Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
872/2018 KI-generiert

Supreme Court partially allowed appeal, dismissing appeal against appeal and rejecting appeal against appeal against appeal.

Geschäftsnummer 872/2018
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the Public Law Entity against the Third Instance Court's decision. The appellants, heirs of the original plaintiffs, argued for a specific pension benefit, while the respondent contended the regulation was repealed for future cases. The court ruled that the appeal against the appeal was inadmissible due to procedural defects, but allowed the appeal against the appeal against the appeal, thereby remanding the case for judgment on the merits.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 1648 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to appear or participate properly in an appeal hearing, the court must verify if the remaining parties validly expedited the hearing; if so, the case proceeds as if all parties were present, otherwise the appeal is inadmissible.

Schlagwörter

KI-generiert
appeal against appeal inadmissible appeal procedural defect pension benefit repealed regulation heirs of plaintiffs court costs

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 1648 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 179, last paragraph of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 189, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 872 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 872/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" και ήδη "ΕΝΙΑΙΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΦΑΠΑΞ ΠΑΡΟΧΩΝ" (ΕΤΕΑΕΠ) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Πετρόγλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Κ., χήρας Γ. Κ., το γένος Α. Π., 2)Π. Κ. του Γ. και 3)Δ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Γ. Κ., 4)Μ. Π., χήρας Α., το γένος Β. Ο., 5)Ε. Π. του Α. και 6)Α. Π. του Α., κατοίκων ... Αττικής. Οι 1η, 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, που κατέθεσε προτάσεις και οι 4η, 5ος και 6η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/4/2006 αγωγή των αρχικών διαδίκων Γ. Κ. και Α. Π., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1247/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 2245/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5769/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο με την από 26/9/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2 και 4, 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή δεν μετάσχει σ’ αυτήν κανονικά, δηλαδή με δικηγόρο που έχει πληρεξουσιότητα, η οποία χορηγήθηκε με τον τύπο που ορίζει ο νόμος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αναίρεσης.

Αν δε την συζήτησή της επέσπευσε έγκυρα ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης (ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος από τους διαδίκους την επέσπευσε) κηρύσσεται αυτή απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση.

Σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος διάδικος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί νόμιμα ως προς τους εκπροσωπούμενους από πληρεξούσιο δικηγόρο ή τους διαδίκους που κλητεύθηκαν νόμιμα, ενώ ως προς τους λοιπούς κηρύσσεται απαράδεκτη (άρθρο 576§3 εδ.

β’ ΚΠολΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 - σχετ. ΑΠ 969/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94§1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Σύμφωνα δε με το άρθ. 104 εδ. α του ίδιου Κώδικα, για μεν τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και εάν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 96§§ 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε πριν από την προσθήκη εδαφίου στην παράγραφο 3 με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 ( ΦΕΚ Α’ 22.12.2017 ) και είναι εδώ εφαρμοστέο ως εκ του χρόνου συζήτησης της υπόθεσης, στην διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου καθώς και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι θεωρείται ότι κάποιος διάδικος δεν λαμβάνει μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, άρα είναι δικονομικά απών και δικάζεται ερήμην, και όταν ο δικηγόρος που τον εκπροσώπησε δεν είχε πληρεξουσιότητα (Ολ ΑΠ 8/2009, ΑΠ 722/2013), η οποία χορηγήθηκε σύμφωνα με τον τύπο που ορίζει ο νόμος και την έλλειψη της οποίας εξετάζει αυτεπάγγελτα το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης ( άρθρο104 εδ.

τελευταίο ΚΠολΔ). Περαιτέρω, το άρθ.665§2 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ (όπως το εδάφιο αυτό είχε προστεθεί με το άρθρο15§6 ν.4055/2012 και είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 65§2 ν.4139/2013), το οποίο όριζε ότι στις εργατικές διαφορές "Κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή" καταργήθηκε σιωπηρά με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 ν.4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι αντικαθίσταται το βιβλίο τέταρτο (άρθρα 591-681Δ) του ΚΠολΔ και θεσπίζονται ως νέες διατάξεις τα άρθρα 591-645, όπου δεν περιλαμβάνεται παρόμοια ρύθμιση.

