Supreme Court reverses single judge for misapplying law on architect fee payment recipient under Technical Chamber Law.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court partially allowed the appeal against a single judge's decision that dismissed the plaintiff's claim for unpaid architect fees. The lower court incorrectly ruled the claim inadmissible against the architect, whereas the Technical Chamber Law mandates direct payment to the architect rather than the chamber. Consequently, the Supreme Court overturned the single judge's ruling on this specific issue and remanded the case for retrial.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 2 para. 4 of the Law of 30/31-05-1956; Art. 7 para. 14 of Law 3919/2011: The Technical Chamber of Greece must claim fees directly from the client for the benefit of the member architect, not the chamber itself, making a claim against the architect inadmissible if the chamber is the named defendant.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 865 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 865/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο του κ. Γ. Σ., ως εκ του νόμου υποκατάστατου του διπλωματούχου αρχιτέκτονα μηχανικού Α. Γ. και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Βλάσση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ν. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως πρώην διαχειριστή και ομόρρυθμου μέλους της εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Τ.-Π. Γ. Ο.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Σαλαμίνα Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Παπαστάθη, η οποία κατέθεσε προτάσεις. 2) της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Τ.-Π. Γ. Ο.Ε." και το δ.τ. "BERLIN" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Σαλαμίνα Αττικής, που δεν παραστάθηκε. 3) Σ. Ν. του Μ., κατοίκου ..., ατομικά και ως πρώην διαχειριστή και ομόρρυθμου μέλους της εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Τ.-Π. Γ. Ο.Ε.", που δεν παραστάθηκε. 4) Ε. Ε. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Σταυρούλας Κοκλιώτη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. 5) Π. Γ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Κοινοποιούμενη: Α. Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, η με αρ. κατάθ. 19309/328/2018 προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι 1354/2018 και 1355/2018 οριστικές αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 7899/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάια Ζαρχανή. Η πληρεξούσια της παραστάσας 4ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει: 1) στο άρθρο 94 παρ. 1 ότι στα πολιτικά Δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) στο άρθρο 96 παρ. 1 ότι: "1. Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων.2. Η πληρεξουσιότητα μιας αρχής μπορεί να δοθεί σε δικηγόρο και με έγγραφο της που περιέχει τα στοιχεία που αναγράφονται στην παράγραφο 1.3. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.", 3) στο άρθρο 104 ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της, 4) στο άρθρο 576 παρ. 1 ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι και 5) στο άρθρο 576 παρ. 2 ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία για κάποιο από τους διαδίκους παρίσταται στον Άρειο Πάγο δικηγόρος χωρίς πληρεξουσιότητα, ο διάδικος αυτός, είτε επισπεύδει τη συζήτηση είτε όχι, δικάζεται ερήμην, αν έχει κληθεί νομίμως, ενώ αν δεν έχει κληθεί νομίμως, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση (ΑΠ 1145/2022, ΑΠ 280/2019, 75/2007).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, 536/2020, 177/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι δεύτερη, τρίτος και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων, ούτε υποβλήθηκε η, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωση.
Εξάλλου, η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, φέρεται ότι παραστάθηκε στο ακροατήριο δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου Σταυρούλας Κοκλιώτη, η οποία ωστόσο δεν προσκόμισε την απαιτούμενη από το άρθρο 96 παρ. 3 ειδική πληρεξουσιότητά της για να εκπροσωπήσει στη δίκη την ως άνω αναιρεσίβλητη, και συνεπώς και η εν λόγω διάδικος θεωρείται δικονομικά απούσα. Όπως δε προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες με αριθμούς ...-2023, ...-2023, ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Π., άπαντες οι ως άνω (δεύτερη, τρίτος, τέταρτη και πέμπτος) αναιρεσίβλητοι έχουν κληθεί με επίσπευση του αναιρεσείοντος να παραστούν κατά την παραπάνω δικάσιμο και, επομένως, η συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση πρέπει να προχωρήσει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, παρά την δικονομική απουσία τους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, ως διάδικοι δε στη δευτεροβάθμια δίκη, νοούνται οι αντίδικοι του αναιρεσείοντος, ήτοι του μεν εκκαλούντος-ενάγοντος ή ανακόπτοντος ή τριτανακόπτοντος, ο εφεσίβλητος εναγόμενος, ή καθού η ανακοπή, ή καθού η τριτανακοπή, αντίστοιχα, και οι κυρίως ή προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνοντες.
Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Η συνεκδίκαση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποσκοπεί στην ενοποίηση της διαδικασίας προς διευκόλυνση ή επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης ή προς μείωση των εξόδων, αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης, χωρίς όμως να επιφέρει καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους.
