Supreme Court dismisses appeal and decides case itself when no legal ground exists for remand to lower court.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision and retained jurisdiction to adjudicate the case itself. The appellants argued the lower court erred in law, but the Court found no legal basis for remanding the matter to the Court of First Instance. Consequently, the Court rejected the substantive appeal and dismissed the lower court's appeal as unfounded.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 35, 62, 73, 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure: When an appeal is allowed but no legal ground exists for remand to the court of first instance, the Supreme Court may retain the case and decide it directly.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 870 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 870/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, όπως εκπροσωπείται νομίμως, ως καθολικού διαδόχου, ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος, του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ Α Μ.) και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Γεωργίας Καπόρη, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις Των αναιρεσίβλητων: 1.Β. Α. του Γ., … 12. Π. Μ. του Κ., κατοίκου Αθηνών, εκ των οποίων η με α/α 10η αναιρεσίβλητη, παραστάθηκε μετά και όλοι οι λοιποί δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Λυμπεροπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από5-9-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 186/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3533/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-11-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 35 του Α.Κ., 62, 73, 286 περ. α', 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος είναι στη ζωή, κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει, όμως, κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις, που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας, λογίζονται άκυρες, εκτός εάν ενεργήσει αυτές ο διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε οριστική απόφαση, που εκδίδεται στο όνομα ήδη αποβιώσαντος προσώπου, μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης (Α.Π. 598/2020, Α.Π. 338/2018, Α.Π. 433/2017, Α.Π. 86/2016, Α.Π. 467/2014) . Σε περίπτωση δε, που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης .
Αν ασκηθεί ένδικο μέσο, χωρίς να δηλωθεί ο, ήδη, επελθών θάνατος και τούτο διαλάθει της προσοχής, με συνέπεια την έκδοση απόφασης στο όνομα, ήδη, αποβιώσαντος προσώπου, αυτή, εφόσον καταστεί τελεσίδικη, δεν παράγει τις έννομες συνέπειες της δικαστικής απόφασης, όπως εκτελεστότητα και δεδικασμένο (Α.Π. 533/2018, Α.Π. 147/2006).
Σε κάθε όμως περίπτωση, τα ένδικα μέσα, που ασκούνται κατά της οριστικής ή της τελεσίδικης απόφασης, επομένως και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του ήδη αποβιώσαντος είναι άκυρα υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη (απαράδεκτη) και η συζήτησή της χωρεί νομίμως, με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 291 και 290 του ΚΠολΔ στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση, επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.
Α.Π. 27/1987, Α.Π. 654/2023, Α.Π. 194/2023, Α.Π. 1072/2020, Α.Π. 259/2019 Α.Π. 433/2017) . Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (Ολ. Α.Π. 22/2000, Α.Π. 575/2020, Α.Π. 148/2017, Α.Π. 28/2007) . Ειδικότερα, η εκούσια επανάληψη της δίκης, που έχει βιαίως διακοπεί, λόγω θανάτου ενός διαδίκου αυτής, γίνεται από τους κληρονόμους του τελευταίου, ανεξαρτήτως αν αυτοί καλούνται στην κληρονομία εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου, σε περίπτωση δε που ο αποβιώσας κληρονομήθηκε από περισσοτέρους, οι οποίοι και συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας, καθένας από αυτούς μπορεί να επαναλάβει τη δίκη, σε σχέση με το μερίδιό του, χωρίς να είναι αναγκαία η σύμπραξη όλων των κληρονόμων για την επανάληψη της δίκης, η δε δήλωση του ενός δεν ενεργεί έναντι των υπολοίπων, αλλά η δίκη συνεχίζεται, ως προς τη μερίδα του κληρονόμου, που προέβη στη δήλωση επανάληψης, χωρίς από αυτό να δημιουργείται απαράδεκτο της επανάληψης από τη μη σύμπραξη όλων των ομοδίκων.
Ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή διαδοχικά, με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (Α.Π. 906/2020, Α.Π. 1014/2017), ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού.
Ειδικότερα, εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξαγάγει τη δίκη, στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (Α.Π. 618/2010, Α.Π. 397/2010, Α.Π. 253/2010, Α.Π. 211/2010), ενώ, εάν, αντιθέτως, ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως και κατ' ελεύθερη εκτίμηση του υφισταμένου αποδεικτικού υλικού (Α.Π. 187/2018, Α.Π. 234/2018, Α.Π. 548/2012).
Τέλος, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως συμβαίνει επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση, υπέρ εκάστου, μισθολογικών αξιώσεων (Α.Π. 542/2020, Α.Π. 540/2020), ο θάνατος του απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς, απλούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά (Α.Π. 925/2023, Α.Π. 193/2018, Α.Π. 382/2017) .
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της, από το σχετικό πινάκιο, στην ως άνω νόμιμη δικάσιμο (01-11-2022), εμφανίστηκε η δικηγόρος Αθηνών Δήμητρα Ευσ. Λυμπεροπούλου, η οποία με προφορική δήλωσή της, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, αλλά και με τις από 01-11-2022 κατατεθείσες προτάσεις της, γνωστοποίησε ότι ο δέκατος των αναιρεσιβλήτων Π.
Κ. του Χ., του οποίου ήταν πληρεξουσία δικηγόρος και εκπροσώπησε αυτόν, στην, ενώπιον του Εφετείου, δίκη, απεβίωσε στις 27-03-2015, προσκόμισε δε το με αριθμό πρωτ. 1012/30-03-2015 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Χαλανδρίου και, συνακόλουθα, δήλωσε ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμο του και συγκεκριμένα από τη σύζυγό του Ζ.