Εξάλλου, το άρθρο ένατο του ως άνω άρθρου 1 ν.4335/2015 (μεταβατικές και άλλες διατάξεις) ορίζει στην παρ.2 ότι "Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές" και στην παρ.4 ότι "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016".

Τέλος, με την διάταξη του άρθ.12 ΕισΝΚΠολΔ (που ορίζει ότι "Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο") σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθ.24§1 εδ.

α’ του αυτού ΕισΝΚΠολΔ καθιερώνεται γενικότερη δικονομική αρχή, κατά την οποία οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο διενέργειάς τους. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγείται μετά την 1-1-2016 (και μέχρι την προσθήκη εδαφίου στην παράγραφο 3 του άρθρου 96 με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017) σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται και στις εργατικές διαφορές με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και όχι με ιδιωτικό έγγραφο, όπως γινόταν υπό την ισχύ της διάταξης του άρθ.665§2 ΚΠολΔ., που έπαυσε να ισχύει από 1-1-2016 (ΑΠ 115/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση το αναιρεσείον και οι τρεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Αθηνά Πετρόγλου και Αλέξανδρο Στρίμπερη αντίστοιχα, οι οποίοι έχουν εφοδιαστεί με την απαιτούμενη προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα (βλ.

τα .../2017 και ...2017 πληρεξούσια των Συμ/φων Αθηνών Μ. Μ. και Μ. Μ. αντίστοιχα). Αντίθετα, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι τρεις τελευταίοι των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, φέρονται ότι επέσπευσαν τη συζήτηση (μαζί με τους υπόλοιπους αναιρεσιβλήτους) με την επίδοση στο αναιρεσείον αντιγράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς εμφάνιση κατά την σημερινή δικάσιμο (βλ.

την ... /7.9.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ν. Φ.). Δεν αποδεικνύεται όμως η παροχή εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων αυτών πληρεξουσιότητας προς τον προαναφερόμενο δικηγόρο Αλέξανδρο Στρίμπερη για την επίσπευση της συζήτησης και έτσι η επίσπευση ως προς αυτούς είναι άκυρη. Ενόψει τούτων και όσων εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη και δεδομένου ότι η δημιουργούμενη μεταξύ των αναιρεσιβλήτων ομοδικία είναι απλή, πρέπει η συζήτηση ως προς τους τρεις αυτούς αναιρεσιβλήτους να κηρυχθεί απαράδεκτη, να προχωρήσει δε κανονικά ως προς τους παρισταμένους και νομίμως εκπροσωπούμενους διαδίκους.

ΙΙ. Με την κρινόμενη από 26.9.2016 αίτηση προσβάλλεται η 5769/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση του πρώτου των εναγόντων και των κληρονόμων του δευτέρου απ’ αυτούς κατά της 2245/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίστηκε η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αναφερόμενη κατωτέρω ένδικη αγωγή, και ακολούθως έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο και τώρα αναιρεσείον να καταβάλει στον πρώτο των εναγόντων ( ο οποίος στο μεταξύ απεβίωσε και στη θέση του υπεισήλθαν, ως μόνοι κληρονόμοι του, οι τρεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων) και στους κληρονόμους του δευτέρου τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά ως επίδομα αγωνιστή εθνικής αντίστασης.

Η αίτηση στρέφεται κατ’ απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), υπογράφεται δε από την προαναφερόμενη δικηγόρο Αθηνών Αθηνά Πετρόγλου, στην οποία, όπως προκύπτει από το μνημονευόμενο και ανωτέρω 46370/5.1.2017 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Α.Μ., το οποίο προσκομίζει με επίκληση το αναιρεσείον Ταμείο, το τελευταίο, εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς την εν λόγω δικηγόρο να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης και να το εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου, εγκρίνει και σιωπηρή παραίτησή του από το δικαίωμα για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, η οποία παραίτηση συνάγεται από την απευθείας άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικά, ισχυροποίησε την παραίτηση από τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε σε αναίρεση (Ολ ΑΠ 17/2013, ΑΠ 782/2017). Επομένως , πρέπει η ένδικη αίτηση να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ’ αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους ( άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Στο άρθρο 7 του ν.δ. 1799/42 (ΦΕΚ Α’ 245), το οποίο κυρώθηκε με την 333/46 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου ( Α’ 185), διαλαμβάνονται τα εξής: "Το άρθρο 11 του υπ’ αρ. 1040/42 ν.δ. αντικαθίσταται ως εξής: "I. Οι ανάπηροι πολέμου, τραυματίαι και έφεδροι αξιωματικοί ή οπλίται πολεμισταί του πολέμου 40 - 41, κατά την έννοιαν του άρθρου 9 του παρόντος, τυγχάνοντες προ του πολέμου υπάλληλοι σε δημόσιες, δημοτικές ή κοινοτικές υπηρεσίες ή υπάλληλοι σε οργανισμούς δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου εν γένει, υφισταμένους κατά τη δημοσίευση του παρόντος, προάγονται κατ’ απόλυτη προτίμηση στον αμέσως ανώτερον του ον κέκτηνται νυν βαθμόν, προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεως και αν έτι δεν έχουν συμπληρώσει τον προς προαγωγή απαιτούμενο χρόνον, εφόσον κέκτηνται τα λοιπά κατά τας κειμένας διατάξεις απαιτούμενα προσόντα ... 2.

