Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
869/2021 KI-generiert

Supreme Court partially allows appeal against bank judgment, remanding account closure dispute to new panel.

Geschäftsnummer 869/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Third-instance Court of Dodecanese, declaring the appeal admissible regarding the account closure. The court found the lower court's reliance on the statute of limitations and the debtor's acknowledgment of the balance insufficient to justify the closure without further examination. Consequently, the decision was annulled in part and remanded to a newly constituted panel of the same court to determine the extent of the unauthorized disposition of assets.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 576, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a judgment and remit the case to a new panel when the contested decision is based on insufficient facts or legal reasoning regarding the closure of a bank account, requiring a fresh examination of the debtor's assets and the validity of the disposition.

Schlagwörter

KI-generiert
partial annulment bank account closure statute of limitations remittal to same court unauthorized disposition new panel composition civil procedure code

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 76 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 110 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 633 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 581 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 section e of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the third article of Law 4335/2015

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 869 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 869 /2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποίηση: Γ. Γ. του Δ., κάτοικος ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2017 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 30/10/2017αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1092/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 10/12/2019 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την από 10-12-2019 κλήση του αναιρεσείοντος, επαναφέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση της 1092/2019 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της, διότι δεν είχε κληθεί, να λάβει μέρος σ' αυτή, ο αναγκαίος ομόδικός του και μη ασκήσας, δική του, αίτηση αναίρεσης Γ.

Γ. (άρθρα 76 παρ. 4, 110 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, από τις εκθέσεις επιδόσεως: α) 5378-Ε/09-07-2020 της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Δ. και, β) 3774Β/30-11-2020 του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Δωδεκανήσου Σ. Μ., προκύπτει ότι η ανωτέρω κλήση του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, επιδόθηκε, με επιμέλειά του, αντίστοιχα, στην ήδη αναιρεσίβλητη, τράπεζα και στον ανωτέρω αναγκαίο ομόδικό του.

Επομένως, τόσο για τον αναιρεσείοντα, που επέσπευσε τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, από το οικείο πινάκιο της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όσο και για τον ανωτέρω αναγκαίο ομόδικό του, που νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα προεκτεθέντα, κλητεύθηκε, αλλά και αυτός, επίσης, δεν εμφανίσθηκε, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες, αμφότεροι, σημειουμένου, ακόμη, για το παραδεκτό της φερόμενης, προς κρίση, αίτησης αναίρεσης, ότι, από το, υπάρχον στο φάκελο της προκειμένης δικογραφίας, …/2017 πληρεξούσιο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου, Δημήτρη Γιώρτσου, προκύπτει η χορήγηση της σχετικής πληρεξουσιότητάς του προς το δικηγόρο Κωνσταντίνο Σαρή, ο οποίος έχει υπογράψει την ένδικη αίτηση αναίρεσης (άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 495, 576 παρ. 1 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αν αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004).

Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).

Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998, ΑΠ 1399/2011), καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και, 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 32/1996).

Επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται, με σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 24/1992).

Για το ορισμένο δε και του λόγου αυτού, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 153/2008). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/2012).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο: α) Με το πρώτο σκέλος του, την πλημμέλεια από τον αριθμό 4, ορθώς εκτιμώμενη ως από τον αριθμό 8 άρθρου του 559 ΚΠολΔ, συντελεσθείσα με το δεχθεί παρά το νόμο πράγματα, που δεν προτάθηκαν γιατί, χωρίς να αναφέρονται στην ένδικη αγωγή ημερομηνίες σύναψης των συμβάσεων χορήγησης πιστωτικών καρτών, έκρινε ότι τα παραγωγικά αίτια των απαιτήσεων της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, δανείστριας τράπεζας, έναντι του οφειλέτη της, γεννήθηκαν πριν καταρτισθεί το επίμαχο απαλλοτριωτικό συμβόλαιο.

Η αιτίαση, όμως, αυτή κρίνεται αβάσιμη, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ημερομηνία συνάψεως των ανωτέρω συμβάσεων, που δεν αναφέρεται στην αγωγή, ενώ από το ίδιο το αναιρετήριο προκύπτει το αντίθετο, ότι δηλαδή, δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τέτοια ημερομηνία και, επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα", που δεν προτάθηκαν.

Και, β) Με το δεύτερο, επικουρικό του πρώτου, σκέλος του, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθώς εκτιμώμενο ως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, αποδίδει στο Εφετείο, εκ πλαγίου, παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 939 και 941 ΑΚ, στην οποία αυτό υπέπεσε, με το να δεχθεί ότι: "...αφού κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης υπήρχαν (ήδη από το χρόνο κατάρτισης των ανωτέρω συμβάσεων) τα παραγωγικά της απαιτήσεως της ενάγουσας περιστατικά με το κλείσιμο δε των αλληλοχρέων λογαριασμών...και με την καταγγελία των δανειακών συμβάσεων η απαίτηση αυτή απλώς κατέστη απαιτητή...", καθόσον δεν αναφέρει, καθόλου, τον ακριβή χρόνο γέννησης των παραγωγικών αιτίων των ενδίκων απαιτήσεων της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας τράπεζας, από συμβάσεις χορήγησης πιστωτικών καρτών, μεταξύ αυτής και του οφειλέτη της, ώστε να αιτιολογείται η παραπάνω κρίση του, ήτοι ότι αυτές είχαν γεννηθεί πριν από το χρόνο των επίμαχων απαλλοτριώσεων, όπως απαιτούν οι ανωτέρω, παραβιασθείσες, διατάξεις.

