Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
864/2023 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against final judgment for violation of property law regarding land expropriation compensation.

Geschäftsnummer 864/2023
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court allowed the appeal against the final judgment of the Single Court of Appeal, which had dismissed the plaintiff's claim regarding land expropriation. The plaintiff argued that the lower court violated substantive property law by failing to order restitution of specific building components and incorrectly applying compensation rules. The Court found that the lower court erred in law by not applying relevant articles of the Civil Code and incorrectly applying others, constituting a direct violation of substantive law.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 997, 380, 904 of the Civil Code; The court held that a final judgment dismissing a claim for restitution of expropriated building components constitutes a direct violation of substantive law if it fails to apply the relevant provisions protecting the contractor's rights and misinterprets the rules on compensation.

Schlagwörter

KI-generiert
land expropriation contractor restitution direct violation of law civil code property appeal admissibility

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 997 of the Civil Code
Article 380 of the Civil Code
Article 904 of the Civil Code
Article 9 of the Law on Administrative Jurisdiction
Article 700 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 864 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 864/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σοφούλη, που ανακάλεσε την από 5/1/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Λ., συζύγου Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γρατσία και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/3/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2610/2019 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/6/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 15-6-2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2610/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας-ενάγουσας κατά της υπ' αριθμ. 72/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε απορρίψει ως νόμω αβάσιμη την από 26-3-2014 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε αυτήν τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε, και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α'. Από τη διάταξη του άρθρου 997 ΑΚ που αναφέρεται στην προστασία του κατόχου και ορίζει ότι: "Σε περίπτωση παράνομης διατάραξης της νομής πράγματος ή δικαιώματος ή αποβολής απ` αυτήν έχει κατά τρίτων τις αγωγές της νομής και εκείνος που απέκτησε την κατοχή του πράγματος ή του δικαιώματος από το νομέα ως μισθωτής ή θεματοφύλακας ή με άλλη παρόμοια σχέση", προκύπτει ότι για την προστασία του κατόχου έναντι τρίτων απαιτείται να έχει αποκτήσει αυτός την κατοχή του πράγματος από το νομέα, ήτοι με παράδοση με τη βούληση του νομέα, δυνάμει ορισμένης μεταξύ τους ενοχικής σχέσης η οποία απαιτείται να είναι έγκυρη και ισχυρή.

Τέτοια σχέση, ενόψει του ότι το άρθρο 997 ΑΚ αναφέρει ενδεικτικά τη μίσθωση και παρακαταθήκη, μπορεί να θεωρηθεί και η σύμβαση μεταξύ οικοπεδούχου και εργολάβου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει, αντί της συμφωνηθείσας αντιπαροχής, να ανεγείρει σε οικόπεδο του πρώτου οικοδομή και στη οποία σύμβαση, ο οικοπεδούχος υπόσχεται να μεταβιβάσει κατά κυριότητα ανάλογα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών, ορισμένα ποσοστά εξ' αδιαιρέτου του οικοπέδου του προς τον εργολάβο, ή τον απ` αυτόν υποδειχθησόμενο τρίτο.

Κατά τη διάρκεια της σύμβασης αυτής, που θεωρείται σύμβαση έργου, ο εργοδότης οικοπεδούχος έχει τη νομή του οικοπέδου και των διαμερισμάτων, καταστημάτων κλπ της οικοδομής. Η νομή αυτή ασκείται, σύμφωνα με την ΑΚ 980, για το νομέα οικοπεδούχο, από τον κάτοχο εργολάβο. Νομή ασκεί ο εργολάβος εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, μόνο στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που του μεταβιβάζονται με οριστικό συμβόλαιο ως αμοιβή του.

Έτσι, κατά τη διάρκεια της ανέγερσης της πολυώροφης οικοδομής, νομέας εξακολουθεί να είναι ο οικοπεδούχος, στο όνομα του οποίου, με βάση την πιο πάνω ενοχική σχέση, ο εργολάβος ασκεί την κατοχή στο όλο ακίνητο (άρθ. 974, 980, 997 ΑΚ), και συνακόλουθα ο εργολάβος οικοδομών, ως κατασκευαστής πολυώροφης οικοδομής σε ξένο οικόπεδο κατά το σύστημα της αντιπαροχής είναι κάτοχος (ΑΠ 362/2021, ΑΠ 1792/2005).