Εφόσον κατά τας κειμένας διατάξεις δεν προβλέπεται οργανική θέση ανώτερου βαθμού της υπό τούτων κατεχομένης, χορηγείται υπό τας αυτάς προϋποθέσεις ο μισθός του αμέσως ανωτέρω βαθμού της διαβαθμίσεως αυτών εν τη υπαλληλική ιεραρχία. Μη υφισταμένης τοιαύτης διαβαθμίσεως χορηγείται η διαφορά μεταξύ του λαμβανομένου παρ’ αυτών μισθού και του μισθού του αμέσως κατωτέρου βαθμού.

Εις τους οπωσδήποτε μη προαγομένους, ελλείψει προσόντων εν τη κατεχομένη υπηρεσία, χορηγείται επίδομα επί του αρχικού μισθού 15%". Στη συνέχεια, με το άρθρο 11 του ν.δ. 3741/57 ( Α’ 164) ορίστηκε ότι "Η αληθής έννοια της διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν.δ. 1799/42 είναι ότι το βάσει αυτής χορηγούμενον επίδομα θεωρείται ως προσαύξηση του βασικού μισθού".

Περαιτέρω, με τον α.ν. 1836/51 (Α164) "περί τροποποιήσεως και κωδικοποιήσεως της νομοθεσίας περί προστασίας απολυομένων εκ των τάξεων του Στρατού και λαβόντων μέρος στον αγώνα εναντίον των συμμοριτών" προσδιορίστηκαν οι εμπίπτοντες στο πεδίο προστασίας του νόμου αυτού, ορίστηκε ότι τα προστατευόμενα πρόσωπα τοποθετούνται αναγκαστικώς σε εργοδότες, καταργουμένου του προγενέστερου σχετικού ν.δ. 751/48.

Επίσης, κατά το άρθρο 9 παρ. 3 του α.ν. 971/ 49 (Α’ 165), όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1104/ 49 , ορίστηκε ότι "Τα μέλη (βαθμοφόρα ή μη) των Εθνικών αντάρτικων ομάδων και των Εθνικών οργανώσεων εσωτερικού, απολαμβάνουν πάντων των κατά την εκάστοτε ισχύουσαν νομοθεσίαν αναγνωριζομένων ευεργετημάτων υπέρ των αντίστοιχων κατηγοριών των πολεμιστών του πολέμου 40-41 και της Μ.

Ανατολής, πλην των συνταξιοδοτικών τοιούτων". Η διάταξη αυτή ερμηνεύθηκε αυθεντικά ως προς τον όρο "μέλη των εθνικών οργανώσεων" με το άρθρο 1 1 παρ. 7 του ν. 4089/60 (Α125). Ακολούθως με το άρθρο 19 παρ. 1 του ν.δ. 179/69 "περί εθνικής Αντιστάσεως" (Α’ 73) ορίστηκε ότι "οι κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 3 του άρθρου 18 κεκτημένοι χρόνον υπηρεσίας εν τη ζώσης επαφής, απολαμβάνουν πάντων των ευεργετημάτων των κατά την εκάστοτε ισχύουσαν νομοθεσίαν αναγνωριζομένων υπέρ των αντιστοίχων κατηγοριών των πολεμιστών του πολέμου 1940 - 41...".

