Supreme Court dismisses appeal against labor contract recognition, upholding employee's standing to claim indefinite term status.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the lower court's recognition of an employee's right to an indefinite-term labor contract. The plaintiff argued that successive fixed-term contracts met the cumulative criteria for an indefinite term under specific regulations, creating legal uncertainty regarding her employment status since 1991. The court ruled that the plaintiff's claim was valid because the administrative recognition only covered a partial period, leaving the pre-recognition period legally uncertain and thus preserving her standing to seek judicial confirmation of the full relationship.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 11 of Decree 164/2004; Art. 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure: Successive fixed-term contracts meeting cumulative duration and continuity criteria constitute an indefinite-term contract, and the plaintiff retains standing to claim judicial recognition if administrative decisions leave the pre-recognition period legally uncertain.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 872 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 872/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Χρήστο Βρυνιώτη και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 24η Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Ελληνικού-Αργυρούπολης", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην Αργυρούπολη και έχει υπεισέλθει στα δικαιώματα και της υποχρεώσεις του νπδδ "Δημοτικό Ωδείο Ελληνικού" και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Καρούζου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ε. Σ. του Α., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Φωτεινής Φουρνατζοπούλου - Παυλάτου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 493/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5753/2012 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 25-7-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 7-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α`) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση ..
Η προϋπόθεση του εδαφίου α` της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης...". Η ισχύς του ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε, κατά το άρθρο 12, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (19-7-2004). Περαιτέρω, με τις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 11 του άνω ΠΔ ορίζονται τα ακόλουθα:
Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.
Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο, ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία.
Το κατά τα ανωτέρω αρμόδιο όργανο κρίνει περαιτέρω, εάν στις συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η κατά τις ως άνω διατάξεις κρίση του αρμόδιου οργάνου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός πέντε (5) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος (παρ. 2)". "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτόν των σχετικών κρίσεων (παρ. 3).
Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 είναι συνταγματικώς ανεκτές όλως ειδικώς, ως μεταβατικές διατάξεις "τακτοποίησης" εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος με το από 6-4-2001 ψήφισμα, της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, να απασχολούνται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.
Εξάλλου, με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 1406/1983 ορίζεται, ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός άλλων, και οι διοικητικές συμβάσεις. Διοικητικές συμβάσεις είναι εκείνες στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), έχουν αντικείμενο σχετικό με τη λειτουργία δημοσίας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό και προσθέτως η κατάρτιση και εκτέλεσή τους, διέπεται έστω και εν μέρει, από κανόνες ιδιωτικού δικαίου ή περιέχουν νομίμους όρους που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλόμενου Δημοσίου (ή ΝΠΔΔ) δυνατότητες μονομερούς επέμβασης ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Δεν είναι άρα διοικητικές διαφορές ουσίας, αλλά ιδιωτικές εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς.
Συνεπώς διαφορές από τέτοιες συμβάσεις ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 4 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι από 1-10-1991 δυνάμει των αναφερομένων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας που έχει συνάψει με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δημοτικό Ωδείο Ελληνικού", το οποίο καταργήθηκε με την υπ’ αριθμ. 18/2011 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Ελληνικού- Αργυρούπολης και στη θέση του υπεισήλθε ο αναιρεσείων Δήμος Ελληνικού- Αργυρούπολης, κάθε έτος παρείχε τις υπηρεσίες της σ` αυτό ως διοικητική υπάλληλος με πλήρες ωράριο δημοσίου υπαλλήλου μέχρι τις 30-6-2005 και από 1-9-2005 και εφεξής με σιωπηρή αποδοχή των υπηρεσιών της από το εναγόμενο, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Δημοτικού Ωδείου Ελληνικού.
Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται εξ` αρχής με αυτό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` άρθρα 5 και 11 του ΠΔ 164/2004. Με το ανωτέρω ιστορικό και αίτημα η αγωγή εισήγαγε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, διαφορά ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι η εργασιακή σύμβαση από την οποία απορρέουν οι αξιώσεις της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, ρυθμίζεται από το ιδιωτικό δίκαιο, καθόσον η διαφορά η οποία έχει ως αίτημα την αναγνώριση και την απόδοση του ορθού νομικού χαρακτηρισμού της σύμβασης λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004, εφόσον έχουν ως βάση την παροχή του μισθωτού σε οργανική θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, έχουν χαρακτήρα ιδιωτικού δικαίου για την επίλυση των οποίων είναι αρμόδια τα πολιτικά δικαστήρια.
Μόνη δε η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1, 2, 3 του Π.Δ. 164/2004 αρμοδιότητα του οικείου φορέα να διαπιστώσει τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων του νόμου, καθώς και η δυνατότητα του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) να ασκεί τον αντίστοιχο έλεγχο δεν αρκούν να χαρακτηρίσουν τη σχετική διαδικασία ως ειδική διοικητική διαδικασία, η οποία, αν υπήρχε, θα μπορούσε υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να προσδώσει στις διαφορές αυτές τον χαρακτήρα της διοικητικής διαφοράς.
Επομένως, ο, πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ ( και όχι τον αριθμό 1 που αναφέρει ο αναιρεσείων), με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, για την εκδίκαση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αβάσιμος. 2.
Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ` εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης και αν το δικόγραφο της αγωγής είναι ελλιπές ως προς τα στοιχεία της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης και δεν συμπληρωθούν παραδεκτώς οι ελλείψεις (βλ.
άρθρα 224, 227 Κ.Πολ.Δ.), τότε απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου της, Η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμό 1 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατ` άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η συνδρομή του άμεσου συμφέροντος που επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής πρέπει να εκτίθεται με επίκληση από μέρος του ενάγοντος για το ορισμένο αυτής.
Το έννομο συμφέρον, που μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, θεωρείται υφιστάμενο όταν από τη συμπεριφορά του εναγομένου, ή τρίτου, δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία ορισμένης έννομης σχέσης του ενάγοντα, η οποία αβεβαιότητα δημιουργεί άμεσα ή έμμεσα κινδύνους για τα συμφέροντά του, που δεν μπορούν να αποτραπούν παρά μόνο με την αναγνωριστική απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση με το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής, αυτή περιέχει πλήρη στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποιήσεως και του έννομου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), αφού, με την επίκληση ότι καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ΝΠΔΔ και ότι οι διαδοχικές συμβάσεις της συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, το αίτημα αυτής να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα συνδέεται εξ` αρχής με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` άρθρα 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, αρκούσε προς τούτο η αμφισβήτηση του εναγομένου (που δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα).
Το έννομο συμφέρον της ενάγουσας για την δικαστική αναγνώριση δεν έπαυσε, ούτε με τη διαπίστωση-αναγνώριση από το ΑΣΕΠ, που έγινε στις 29-9-2005,με την υπ’ αριθμ. 977/29-9-2005 απόφασή του, ούτε με τη δημοσίευση της απόφασης αυτής στο ΦΕΚ στις 14-9-2006, για κάλυψη από την ενάγουσα πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου, για μετατροπή της σχέσης εργασίας σε αορίστου χρόνου και της κατάταξης της ενάγουσας σε οργανική θέση, αφού, η με την απόφαση αυτή (ΑΣΕΠ) αναγνώριση κάλυπτε το χρονικό διάστημα εργασίας από την έκδοση και δημοσίευση αυτής στο ΦΕΚ, η δε με την αγωγή δικαστική αναγνώριση κάλυπτε όλο το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή της (1-10-1991) μέχρι την κατάθεση και επίδοση της αγωγής (7-10-2005), και συνεπώς υπήρχε αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη από την 1-10-1991 της έννομης σχέσης της ενάγουσας, η οποία αβεβαιότητα δημιουργεί κινδύνους για τα συμφέροντά της, που δεν μπορούν να αποτραπούν παρά μόνο με την αναγνωριστική απόφαση.
Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη έχει έννομο συμφέρον και νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής, παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 και 73 του ΚΠολΔ , είναι αβάσιμος.
Μετά απ` αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ.2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5753/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