Χ. του Γ., την οποία εκπροσωπεί νομίμως. Από τα προσκομισθέντα στοιχεία προς απόδειξη της κληρονομικής ιδιότητας της ως άνω δηλούσας τη συνέχιση της δίκης κληρονόμου του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι ο θάνατος αυτού έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στις 09-11-2021, στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, ήτοι σε μεταγενέστερο του θανάτου χρόνο .
Από κανένα όμως στοιχείο της δικογραφίας προέκυψε ότι, κατά το χρόνο άσκησης της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον είχε λάβει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, γνώση του θανάτου του εν λόγω διαδίκου . Επομένως και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτώς και κατά το μέρος που στρέφεται κατά του διαδίκου αυτού, παρά το γεγονός ότι είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της, στο πρόσωπο του οποίου, μετά την κατά τα ανωτέρω, παραδεκτώς γενόμενη, γνωστοποίηση του θανάτου του (άρθρο 287 του ΚΠολΔ), επήλθε βίαιη διακοπή της παρούσας δίκης, η οποία νομίμως συνεχίζεται από την προαναφερόμενη κληρονόμο αυτού, ως προς το εξ αδιαθέτου μερίδιο αυτής, που παρίσταται κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, στη θέση του κληρονομηθέντος διαδίκου, μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης .
Σημειώνεται ότι, από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, τα οποία νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται, με τις από 01-11-2022 έγγραφες προτάσεις της, η πληρεξουσία δικηγόρος της, ήτοι : α) από τη με ημερομηνία 08-10-2014 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε με το με αριθμό ... πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, β) τα υπ' αριθμ.
πρωτ. ... και από 05-09-2022 Πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης, που εκδόθηκαν από τον Δήμαρχο Αθηναίων, γ) τα υπ' αριθμ. ... Πιστοποιητικά των Γραμματέων του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου και Αθηνών, αντίστοιχα και δ) την υπ' αριθμ. 113/2015 Διαταγή Κληρονομητηρίου του Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου, προκύπτει ότι, εκτός από την ως άνω κληρονόμο του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι φέρονται και τα τέκνα αυτού και συγκεκριμένα ο Χ.
Κ. και ο Γ. Κ., οι οποίοι δεν έχουν προβεί σε επανάληψη της βιαίως διακοπείσας δίκης. Ωστόσο, ενόψει των ανωτέρω, εφόσον η γνωστοποίηση του θανάτου του δεκάτου των αναιρεσιβλήτων και η εκούσια επανάληψη της δίκης, έγιναν με προφορική ρητή δήλωση, στο ακροατήριο, από τη μία εκ των κληρονόμων του θανόντος (άρθρα 1710, 1711, 1712, 1721, 1846 Α.Κ.) και δεδομένου ότι το παριστάμενο αναιρεσείον δεν αμφισβητεί την ιδιότητά της αυτή (άρθρο 261 του ΚΠολΔ) και οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 του ΚΠολΔ) πρέπει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη μείζονα νομική σκέψη να ακολουθήσει η άμεση συζήτηση της υπόθεσης .
Με την κρινόμενη από 08-11-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 8751/1080/09-11-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 611/2022 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 614 παρ. 3 του ΚΠολΔ), με αριθμό 3533/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή η από 10-12-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 110425/8677/16-12-2019 έφεση των ηττηθέντων εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της εκδοθείσας, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, με αριθμό 186/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την από 05-09-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 105209/3536/16-09-2014 αγωγή τους, με αντικείμενο την επιδίκαση υπέρ αυτών, με βάση τις αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο τελευταίες τακτικές αποδοχές τους και τα έτη υπηρεσίας τους, αποζημίωση απόλυσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα αυτές του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 4093/2012, για το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, όπως ισχύει, υποπαράγραφος ΙΑ. 12 περί "Αποζημίωσης απόλυσης ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου".
Στη συνέχεια, δε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε στο σύνολό της, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή, εντός των ορίων που καθορίστηκαν από την έφεση, δέχθηκε αυτήν, ως νόμιμη και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά στον καθένα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής .
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) στις 09-11-2021, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, από την επίδοση στις 11-10-2021, με την επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως τούτο προκύπτει από τη με αριθμό 8565Ε'/11-10-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Γεωργίου Θ.
Χαραλάμπους . Είναι, συνεπώς, παραδεκτή ( άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) .
Με τον ν. 4238/2014 (ΦΕΚ A' 38/17.02.2014) "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις", συνεστήθη Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), εντασσόμενο στο Ε.Σ.Υ. και στο Ελληνικό Δημόσιο, όπου με το άρθρο 7 του εν λόγω νόμου μεταφέρθηκαν όλες οι μονάδες υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
σε αυτό, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 8, άλλαξε ο σκοπός του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και από πάροχος υπηρεσιών υγείας, που ήταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, μετατράπηκε σε αγοραστή υπηρεσιών υγείας . Επίσης, στο άρθρο 16 (Διαθεσιμότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) του ίδιου νόμου, ορίζονται τα ακόλουθα : "1.
Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., τίθεται αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας, με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει .
Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται/μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις, που συνιστώνται, για τον σκοπό αυτό, στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (ΦΕΚ Α' 288).
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, καθορίζεται η χωροταξική κατανομή, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, εξακολουθούν να καταβάλλονται από τον φορέα, οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου, που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη.
