Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on land ownership via thirty-year possession.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding land ownership. The lower court ruled that the defendant acquired title through thirty years of continuous possession, finding the land was privately cultivated rather than forested. The court upheld this finding, rejecting the state's arguments that the land was state forest requiring thirty years of possession under specific historical laws.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 18 and 21 of Law 21/1837; Article 51 of the Introductory Law to the Civil Code: Thirty years of possession with the intent of ownership and good faith constitutes acquisition of title, even on land previously considered state forest if proven to be privately cultivated.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 86 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 86/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργάκη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου:Χ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-1992 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 309/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 869/2001 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-9-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης της υπ΄αριθ. 869/2001 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως με αριθμό 2286/25.7.2006 του δικαστικού επιμελητού Αγρινίου ...., αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με την πάνω σ΄ αυτό πράξη ορισμού της προκειμένης δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ΄ αυτήν επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσείοντος νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ). ΕΠΕΙΔΗ νόμιμα εισάγεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, μετά την κατά άρθρο 12 παρ.1, 2 του Ν.2298/1995 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 Ν.2579/98 και ακολούθως με το άρθρο 42 Ν.2721/1999 εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ'αριθ.1338/Φ 26807/25-11-2004 θετικής γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους δι'αμφοτέρους τους λόγους αναιρέσεως.
ΕΠΕΙΔΗ κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ν.8 παρ.1 Κ (7,39) ν.9 παρ.7 (Β 5014) για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται τριακονταετής νομή αυτού με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του Ν.21/6-3-7/1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" που κατ΄άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ εφαρμόζονται για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις ανωτέρω προϋποθέσεις και επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι και τα εθνικά δάση.
Προς τούτο όμως έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915 καθόσον μεταγενεστέρως δεν ήταν δυνατή χρησικτησία επί των κτημάτων τούτων, όπως προκύπτει από τις διατάξεις αφενός μεν του νόμου ΔΖΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν.Δ τις 22/4-16/5/1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε εφεξής οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ'αυτά (Ολ.ΑΠ 75/87 Δνη 32, 1483).
Εξάλλου κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μια εικοσαετία γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία ενώ κατ'άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος) είναι νομέας αυτού, αν ασκεί την εξουσία του με διάνοια κυρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το πνευματικό (animus domini) τα οποία κατά κανόνα συνυπάρχουν και προσπορίζουν στο νομέα χρησιδεσποτεία επί του πράγματος.
Περί της συνδρομής των στοιχείων αυτών κρίνει το δ/ριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνονται η θέληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ΄εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 7950 τμ, βρίσκεται στη θέση "...." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ....του Νομού Αιτωλ/νίας. Αυτό συνορεύει με καλλιεργούμενες από τον εφεσίβλητο ιδιωτικές εκτάσεις του και δασική έκταση και κατά το χρόνο εκδόσεως του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής (18/7/1977) καλύπτονταν από θαμνώδη βλάστηση αειφύλλων πλατυφύλλων (πουρνάρια), τα οποία, κατά τον μάρτυρα του Ελληνικού Δημοσίου, αναπτύχθηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια.
Το πρωτόκολλο αυτό ακυρώθηκε με την 217/1977 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, επειδή κρίθηκε μετά από θεώρηση, ότι το επίδικο δεν είχε τον χαρακτήρα δασικής εκτάσεως και πριν την ανάπτυξη της βλαστήσεως καλλιεργούνταν από τον πατέρα του εφεσιβλήτου, ως συνεχόμενο των ιδιωτικών εκτάσεων. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο πατέρας του εφεσιβλήτου Χ2 από το έτος 1935 και πριν απ'αυτόν ο πάππος του Χ3 καλλιεργούσαν το επίδικο ακίνητο με σιτάρι και καλαμπόκι, όπως βεβαιώνει και ο μάρτυρας του εφεσιβλήτου, η κατάθεση του οποίου ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων του Ελληνικού Δημοσίου στη δίκη της ανακοπής.
