο "Γ" ιδιοκτησίας του ενάγοντος, εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ.
πρωτ. Δ.Π/ΤΑ 61944/6604/94/31-1-1995 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης ενώ δεν προκύπτει πότε αυτή έγινε αμετάκλητη. Σε κάθε όμως περίπτωση ο χρόνος αυτός, που, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αποτελεί την αφετηρία έναρξης του χρόνου παραγραφής της αξίωσης για τον δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης, είναι μεταγενέστερος του χρόνου εκδόσεως της παραπάνω εγκριτικής απόφασης (1995).
Από του χρόνου δε αυτού μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (2009) δεν έχει παρέλθει εικοσαετία, ώστε η ένδικη αξίωση του ενάγοντος να έχει υποκύψει σε παραγραφή, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι. Το υποστηριζόμενο από αυτούς γεγονός ότι η περιοχή όπου βρίσκεται το ρυμοτομούμενο, έχει πλήρως διαμορφωθεί από του έτους 1955 και ότι έκτοτε το ρυμοτομούμενο τμήμα της ιδιοκτησίας του ενάγοντος έχει τεθεί σε κοινή χρήση, ως κοινόχρηστη δημοτική οδός, είναι χωρίς έννομη επιρροή για την έναρξη του χρόνου της παραγραφής (και κατ'επέκταση και της έλλειψης εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ένδικης αγωγής) ως προς αυτούς, αφού σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προπαρατεθείσα υπό στοιχ. 3 ΙΙΙ νομική σκέψη, η υποχρέωση των παρόδιων ωφελούμενων ιδιοκτητών, όπως είναι οι εναγόμενοι, εξακολουθεί ακόμη και αν ο Δήμος κατέλαβε και κατέχει τα ρυμοτομούμενα τμήματα και έχει ενδεχομένως υποκύψει σε παραγραφή η έναντι αυτού αξίωση του κυρίου του απαλλοτριωθέντος ακινήτου".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο οι πιο πάνω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες και ορθά δεν εφαρμόστηκαν, αφού το πραγματικό τους δεν επληρούτο, καθόσον το Εφετείο έκρινε ότι η επίδικη απαλλοτριωθείσα έκταση ουδόλως τέθηκε στην κοινή χρήση κατά το έτος 1955 (ή σε οποιονδήποτε άλλο χρόνο) με μετάθεση της κυριότητάς της στο Δήμο Θεσσαλονίκης λόγω ρυμοτομίας χωρίς αποζημίωση και απόσβεση της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, ώστε ο χρόνος παραγραφής της ένδικης αξίωσης του τελευταίου να αρχίζει από το έτος 1955, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, δεχόμενο συνακόλουθα το Εφετείο ότι υφίστατο έννομο συμφέρον του αναιρεσιβλήτου προς άσκηση της ένδικης αγωγής του. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Απριλίου 2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1188/86/4-4-2018) αίτηση αναίρεσης της 2710/29-11-2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε, κατά το προεισαγωγικό τμήμα της, με την 792/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