Οι εισφορές αυτές, από τη θέση του υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα και για το χρονικό διάστημα που αυτή διαρκεί, προσδιορίζονται στο 75% των αποδοχών αυτού ... 3. Οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του Φορέα προέλευσης", ενώ με το άρθρο 17 (Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
προς Δ.Υ.Πε.) του ίδιου νόμου, προβλέφθηκαν τα ακόλουθα: "1. Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται/μεταφέρονται αναδρομικά, από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για τον σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει .
Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2, μετατάσσεται/μεταφέρεται αναδρομικά, από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης . Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014 " [όπως ισχύουν τα ανωτέρω εδάφια, μετά την αντικατάστασή τους από το άρθρο πρώτο υποπαρ. 1.5.
ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α' 85/7.4.2014)] "Οι ανωτέρω αιτήσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους, εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου. Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ Α' 75), υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους στις αρμόδιες υπηρεσίες των, κατά τόπους, περιφερειακών διοικητικών μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες, με ευθύνη τους, τις διαβιβάζουν στις αντίστοιχες υπηρεσίες των Δ.Υ.Πε.
υποδοχής, εντός τριών ημερών. Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.Πε., οφείλει, κατά τον χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Δ.Υ.Πε.
υποδοχής, βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) . Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία υποδοχής, από τον υπόχρεο, αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, άλλως απολύεται αυτοδικαίως. 2.
Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής, ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, απολύεται αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του παρόντος. 3. Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος/μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία απολύεται αυτοδικαίως. 4.
Οι πράξεις μετάταξης/μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής" . Στο άρθρο 18 δε του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/μεταφοράς, το ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ., που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 26 .
Εξάλλου, με το άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 4238/2014, ορίστηκε ότι: "Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη, ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων μονάδων, του ιατρικού νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού, που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης.
Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.. Εκκρεμείς δίκες, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων, που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε., συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ." (Α.Π. 1642/2022, Α.Π. 1464/2021).
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν.δ/τος 1204/1972 [όσο αυτό ίσχυε μέχρι την 01.06.2011, οπότε κατά τα άρθρα 17 και 26 του Ν. 3818/2011, συστάθηκε ν.π.δ.δ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", ως ενιαίος φορέας κοινωνικής ασφάλισης και μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν σ' αυτόν, ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό, ο Κλάδος Υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του Ι.Κ.Α., με το σύνολο του εξοπλισμού του, καθώς και το ιατρικό, μεταξύ άλλων, προσωπικό, που υπηρετούσε στους Κλάδους Υγείας του Ι.Κ.Α.], προκύπτει ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται, κατά τη νομοθεσία του Ι.Κ.Α., οι ασφαλισμένοι σ' αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου, από κατάλογο που καταρτίζει το ίδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς, που ασκούν νόμιμα το επάγγελμά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων .
Σαν τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεράποντες ιατροί του ιδρύματος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του ίδιου ν.δ/τος. Εξάλλου, ορίζονται στο άρθρο 5 του ίδιου διατάγματος, υπό τον τίτλο "Νομική Κατάστασις", ότι : "1.
Η μετά του Ι.Κ.Α. σχέσις θεραπόντων ιατρών μη συνιστώσα σχέσιν ή σύμβασιν εργασίας διέπεται αποκλειστικώς υπό των διατάξεων του παρόντος και των εις εκτέλεσιν τούτου εκδοθησομένων Κανονισμών. Οι θεράποντες ιατροί δεν κωλύονται υπό του παρόντος να παρέχουν ιατρικάς φροντίδας ελευθέρως και εις πρόσωπα μη δικαιούμενα παροχών ασθένειας εκ του Ι.Κ.Α. 2.
Οι θεράποντες ιατροί δεν αποτελούν προσωπικόν του Ι.Κ.Α., ο δε χρόνος παροχής υπ' αυτών ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού εν τω Ιδρύματι " . Επομένως, η σχέση των θεραπόντων ιατρών με το Ι.Κ.Α., μη συνιστώσα σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το Ι.Κ.Α., του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής απ' αυτούς ιατρικών φροντίδων, δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο ίδρυμα.
Εξάλλου, στο άρθρο 10 του ίδιου ν.δ/τος, υπό τον τίτλο "Ειδικοί συμβάσεις", ορίζεται ότι : "Εφ' όσον αι τοπικοί συνθήκαι ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατήν την εφαρμογήν των άρθρων 2, 8 και 9 του παρόντος, επιτρέπεται η σύναψις ειδικών συμβάσεων μετά θεραπόντων ιατρών ή ιατρών ειδικοτήτων δι' αόριστον χρόνον, επ' αμοιβή του ιατρού, οριζόμενη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων, είτε άλλως πως, άνευ περιορισμού τίνος εκ των περί αμοιβής των ιατρών διατάξεων.
Αι εν τω προηγουμένω εδαφίω συμβάσεις δύναται να καταγγέλλωνται εκατέρωθεν οποτεδήποτε, τηρούμενης μηνιαίας προθεσμίας προειδοποιήσεως . Αι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των περί ων το παρόν άρθρον ιατρών". Εξάλλου, το άρθρο 18 του ν. 2150/1993, που έχει τον ειδικότερο τίτλο: "Ρύθμιση μισθολογικών θεμάτων γιατρών Ι.Κ.Α., με σύμβαση, κ.λ.π.", ορίζει στην παράγραφο 1, ότι οι υπηρετούντες στο Ι.Κ.Α.
