Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
870/2021 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on IVF consent validity, ruling lower court's substantive decision unreviewable.

Geschäftsnummer 870/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim to annul a notarized consent for in vitro fertilization. The appellant argued the consent was invalid due to lack of prior written information under specific medical laws, but the court found the lower court's substantive ruling on the consent's validity was unreviewable. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellees.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 614-622 Civil Procedure Code; Article 1455(1)(a) and 1475(2) Civil Code: The Supreme Court cannot review the substantive validity of a notarized consent for in vitro fertilization if the lower court has already determined it, as such determinations are unreviewable on appeal.

Schlagwörter

KI-generiert
in vitro fertilization consent notarized consent validity unreviewable substantive decision medical treatment consent appeal inadmissibility Anspruch auf Kenntnis der Abstammung Anerkennungserklärung Elternentfremdungssyndrom

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 614 to 622 of the Civil Procedure Code
Article 1455(1)(a) of the Civil Code
Article 1475(2) of the Civil Code
Article 559(1) and 19 of the Civil Procedure Code
Article 562(2) of the Civil Procedure Code
Article 495(3) of the Civil Procedure Code
Article 176, 183 and 191(2) of the Civil Procedure Code
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 870 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 870/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Τσάκωνα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π. του Α., κατοίκου …, 2) Σ. χήρας Α. Π., κατοίκου …, ως εκπροσώπου, υπό την ιδιότητα της ειδικής επιτρόπου, του ανηλίκου τέκνου Α. - Μ. Μ. Π., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αδαμόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 309/2014 μη οριστική και 582/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 5913/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/1/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 16.01.2020 και με αριθμ. κατάθεσης Γ.Α.Κ. 509 - Ε.Α.Κ. 44/17.01.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 5913/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την προϊσχύσασα ειδική διαδικασία των διαφορών που αναφέρονται στις σχέσεις γονέων και τέκνων (άρθρα 614 έως 622 ΚΠολΔ), και απέρριψε την ασκηθείσα από τον εκκαλούντα-ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα έφεση κατά της 582/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 19.07.2012 (με αριθμούς κατάθεσης 134959/1496/30.07.2012) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση της ακυρότητας της γενομένης εκ μέρους του συμβολαιογραφικής δήλωσης συναίνεσής του για την εξωσωματική γονιμοποίηση της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, άλλως για κήρυξη ακύρου της εκούσιας αναγνώρισης του τέκνου που έτεκε η πρώτη εναγομένη, εκπροσωπούμενου από τη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, και η οποία (εκούσια αναγνώριση) εμπεριέχεται στην πιο πάνω έγγραφη δήλωση συναίνεσής του, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1455 παρ. 1 εδ. α' του ΑΚ η ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή (τεχνητή γονιμοποίηση) επιτρέπεται μόνο για να αντιμετωπίζεται η αδυναμία απόκτησης τέκνων με φυσικό τρόπο ή για να αποφεύγεται η μετάδοση στο τέκνο σοβαρής ασθένειας. Κατά μεν την παράγραφο 1 του επόμενου άρθρου 1456 του ίδιου Κώδικα κάθε ιατρική πράξη που αποβλέπει στην υποβοήθηση της ανθρώπινης αναπαραγωγής, σύμφωνα με τους όρους του προηγούμενου άρθρου, διενεργείται με την έγγραφη συναίνεση των προσώπων που επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνο.