Ενδεικτικό της καλλιέργειας είναι το γεγονός ότι σ'αυτό είχαν δημιουργηθεί και "πεζούλες" για να συγκρατούν τα χώματα. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο πατέρας του εφεσιβλήτου το έτος 1950 στο ίδιο ακίνητο λειτούργησε ασβεστοκάμινο με άδεια της Νομαρχίας, ενώ με το .... συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Αγρινίου ...., που μεταγράφηκε νομίμως, τού μεταβίβασε και την κυριότητα.
Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται, ότι η επίδικη έκταση αποτελεί δάσος ή δασική έκταση, κατά την έννοια των πιο πάνω αναφερομένων σχετικών διατάξεων, ούτε αποτελούσε τέτοια έκταση και κατά το έτος 1836 που άρχισε να ισχύει το ΒΔ 16-11-1836, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε, ότι η έκταση αυτή ήταν καλλιεργούμενη-ιδιωτική, στην οποία η θαμνώδης βλάστηση αναπτύχθηκε τα τελευταία είκοσι χρόνια, όταν έπαυσε να καλλιεργείται.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε "ότι ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου, με το παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο και τη συνεχή διανοία κυρίου νομή του, με την προσμέτρηση και της νομής των δικαιοπαρόχων του πέραν των 80 ετών" δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία και απέρριψε την από 5-3-92 διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Β.Ρ.Δ.
ούτε άλλη καμιά, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο ως προς τις προσιδιάζουσες στη φύση του επιδίκου πράξεις νομής του εναγομένου και των δικαιοπαρόχων του όσο και στον συνυπολογισμό στο χρόνο της δικής του νομής και του χρόνου της όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του πατρός του, τού οποίου είχε γίνει ειδικός διάδοχος, υπό την ισχύ του ΑΚ (23-2-1946).
Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο νομή στο επίδικο του εναγόμενου υπερβαίνουσα την εικοσαετία, με συνυπολογισμό της νομής του αμέσου δικαιοπαρόχου του πατρός του Χ2 (πέραν των 80 ετών), κρίνοντας ότι το επίδικο ουδέποτε αποτέλεσε δάσος ή δασική έκταση αλλά εξ αρχής ήταν καλλιεργούμενη ιδιωτική ιδιοκτησία και ως εκ τούτου δεν απαιτούνταν για το βάσιμο της ένστασης του εναγομένου και η αναδρομή στο χρόνο νομής των απωτέρων δικαιοπαρόχων του εναγομένου και η κτήση απ'αυτούς κυριότητας στο επίδικο, με έκτακτη χρησικτησία, με την τριακονταετή νομή τους με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι την έναρξη του δικαιοστασίου στις 12-9-1915, αλλά και μετέπειτα με την τριακονταετή νομή τους διανοία κυρίου και καλή πίστη μέχρι την έναρξη ισχύος του ΑΚ (22-2-46), καθ΄όσον όπως προαναφέρθηκε το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι το επίδικο αείποτε αποτελούσε ιδιωτική έκταση και δέχθηκε την κυριότητα του εναγομένου στο επίδικο κτηθείσα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας υπό την ισχύ του ΑΚ καθ΄όσον είχε συμπληρώσει πέραν της εικοσαετίας νομή στο επίδικο με διάνοια κυρίου, με τον συνυπολογισμό της νομής του αμέσου δ/χου πατρός του - στο πρόσωπο του οποίου ως προκτήτορος είχε αποκτηθεί η κυριότητα στο επίδικο πρωτοτύπως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (23-2-46 έως 6-7-1977) - του οποίου κατέστη ειδικός διάδοχος, χωρίς ν' απαιτείται και καλή πίστη.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι αμφότεροι οι λόγοι της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3.9.2004, ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ΄αριθμ. 869/2001 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