ιατροί, με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύματος. Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο Ι.Κ.Α. (ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξη τους. Στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα, που ισχύουν για τους μόνιμους ιατρούς του Ι.Κ.Α. (ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), στο εξής θα ισχύουν και για τους ιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Στην παράγραφο 3 ότι, στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται : α) οι με ειδική σύμβαση ιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου, β) οι με ειδική σύμβαση ιατροί, των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές, που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν με αίτησή τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή.
Για τους ιατρούς των περιπτώσεων α' και β', εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν.δ/τος 1204/1972. Τέλος, στην παράγραφο 4 ορίζεται ότι, για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο Ι.Κ.Α. ιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ/τος 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.
Κατ' εξαίρεση, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις ιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες, όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη ιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.δ/τος 1204/1972.
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η με το Ι.Κ.Α. (ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) σχέση των ιατρών που προσλήφθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972, είναι ότι συνδέονται με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω ν.δ/τος, όπου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η δε γενομένη με το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση με τους ιατρούς θεραπευτές του Ι.Κ.Α. (ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου, δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το Ι.Κ.Α.
και ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ (Α.Ε.Δ. 5/2000, Ολ. Α.Π. 22/2007, Α.Π. 329/2018, Α.Π. 121/2016, Α.Π. 284/2015, Α.Π. 7/2014), οπότε δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ούτε αυτές του Ν. 2112/1920, ούτε του Π.Δ. 410/1988, που ρυθμίζουν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και θεμελιώνουν την υποχρέωση του εργοδότη, σε περίπτωση καταγγελίας, καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, ή, σε περίπτωση ακυρότητας αυτής, θεμελιώνουν υπέρ του εργαζόμενου, αξίωση αποδοχών υπερημερίας.
Έτσι, οι συμβάσεις των ιατρών, που προσλήφθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1972, εξακολουθούν να είναι ειδικές συμβάσεις εργασίας και μετά την ισχύ του Ν. 2150/1993 και όχι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (Α.Π. 290/2019, Α.Π. 329/2018, Α.Π. 7/2014, ό.π.). Επομένως, έχει εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές η διάταξη, που εξακολουθεί να ισχύει, επειδή δεν καταργήθηκε και μετά την ισχύ του ν. 2150/1993, του άρθρου 10 του ν.
δ/τος 1204/1972, κατά την οποία οι εν λόγω συμβάσεις καταγγέλλονται οποτεδήποτε, μετά από προειδοποίηση ενός μηνός. Εξάλλου, μετά την παραπάνω απόφαση του Α.Ε.Δ. 5/2000 ψηφίστηκε και δημοσιεύτηκε ο ν. 3232 της 12-02-2004 ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ' όρισε ότι : " Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123 Α'), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου" .
Όμως, η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής, καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης, που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το Ι.Κ.Α., αφού προβλέπει ρητά ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία, για την αιτία αυτή, δεν μπορεί να έχει εδώ αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 06-04-2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο ορίζει στη μεν παράγραφο 1 αυτού ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία, στη δε παράγραφο 2 ότι νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του (βλ.
Ολ. Α.Π. 21-22/2007, Α.Π. 329/2018, Α.Π. 284/2015) . Τέλος, στο άρθρο 21 του ν. 2190/1994 ορίζονται, τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1, δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες, μέσα σε συνολικά χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού, για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες, για το ίδιο άτομο . Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης, κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου, είναι άκυρες" (παρ. 2).
Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό, που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα, που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων, διώκονται για παράβαση καθήκοντος, κατ' άρθρο 259 Π.Κ.
Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και τα Ν.Π.Δ.Δ., όπως είναι και το αναιρεσείον ("Ε.Ο.Π.Υ.Υ.") .
Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων, για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής : "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση, που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες, με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο, με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις, τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται " (παρ. 3) . Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-04-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή, σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής .
Επίσης, στο ίδιο άρθρο (103), προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι : "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η, από τον νόμο, μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους, σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης, με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α.
και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέπει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων, που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Για να αποτρέψει, λοιπόν, τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης προσέθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδαφ. γ' της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει και την, από τον νόμο ακόμα, μονιμοποίηση του, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, προσλαμβανομένου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεών του εργασίας, σε συμβάσεις αόριστου χρόνου (Ολ.
Α.Π. 20/2007). Έτσι, η ως άνω διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. γ' του ν. 3232/2004 δεν επάγεται έννομες συνέπειες, ούτε για το, από την έναρξη της ισχύος της (12-02-2004) και εντεύθεν χρονικό διάστημα, αναφορικά με τις, μέχρι τότε, με βάση το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, έχουσες καταρτιστεί ειδικές συμβάσεις εργασίας ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
και ήδη "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." (αναιρεσείοντος), εφόσον η εν λόγω διάταξη, ως εισάγουσα ρύθμιση μη επιτρεπόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις των παρ. 2, 3, 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, κατά το σχετικό μέρος της, αντίκειται προς τις συνταγματικές αυτές διατάξεις και ως εκ τούτου, είναι ανίσχυρη. Ενόψει τούτων, για τους ιατρούς που συνδέονται με το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. ("Ε.Ο.Π.Υ.Υ.") με ειδική σύμβαση, που έχει καταρτιστεί με βάση το άρθρο 10 του ν.δ/τος 1204/1972, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του νομοθετικού τούτου διατάγματος, κατά τις οποίες οι εν λόγω ειδικές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, κατά το άρθρο 10 του οποίου οι ειδικές αυτές συμβάσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν, οποτεδήποτε, μετά από μηνιαία προειδοποίηση, κατά τα προαναφερόμενα [σχετ.