Αν η υποβοήθηση αφορά άγαμη γυναίκα, η συναίνεση αυτής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση ελεύθερης ένωσης, του άνδρα με τον οποίο συζεί παρέχεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, κατά δε την παράγραφο 2 εδ. α' του ίδιου άρθρου η συναίνεση ανακαλείται με τον ίδιο τύπο μέχρι τη μεταφορά των γαμετών ή των γονιμοποιημένων ωαρίων στο γυναικείο σώμα.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1475 παρ. 2 εδ. α' του ΑΚ η συμβολαιογραφική συναίνεση του άνδρα σε τεχνητή γονιμοποίηση, που προβλέπεται στο άρθρο 1456 παρ. 1 εδ. β', επέχει θέση εκούσιας αναγνώρισης. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, ναι μεν η εν λόγω έγγραφη συναίνεση του άρθρου 1456 παρ. 1 ΑΚ απαιτείται ως όρος του επιτρεπτού της τεχνητής γονιμοποίησης (ΑΠ 1233/2017), πλην όμως, ακόμη και σε περίπτωση απόκτησης τέκνου από άγαμη γυναίκα με γεννητικό υλικό του άνδρα με τον οποίο συζεί σε ελεύθερη ένωση, χωρίς να έχει δοθεί η συναίνεση του με συμβολαιογραφικό έγγραφο και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται περίπτωση εκούσιας αναγνώρισης, το τέκνο, θεωρούμενο εκτός γάμου, μπορεί να αναγνωριστεί δικαστικά, με βάση τις προϋποθέσεις των γενικών διατάξεων, εφόσον δηλαδή αποδειχθεί όχι απλώς ότι υπήρχε συμβίωση κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης, αλλά και ότι το γεννητικό υλικό χορηγήθηκε από το σύντροφο της μητέρας κατά το ίδιο διάστημα, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1481 ΑΚ, η οποία, ναι μεν προϋποθέτει σαρκική συνάφεια με τη μητέρα, πλην όμως κατά διασταλτική αυτής ερμηνεία, επιβαλλόμενη από την εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης, περιλαμβάνει και την τεχνητή γονιμοποίηση, διότι, εφόσον το γεννητικό υλικό προέρχεται από τον ίδιο το σύντροφο της μητέρας, δεν ενδιαφέρει για την εφαρμογή του τεκμηρίου αν η σύλληψη του παιδιού υπήρξε αποτέλεσμα σαρκικής συνάφειας ή τεχνητής γονιμοποίησης(ΑΠ 898/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1478 ΑΚ, η προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης αποκλείεται στην περίπτωση που προβλέπεται από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1475 παρ. 2 ΑΚ. Ωστόσο, από τις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 142, 147,148, 154, 155 και 157 ΑΚ προκύπτει ότι, αν κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας (όπως είναι και η από τον πατέρα, κατά το άρθρο 1475 ΑΚ, μονομερής μη απευθυντέα δικαιοπραξία της εκούσιας αναγνώρισης τέκνου, που γεννήθηκε εκτός γάμου), η δήλωση δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη (η ιδιότητα του παιδιού θεωρείται "ουσιώδης" κατά την έννοια του άρθρου 142 ΑΚ) με τη βούληση του δηλούντος (που είναι ελαττωματική γιατί υπόκειται σε πλάνη ως προς την πατρότητά του), ή αν αυτός παρασύρθηκε σε δήλωση βουλήσεως με απάτη, ο τελευταίος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας.

Το δικαίωμα αυτό του πατέρα για ακύρωση της δικαιοπρακτικής του βούλησης περί εκούσιας αναγνώρισης του τέκνου που θα γεννηθεί, λόγω πλάνης, για την πατρότητά του, δικαιολογείται με βάση τις ανωτέρω γενικές διατάξεις για την ακυρότητα ή την ακυρωσία, εφόσον, τελικά, η βιολογική αλήθεια συνιστά ουσιώδη προϋπόθεση της υπόστασης της εκούσιας αναγνώρισης (ΑΠ 562/2020).

Η δυνατότητα, επομένως, για ακύρωση της εκούσιας αναγνώρισης δεν αντιβαίνει, ούτε στον περιορισμό της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 1478 ΑΚ, αλλ' ούτε και στο κατά το άρθρο 1476 εδ. γ' ΑΚ αμετάκλητο της δήλωσης. Είναι δε ουσιώδης η πλάνη, όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, εάν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

Πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως του δηλούντος πραγματικής κατάστασης, προς την πλάνη δε με την παραπάνω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσεως (άγνοια) της πραγματικής καταστάσεως όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος, όταν δηλαδή αυτός δεν είναι εν γνώσει ότι αγνοεί την απαιτούμενη πραγματική κατάσταση, διότι αν έχει πλήρη επίγνωση της αγνοίας του δεν πλανάται.

Το δικαίωμα του πλανηθέντος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας, υπόκειται σε διετή αποσβεστική προθεσμία από της δικαιοπραξίας, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως και η οποία διετία, αν η πλάνη εξακολούθησε και μετά την διετία, αρχίζει από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή, δηλαδή από τότε που ο πλανηθείς, έλαβε γνώση της πραγματικής καταστάσεως, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών τα οποία αυτός υπολάμβανε ως αληθινά ή ασυνείδητα αγνοούσε, κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, με βάση την οποία διαμορφώθηκε η βούλησή του προς κατάρτιση αυτής (ΑΠ 562/2020).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της αποφάσεως επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).

Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, πού στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 114/2009).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008).

Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο (ΑΠ 683/2005).

Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης, αφού στην έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται οι κανόνες, με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση (ΑΠ 1401/2008).

Επίσης, το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ(ΑΠ 89/2005, ΑΠ 1851/2007).

Ωστόσο και στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ ΑΠ 15/2000).

Επομένως, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 621/2009). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων γνωρίστηκε με τη πρώτη εναγόμενη τον Μάρτιο του 2010 και συνήψαν ερωτική σχέση.

Αρχικά συγκατοίκησαν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα της πρώτης εναγομένης στη … και αποφάσισαν να προσπαθήσουν να αποκτήσουν μαζί ένα τέκνο. Οι προσπάθειές τους δεν καρποφόρησαν, κυρίως λόγω του προβλήματος ολιγοασθενοσπερμίας που αντιμετώπιζε ο ενάγων και για το λόγο αυτό περί τον Οκτώβριο του 2010 αποφάσισαν από κοινού να αποκτήσουν τέκνο με τη μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Για τον σκοπό αυτό δυνάμει της υπ' αριθμ. …/….10.2010 συμβολαιογραφικής πράξης δήλωσης συναίνεσης της Συμβ/φου Αθηνών Αλεξάνδρας Μεργιανού-Νικολα?δη συμφώνησαν από κοινού και συνήνεσαν να εφαρμοστεί σ' αυτούς στο Ιατρικό Κέντρο Γυναικολογίας και Αναπαραγωγής "ΑΚΕΣΩ" μέθοδος ιατρικής υποβοήθησης στην ανθρώπινη αναπαραγωγή και ειδικότερα ομόλογη εξωσωματική γονιμοποίηση με ωάρια της πρώτης εναγομένης και με σπέρμα του ενάγοντος.

Η ως άνω συμβολαιογραφική συναίνεση σε τεχνητή γονιμοποίηση... επέχει θέση εκούσιας αναγνώρισης, ενώ η αντίστοιχη συναίνεση της πρώτης εναγομένης ισχύει και ως συναίνεσή της στην εκούσια αναγνώριση... Στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη η πρώτη εναγομένη δήλωσε άγαμη, πλην, όμως, αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό εκείνο σημείο (15.10.2010) ήταν ακόμη σε γάμο με τον δεύτερο σύζυγό της, Κ.

Ο. του Ν., αλλά λίγους μήνες πριν, ήτοι την 9.6.2010 είχε δηλωθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η συμφωνία της για τη λύση του γάμου της με τον ανωτέρω με συναινετικό διαζύγιο. Τελικά, ο εν λόγω γάμος λύθηκε αμετακλήτως στις 20.6.2011, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2152/30.5.2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε κατά το χρονικό εκείνο σημείο (15.10.2010) ότι η πρώτη εναγόμενη-σύντροφός του ήταν μεν έγγαμη, αλλά βρισκόταν σε διάσταση με τον πρώην σύζυγό της και επομένως ο ισχυρισμός του ότι πλανήθηκε σχετικά με το γεγονός αυτό και συνεπώς η έγγραφη συναίνεσή του, η οποία επέχει θέση εκούσιας αναγνώρισης τέκνου, είναι άκυρη, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Εξάλλου, οι ίδιοι (διάδικοι) συμφώνησαν από κοινού να αναβληθεί για μικρό χρονικό διάστημα η εμφύτευση του γενετικού υλικού, μέχρι να τακτοποιηθεί το θέμα διαζυγίου της πρώτης εναγόμενης. Στη συνέχεια, οι σχέσεις των συντρόφων διαταράχθηκαν από τον μήνα Ιανουάριο του 2011 μέχρι τον μήνα Αύγουστο του ίδιου έτους.

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, η πρώτη εναγομένη πώλησε το διαμέρισμά της στη …, όπου διέμενε... μαζί με τον ενάγοντα και εγκαταστάθηκε μαζί με τον υιό, που είχε αποκτήσει από το γάμο της με τον πρώτο σύζυγό της, Λ. Γ. Ρ., στην …, προκειμένου να εργαστεί στο ξενοδοχείο ΧΙΛΤΟΝ της Λευκωσίας. Στα τέλη του μηνός Αυγούστου του 2011 οι διάδικοι επανασυνδέθηκαν, κυρίως μετά από επιμονή του ενάγοντος, ο οποίος επισκεπτόταν συχνά την πρώτη εναγομένη στην … και αποφάσισαν να επιστρέψει η τελευταία στην Ελλάδα, προκειμένου να υποβληθεί στην εξωσωματική γονιμοποίηση για την απόκτηση τέκνου.