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 1285/82 (ΑΊ15) ορίστηκε ότι "Εθνική Αντίσταση έκανε κάθε Έλληνας και κάθε Ελληνίδα που αγωνίσθηκε οργανωμένα σε ομάδες εναντίον των στρατευμάτων κατοχής 1941-44 ή έδρασε ατομικά με οποιονδήποτε τρόπο εναντίον τους ή βοήθησε με κάθε τρόπο τους Συμμάχους και τον Συμμαχικό Αγώνα και δεν συνεργάσθηκε με τους κατακτητές".

Με το άρθρο δε 4 του ίδιου νόμου επαναφέρθηκε σε ισχύ ο α.ν. 971/49, που είχε στο μεταξύ καταργηθεί, με το άρθρο 12 ορίστηκε ότι με προεδρικό διάταγμα είναι δυνατή η επέκταση των ευεργετημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 9 του α.ν. 971/49 και στις κατηγορίες δικαιούχων αποκατάστασης που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 11 του εν λόγω νόμου και τέλος με το άρθρο 13 παρ. 1 ορίστηκε ότι από την ημέρα έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού (από 20.9.82) καταργείται το ν.δ. 179/69.

Σε εκτέλεση της ανωτέρω διάταξης εκδόθηκε το πδ 379/1983, με το άρθρο 2 παρ. 4 του οποίου ορίστηκε ότι "Τα μέλη των Εθνικών Αντάρτικων Ομάδων και των Εθνικών Οργανώσεων απολαμβάνουν όλων εκείνων των ευεργετημάτων που αναγνωρίζονται κάθε φορά με νόμο υπέρ των αντιστοίχων κατηγοριών των πολεμιστών του πολέμου 40 - 41 και της Μ.

Ανατολής πλην των συνταξιοδοτικών τοιούτων". Ακολούθως, με το άρθρο 14 του ν. 1648/1986 ορίστηκε ότι "Όσοι έχουν τοποθετηθεί υποχρεωτικά με τις διατάξεις του ν. 751/48, όπως αντικαταστάθηκε με τον α.ν. 1836/51 και εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή είναι συνταξιούχοι από την εργασία αυτή, εφόσον έχουν αναγνωριστεί και ως αγωνιστές της Εθνικής Αντιστάσεως κατά την έννοια του ν. 1285/82 ...

δικαιούνται την προσαύξηση 15% του μισθού ή της σύνταξης τους του άρθρου 7 ν.δ. 1799/42, επί πλέον της προαγωγής του ίδιου άρθρου". Τέλος , με το άρθρο 7 § 5 του ν. 1976/91 ορίστηκε ότι "καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 1645/86 κατά το μέρος που αφορούν τη χορήγηση ειδικού επιδόματος κατά 15% στους μισθούς και τις συντάξεις των αγωνιστών Εθνικής Αντιστάσεως.

Επίσης καταργείται και κάθε άλλη διάταξη, που προβλέπει τη χορήγηση τέτοιου επιδόματος, σε αγωνιστές Εθνικής Αντιστάσεως. Επιδόματα που έχουν αναγνωριστεί με βάση τις καταργούμενες διατάξεις παύουν να καταβάλλονται με πράξη ή απόφαση του οργάνου, που τα έχει χορηγήσει, από της πρώτης του μεθεπομένου της ισχύος του παρόντος μήνα Ποσά που έχουν καταβληθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή δεν αναζητούνται, εκκρεμείς δε δίκες για χορήγηση του επιδόματος αυτού σε οποιοδήποτε στάδιο και αν ευρίσκονται, καταργούνται".

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με το άρθρο 7 του ν.δ. 1799/42, το οποίο αρχικά συμπεριέλαβε όσους έλαβαν μέρος στον πόλεμο 40 - 41, και η ισχύς του οποίου επεκτάθηκε αργότερα και σε άλλες κατηγορίες αγωνιστών, προβλέφθηκε, ως ηθική αμοιβή και αποκατάσταση, εναλλακτικά η προαγωγή κατ’ απόλυτη προτίμηση στον αμέσως επόμενο βαθμό, χωρίς τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου, εφόσον υφίσταντο τα νόμιμα προσόντα ή η μισθολογική μόνο προαγωγή ή η λήψη επιδόματος 15% στους μη προαγόμενους λόγω ελλείψεως προσόντων.