και τα πρακτικά της 3ης Γενικής Συνεδριάσεως της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 6-02-2008) (Α.Π. 1642/2022, Α.Π. 675/2009, Α.Π. 2091/2022, Α.Π. 290/2019)] .
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013 Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013) .
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την από 05-09-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 105209/3536/16-09-2014 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτιμάται συνολικώς, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων", με ειδικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, βάσει των διατάξεων του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, με τις ειδικότητες και κατά τους χρόνους που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι με την ίδρυση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), μεταφέρθηκαν αυτοδίκαια την 01-01-2012 σε αυτόν και συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στις Μονάδες Υγείας αυτού. Ότι δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4238/2014, αφαιρέθηκε από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
η αρμοδιότητα για παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας και μεταφέρθηκε στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών, που αποτελούν, πλέον, τις δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ. Ότι, βάσει των διατάξεων του ανωτέρω νόμου, τέθηκαν σε διαθεσιμότητα και, ακολούθως, εφόσον δεν επέλεξαν την μεταφορά των εργασιακών τους σχέσεων στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.), υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του νόμου αυτού, με τις οποίες προβλεπόταν η ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατείχαν και με τις οποίες μετατάσσονται με την ίδια εργασιακή σχέση σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, υπό την προϋπόθεση διακοπής άσκησης του ελευθέριου επαγγέλματος τους, η υπαλληλική τους σχέση με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
λύθηκε αυτοδίκαια, σύμφωνα με τη με αριθμό Δ11/οικ 13653/8-4-2014 απόφαση του Προέδρου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από 20-03-2014 (ΦΕΚ 502/17-04-2014), κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό, ύστερα από παραδεκτή διόρθωση κατ' άρθρο 224 του ΚΠολΔ, ως προς το αιτούμενο ποσό που αφορά τον δωδέκατο των εναγόντων από το εσφαλμένο ποσό των τριάντα έξι χιλιάδων ενενήντα εννέα (36.099,00) ευρώ, στο ορθό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων επτά και είκοσι εννέα λεπτών (34.807,29) και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ.
β' και 297 του ΚΠολΔ μερικό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, όσον αφορά τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο και δωδέκατο των εναγόντων, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής (άρθρο 223 εδ.
β), ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει σε έκαστο αυτών το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ και περαιτέρω να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτού να καταβάλει το υπερβάλλον των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ ποσό, από τα εκτιθέμενα στην αγωγή ποσά, που αντιστοιχεί σε καθέναν από αυτούς και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον ένατο ενάγοντα το ποσό των δέκα χιλιάδων είκοσι (10.020,00) ευρώ, στον δέκατο ενάγοντα το ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων ενενήντα οκτώ (14.098,00) ευρώ και στην ενδέκατη ενάγουσα το ποσό των εννέα χιλιάδων εννιακοσίων δώδεκα (9.912,00) ευρώ και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 614 παρ. 3 του ΚΠολΔ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδοσε τη με αριθμό 186/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, με τις ειδικότερα αναφερόμενες στο κείμενό της αιτιολογίες ότι, δηλαδή η σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με το Ι.Κ.Α και, στη συνέχεια, με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), δεν ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά της ειδικής σύμβασης του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1024/1972 και, ως εκ τούτου, δεν δικαιούνται αποζημίωση απόλυσης.
Ακολούθως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 10-12-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 110425/8677/16-12-2019 έφεσης των ηττηθέντων εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία παραπονέθηκαν για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ως άνω αγωγή τους, εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη με αριθμό 3533/2021 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά την έφεση και αφού έκρινε μετά από παράθεση των νομικών σκέψεων και διατάξεων, που συγκροτούν τη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού, ότι η ένδικη αγωγή ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.ΔΑ., 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 648 επ., 340, 341, 345, 346 του Α.Κ., καθώς και στις διατάξεις του π.δ/τος 178/2002, 7 παρ. 2 του ν.δ/τος 496/1974 και 70 του ΚΠολΔ, δέχθηκε την έφεση ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής, εξαφάνισε στο σύνολό της, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας αυτήν κατ' ουσίαν, εντός των ορίων που καθορίστηκαν από την έφεση, κατέληξε στο συμπέρασμα, κατά την ουσιαστική αξιολόγηση της ένδικης αγωγής, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, ότι οι ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με το εναγόμενο - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι, λόγω της απόλυσής τους, δικαιούνται αποζημίωση, με βάση τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας .
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις ακόλουθες επί της ουσίας αλλά και νομικές παραδοχές, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατ' ακριβή αντιγραφή, τα εξής : "Οι ενάγοντες είναι ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων, οι οποίοι απασχολούνται επί πολλά έτη στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας.
Αρχικά προσλήφθηκαν από το Ι.Κ.Α., με την ειδική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του άρθρου 10 Ν.Δ. 1204/1971 (ενν. 1204/1972), ενώ μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 24 παρ. 1 εδαφ. γ' Ν. 3232/2004, μεταβλήθηκε η φύση της συνδέουσας τους ενάγοντες με το Ι.Κ.Α. έννομης σχέσης σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας [...] .