Πράγματι, στα τέλη του μηνός Οκτωβρίου του 2011, η πρώτη εναγομένη επέστρεψε στην Ελλάδα και υποβλήθηκε στη διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης στο Ιατρικό Κέντρο Γυναικολογίας και Αναπαραγωγής "ΑΚΕΣΩ" από τον ιατρό Γ. Κ. στις 8.11.2011...Στη συνέχεια, αναχώρησε εκ νέου για την …., όπου υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις και διαπιστώθηκε ότι η εμφύτευση του γενετικού υλικού είχε αποβεί επιτυχής και ήταν ήδη έγκυος.

Αυτό το γεγονός χαροποίησε ιδιαίτερα τον ενάγοντα και όταν η πρώτη εναγομένη επέστρεψε μόνιμα στην Ελλάδα από την … με τον υιό της, διέμενε σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του ενάγοντος στον … ... ο οποίος της το παραχώρησε... Στην πορεία, όμως, οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν και πάλι, διότι ο ενάγων είχε υπόνοιες ότι η σύντροφός του κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης είχε σαρκική συνάφεια και με άλλους άνδρες και ότι το κυοφορούμενο τέκνο δεν ήταν δικό του.

Αυτές τις υπόνοιες τις δημιούργησε κυρίως ένα τηλεφώνημα που έλαβε στις αρχές Απριλίου του 2012 από μια άγνωστη γυναίκα, η οποία του είπε ότι το κυοφορούμενο δεν είχε συλληφθεί με εξωσωματική γονιμοποίηση, αλλά ήταν καρπός της ερωτικής σχέσης που είχε η εναγόμενη με νεαρό άνδρα στην … . Για το λόγο αυτό, με την από 10.5.2012 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στην αντίδικό του στις 11.5.2012, ο ενάγων ανακάλεσε την ως άνω συμβολαιογραφική συναίνεσή του στην εξωσωματική γονιμοποίηση, πλην, όμως, η ανάκληση αυτή δεν είναι νόμιμη κατ' άρθρ. 1456 παρ. 2α ΑΚ, διότι έγινε μετά τη μεταφορά των γονιμοποιημένων ωαρίων στο σώμα της εναγομένης και χωρίς τον απαιτούμενο συμβολαιογραφικό τύπο.

Η τελευταία γέννησε με καισαρική τομή στις 10.7.2012 στο Μαιευτήριο ΙΑΣΩ ένα θήλυ τέκνο..., ήτοι μόλις συμπλήρωσε τον 8ο μήνα της κύησής της, δεδομένου ότι η εμβρυομεταφορά έγινε... στις 8.11.2011. Ο ενάγων, λόγω της αμφιβολίας αυτής, ζήτησε επανειλημμένως εξωδίκως από την εναγομένη τη διενέργεια DNA, προκειμένου να διαπιστωθεί η πατρότητα του ως άνω τέκνου της...

Τελικά έγινε εξέταση DNA... στις 21.11.2012 από το διαγνωστικό κέντρο γενετικής ¨InterGenetics¨... και διαπιστώθηκε ότι η πιθανότητα πατρότητας είναι >99,999%. Το ανωτέρω διαγνωστικό κέντρο ήταν επιλογής του ίδιου του ενάγοντα. Αλλά και στο γενετικό κέντρο που απευθύνθηκε η πρώτη εναγομένη με το ίδιο γενετικό υλικό και συγκεκριμένα στο ¨LOCUS MEDICUS¨ διαπιστώθηκε ότι η πιθανότητα ο ενάγων να είναι ο βιολογικός πατέρας του θήλεος τέκνου της πρώτης εναγομένης, αντιστοιχεί σε ποσοστό 99,993%...

Περαιτέρω, από την υπ' αρ. …/…-1-2016 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης... προκύπτει ότι το ανήλικο θήλυ τέκνο... της πρώτης εναγομένης, που γεννήθηκε στις 10.7.2012, είναι φυσικό (βιολογικό) τέκνο του ενάγοντος. Το τέκνο φέρει και στα ¨16¨ συστήματα από ένα κοινό αλληλόμορφο με τον φερόμενο πατέρα, επιβεβαιώνοντας την υπόθεση της πατρότητας.

