Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
872/2019 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific legal provision and material facts in appeal brief.

Geschäftsnummer 872/2019
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Larissa regarding a medical malpractice claim. The appellants argued that doctors failed to follow medical standards during childbirth, causing permanent paralysis, but their brief was rejected for being vague and lacking specific legal citations. The court ruled that the appeal failed because it did not identify the violated legal provision or the material facts upon which the lower court's decision was based.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the brief fails to cite the specific legal provision violated and does not state the material facts found by the lower court.

Schlagwörter

KI-generiert
inadmissible appeal medical malpractice lack of material facts Code of Civil Procedure specific legal provision medical negligence permanent disability

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 491 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 872 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 872/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Φ., συζύγου Δ. Κ., 2) Δ. Κ. του Α., 3) Σ. Μ. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Κυριακής Πακιρτζίδου και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ευθυμίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. χήρας Μ. Ρ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Ν. Ρ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Γ. Ρ. του Μ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Ν. Ρ., 4) Α. Ρ. του Μ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Ν. Ρ., 5) Μ. Ρ. του Μ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Ν. Ρ., κατοίκων ..., 6) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σωτηρίου και κατέθεσαν προτάσεις, 7) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου και δεν κατέθεσε προτάσεις, 8) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Λεβέντη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των υπό στοιχεία 3-6 ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 9/1/2016 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 35/1/2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Λάρισας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου και εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτής α) Γ. Ρ. του Μ., β) Α. Ρ. του Μ., γ) Μ. Ρ. του Μ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/10/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την με αριθμό κατάθεσης 734/2001 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση του πρώτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 4/2002 πρόσθετη παρέμβαση της έβδομης των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 14/3/2003 πρόσθετη παρέμβαση της όγδοης των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 226/2005 μη οριστική και 111/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 269/2013 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/6/2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, που, κατ' άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και με το θάνατο κάποιου διαδίκου. Επέρχεται δε η διακοπή από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτού προς τον αντίδικο, η οποία μπορεί να γίνει με προφορική δήλωση, στο ακροατήριο, του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος της διακοπής, από τον ίδιο δε, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση, μπορεί να γίνει εκουσίως και η επανάληψη αυτής και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου, ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 272/2012, ΑΠ 760/2011, ΑΠ 160/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, από την προσκομιζόμενη με αριθμό …5/1/2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου, που συνέταξε ο Ληξίαρχος του Δήμου …, στις 09-01-2016, απεβίωσε στη … η δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα: α) ….76/14-01-2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου …, β) ….42/2016 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης, του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λάρισας, γ) 4280/13-11-2018, πιστοποιητικό, περί μη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης, του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δ) 694/13-11-2018 πιστοποιητικό περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λάρισας, κληρονομήθηκε από τα τέκνα της Γ.

Ρ. του Μ., Α. Ρ. του Μ., και Μ. Ρ. του Μ., ήδη τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, μοναδικούς κληρονόμους της, αφενός, εκ της από 12-09-2010 ιδιόγραφης διαθήκης της, δημοσιευθείσας νόμιμα, με το ως άνω πρακτικό δημοσιεύσεως, με την οποία εγκαταστάθηκαν αυτοί κληρονόμοι σε δήλα πράγματα και, αφετέρου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι σε όλη την υπόλοιπη κληρονομία της.

Επομένως, αυτοί, ως μοναδικοί εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που, κατά τ' ανωτέρω, απεβίωσε (άρθρα 1710, 1711, 1712, 1724, 1846 και 1857 παρ. 1 ΑΚ), εκπροσωπούμενοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σωτηρίου, δυνάμει του ….54/16-11-2018 ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου του Συμβολαιογράφου Α.

Π., νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, το θάνατο της πιο πάνω αναιρεσίβλητης και την εκούσια, στο όνομά τους, επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, λόγω του θανάτου αυτής, σημειουμένου ότι δεν αμφισβητήθηκε η ιδιότητά τους ως μόνων κληρονόμων της. II. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 876/2012, 176/2011, 1/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Ειδικότερα, μνημονεύονται: α) οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η ….1/17-03-2003 ένορκη βεβαίωση του Π.