Μετά τη, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 17 Ν. 3918/2011, ίδρυση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και τη μεταφορά και ένταξη στον τελευταίο των υπηρεσιών, αρμοδιοτήτων και προσωπικού του Κλάδου Υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. με τις μονάδες υγείας του, οι ενάγοντες μεταφέρθηκαν αυτοδίκαια σε αυτόν, κατά την ημερομηνία ένταξης του κλάδου Υγείας στον Οργανισμό, με την ίδια σχέση εργασίας, ήτοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 Ν. 3918/2011 και τοποθετήθηκαν σε μονάδες υγείας .
Αμείβονταν δε από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2011, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο), ως απλοί υπάλληλοι ΠΕ, καθόσον για αυτούς, παρόλη τη σπουδαιότητα και την ευθύνη που συνεπάγεται η άσκηση του λειτουργήματος τους, δεν προβλέπεται ειδικό μισθολόγιο (όπως για τους λοιπούς ιατρούς του Ε.Σ.Υ.), πλην, όμως, σε αντιστάθμισμα αυτών, είχαν εξαρχής, ήτοι εδώ και δεκαετίες, το δικαίωμα να ασκούν και ελεύθερο επάγγελμα .
Επιπρόσθετα, σε αντίθεση με τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ., δεν είχαν τα ίδια κοινωνικοασφαλιστικά δικαιώματα με τους τελευταίους, ούτε είχαν δικαίωμα να απασχολούνται στα απογευματινά ιατρεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Για τον λόγο αυτό, ασκούσαν όλοι ελεύθερο επάγγελμα και λειτουργούσαν ιδιωτικά ιατρεία, αφιερώνοντας σε αυτά μόνο όσο χρόνο τους επέτρεπε η εργασία τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και, ως εκ τούτου, διαμόρφωσαν την επαγγελματική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή τους, βασιζόμενοι τόσο στον μισθό, που λάμβαναν ως νοσοκομειακοί ιατροί, όσο και στο εισόδημά τους, από την άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος τους . Ενώ, λοιπόν, από την έναρξη των συμβάσεων εργασίας τους με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εργάζονταν με το παραπάνω καθεστώς, με τον Ν. 4238/2014 και στο πλαίσιο της επιχειρούμενης μεταρρύθμισης του συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και της μεταφοράς της αρμοδιότητας αυτής από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
στις Δ.Υ.ΠΕ., που συνοδεύτηκε και από τη μεταφορά ολόκληρων των μονάδων υγείας, ως οργανωμένων συνόλων, επιχειρήθηκε η αλλαγή του καθεστώτος εργασίας τους. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του Ν. 4238/2014 (ΦΕΚ A' 38) συστάθηκε στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.), Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.) της Χώρας (άρθρο 1 παρ. 2).
Περαιτέρω, με το άρθρο 2 του Ν. 4238/2014 ορίστηκε ότι τα Κέντρα Υγείας και οι λοιπές Μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των Δ.Υ.ΠΕ., αποτελούν δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ. (παρ. 1) και ότι οι Μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ.) του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
μεταφέρονται και εντάσσονται στην οργανωτική δομή των Δ.Υ.ΠΕ., ως αποκεντρωμένες μονάδες τους, εξαιρούμενων των φαρμακείων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., τα οποία παραμένουν και λειτουργούν στον Οργανισμό (παρ. 3) . Ενόψει των ανωτέρω, στο Τρίτο Κεφάλαιο του Ν. 4238/2014 " Ρυθμίσεις σχετικά με τη διαθεσιμότητα / κινητικότητα υπαλλήλων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οικονομικά και θέματα προσωπικού" ορίζεται στο άρθρο 16 και υπό τον τίτλο "Διαθεσιμότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ." ότι το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραΐατρικού, τεχνικού και διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του νόμου, σε καθεστώς διαθεσιμότητας, με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει, για ένα μήνα και, εν συνεχεία, μετατάσσεται / μεταφέρεται σε οργανικές θέσεις, που συνιστώνται, για τον σκοπό αυτό, στις Διοικήσεις των αντίστοιχων χωροταξικά Υγειονομικών Περιφερειών, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 του Ν. 4238/2014.
Τέλος, στο άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 423872014 ορίζεται ότι οι Διαπιστωτικές Πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων, εκδίδονται από το όργανο Διοίκησης του Φορέα Προέλευσης. Βάσει της τελευταίας αυτής διάταξης, το πρώτο εναγόμενο (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) εξέδωσε διαπιστωτικές πράξεις, με τις οποίες οι ενάγοντες τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, από την έναρξη ισχύος του Ν. 4238/2014 ( από την επόμενη της δημοσίευσης του νόμου, άρθρο 56 Ν. 4238/2014, δηλαδή από τις 18-02-2014 ) Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 4238/2014, προβλέφθηκε η διαδικασία της κινητικότητας των τιθεμένων, κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις του άρθρου 16 του αυτού νόμου, σε καθεστώς διαθεσιμότητας, υπαλλήλων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
Ειδικότερα, στην παρ. I ορίστηκε ότι οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται/ μεταφέρονται, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για τον σκοπό αυτόν, κατόπιν αίτησής τους περί αποδοχής της εν λόγω θέσης. Οι ανωτέρω αιτήσεις έπρεπε να υποβληθούν εντός επτά (7) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των ως άνω Διαπιστωτικών Πράξεων της παρ. 3 του άρθρου 16 του Ν. 4238/2014 .