Κατά το σκέλος του αυτό, ο λόγος, είναι απαράδεκτος, καθόσον από την παράθεση των ανωτέρω τεσσάρων, περίπου, γραμμών, από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, τις οποίες επέλεξε να παραθέσει στο αναιρετήριο ο αναιρεσείων, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της, από την άποψη της επάρκειας και σαφήνειας των αιτιολογιών της, ως προς το, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ, που εφαρμόσθηκαν και επικαλείται, ως εκ πλαγίου παραβιασθείσες ο αναιρεσείων, κρίσιμο ζήτημα του χρόνου, κατά τον οποίο γεννήθηκαν οι ανωτέρω αξιώσεις της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, τράπεζας, κατά του οφειλέτη της και ειδικότερα, να μπορεί να ελεγχθεί, στην προκειμένη περίπτωση, ο χρόνος, κατά τον οποίο δέχθηκε το Εφετείο ότι συνέβη τούτο (δηλ.

πριν ή μετά τις επίμαχες απαλλοτριωτικές μεταβιβάσεις). Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της, εκ πλαγίου, παραβίασης του άρθρου 941 παρ. 2 ΑΚ, που συντελέσθηκε με το να διαλάβει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ειδικότερα δε, εκθέτει στο αναιρετήριό του, ο αναιρεσείων, ότι η αιτιολογία του Εφετείου: "...Τούτο προκύπτει από την κατάθεση της Ε. Γ. μητέρας των εναγομένων η οποία κατέθεσε ότι ο δεύτερος των εναγομένων "γνώριζε για τις δυσκολίες που είχε ο Γ.", ήτοι ο πρώτος εναγόμενος. Ακόμη η ίδια κατέθεσε ότι ο δεύτερος εναγόμενος "έδωσε χρήματα για να διευκολύνει τον Γ.

στις δυσκολίες που είχε ο πρώτος εναγόμενος απέναντι στην ενάγουσα...

Συνεπώς ο δεύτερος εναγόμενος είχε πλήρη γνώση οικονομικών δυσχερειών του αδελφού του και πραγματοποιήθηκε αυτή για να μην μπορεί η ενάγουσα να ικανοποιήσει την είσπραξη των απαιτήσεων της που είχε εις βάρος του μεταβιβάσαντος...", είναι παντελώς ανεπαρκής διότι "...η μείζων αυτής πρόταση ότι βοηθούσα οικονομικά τον αδελφό μου δεν βρίσκεται σε αντιστοιχία με την ελάσσονα, ότι άρα προέβηκα στην απαλλοτριωτική πράξη για να μην μπορέσει η αναιρεσίβλητη να ικανοποιήσει την απαίτησή της, όταν μάλιστα στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας αναγράφεται ως πιστωθέν το υπόλοιπο του οφειλόμενου τιμήματος του ποσού των 143.000 ευρώ.".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται. Και τούτο διότι, οι αποδιδόμενες ελλείψεις ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων, από το Εφετείο, προκειμένου αυτό να καταλήξει στο, σαφές αποδεικτικό πόρισμα, όπως τούτο προκύπτει, ακόμη και από την εντελώς αποσπασματική και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης ότι: "ο δεύτερος εναγόμενος είχε πλήρη γνώση οικονομικών δυσχερειών του αδελφού του και πραγματοποιήθηκε αυτή για να μην μπορεί η ενάγουσα να ικανοποιήσει την είσπραξη των απαιτήσεων της που είχε εις βάρος του μεταβιβάσαντος...", και, επομένως, πλήττεται ανεπίτρεπτα, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, από το Δικαστήριο της ουσίας.

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, από τους αριθμούς 11, άλλως 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, που εκτιμάται, ως μόνο από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, αποδίδεται στο Εφετείο ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος, περί έλλειψης γνώσης του, σχετικά με τον καταδολιευτικό σκοπό του οφειλέτη της ενάγουσας, κατά το χρόνο κατάρτισης των επίμαχων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών.

Και αυτός ο λόγος κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται, δεδομένου ότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις συνιστούν αρνητικούς ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος, ενάγοντος, αμυνομένου κατά της ένδικης αγωγής, η οποία, κατά το παρακάτω εκτιθέμενο περιεχόμενο αυτής, ασκήθηκε μετά την πάροδο έτους από την απαλλοτρίωση και, έτσι, δεν ερείδεται στο τεκμήριο γνώσης της παρ. 2 άρθρου 941 ΑΚ, ώστε ο επίμαχος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος να αποτελεί ανατρεπτική ένσταση αυτού (τεκμηρίου) και η μη λήψη του, ως "πράγματος" να ιδρύει τον προβαλλλόμενο αναιρετικό λόγο.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, αφού το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία, εκ των πραγμάτων, τον ανωτέρω ισχυρισμό, με την παραδοχή ότι αποδείχθηκαν τα αντίθετα, προς αυτά που τον συγκροτούν και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων γνώριζε τον καταδολιευτικό σκοπό του προαναφερθέντος οφειλέτη της ήδη αναιρεσίβλητης, τράπεζας, κατά το χρόνο σύναψης των επίμαχων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών.

IΙΙ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ: "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση, που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, οι οποίες, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, αρκεί να είναι δυσμενείς (ΟΛΑΠ 6/2016, ΑΠ 1313/2018). Μόνη δε η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 711/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τον αρ. 1 (όχι και από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, απέρριψε, ως αόριστη, την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, δανείστριας τράπεζας, την οποία είχε προβάλει πρωτοδίκως και επανέφερε, νομίμως, στο Εφετείο, με λόγο έφεσης, καθόσον αυτό αξίωσε, για τη θεμελίωσή της, περισσότερα στοιχεία απ' όσα η ανωτέρω διάταξη απαιτεί, άλλως δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωση της ένστασής του αυτής, ο ήδη αναιρεσείων, εναγόμενος, προέβαλε, επί λέξει τα εξής: "...αν ο αδελφός μου Γ. είχε καταστεί υπερήμερος ως προς την καταβολήν από τον ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό των οφειλόμενων δόσεων δανείου για ποιο λόγο συνέχισε η αναιρεσίβλητη τη διαδοχική χορήγηση πιστωτικών καρτών τις οποίες κατήγγειλε το 2012 παρά την υπερημερία του οφειλέτη αδελφού μου, διότι η τακτική αυτή είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας και συνιστά συμπεριφορά αντίθετη στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών κατά παράβαση του νόμου και δεν μπορεί μετά την συμπεριφορά αυτή να ζητά εκ των υστέρων την ακύρωση της δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής και ως εκ τούτου το δικαίωμα αυτό ασκείται καταχρηστικά.".