Έτσι με την συνεκδίκαση δεν μεταβάλλονται οι ενάγοντες ή οι ανακόπτοντες ή οι τριτανακόπτοντες, οι εναγόμενοι ή ο καθού η ανακοπή ή ο καθού η τριτανακοπή και οι προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνοντες, των συνεκδικαζομένων υποθέσεων, σε ομόδικους. Τούτο περαιτέρω σημαίνει ότι δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε επί των συνεκδικαζομένων δικών έχει κάθε διάδικος εκάστης από τις αυτοτελείς συνεκδικαζόμενες δίκες, ο οποίος οφείλει να απευθύνει αυτό κατά του αντιδίκου του στην ίδια αυτοτελή δίκη και όχι κατά των διαδίκων των άλλων συνεκδικαζομένων δικών (ΑΠ 660/2023, 1355/2004).
Εξάλλου κατά το άρθρο 577 παρ.2 του ΚΠολΔ αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Με την από 12-12-2022 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 125487/190/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 7899/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-αμοιβών.
Με την ως άνω απόφαση, συνεκδικάστηκαν: α) η από 20-3-2019 (με αριθμό κατάθεσης 30666/1801/2019) έφεση του δευτέρου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 1354/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών (διαδικασία αμοιβών), με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του εν λόγω αντιδίκου του και κατά των δευτέρας και τρίτου των αναιρεσιβλήτων και β) η από 20-3-2019 (με αριθμό κατάθεσης 30657/1800/2019) έφεση του ιδίου εναγομένου και αναιρεσιβλήτου κατά των τετάρτης και πέμπτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της 1355/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών (διαδικασία αμοιβών), με την οποία είχε απορριφθεί η παρεμπίπτουσα αγωγή του κατ' αυτών.
Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε τη δεύτερη έφεση, έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την πρώτη εξ αυτών και μετά την εξαφάνιση της 1354/2018 απόφασης απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), στρέφεται, όχι μόνον κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος στη δευτεροβάθμια δίκη (πρώτου αναιρεσιβλήτου), αλλά και κατά των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν ήταν διάδικοι στη δίκη εκείνη, και επιπροσθέτως κατά των τετάρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, καίτοι μετέσχαν στη δευτεροβάθμια δίκη, δεν ήταν αντίδικοι του αναιρεσείοντος, αλλά μόνον του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που είχε ασκήσει εναντίον τους παρεμπίπτουσα αγωγή.
Λεκτέον ότι, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην προηγούμενη παράγραφο, η συνεκδίκαση των δύο εφέσεων δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους, και έτσι η τέταρτη και ο πέμπτος των αναιρεσιβλήτων δεν μεταβάλλονται σε ομοδίκους του πρώτου εξ αυτών.
Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των ως άνω, δεύτερης, τρίτου, τέταρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, παραδεκτή δε (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως προς τον πρώτο εξ αυτών, ως προς τον και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε διπλωματούχο μηχανικό η εκπόνηση μελέτης τεχνικού έργου φέρει το χαρακτήρα της μισθώσεως έργου. Ο εργολάβος μηχανικός έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, εκπονώντας την συμφωνηθείσα μελέτη και δικαιούται, με την παράδοση του έργου να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή.
Περαιτέρω, οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου μόνου του ΒΔ 31-//1956 όριζαν: "Σε περίπτωση άρνησης, δυστροπίας ή καθυστέρησης καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής ή τμηματικών πληρωμών έχει δικαίωμα εγέρσεως δικαστικής αγωγής εισπράξεως της οφειλομένης αμοιβής, ο δικαιούχος μηχανικός ή τα δικαιούχα γραφεία μελετητών με οποιαδήποτε εταιρική μορφή, συμπεριλαμβανομένων και των κοινοπραξιών.
Το αυτό δικαίωμα έχει και το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος. Αίτημα της καταψηφιστικής αγωγής θα είναι η καταβολή του οφειλόμενου ποσού στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος. Τα ανωτέρω τυγχάνουν αναλόγου εφαρμογής και στην περίπτωση των ασφαλιστικών μέτρων. 5. Οταν η αγωγή εγείρεται από έναν από τους πιο πάνω δικαιούχους ανακοινώνεται εις το έτερον υποχρεωτικώς, όστις έχει και δικαίωμα παρεμβάσεως.