Ειδικά, το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό, που ασκούσε, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο υπέβαλε αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.ΠΕ., όφειλε, κατά τον χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια Υπηρεσία της Δ.Υ.ΠΕ. υποδοχής, βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα ήταν αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ .Ο.Υ.), άλλως απολυόταν αυτοδικαίως.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες που τέθηκαν σε καθεστώς μηνιαίας διαθεσιμότητας, είχαν δικαίωμα να υποβάλουν αιτήσεις για τη μεταφορά των εργασιακών τους σχέσεων στη ΔΥ.ΠΕ., υπό τον όρο, όμως, ότι κατά την ανάληψη υπηρεσίας εκ μέρους τους στην οικεία Δ.Υ.ΠΕ., θα προσκόμιζαν βεβαίωση της οικείας Δ.Ο.Υ.
περί διακοπής του ελεύθερου επαγγέλματος τους (άρθρα 16 και 17 του παραπάνω νόμου), το οποίο ασκούσαν, όπως προαναφέρθηκε, επί πολλά έτη και δη από την έναρξη των συμβάσεων εργασίας τους. Έτσι, ενώ στη Δ.Υ.ΠΕ. θα απασχολούνταν πλέον με πλήρες ωράριο, με τις ίδιες αποδοχές, υποχρεούνταν, επιπλέον, στη διακοπή του ελεύθερου επαγγέλματος τους, χωρίς αυτό να αντισταθμίζεται από την υπαγωγή τους σε κάποιο ειδικό βελτιωμένο μισθολόγιο.
Οι ενάγοντες δεν υπέβαλαν την ως άνω αίτηση αποδοχής, εντός της προθεσμίας των επτά (7) εργασίμων ημερών, με αποτέλεσμα το πρώτο εναγόμενο (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), δια του Προέδρου του, να εκδώσει πράξη, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την οποία διαπιστώνεται η αυτοδίκαιη λύση των συμβατικών τους σχέσεων.
Ειδικότερα, απολύθηκαν αυτοδίκαια στις 20-03-2014 από τον Ε.Ο.Π.Y.Y., επειδή δεν υπέβαλαν εμπρόθεσμα αίτηση - υπεύθυνη δήλωση αποδοχής θέσης στην χωροταξικά αντίστοιχη Δ.Υ.ΠΕ.. Κατόπιν των προαναφερθέντων, οι ενάγοντες, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής τους, δεν επιθυμούν την αναγνώριση της ακυρότητας της θέσης τους σε διαθεσιμότητα και της αυτοδίκαιης απόλυσής τους, αλλά αιτούνται, μετά την λύση της υπαλληλικής τους σχέσης με το εναγόμενο ν.π.δ.δ., την καταβολή των αποζημιώσεων απολύσεώς τους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Όπως προαναφέρθηκε οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το Ι.Κ.Α., με την ειδική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του άρθρου 10 Ν.Δ. 1204/1972, ενώ, μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 24 παρ. 1 εδαφ. γ' Ν. 3232/2004, μεταβλήθηκε η φύση της συνδέουσας αυτούς με το Ι.Κ.Α., έννομης σχέσης, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και, επομένως, δικαιούνται την καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως.
Ειδικότερα, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του Ν. 4093/2012 για το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, όπως ισχύει, υποπαράγραφος ΙΑ. 12 περί "Αποζημίωσης απόλυσης ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ", σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και το εδάφιο Β' της παραγράφου 2 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010, όπως αυτό τροποποιήθηκε από το εδάφιο β' της παραγράφου 5 του άρθρου 17 του ν. 3899/2010, της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 2112/ 1920, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και, τέλος, του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955, αποδείχθηκε ότι [...]" .
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και με βάση τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που δέχθηκε ότι εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση, καθόσον έκρινε ότι οι εκκαλούντες συνδέονταν με το εφεσίβλητο με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υποχρέωσε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου να καταβάλει στους ενάγοντες, ως αποζημίωση απόλυσης, τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο, υπολογιζομένου σε ποσοστό 6%, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση .
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 του Ν.Δ. 1204/1972, 24 παρ.1 εδ. γ' του ν. 3232/2004 και 18 παρ. 1 του Ν. 2150/1993, καθόσον, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η ένδικη αγωγή ήταν μη νόμιμη . Ειδικότερα, η σχέση που συνέδεε καθένα αναιρεσίβλητο με το Ι.Κ.Α., πριν τη μεταφορά των Υπηρεσιών της Νοσοκομειακής Υποστήριξης στα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., με το άρθρο 32 του Ν. 3918/2011 και την αυτοδίκαιη μεταφορά και ένταξή τους στο αναιρεσείον ν.π.δ.δ με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ", κατ' επιταγή του Ν. 3918/2011, αλλά και μετά την, κατά τα ως άνω ένταξή τους, αφού, σύμφωνα με τον ίδιο νόμο, το σύνολο των ιατρών και του προσωπικού των φορέων που συγχωνεύτηκαν υπό τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., συνεχίζουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους με την ίδια εργασιακή σχέση, με την ίδια οργανική θέση, τον ίδιο βαθμό, τον ίδιο κλάδο και την ίδια ειδικότητα (άρθρο 26 παρ. 1), οι δε διατάξεις που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση και εξέλιξη, τις αποδοχές, το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς του προσωπικού που μεταφέρεται, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (άρθρο 26 παρ. 5), αποτελούσε ειδική σύμβαση, που καταρτίστηκε στα πλαίσια του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972 και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, αβάσιμα υποστηρίζουν.
Έτσι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, οι ιατροί που συνδέονταν με το Ι.Κ.Α., βάσει σύμβασης, διεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ 1204/1972, όπως εν προκειμένω οι αναιρεσίβλητοι, συνδέονταν με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω νομοθετικού διατάγματος.