Ωστόσο, η ανωτέρω ένσταση είναι αόριστη, καθόσον, ο αναιρεσείων ουδόλως εξέθεσε περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι η αναιρεσίβλητη, με την ανωτέρω επικαλούμενη συμπεριφορά της, δημιούργησε σ' αυτόν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της, με αποτέλεσμα μόνα τα λοιπά επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, ως μη πληρούντα τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη προϋποθέσεις ουσιαστικής ευδοκίμησης της προτεινόμενης ένστασης.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, ως προς τα περιστατικά αυτά και δέχθηκε, ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα και στο αναιρετήριο, ότι: "δεν εκτίθενται τα θεμελιωτικά της ενστάσεως αυτής πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα εφόσον οι εναγόμενοι δεν εξειδικεύουν την μακροχρόνια συμπεριφορά της ενάγουσας ούτε τα στοιχεία βάσει των οποίων δημιουργήθηκε η εντύπωση σ' αυτούς ότι δεν πρόκειται η ενάγουσα να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής της...", δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, αξιώνοντας για την εφαρμογή της περισσότερα στοιχεία απ' όσα η διάταξη αυτή, του άρθρου 281 ΑΚ, απαιτεί και συνεπώς ο περί του αντιθέτου ανωτέρω αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος.

ΙV. Με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ελέγχεται η επάρκεια ή μη της αγωγής, ένστασης, αντένστασης κλπ., όταν πρόκειται για νομική αοριστία, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος, προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα. Ενώ, η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση, απλώς, των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, ελέγχονται με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 14 λόγο αναίρεσης (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη αξίωσης του δανειστή προς διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, της γενόμενης από τον οφειλέτη προς τρίτο απαλλοτρίωσης στοιχείου της περιουσίας του αποτελεί η δημιουργούμενη εξ αιτίας αυτής για τον οφειλέτη αφερεγγυότητα, δηλαδή η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του προς ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε η αφερεγγυότητα να υπάρχει και κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (ΟλΑΠ 15/2012), ενώ αδιάφορο είναι, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (ΟλΑΠ 709/1974, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1720/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 941 ΑΚ, που ορίζει, ότι η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν ο τρίτος, υπέρ του οποίου έγινε, γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, θα πρέπει ο τρίτος να γνωρίζει θετικά κατά την απαλλοτρίωση την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη και δεν αρκεί η υπαίτια άγνοιά του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 928/2014).

Τεκμαίρεται όμως, ότι ο τρίτος το γνωρίζει, αν κατά την απαλλοτρίωση είναι σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής του σε ευθεία γραμμή ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο. Το τεκμήριο δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118, 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει:

α) Περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεγενημένης κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και ληξιπρόθεσμης, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και, αφετέρου, του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (ΟλΑΠ 15/2012).

β) Επίκληση προθέσεως βλάβης του δανειστή και θετικής γνώσεως της εν λόγω προθέσεως από τον τρίτο κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως. Και, γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένης στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν επαρκεί γι' αυτό (ΟλΑΠ 6/2003, ΑΠ 661/2015).

Από δε τη διάταξη του άρθρου 943 παρ. 1 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 936 παρ. 3, 953 παρ. 2 και 992 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, για τη γέννηση του δικαιώματος του δανειστή προς διάρρηξη της εκ μέρους του οφειλέτη του επιχειρηθείσας καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως, προϋποτίθεται, πλην άλλων, ότι η υπόλοιπη περιουσία του τελευταίου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του πρώτου.

Από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση συνάγεται ότι η διάρρηξη μπορεί να ζητηθεί από τον δανειστή και να διαταχθεί από το δικαστήριο, κατ' αρχήν, μόνο στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος και δεν έχει έννομο συμφέρον για διάρρηξη πέρα από αυτό το μέτρο. Σε περίπτωση έτσι που αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως είναι περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, η διάρρηξη περιορίζεται σε όσα (και σε εκείνα που) απαιτούνται για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή, ενώ σε περίπτωση που αντικείμενό της είναι μόνο ένα (ενιαίο) περιουσιακό στοιχείο, η διάρρηξη περιορίζεται στο ποσοστό του εκείνο, η αξία του οποίου καλύπτει την αξία της απαιτήσεως του δανειστή.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το δικαστήριο, για να διατάξει τη μερική διάρρηξη (λ.χ. ως προς το καθοριζόμενο εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του ενός ακινήτου που αποτελεί αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως), θα πρέπει, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ολοσχερής ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος δανειστή από το πλειστηρίασμα, να συνεκτιμήσει, πέρα από την εν λόγω απαίτηση (κατά το κεφάλαιο και τους τυχόν οφειλόμενους τόκους), τα έξοδα της κατά του οφειλέτη επικείμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, καθώς και το γεγονός ότι κατά τον πλειστηριασμό είναι απίθανο να επιτευχθεί πλειστηρίασμα ίσο με την αγοραία αξία του ακινήτου (ΑΠ 1963/2009).

Περαιτέρω, από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚκαι 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13- 8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του (ΑΠ 1/2002, σχετ.

ΟλΑΠ 709/1974). Αντίθετη, επί του προκειμένου άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του.

Στην περίπτωση δε που η απαίτηση αποτελεί κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, που κλείστηκε, πρέπει στην αγωγή να γίνεται παράθεση όλων των χρεοπιστωτικών κονδυλίων αυτού του λογαριασμού, από τα οποία προκύπτει αυτό το κατάλοιπο (ΑΠ 46/1984). Η παράθεση αυτή δεν είναι αναγκαία όταν η αγωγή στηρίζεται στην αναγνώριση του καταλοίπου από τον οφειλέτη ή τον εγγυητή (ΑΠ 1116/2018).