Στη συνέχεια, με το άρθρο 14 του ν.1648/86, προβλέφθηκε για μια ειδική κατηγορία αγωνιστών, δηλαδή για εκείνους που έχουν τοποθετηθεί -διοριστεί υποχρεωτικά κατά τις διατάξεις του ν. 751/48, όπως αντικαταστάθηκε με τον α.ν.1836/51 και εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή είναι συνταξιούχοι από την εργασία αυτή, εφόσον έχουν αναγνωριστεί και ως αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης κατά την έννοια του ν. 1285/82 (και όχι για όλους τους αγωνιστές της εθνικής αντίστασης - πρβλ.

ΣτΕ 1961/2007), σωρευτικά τόσο η προαγωγή όσο και η χορήγηση επιδόματος 15% επί του μισθού ή της συντάξεως. Η προνομιακή όμως αυτή ρύθμιση, που αφορά μόνο την ανωτέρω κατηγορία αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης, καταργήθηκε με το πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 7 του ν.1976/91, το οποίο απέκλεισε για το μέλλον τη χορήγησή του.

Σύμφωνα δε με την οικεία αιτιολογική έκθεση, η κατάργηση αυτή αφορά το επίδομα που προβλέπεται από το ανωτέρω άρθρο 14 του ν.1648/86 ή από οποιαδήποτε άλλη διάταξη και κρίνεται επιβεβλημένη, διότι πρόκειται για επίδομα που δεν καλύπτει όλες τις κατηγορίες των αγωνιστών και επιπλέον γιατί τέτοιου είδους παροχές με εξωϋπηρεσιακά κριτήρια έχουν κριθεί από τα ανώτατα δικαστήρια αδικαιολόγητες.

Όσον αφορά δε τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ.5 του ίδιου ως άνω άρθρου 7 του ίδιου νόμου 1976/91, καταλαμβάνει όσα επιδόματα είχαν ήδη αναγνωριστεί και χορηγούνταν σε αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης (πρβλ. ΣτΕ3833/2003 και 3833/2006), ενώ δεν καταλαμβάνει το ζήτημα της μελλοντικής χορήγησης επιδομάτων, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ρητά ρυθμίζει το πρώτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου.

Eξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, μολονότι συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, οι ενάγοντες, οι οποίοι έχουν ήδη αποβιώσει και στη θέση τους έχουν υπεισέλθει οι κληρονόμοι τους-αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη από 12.4.2006 αγωγή τους, την οποία άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αφού ισχυρίστηκαν ότι είναι συνταξιούχοι υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο πρώτος από 20.2.1992 και ο δεύτερος από 20.2.1977, και λαμβάνουν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον επικουρική σύνταξη και ότι με τις αναφερόμενες πράξεις της αρμόδιας επιτροπής αναγνωρίστηκαν, ο πρώτος το 2000 και ο δεύτερος το 1998, ως αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει το επίδομα, ποσοστού 15%, επί της συντάξεώς τους, που προβλέπεται από το άρθρο 14 του ν. 1648/1986 και το οποίο με την τελευταία αυτή ιδιότητα δικαιούνται.

Το παραπάνω Ειρηνοδικείο κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ’ ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με την 2245/2010 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Στη συνέχεια, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη εδώ 5769/2014 απόφασή του, κρίνοντας επί εφέσεως του πρώτου των εναγόντων και των κληρονόμων του δευτέρου απ’ αυτούς, παρέθεσε στην μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού τις ανωτέρω διατάξεις, ερμηνεύοντας δε αυτές δέχθηκε ότι με το άρθρο 14 του ν.1648/86 προβλέφθηκε η χορήγηση στους αγωνιστές Εθνικής Αντίστασης (χωρίς να διευκρινίζεται ποιά κατηγορία αγωνιστών αφορά) σωρευτικά τόσο η προαγωγή όσο και η χορήγηση επιδόματος 15% επί του μισθού ή της συντάξεως, ότι η προνομιακή αυτή ρύθμιση καταργήθηκε με το πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 7 του ν.1976/91, το οποίο απέκλεισε για το μέλλον τη σωρευτική αποκατάσταση και ότι η διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ.5 του ίδιου ως άνω άρθρου 7 του ίδιου νόμου 1976/91 καταλαμβάνει μόνο όσα επιδόματα αναγνωρίστηκαν και χορηγούνταν σε αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης προνομιακά, δηλαδή σωρευτικά με άλλη μορφή αποκατάστασης.