Η γενομένη με το άρθρο 18 του Ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση αυτών, με τους ιατρούς του Ι.Κ.Α., που συνδέονταν με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου, δεν μετέβαλε τη φύση της σχέσης που συνέδεε τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το Ι.Κ.Α., ούτε μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, ως ψευδοερμηνευτική διάταξη, η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ' του Ν. 3232/12.2.2004, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε, ισχύει μόνον από τη δημοσίευσή της .
Επομένως, οι ειδικές συμβάσεις που συνήψαν οι αναιρεσίβλητοι ιατροί, με βάση το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, δεν αποτελούν, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 5 του ίδιου ν.δ/τος, σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σχέση διεπόμενη αποκλειστικά από τις διατάξεις του νομοθετικού αυτού διατάγματος και η συνδέουσα αυτούς με το αναιρεσείον έννομη σχέση, δεν μεταβλήθηκε σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μετά την ισχύ του Ν. 2150/1993, καθώς επίσης δεν μεταβλήθηκε η φύση τής συνδέουσας τους αναιρεσίβλητους σχέσης, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τη μισθολογική εξομοίωση τους με τους μόνιμους ιατρούς του αναιρεσείοντος, μέχρι την έναρξη ισχύος της διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 1 εδ.
γ' του Ν. 3232/2004. Συνοψίζοντας όσα προαναφέρθηκαν, ως προς τις ειδικές αυτές συμβάσεις, οι οποίες είχαν καταρτιστεί, με βάση το άρθρο 10 του ν.δ/τος 1204/1972, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ούτε αυτές του Ν. 2112/1920, που ρυθμίζουν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και θεμελιώνουν την υποχρέωση του εργοδότη, σε περίπτωση καταγγελίας, καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, ή σε περίπτωση ακυρότητας αυτής, θεμελιώνουν υπέρ του εργαζόμενου, αξίωση αποδοχών υπερημερίας, αλλά εξακολούθησαν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του νομοθετικού αυτού διατάγματος, κατά τις οποίες οι εν λόγω ειδικές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, κατά το άρθρο 10 του οποίου μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε, μετά από μηνιαία προειδοποίηση, χωρίς να μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ούτε αναδρομικά, αλλά ούτε και για το μέλλον για το, μετά τη δημοσίευση του ν. 3232/2004, χρονικό διάστημα, αφού η ως άνω διάταξη του άρθρου 24 του ν. 3232/2004, ως εισάγουσα ρύθμιση μη επιτρεπόμενη από τις αναφερθείσες στην ως άνω μείζονα σκέψη, διατάξεις των παρ. 2, 3, 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, κατά το σχετικό μέρος της, αντίκειται προς τις συνταγματικές αυτές διατάξεις και, ως εκ τούτου, είναι ανίσχυρη .
Επισημαίνεται ότι, οι αιτιάσεις των αναιρεσιβλήτων περί αντισυνταγματικότητας του τρόπου λύσης της υπαλληλικής τους σχέσης με το αναιρεσείον και ειδικότερα ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις του ν. 4328/2014 (άρθρα 16 και 17), κατ' επίκληση των οποίων εκδόθηκαν οι διαπιστωτικές πράξεις, με τις οποίες τέθηκαν σε διαθεσιμότητα και η απόφαση αυτοδίκαιης απόλυσής τους είναι ανίσχυρες, καθώς αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4, 5 παρ. 1, 22, 25 παρ. 1 και 103 του Συντάγματος, στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
και στις αρχές της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, της ασφάλειας του δικαίου και της αναλογικότητας, αλυσιτελώς προβάλλονται και είναι, συνεπώς, απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού ο ισχυρισμός τους αυτός δεν τέθηκε προς κρίση με την αγωγή, με την οποία δεν ζήτησαν την αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσής τους, για τους ως άνω αναφερόμενους λόγους και δη λόγω της αντίθεσης αυτής στις άνω συνταγματικές και κοινοτικές διατάξεις και αρχές, αλλά αντίθετα αξίωσαν την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, που θεμελίωναν στις διατάξεις του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 4093/2012 .
Κατόπιν αυτών, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος είναι ορισμένος, αφού αναφέρονται επαρκώς στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, απορριπτομένων των ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων, με τις από 01-11-2022 έγγραφες προτάσεις τους, περί αοριστίας του ως άνω λόγου αναίρεσης, είναι βάσιμος .
Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ευθεία παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων - αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 186/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν .
Εξάλλου, αφού κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου αναίρεσης, η ένδικη αναίρεση γίνεται δεκτή, καθίσταται πλέον αλυσιτελής η εξέταση των δευτέρου και τρίτου λόγων αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου πρώτου, υποπαρ.
ΙΑ 12 του ν. 4093/2012, σε συνδ. με το άρθρο 24 παρ. 1 εδαφ. γ' του ν. 3232/2004, 45 του ν. 4607/2019, 30 του ν. 4038/2912 και 37 του ν. 4737/2020 . Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. γ' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει με την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή : "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση" Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι : "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης, δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας, δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ.
Α.Π. 42/2005, Ολ. Α.Π. 25/2001, Α.Π. 76/2020, Α.Π. 1620/2014) . Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η ένδικη αξίωση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος, για τη, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο κατ' ουσίαν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 10-12-2019 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, επικυρουμένης έτσι της με αριθμό 186/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, όπως ήδη λέχθηκε, απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή τους .
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 179 εδαφ. τελ. του ΚΠολΔ, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 3533/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της . Κρατεί και δικάζει την υπόθεση .
Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 10-12-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 110425/8677/16-12-2019 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 186/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών .
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