Δεν είναι επίσης αναγκαία η παράθεση των χρεοπιστωτικών κονδυλίων αν για την ύπαρξη και το ύψος της από το κατάλοιπο απαίτησης υφίσταται δεδικασμένο (άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ), ενόψει του ότι το τελευταίο αποκλείει την αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της ύπαρξης και του ύψους της εν λόγω απαίτησης. Τέτοιο δεδικασμένο, που αποκλείει αυτή την αμφισβήτηση, προέρχεται και από τη διαταγή πληρωμής, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου, για απαίτηση του τελευταίου από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, που κλείστηκε και η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, είτε με την τελεσίδικη, κατά παραδοχή ανακοπής κατ' αυτής, ακύρωση της διαταγής πληρωμής, λόγω ανυπαρξίας της απαίτησης, είτε, σε περίπτωση μη άσκησης ανακοπής μέσα στην προθεσμία των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την επίδοσή της, που ορίζεται στο άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την άπρακτη πάροδο των δέκα εργάσιμων ημερών από τη νέα επίδοση αυτής στον οφειλέτη, τη μη άσκηση δηλαδή από αυτόν ανακοπής μέσα στην εν λόγω προθεσμία, όπως ορίζει το άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 6/1996, ΑΠ 1341/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε τη διάρρηξη, ως καταδολιευτικών, των αναφερομένων σ' αυτή δικαιοπραξιών, με βάση το ακόλουθο ιστορικό: "Κατά του πρώτου εναγομένου - οφειλέτη μας, διατηρούμε οικονομικές αξιώσεις που 'πηγάζουν:

Α. Δυνάμει της υττ' αριθμ. …/…-11-2004 σύμβαση χορήγησης πίστωσης σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. …/…/…-12-2007 πρόσθετη πράξη και πράξη τροποποίησης σύμβασης χορήγησης πίστωσης σε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκαν στη Ρόδο και υπογράφτηκαν στις προαναφερθείσες ημερομηνίες, χορηγήσαμε μέσω του καταστήματος μας πόλεως Ρόδου (…) στον Γ.

Γ. που ασκεί ομώνυμη ατομική επιχείρηση στον … [Α.Φ.Μ. …] Ρόδου, πίστωση σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του τελικού συνολικού ποσού των ευρώ 60.000, σύμφωνα με τους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στις εν λόγω συμβάσεις. Την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική αποπληρωμή του ανωτέρω δανείου καθώς και την τήρηση εκ μέρους της δανειζομένης όλων των υποχρεώσεων που ανέλαβε αυτός με τις ως άνω συμβάσεις, εγγυήθηκε προς την Τράπεζά μας η Τ.

συζ. Γ. Γ. το γένος Ν. Α., ενεχόμενη ως αυτοφειλέτης και παραιτούμενη του ευεργετήματος της διζήσεως και όλων των συναφών ενστάσεων και δικαιωμάτων του Α.Κ. σύμφωνα με ειδικότερα οριζόμενα στον όρο 20 της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Σε εκτέλεση δε της παραπάνω σύμβασης τηρήθηκαν και κινήθηκαν οι υπ' αριθμ.

… και …-…-…-… λογαριασμοί. Η ως άνω σύμβαση παροχής πίστωσης καταγγέλθηκε από εμάς την 13.7.2012 σύμφωνα με το δικαίωμα που μας παρείχε ο όρος 6 αυτής και οι υπ' αριθμ. … και …-…-…-… λογαριασμοί έκλεισαν οριστικά την ίδια ημερομηνία εμφανίζοντας χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος των καθ' ων το ποσό των 24.329,23 ευρώ πλέον των τόκων μέχρι την ημερομηνία αυτή.

Στον ως άνω λογαριασμό και στα εμπορικά βιβλία της Τράπεζας, εμφαίνονται τα ποσά της ελάχιστης μηνιαίας καταβολής που έχουν καταβληθεί, οι ημερομηνίες καταβολής τους, οι τόκοι υπερημερίας των καθυστερούμενων ελάχιστων μηνιαίων καταβολών, ο τρόπος καταλογισμού της κάθε μιας καταβολής, καθώς και το κατά την ημερομηνία κλεισίματος του λογαριασμού, προκύψαν χρεωστικό υπόλοιπο.

Τα ανωτέρω χρεωστικά υπόλοιπα που προέκυψαν από τους υπ' αριθμ. … και …-…-…-… λογαριασμούς της εν λόγω σύμβασης, ποσού 12,354.38 ευρώ και 11.974,85 ευρώ αντίστοιχα, μεταφέρθηκαν αυθημερόν (την 13.7.2012) στους υπ' αριθμ. … και υπ' αριθμ. …-…-… λογαριασμούς οριστικής καθυστερήσεως, που τηρεί η Τράπεζά μας. 'Εκτοτε ουδεμία καταβολή έγινε.

Την κατά τα άνω καταγγελία της σύμβασης πιστώσεως-πρόσθετης πράξης αυτής και το οριστικό κλείσιμο των τηρηθέντων λογαριασμών με το προκύψαν χρεωστικό κατάλοιπο της 13.7.2012 συνολικού ύψους 24.329,23 ευρώ κοινοποιήσαμε στον πρώτο εναγόμενο και στην ετέρα εγγυήτρια με τις από 24-07-2012 εξώδικες δηλώσεις- καταγγελίες μας, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 7612Β και 7613Β/27.7.2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ρόδου, Ε.