Ακολούθως, το Εφετείο στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του ως προς την ουσία της υπόθεσης δέχθηκε απλώς και μόνο τα εξής "Ειδικότερα, εν προκειμένω η αποκατάσταση του πρώτου ενάγοντος και του κληρονομούμενου εκ μέρους των λοιπών εναγόντων έγινε εναλλακτικώς και όχι σωρευτικώς. Επομένως, το εναγόμενο πρέπει να καταβάλει το επίδομα αυτό που αντιστοιχεί σε προσαύξηση ποσοστού 15% επί της μηνιαίας επικουρικής συντάξεώς τους ...(αδιακρίτως μάλιστα, αν πρόκειται για επικουρική ή κύρια σύνταξη) ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε για την ανωτέρω αιτία στον πρώτο των εναγόντων και στους κληρονόμους του δευτέρου τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφασή του ποσά. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, όπως βάσιμα προβάλλεται από το αναιρεσείον με το πρώτο σκέλος του μοναδικού, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή, τις αναφερόμενες ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ιδίως εκείνη του άρθρου 14 του ν.1648/86, τις οποίες εφήρμοσε α) αφού, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η χορήγηση του επίμαχου επιδόματος-προσαύξησης, ποσοστού 15% επί των μισθών ή συντάξεων των αγωνιστών Εθνική Αντίστασης, προβλέφθηκε με το ανωτέρω άρθρο 14 του ν.1648/86 μόνο για εκείνους που έχουν τοποθετηθεί υποχρεωτικά κατά τις διατάξεις του ν. 751/48, όπως αντικαταστάθηκε με τον α.ν. 1836/51, και εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή είναι συνταξιούχοι από την εργασία αυτή, ενώ στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες δεν ισχυρίστηκαν με την αγωγή, ότι είχαν τοποθετηθεί υποχρεωτικά σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις ούτε η προσβαλλομένη διέλαβε τέτοια παραδοχή.

β) Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη δηλαδή οι ενάγοντες ενέπιπταν στη ρύθμιση του ανωτέρω άρθρου, δεν δικαιούνται το εν λόγω επίδομα και συνεπώς η αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι, όπως επίσης σημειώθηκε στην μείζονα σκέψη της παρούσας, η ρύθμιση αυτή καταργήθηκε για το μέλλον με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 7 του ν.1976/91, οι δε ενάγοντες - κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή - απέκτησαν την ιδιότητα των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και αξίωσαν την χορήγηση του επίμαχου επιδόματος για πρώτη φορά μετά την έναρξη της ισχύος της παραπάνω καταργητικής διάταξης, ενώ το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του εν λόγω άρθρου, το οποίο αυτοί επικαλούνται, καταλαμβάνει όσα επιδόματα είχαν τυχόν αναγνωριστεί και χορηγούνταν ήδη κατά τον χρόνο κατάργησης της προαναφερόμενης ρύθμισης (του άρθρου 14 του ν. 1648/1986 Ενόψει όλων τούτων και δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους τρεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων, να κρατηθεί και να δικαστεί ως προς αυτούς η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 580 παρ. 3 εδάφιο πρώτο ΚΠολΔ), να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η έφεση που ασκήθηκε από τον ενάγοντα Γ.

Κ., στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι τρεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων και να απορριφθεί αυτή κατ’ ουσίαν, ενώ, μετά απ’ αυτά, παρέλκει η εξέταση του ως άνω μοναδικού λόγου αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος της κατ’ έφεση καθώς και της παρούσας δίκης κατ’ άρθρο 179 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 183, 189 και 191 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της δίκης ως προς τους τρεις τελευταίους των αναιρεσιβλήτων Μ. Π., Ε. Π. και Α. Π. και κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης.

ΑΝΑΙΡΕΙ ως προς τους λοιπούς διαδίκους και συγκεκριμένα ως προς τους Α. Κ., Π. Κ. και Δ. Κ. την 5769/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.4.2011 έφεση του πρώτου των εναγόντων (στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι) κατά της 2245/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους τρεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος της κατ’ έφεση καθώς και της παρούσας δίκης, το οποίο ορίζει σε χίλια πεντακόσια ( 1.500 ) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