Σε αυτήν την περίπτωση η πιθανότητα ο ενάγων να είναι ο βιολογικός πατέρας του ως άνω τέκνου, αντιστοιχεί σε ποσοστό 99,9999991%, γεγονός που δηλώνει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι αυτός είναι ο φυσικός πατέρας. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών είναι ο φυσικός πατέρας του θήλεος τέκνου της πρώτης εναγομένης που γεννήθηκε στις 10.7.2012 και ότι η υπ' αρ.

…/ ….10.2010 δήλωσή του ενώπιον της Συμβ/φου Αλεξάνδρας Μεργιάνου-Νικολα?δη, ανταποκρίνεται στη βιολογική αλήθεια και είναι έγκυρη...". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της συμβολαιογραφικής δήλωσης συναίνεσής του για την εξωσωματική γονιμοποίηση της πρώτης αναιρεσίβλητης, που υπέχει θέση εκούσιας αναγνώρισης ως δικού του τέκνου, του ανήλικου θήλεος τέκνου της τελευταίας, που γεννήθηκε στο ….

στις 10.7.2012, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του, η δήλωσή του αυτή δεν ανταποκρίνεται στη βιολογική αλήθεια, αλλά και επειδή δεν είχε λυθεί αμετάκλητα ο γάμος της ως άνω αναιρεσίβλητης, κατά το χρόνο της έγγραφης συναίνεσής του για την εξωσωματική γονιμοποίηση, γεγονός το οποίο αγνοούσε. Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1456 παρ. 2 και 1475 παρ. 2 ΑΚ, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν αφενός την απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού περί άγνοιας του αναιρεσείοντος της κατάστασης αγαμίας της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά το χρόνο της συμβολαιογραφικής δήλωσης συναίνεσής του για την εξωσωματική γονιμοποίηση της τελευταίας, καθώς και του ισχυρισμού του ότι η δήλωσή του αυτή δεν ανταποκρίνεται στη βιολογική αλήθεια, αφετέρου την αποδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της κατ` ένσταση προβληθείσας από τις αναιρεσίβλητες ακυρότητας της ανάκλησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος της ως άνω συμβολαιογραφικής δήλωσης συναίνεσής του για την εξωσωματική γονιμοποίηση της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Συνεπώς, οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος τους, αντίστοιχα, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1456 παρ. 2 εδ.

α' ΑΚ, παρά τον υποστηριζόμενο από τον ίδιο ισχυρισμό του περί έγκυρης ανάκλησης της δήλωσης συναίνεσής του για την εξωσωματική γονιμοποίηση της πρώτης αναιρεσίβλητης, αλλά και με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1475 παρ. 2 ΑΚ, παρά τους ισχυρισμούς του περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της, και αφετέρου, εκ πλαγίου παράβαση των παραπάνω διατάξεων, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.

Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι. Τέλος, με τους ίδιους ως άνω πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης, κατά το δεύτερο και πρώτο μέρος τους, αντίστοιχα, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, δέχτηκε την εγκυρότητα της συμβολαιογραφικής συναίνεσης του αναιρεσείοντος για την εξωσωματική γονιμοποίηση της πρώτης αναιρεσίβλητης, χωρίς προηγουμένως να έχει διερευνήσει αν έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη σχετική διαδικασία του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 3305/2005, η οποία απαιτεί να προηγείται η γραπτή ενημέρωση των προσώπων, που θα συναινέσουν στην τεχνητή γονιμοποίηση, την τήρηση της οποίας το πρώτον αμφισβητεί με το αναιρετήριο ο αναιρεσείων.

Ενόψει όμως του ότι, αφενός η παραπάνω διάταξη δεν αποτελεί κανόνα δημόσιας τάξης, αφού και υπό την εκδοχή ότι η σχετική ενημέρωση δεν δόθηκε σε κανένα χρονικό σημείο, οπότε θα πρόκειται για ιατρική αγωγή χωρίς συναίνεση, η παράλειψη αυτή επισύρει την ενδοσυμβατική, ή/και αδικοπρακτική ευθύνη του γιατρού, υπό τους όρους του αστικού δικαίου, αφετέρου ότι δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της ίδιας της προσβαλλομένης απόφασης το σφάλμα αυτό που αποδίδεται με τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ούτε εξάλλου τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό αναφέρονται στο αναιρετήριο, ούτε προκύπτει ότι είχαν προταθεί νομίμως στα δικαστήρια της ουσίας, προτείνεται δε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτής προβολής του, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Ως εκ τούτου αμφότεροι οι προβαλλόμενοι ως άνω λόγοι, κατά το σχετικό τους τμήμα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ.176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16.01.2020 αίτηση του Ι. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5913/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα εκάστης αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