Μ., απ' τις οποίες προκύπτει η επίδοση της από 24.7.2012 εξώδικης δήλωσης-καταγγελίας-πρόσκλησης της απούσας Τράπεζας προς τους καθ' ων προς πληρωμή του σε βάρος του διαμορφωθέντος την 13.07.2012 χρεωστικού καταλοίπου του λογαριασμού εξ ευρώ είκοσι τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι εννέα και είκοσι τρία λεπτών (24.329,23) με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, ανατοκιζομένων των τόκων ανά εξάμηνο σύμφωνα με τον Νόμο και τη σύμβαση έως ολοσχερούς εξοφλήσεως και κατά της οποίας (εξώδικης δήλωσης) τόσο η πιστούχος, όσο και η εγγυήτρια, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος, καμία αντίρρηση δεν προέβαλαν.

Κατά των ομοίως ως άνω, καταθέσαμε στις 6.9.2012 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, με την οποία ζητούσαμε να υποχρεωθούν οι καθ' ων με έκδοση κατ' αυτών Διαταγής Πληρωμής, να μας καταβάλουν έκαστος εις ολόκληρο, το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και είκοσι τρία λεπτών (24.329,23) εντόκως από 14.07.2012 (επομένη της καταγγελίας της σύμβασης και μεταφοράς του χρεωστικού υπολοίπου σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης), ανατοκιζομένων των τόκων ανά εξάμηνο σύμφωνα με το Νόμο και τον όρο 2 της σύμβασης, πλέον εξόδων έως ολοσχερούς εξοφλήσεως.

Στις 10/9/2012 δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 779/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος μας παρέλαβε το πρώτο εκτελεστό απόγραφο εκ της διαταγής αυτής πληρωμής στις 18.8.2012. Πιστό αντίγραφο από αυτό το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ' αριθμ. 779/2012 Διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου μαζί με την κάτω από αυτό από 18/9/2012 παραγγελία προς επίδοση και επιταγή προς πληρωμή της πληρεξούσιας δικηγόρου της Τράπεζας μας, επιδόθηκε στις 8/10/2012 στους καθ' ων η διαταγή πληρωμής, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες υπ' αριθμ. 8022Β, 8023Β78.10.2012 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ρόδου Ε.

Ο. Μ.. Δεύτερη επίδοση της ως υπ' αριθμ. 779/2012 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου έλαβε χώρα με τις υπ' αριθ. 8378 Γ και 8379Γ/6.11.2012 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Δ. Γ.. Επομένως, τόσο ομοίως ως άνω όσο και η εγγυήτρια Τ. συζ. Γ. Γ. το γένος Ν. Α., μας οφείλουν το ποσό των ευρώ 24.329,23 για κεφάλαιο από την εν λόγω διαταγή πληρωμής, το ποσό των 383,88 ευρώ για τόκους υπερημερίας επί του ως άνω κεφαλαίου από 14.7.2012 (επομένη ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης και μεταφοράς του χρεωστικού υπολοίπου σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης) έως την 18.9.2012, το ποσό των 250,00 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, το ποσό των 345,00 ευρώ για σήμανση του πρώτου εκτελεστού απογράφου, σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση, για δικαιώματα αντιγραφής και επίδοση.

Δηλαδή, το συνολικό ποσό της οφειλής τους προς εμάς από την ως άνω αιτία ανέρχεται στο ποσό των 25.308,11 ευρώ πλέον των τόκων υπερημερίας μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης. Β. Δυνάμει αιτήσεως του πρώτου εναγομένου για τη χορήγηση πιστωτικής κάρτας ΠΕΙΡΑΙΩΣ MASTERCARD, και σε εκτέλεση των όρων της μεταξύ μας συμβάσεως αυτής, εκδόθηκε και παραδόθηκε σε αυτόν η υπ' αριθμ.

… κάρτα ΠΕΙΡΑΙΩΣ MASTERCARD, συνολικού πιστωτικού ορίου 3.300,00 ευρώ. Η ανωτέρω σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας ΠΕΙΡΑΙΩΣ MASTERCARD, καταγγέλθηκε από εμάς σύμφωνα με το δικαίωμα που μας παρείχε ο όρος 7 αυτής, εφόσον ο πρώτος εναγόμενος κατέστη υπερήμερος προς την καταβολή ελάχιστων μηνιαίως δόσεων, παρουσιάζοντας αντισυμβατική συμπεριφορά και κλείσαμε τον στηριζόμενο στην άνω σύμβαση λογαριασμό, ο οποίος κατά την ημέρα της καταγγελίας, ήτοι την 22/12/2010 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του πρώτου εναγομένου ποσού 3,549.71 ευρώ και το οποίο υπόλοιπο μεταφέρθηκε στον υπ' αριθμ.

… λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Την κατά τα άνω καταγγελία της σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας ΠΕΙΡΑΙΩΣ MASTERCARD και το οριστικό κλείσιμο του τηρηθέντος λογαριασμού με το προκύψαν χρεωστικό κατάλοιπο της 22,12.2010 συνολικού ύψους 3,549.71 ευρώ, κοινοποιήσαμε στον πρώτο εναγόμενο με την από 3.09.2012 εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση-δήλωση-καταγγελία μας, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 8041 Γ/18.9.2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου, Δ.

Γ., και με την οποία καλούμε τον πρώτο των εναγόμενων να παύσει της χρήση της πιστωτικής κάρτας, να την παραδώσει άμεσα στο πλησιέστερο κατάστημα και να εξοφλήσει ολοσχερώς την ανωτέρω οφειλή, η οποία από 14.7.2012 (επομένη ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης και μεταφοράς του χρεωστικού υπολοίπου σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης) έως την 18.9.2012, το ποσό των 250,00 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, το ποσό των 345,00 ευρώ για σήμανση του πρώτου εκτελεστού απογράφου, σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση, για δικαιώματα αντιγραφής και επίδοση.