Β'. Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.)" "ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι α) ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση β) ο υπέρ ου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο".

Τα πρόσωπα αυτά έχουν άμεσο έννομο συμφέρον στη διαδικασία προσδιορισμού της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και μπορούν να είναι διάδικοι, δηλαδή έχουν την εξουσία να διεξάγουν τη δίκη ενεργητικά ή παθητικά ή με άλλο τρόπο. Η παραπάνω ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 1γ του ν. 2882/200, κατά την οποία ενδιαφερόμενος να ζητήσει δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι και όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο, είναι επακόλουθη της ρύθμισης του άρθρου 4 του άνω Κ.Α.Α.Α., κατά το οποίο η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συνεπάγεται αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου, που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του ΑΚ, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα, καθώς και του άρθρου 5 του ίδιου Κ.Α.Α.Α., κατά το οποίο η αναγκαστική απαλλοτρίωση αφορά στο πράγμα, ανεξάρτητα από το πρόσωπο που έχει την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 9 παρ. 2 του αυτού ΚΑΑΑ, κατά την οποία μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης κάθε νομέας ή κάτοχος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου υποχρεούται να παραδώσει τούτο ελεύθερο στον ύπερού η απαλλοτρίωση, συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Ο νομοθέτης περιόρισε τον αριθμό των προσώπων και καθόρισε επακριβώς τα πρόσωπα, τα οποία δύνανται να προσλάβουν την ιδιότητα του διαδίκου στις δίκες καθορισμού τιμής μονάδας αποζημιώσεως (προσωρινής ή οριστικής) λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, 2) Ακόμη, ο νομοθέτης, συνεπής προς τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και των άρθρων 947, 948, 949, 999 και 1000 του ΑΚ, περιόρισε την προβλεπόμενη από την άνω διάταξη του Συντάγματος και του άρθρου 13 παρ. 1 του ΚΑΑΑ και επιδικαζόμενη αποζημίωση λόγω απαλλοτρίωσης μόνο για τα ακίνητα πράγματα και τα επ` αυτών υπάρχοντα κτίσματα, κατασκευές και δέντρα, καθώς και όλα τα κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του ΑΚ συστατικά, και 3) την αποζημίωση από την απαλλοτρίωση των ανωτέρω πραγμάτων παρέχει, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 26 του ΚΑΑΑ, μόνο στους αναγνωριζόμενους κατά τη διαγραφόμενη στο άρθρο αυτό (και τον KΠολΔ) διαδικασία ως κυρίους ή έχοντες άλλο εμπράγματο δικαίωμα (από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο νόμο - άρθρ. 973 ΑΚ) και απέκλεισε ρητώς την αναγνώριση ως δικαιούχου της αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση τον έχοντα επί του απαλλοτριωθέντος δικαίωμα νομής, πολύ δε περισσότερο κατοχής, ορίζοντας στην παρ. 9 του άνω άρθρου 26, ότι η νομή καθ` εαυτή δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω διατάξεων, εκείνος που έχει δικαίωμα κατοχής επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των συστατικών του δυνάμει ενοχικής έννομης σχέσης (π.χ. ο μισθωτής σύμβασης μίσθωσης, ή ο εργολάβος σύμβασης έργου για την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής, οι οποίες λύνονται με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης), και ως κάτοχος, μετά τη συντέλεσή της έχει υποχρέωση να παραδώσει το απαλλοτριωθέν στον ύπερού η απαλλοτρίωση, ούτε αξίωση αποζημίωσης έχει έναντι του υπόχρεου να καταβάλει την αποζημίωση ή του υπέρ ου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση για το δικαίωμα κατοχής του στα επικείμενα συστατικά του ακινήτου και την ασκούμενη σ` αυτά επιχείρησή του, ούτε νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης (προσωρινής και οριστικής) για τα συστατικά και την επιχείρηση αυτή (ΑΠ 1608/2011, ΑΠ 888/2008).

Η ρύθμιση αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αντίκειται, αλλά είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, ούτε προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, η οποία ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, με την οποία προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του.