Σ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ. Π., που δόθηκε νόμιμα, β) οι από 12-05-2006 και 18-5-2006 γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων, ιατρών, Χ. Η. και Χ. Ζ., που διορίσθηκαν με την 226/2005, παρεμπίπτουσα, απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, γ) όλα, ανεξαιρέτως, τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων η από 13-06-2006 "ιατρική έκθεση" του τεχνικού συμβούλου Γ.

Π., ιατρού μαιευτήρα - γυναικολόγου και η από Δεκέμβριο 2012 "ιατροδικαστική γνωμοδότηση" του ειδικού ιατροδικαστή Χ. Κ.. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, αλλά, για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 32/1996, 20/2005, ΑΠ 1401/2010).

Ακόμη, πρέπει, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως). Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 27/1998 ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1432/2004, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 714/1973, ΑΠ 255/2018, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 432/2016, ΑΠ 151/2015, ΑΠ 17/2012).

Εν προκειμένω, με τους δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για ανεπαρκείς αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης απόφασής του, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκειμένης δίκης, αιτιώμενοι, ειδικότερα, αυτό ότι δεν αιτιολογεί επαρκώς σε ποια εβδομάδα της κυήσεως ευρίσκετο η ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, ποια ήταν η πιθανή ημέρα τοκετού, ώστε να ελεγχθεί αν η κύησή της ήταν σε παράταση, δεν αναφέρει το ακριβές χρονικό σημείο, στο οποίο παρουσιάστηκε η ωμική δυστοκία, πόσο χρόνο διήρκεσε, σε ποιο χρόνο ξεκίνησαν οι χειρισμοί του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου μαιευτήρα - ιατρού, πόσο χρονικό διάστημα διήρκεσαν οι χειρισμοί του και ποια τα αποτελέσματα του κάθε χειρισμού.

Δεν αναφέρει, ακόμη τον αλγόριθμο αντιμετώπισης της δυστοκίας των ώμων, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τέχνης. Δέχεται ότι η ήδη πρώτη αναιρεσείουσα δεν έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, τη στιγμή που ουδέποτε υποβήθηκε αυτή σε εξέταση καμπύλης γλυκόζης. Αναφέρει, ότι το έμβρυο αναπτυσσόταν φυσιολογικά χωρίς ανατομικές ή άλλες ανωμαλίες, τη στιγμή που ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ιατρός γυναικολόγος, ουδέποτε υπέβαλε την ως άνω αναιρεσείουσα σε υπερηχογράφημα Β' επιπέδου.

Τέλος, επικαλούνται ότι ο ίδιος, αναιρεσίβλητος, ιατρός, με τους λοιπούς ιατρούς, που επιλήφθηκαν του τοκετού της πρώτης αναιρεσείουσας, προέβησαν σε αδέξιους και εσφαλμένους χειρισμούς, ασκώντας υπερβολική έλξη της κεφαλής της νεογέννητης θυγατέρας τους, κατά παράβαση των αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, με συνέπεια την παράλυση ERB του βραχιονίου πλέγματος και την πρόκληση σ' αυτή μόνιμης βλάβης, που την καθιστά ανάπηρη σε ποσοστό 67% και παραπέμπουν, προς ενίσχυση των απόψεών τους αυτών, σε ημεδαπή και διεθνή ιατρική βιβλιογραφία.

Αμφότεροι, όμως, αυτοί οι αναιρετικοί λόγοι κρίνονται απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, προεχόντως, λόγω της αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο, ενάριθμα η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ως παραβιασθείσα, ούτε διαλαμβάνονται σ' αυτό οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση, πλην της παράθεσης, σ' αυτό, ελαχίστων, περιορισμένων και κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, με επιλεκτικές παραπομπές σε ορισμένες σελίδες της, ενώ τέλος, δεν αναφέρουν ούτε το αντικείμενο και το συγκεκριμένο αίτημα της ένδικης αγωγής.

Πέραν τούτου, οι υπόψη αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι και διότι τα περιστατικά, που διαλαμβάνουν οι αναιρεσείοντες στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή τους, δεν αποτελούν ζητήματα, αλλά ελλείψεις σχετικά με την επί των αποδείξεων επιχειρηματολογία τους και με το πρόσχημα των επικαλουμένων πλημμελειών, πλήττουν την, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.

ΙV. Επομένως, μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμό 269/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-06-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 269/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ως άνω αίτησης αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