Δηλαδή, το συνολικό ποσό της οφειλής τους προς εμάς από την ως άνω αιτία ανέρχεται στο ποσό των 25.308,11 ευρώ πλέον των τόκων υπερημερίας μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης. Γ. Δυνάμει αιτήσεως του πρώτου εναγόμενου για τη χορήγηση πιστωτικής κάρτας ΠΕΙΡΑΙΩΣ CΗΑΜΡΙΟΝ & MASTERCARD, και σε εκτέλεση των όρων της μεταξύ μας συμβάσεως αυτής, εκδόθηκε και παραδόθηκε σε αυτόν η υπ'αριθμ.

… κάρτα ΠΕΙΡΑΙΩΣ CHAMPIONS MASTERCARD, συνολικού πιστωτικού ορίου 5.000,00 ευρώ. Η ανωτέρω σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας ΠΕΙΡΑΙΩΣ CHAMPIONS MASTERCARD, καταγγέλθηκε από εμάς σύμφωνα με το δικαίωμα που μας παρείχε ο όρος 7 αυτής, εφόσον ο πρώτος εναγόμενος κατέστη υπερήμερος προς την καταβολή ελάχιστων μηνιαίως δόσεων, παρουσιάζοντας αντισυμβατική συμπεριφορά και κλείσαμε τον στηριζόμενο στην άνω σύμβαση λογαριασμό, ο οποίος κατά την ημέρα της καταγγελίας, ήτοι την 22/11/2010 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του πρώτου εναγόμενου ποσού 4.824,32 ευρώ και το οποίο υπόλοιπο μεταφέρθηκε στον υπ' αριθμ.

… λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Την κατά τα άνω καταγγελία της σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας ΠΕΙΡΑΙΩΣ MASTERCARD και το οριστικό κλείσιμο του τηρηθέντος λογαριασμού με το προκύψαν χρεωστικό κατάλοιπο της 22/11/2010 συνολικού ύψους 4.824,32 ευρώ, κοινοποιήσαμε στον πρώτο εναγόμενο με την από 3/09/2012 εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση-δήλωση-καταγγελία μας, όπως προκύπτει από την υπ αριθμ. 8042Γ/18.9.2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου, Δ.

Γ., και με την οποία καλούμε τον πρώτο των εναγομένων να παύσει της χρήση της πιστωτικής κάρτας, να την παραδώσει άμεσα στο πλησιέστερο κατάστημα και να εξοφλήσει ολοσχερώς την ανωτέρω οφειλή, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 4,824,32 ευρώ, η οποία, πλέον τόκων υπερημερίας από 23/11/2010 (επομένη καταγγελίας), ανατοκιζομένων των τόκων ανά εξάμηνο σύμφωνα με το νόμο και της σύμβαση (όρος 7) μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

Δηλαδή, το συνολικό ποσό της οφειλής τους προς εμάς από την ως άνω αιτία ανέρχεται στο ποσό των 4.824,32 ευρώ πλέον των τόκων υπερημερίας μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης. Για το ως άνω ποσό κατατέθηκε από την Τράπεζά μας αίτηση έκδοσης Διαταγής πληρωμής προς το Ειρηνοδικείο Ρόδου την 31.10.2012 για την οποία εκκρεμεί η δημοσίευσή της.

Δ. Δυνάμει αιτήσεως του πρώτου εναγόμενου για τη χορήγηση πιστωτικής κάρτας ΠΕΙΡΑΙΩΣ "MILES & MORE PIREAEUS MASTERCARD GOLD", και σε εκτέλεση των όρων της μεταξύ μας συμβάσεως αυτής, εκδόθηκε και παραδόθηκε σε αυτόν η υπ' αριθμ. …. κάρτα ΠΕΙΡΑΙΩΣ "MILES & MORE PIREAEUSMASTERCARD GOLD", συνολικού πιστωτικού ορίου 18.000,00 ευρώ. Η ανωτέρω σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας ΠΕΙΡΑΙΩΣ "MILES & MORE PIREAEUS MASTERCARD GOLD" καταγγέλθηκε από εμάς σύμφωνα με το δικαίωμα που μας παρείχε ο όρος 7 αυτής, εφόσον ο πρώτος εναγόμενος κατέστη υπερήμερος προς την καταβολή ελάχιστων μηνιαίως δόσεων, παρουσιάζοντας αντισυμβατική συμπεριφορά και κλείσαμε τον στηριζόμενο στην άνω σύμβαση λογαριασμό, ο οποίος κατά την ημέρα της καταγγελίας, ήτοι την 8.11.2010 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του πρώτου εναγόμενου ποσού 18.830,40 ευρώ και το οποίο υπόλοιπο μεταφέρθηκε στον υπ' αριθμ.

… λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Την κατά τα άνω καταγγελία της σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας ΠΕΙΡΑΙΩΣ "MILES &MORE PIREAEUS MASTERCARD GOLD", και το οριστικό κλείσιμο του τηρηθέντος λογαριασμού με το προκύψαν χρεωστικό κατάλοιπο της 8.11.2010 συνολικού ύψους 18.830,40 ευρώ, κοινοποιήσαμε στον πρώτο εναγόμενο με την από 3/09/2012 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση-καταγγελία μας, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 8039Γ/18.9.2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου, Δ.

Γ., και με την οποία καλούμε τον πρώτο των εναγομένων να παύσει τη χρήση της πιστωτικής κάρτας, να την παραδώσει άμεσα στο πλησιέστερο κατάστημα και να εξοφλήσει ολοσχερώς την ανωτέρω οφειλή, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 18.830,40 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας από 9.11.2010 (επομένη καταγγελίας), ανατοκιζομένων των τόκων ανά εξάμηνο σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση (όρος 7) μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

Δηλαδή, το συνολικό ποσό της οφειλής τους προς εμάς από την ως άνω αιτία ανέρχεται στο ποσό των 18.830,40 ευρώ πλέον των τόκων υπερημερίας μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης. Για το ως άνω ποσό κατατέθηκε από την Τράπεζά μας αίτηση έκδοσης Διαταγής πληρωμής προς το Ειρηνοδικείο Ρόδου την 31.10.2012 για την οποία εκκρεμεί η δημοσίευσή της.