Και τούτο διότι: α) Κατά την έννοια των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, το δικαίωμα κατοχής επί των συστατικών του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ή του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του όλου ακινήτου, δεν αποτελεί αυτοτελές απαλλοτριούμενο περιουσιακό στοιχείο, δεδομένου ότι τα συστατικά αυτά κατά την καθιερούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 του ΑΚ αρχή "τα επικείμενα είκει τοις υποκειμένοις", ακολουθούν τη νομική τύχη του δικαιώματος κυριότητας επί του ακινήτου και δεν μπορούν να είναι χωριστά αντικείμενα κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, β) Στην έννοια της "πλήρους αποζημιώσεως" για την απαλλοτρίωση πράγματος για δημόσια ωφέλεια, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και δικαιούται ο ιδιοκτήτης του πράγματος ως ενιαίου συνόλου από ακίνητο και συστατικά αυτού, περιλαμβάνεται και η αξία της κατοχής επί των συστατικών, γ) Η αποζημίωση για την αξία της επιχείρησης που ασκείται στο ακίνητο, που απαλλοτριώνεται, κατά τις ίδιες άνω διατάξεις, δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της "πλήρους αποζημιώσεως", αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνδεόμενη με το ακίνητο, που απαλλοτριώθηκε, πρόσοδος, σε σχέση με την ασκούμενη σε αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου (ΟλΑΠ 7 - 8/2006), δ) Ο δυνάμει ενοχικής σχέσης κάτοχος του ακινήτου και των συστατικών του, όπως είναι και ο εργολάβος οικοδομών, ως κατασκευαστής πολυόροφης οικοδομής σε ξένο οικόπεδο κατά το σύστημα της αντιπαροχής, δεν στερείται του δικαιώματος να διεκδικήσει τις τυχόν αξιώσεις του για τα απαλλοτριωθέντα συστατικά και τις γενόμενες στο απαλλοτριωθέν ακίνητο για τη λειτουργία της επιχείρησής του δαπάνες, από τον ιδιοκτήτη του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο οποίος είναι δικαιούχος της αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αυτού, είτε βάσει της μεταξύ τους ενοχικής σχέσης (π.χ.

βάσει του άρθρου 338 ΑΚ -αξίωση για το περιελθόν στον ιδιοκτήτη του ακινήτου, λόγω ανυπαίτιας-νομικής, εφόσον πρόκειται για συντελεσθείσα απαλλοτρίωση-αδυναμίας προς εκπλήρωση της παροχής του, όπως είναι η αξίωση αποζημίωσης ή η εισπραχθείσα αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης - ή επί μίσθωσης ακινήτου, βάσει του άρθρου 571 ΑΚ κ.λπ.), είτε βάσει των διατάξεων περί διοικήσεως αλλοτρίων (άρθρα 736 επ.

ΑΚ), ή αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) ή και αδικοπραξιών του ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, το ύψος των οποίων μάλιστα μπορεί να είναι μεγαλύτερο της καθορισθείσας και καταβλητέας στον ιδιοκτήτη αποζημίωσης, η οποία δεν οριοθετεί το μέγεθος των παραπάνω αξιώσεων του κατόχου (ΑΠ 506/2020, ΑΠ 440/2021, ΑΠ 1299/2014, ΑΠ 1608/2011).

Γ'. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου.

Εξάλλου ο εργοδότης έχει κατά το άρθρ. 700 ΑΚ το δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί (ΑΠ 793/2015)

ΙΙΙ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Δηλαδή, η νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το "νόμω" βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί είτε αρκέστηκε σε λιγότερα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, 7/2006, ΑΠ 1132/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα-ενάγουσα, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) αγωγή της, ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι με το υπ' αριθμ. ...

προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και σύμβαση εργολαβίας του συμβολαιογράφου ...υ Ιωάννη Κυράνη, που υπογράφηκε μεταξύ αφενός της ενάγουσας ανώνυμης τεχνικής εταιρίας νομίμως εκπροσωπούμενης και αφετέρου της εναγόμενης, ανέλαβε η πρώτη ως εργολάβος την υποχρέωση ανέγερσης τεσσάρων κατοικιών-καθέτων ιδιοκτησιών, με το σύστημα της αντιπαροχής, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της δεύτερης, που βρίσκεται εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού "..." του Δήμου ...υ, συνολικής έκτασης 2.470,80 τμ.

Ότι ως εργολαβικό αντάλλαγμα θα ελάμβανε η ενάγουσα τις τρείς από τις τέσσερις κατοικίες, ενώ την τέταρτη θα ελάμβανε η οικοπεδούχος ως αντιπαροχή, και ως χρόνος παράδοσης του έργου συμφωνήθηκε χρονικό διάστημα 36 μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Ότι τον Ιούλιο του 2002 ξεκίνησε την κατασκευή των δύο από τις τέσσερις των κατοικιών, αφού εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ...