Η ανακοίνωση γίνεται με μόνη την κοινοποίηση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου." Ήδη όμως με το άρθρο 7 παρ. 14 Ν. 3919/2011 (ΦΕΚ 32/2-3-11 τ. Α'), αντικαταστάθηκαν το τρίτο και το τέταρτο εδάφια της παρ. 4 του άρθρου 2 του β.δ. της 30/31.5.1956 ως εξής: "Αίτημα της αγωγής θα είναι η αναγνώριση υποχρεώσεως καταβολής ή η καταβολή του οφειλόμενου ποσού στο μελετητή μηχανικό.
Τούτο εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση ασφαλιστικών μέτρων". Η νέα διάταξη ισχύει, με βάση το άρθρο 10 παρ.2 του ίδιου ν. 3919/2011, τέσσερις μήνες μετά τη δημοσίευσή του, ήτοι από 2-7-2011.
Συνεπώς, υπό την ισχύουσα διατύπωση της προαναφερομένης διατάξεως, το ΤΕΕ νομιμοποιείται στην άσκηση αγωγής για καταβολή της αμοιβής των μελών-Μηχανικών, ως μη δικαιούχος διάδικος, παράλληλα βέβαια με τους ίδιους τους Μηχανικούς που επίσης νομιμοποιούνται στην άσκηση της σχετικής αγωγής, πλην όμως σε κάθε περίπτωση αίτημα της αγωγής, είτε έχει αναγνωριστικό είτε καταψηφιστικό χαρακτήρα, είναι υποχρεωτικά η αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής ή η καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής απευθείας στο Μηχανικό και όχι στο ΤΕΕ, σε αντίθεση με την προϊσχύσασα μορφή της προαναφερθείσας διάταξης, κατά την οποία ειδικά αίτημα της σχετικής καταψηφιστικής αγωγής ήταν η καταβολή της αμοιβής στο ΤΕΕ.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., που ταυτίζεται, κατά περιεχόμενο, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται, όταν κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, ΑΠ 1591/2023, 341/2021, 1527/2017). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 819/2023).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την με αριθμό κατάθεσης 2217/2015 αγωγή του, το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, στον υποκαθιστάμενο αρχιτέκτονα μηχανικό Α. Γ., τη νόμιμη αμοιβή του, ποσού 4.922,43 ευρώ, από το έργο που του είχε αναθέσει η πρώτη εναγομένη εταιρεία, δια των διαχειριστών της, δευτέρου και τρίτου εξ αυτών, το οποίο ο υποκαθιστάμενος προσηκόντως εκτέλεσε.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο την έφεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατά της 1354/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έκρινε ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη ως προς τον ως άνω διάδικο, και ειδικότερα διέλαβε τα εξής:
"... Στην κρινόμενη αγωγή, το ενάγον Τ.Ε.Ε. ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον δικαιούχο μηχανικό Α. Γ. την οφειλόμενη νόμιμη αμοιβή του, αίτημα το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον ο μηχανικός δεν έχει εξουσία απευθείας είσπραξης της αμοιβής του από τον πελάτη του, παρά μόνον δια του Τ.Ε.Ε..." Ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε αυτεπαγγέλτως την αγωγή ως προς τον εκκαλούντα και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων. 'Ετσι όμως που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα αιτιάται το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, αφού εσφαλμένα εφήρμοσε την ουσιαστική διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ΒΔ της 30/31-05-1956, η οποία, μετά την αντικατάσταση των δύο τελευταίων εδαφίων της από το άρθρο 7 παρ. 14 του Ν. 3919/2011, ρητά καθορίζει ότι αίτημα της αγωγής του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος για την αμοιβή του Μηχανικού μέλους τους από την εκπόνηση μελέτης και την επίβλεψη έργου, είναι η καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής (ή αντίστοιχα η αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής αμοιβής) απευθείας στον δικαιούχο μηχανικό και όχι στο ίδιο (ΤΕΕ), η δε προκείμενη αγωγή του ΤΕΕ, ασκηθείσα μετά τη θέσπιση του Ν. 3919/2011, ορθά είχε ως αίτημα την επιδίκαση του αιτουμένου ποσού απευθείας στον ίδιο το Μηχανικό.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον πρώτο των αναιρεσειβλήτων και να παραπεμφθεί η υπόθεση τους περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (άρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, λόγω τους ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ.176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ αναφορικά με τους απολιπομένους αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται, δεν θα περιληφθεί διάταξη περί δικαστικών εξόδων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2022 αίτηση αναίρεσης ως προς τους δεύτερη, τρίτο, τέταρτη και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων.
Αναιρεί την 7899/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