Ε. Δυνάμει αιτήσεως του πρώτου εναγόμενου για τη χορήγηση πιστωτικής κάρτας ΠΕΙΡΑΙΩΣ VISA, και σε εκτέλεση των όρων της μεταξύ μας συμβάσεως αυτής, εκδόθηκε και παραδόθηκε σε αυτόν η υπ' αριθμ. … κάρτα ΠΕΙΡΑΙΩΣ VISA, συνολικού πιστωτικού ορίου 2.400,00 ευρώ. Η ανωτέρω σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας ΠΕΙΡΑΙΩΣ VISA καταγγέλθηκε από εμάς σύμφωνα με το δικαίωμα που μας παρείχε ο όρος 7 αυτής, εφόσον ο πρώτος εναγόμενος κατέστη υπερήμερος προς την καταβολή ελάχιστων μηνιαίως δόσεων, παρουσιάζοντας αντισυμβατική συμπεριφορά και κλείσαμε τον στηριζόμενο στην άνω σύμβαση λογαριασμό, ο οποίος κατά την ημέρα της καταγγελίας, ήτοι την 13.12.2010 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του πρώτου εναγομένου ποσού 2.317,22 ευρώ και το οποίο υπόλοιπο μεταφέρθηκε στον υπ' αριθμ.

… λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Την κατά τα άνω καταγγελία της σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας ΠΕΙΡΑΙΩΣ VISA και το οριστικό κλείσιμο του τηρηθέντος λογαριασμού με το προκύψαν χρεωστικό κατάλοιπο της 13.12.2010 συνολικού ύψους 2.317,22 ευρώ, κοινοποιήσαμε στον πρώτο εναγόμενο με την από 3.09.2012 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση - δήλωση - καταγγελία μας, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 8040Γ/18.9.2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου, Δ.

Γ., και με την οποία καλούμε τον πρώτο των εναγομένων να παύσει της χρήση της πιστωτικής κάρτας, να την παραδώσει άμεσα στο πλησιέστερο κατάστημα και να εξοφλήσει ολοσχερώς την ανωτέρω οφειλή, ή οποία ανέρχεται στο ποσό των 2.317,22 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας από 14.12.2010 (επομένη καταγγελίας), ανατοκιζομένων των τόκων ανά εξάμηνο σύμφωνα με το νόμο και της σύμβαση (όρος 7) μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

Δηλαδή, το συνολικό ποσό της οφειλής τους προς εμάς από την ως άνω αιτία ανέρχεται στο ποσό των 2.317,22 ευρώ πλέον των τόκων υπερημερίας μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης. Για το ως άνω ποσό κατατέθηκε από την Τράπεζά μας αίτηση έκδοσης Διαταγής πληρωμής προς το Ειρηνοδικείο Ρόδου την 31.10.2012 για την οποία εκκρεμεί η δημοσίευσή της.

ΙΙ. Δεδομένης αυτής της πραγματικής κατάστασης, χωρίς ο πρώτος εναγόμενος να έχει καταβάλει προς εμάς το παραμικρό ποσό έναντι των οφειλομένων, όπως εκτίθενται ανωτέρω και παρά το γεγονός ότι η οφειλή του είναι νομικώς αδιαμφισβήτητη, πληροφορηθήκαμε ότι ο αντίδικος προέβη στις 2/9/2010 στην εξής καταδολιευτική εκποιητική δικαιοπραξία με σκοπό τη βλάβη και ματαίωση των συμφερόντων και αξιώσεών μας, δηλαδή:

Δυνάμει του υπ' αριθμ, …/…-9-2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Καρποδίνη - Καντιδενού, το οποίο μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου στις 3/9/2010 και έλαβε αριθμό πράξης μεταγραφής …/…-9-2010, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε προς τον δεύτερο εναγόμενο αντί τιμήματος 193.599,73 ευρώ τα εξής ακίνητα ιδιοκτησίας του: 1.

Διαμέρισμα του πρώτου ορόφου με στοιχείο πίνακα Β1, επιφάνειας 72,76 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί οικοπέδου έκτασης 562,50 τ.μ., 91,0007 %0 εξ αδιαιρέτου, 2. Διαμέρισμα του ισογείου με στοιχείο πίνακα Α3, επιφάνειας 73,89 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί οικοπέδου έκτασης 562,50 τ.μ., 99,7325ο/οο εξ αδιαιρέτου 3. Η ψιλή κυριότητα σε διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου με στοιχείο πίνακα Γ2, επιφάνειας 116,94 τ.μ.

με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί οικοπέδου έκτασης 562,50 τ.μ., 146,2557 ο/οο εξ αδιαιρέτου με κτηματολογικά στοιχεία Τόμος … (…), Φύλλο … (….), Μερίδα … με δείκτη … γαιών Ρόδου και Φάκελος … του Κτηματολογίου Ρόδου, νομικής φύσης "μουλκ" που περιήλθε στον πρώτο εναγόμενο δυνάμει της υπ' αριθμ. …/1978 πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών του τ.

συμβολαιογράφου Ρόδου Χ. Γιώρτσου και στον σημερινό ιδιοκτήτη - δεύτερο εναγόμενο δυνάμει του υπ' αριθμ. …/…-9-2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Καρποδίνη-Καντιδενού, που έχει μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου. Η αξία αγοράς αυτών των ακινήτων ανήλθε στο ποσό των 193.599,73 ευρώ, όπως αναφέρεται στο υπ' αριθμ.

…/…-9-2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Καρποδίνη - Καντιδενού. Τα παραπάνω ακίνητα αποτελούσαν τη μοναδική, εμφανή τουλάχιστον, περιουσία του πρώτου εναγομένου εκ της οποίας θα καθίστατο δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεών μας, μέσω αναγκαστικής κατάσχεσης αυτών. Επειδή η προαναφερθείσα απαλλοτρίωση, εκποιητική δικαιοπραξία από τον πρώτο προς τον δεύτερο εναγόμενο έγινε καταφανώς με δόλιο σκοπό και δη για την καταδολίευση και καταστρατήγηση των συμφερόντων μας, ως δανείστρια του πρώτου εναγομένου, κατά τα προαναφερόμενα.

Επειδή ο δεύτερος εναγόμενος, σε κάθε περίπτωση, λόγω της συγγενικής σχέσης με τον πρώτο εναγόμενο, όντας αδελφός του, γνώριζε καλά την αληθινή αιτία αυτής της μεταβίβασης και συνέπραξε μαζί του προς βλάβη των συμφερόντων μας, επομένως τεκμαίρεται ο δόλος του β' εναγομένου, ο οποίος γνώριζε τον καταδολιευτικό σκοπό της απαλλοτρίωσης....

Επειδή, η προαναφερόμενη εκποιητική δικαιοπραξία, δηλ. η αιτία αγοραπωλησίας μεταβίβαση, δυνάμει του με αριθμό …-…-2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Καρποδίνη-Καντιδενού καταρτίστηκε από τους αντιδίκους, ενώ γνώριζαν ότι οδηγούσε σε ματαίωση της ικανοποίησης της ένδικης αξίωσης μας και ενεργούντων εν συμπαιγνία, με αποκλειστικό σκοπό και πρόθεση και των δύο να μας προκαλέσουν βλάβη.

Επειδή σήμερα, η περιουσία του πρώτου εναγομένου δεν αρκεί για την ικανοποίηση της ένδικης αξίωσης μας...". Με το ιστορικό αυτό, η ήδη αναιρεσίβλητη, τράπεζα, ζήτησε τη διάρρηξη των αναφερομένων, σ' αυτή απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών. Η αγωγή αυτή, όμως, με το ανωτέρω περιεχόμενο, ως προς τις υπό στοιχεία Β, Γ, Δ και Ε αξιώσεις της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, τράπεζας, είναι αόριστη, καθόσον στο δικόγραφό της δεν γίνεται καμία αναφορά του χρόνου, κατά τον οποίο συνήφθησαν μεταξύ αυτής και του οφειλέτη της, που μεταβίβασε προς τον ήδη αναιρεσείοντα, εναγόμενο, τα επίμαχα ακίνητα, των αναφερομένων σ' αυτή συμβάσεων χορήγησης πιστωτικών καρτών, στον οφειλέτη της.

Η αναφορά του ανωτέρω χρόνου στο αγωγικό δικόγραφο είναι αναγκαία, προκειμένου να είναι εφικτό στο Δικαστήριο να κρίνει (και στους εναγομένους ν' αμυνθούν) αν οι. απορρέουσες από τις ανωτέρω συμβάσεις, αξιώσεις της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, δανείστριας τράπεζας, ήταν ήδη γεννημένες κατά τους χρόνους των ενδίκων απαλλοτριώσεων, σύμφωνα με τ' αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας απόφασης.

Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως ορισμένη την ένδικη αγωγή, κατά το προαναφερθέν μέρος της, εσφαλμένα έκρινε και, συνακόλουθα, ο σχετικός τέταρτος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 19, ορθώς εκτιμώμενος, ως από τους αριθμούς 8 και 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται βάσιμος. Ο ίδιος λόγος, όμως, ως προς την, περαιτέρω, αιτίασή του, περί αοριστίας της ένδικης αγωγής και γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτήν η ημέρα, κατά την οποία ο οφειλέτης έγινε υπερήμερος και, ακόμη, δεν παρατίθενται όλα τα χρεοπιστωτικά κονδύλια, ώστε να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο της υπό στοιχείο Α αξίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος.

Και τούτο, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προαναφερόμενη νομική σκέψη, στην ένδικη αγωγή, αφενός, αναφέρεται ότι το οριστικό κλείσιμο του επίμαχου λογαριασμού είχε συντελεστεί, κατά τους αναφερομένους, στο ιστορικό της, χρόνους και δη μέχρι τη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και, αφετέρου, δεν είναι αναγκαία η παράθεση των χρεοπιστωτικών κονδυλίων του, δεδομένου ότι αναφέρεται στην αγωγή ότι το κατάλοιπο, που εμφάνιζε αυτός, όταν κλείσθηκε, αναγνωρίσθηκε από τον οφειλέτη και επιπλέον ότι καλύπτεται από το δεδικασμένο, που απορρέι με την άπρακτη πάροδο των δέκα εργάσιμων ημερών, από τη δεύτερη επίδοση σ' αυτόν (οφειλέτη) της αναφερόμενης στην ένδικη αγωγή διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε για την εν λόγω απαίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης κατ' άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ.

V. Επομένως, κατά παραδοχή της βασιμότητας του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, κατά το προαναφερθέν μέρος της. Ακολούθως, η υπόθεση, καθόσον δεν κρίνεται ότι μπορεί να κρατηθεί και δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο (580 παρ. 3 ΚΠολΔ), πρέπει να παραπεμφθεί, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος, που αναιρείται, στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν, προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), προκειμένου τούτο, μέσα στα όρια, που διαγράφονται, από την παρούσα, αναιρετική απόφαση (άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ) να κρίνει την έκταση της διάρρηξης της ένδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας και δη κατά τρόπο, που να καλύπτει αυτή την αξία της απαιτήσεως της ήδη αναιρεσίβλητης δανείστριας, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, αφού λέβει υπόψη το ύψος της απαίτησης της τελευταίας, όπως αυτό, πλέον, διαμορφώνεται μετά την παρούσα αναιρετική απόφαση, καθώς και ότι αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως αποτελούν περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σ' αυτόν (άρθρα 495 παρ. 3 εδαφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 48/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος της που αναιρέθηκε, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων, που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση, ώστε να κριθεί η υπόθεση, από αυτό, κατά τ' αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που έχει καταθέσει, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