και ... σχετικές οικοδομικές άδειες και μέχρι τον Ιούνιο του 2004 είχαν ολοκληρωθεί οικοδομικές εργασίες σε ποσοστό 50% και αξίας 330.947,48 ευρώ (ολοκλήρωση κατασκευής φέροντος οργανισμού από οπλισμένο σκυρόδεμα, κατασκευή τοίχων πληρώσεως από δρομικές οπτοπλινθοδομές, μόνωση υπογείου, κατασκευή μέρους υδραυλικών-ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων κλπ), όπως αυτές κατ' είδος και αξία αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή.

Ότι την 16-6-2004 η Πολεοδομία ...υ, με σχετικό έγγραφο που της επέδωσε, απαγόρευσε άμεσα και για τέσσερα έτη την έκδοση οικοδομικών αδειών καθώς και την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στον ως άνω οικόπεδο, λόγω της επικείμενης απαλλοτρίωσης, για την κατασκευή του περιμετρικού-περιφερειακού άξονα ... ...υ. Ότι τελικά με την υπ' αριθμ. ...

απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ... ...υ, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. απόφαση της Περιφέρειας ... Αιγαίου, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά από το Δήμο ... για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή περιμετρικής οδού μήκους 6,8 χιλ, προς εξυπηρέτηση της πόλης της ...υ και από τη θέση "..." έως τον οικισμό "...", συνολική έκταση 184.734 τμ., στην οποία περιλαμβάνεται και η με αριθμό ...

ως άνω ιδιοκτησία της εναγόμενης, από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 1.309 τμ., ενώ η εναπομείνασα έκταση συνολικού εμβαδού 1.161,80 τμ., αποτελούμενη από δύο επί μέρους τμήματα εκατέρωθεν της υπό διάνοιξη οδού εμβαδού 961,80 τμ και 200,00 τμ. αντίστοιχα, δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη. Ότι με την υπ' αριθμ. ...2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ, καθορίστηκε αναφορικά με την παραπάνω ιδιοκτησία της εναγόμενης, προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, και συγκεκριμένα:

α) 25,00 ευρώ ανά τμ. για την απαλλοτριωθείσα έκταση, β) 60.000 ευρώ κατ' αποκοπή για κάθε μία από τις δύο επικείμενες ημιτελείς κατοικίες που είχαν κατασκευαστεί από την ενάγουσα, και γ) 12,5 ευρώ ανά τμ. ως ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα του ακινήτου της λόγω μείωσης της αξίας αυτών κατά ποσοστό 50%, και αναγνωρίστηκε η εναγόμενη-κυρία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, δικαιούχος της αποζημίωσης, ενώ με την υπ' αριθμ. 286/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της εναγόμενης, καθορίστηκε η αξία των δύο ημιτελών επικειμένων κατοικιών στο ποσό των 118.800 ευρώ για την κάθε μία και συνολικά σε 237.600 ευρώ, ποσό το οποίο και εισέπραξε η εναγόμενη την 8-4-2011 από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Ότι εξαιτίας της απαλλοτρίωσης, που έλαβε χώρα μετά την κατάρτιση της μεταξύ τους εργολαβικής σύμβασης, δηλαδή εξαιτίας γεγονότος για το οποίο δεν υφίσταται ευθύνη, υπήρξε νομική και πραγματική αδυναμία εκπλήρωσης της παροχής, και για το λόγο αυτό με την από 14-11-2009 δήλωσή της απευθυνόμενη προς της εναγόμενη, κατήγγειλε την εργολαβική σύμβαση και ζήτησε από την τελευταία να της καταβάλει την ως άνω εισπραχθείσα από αυτήν αποζημίωση λόγω απαλλοτρίωσης, που αντιστοιχεί στην αξία των δύο επικειμένων ημιτελών κατοικιών, τις οποίες ανήγειρε η ενάγουσα με αποκλειστικά δικές της δαπάνες, αφού η εναγόμενη, παρακρατώντας την αποζημίωση που αντιστοιχεί στην αξία των εν λόγω ημιτελών κατοικιών, που κατασκευάστηκαν αποκλειστικά με δαπάνες της ενάγουσας, κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της τελευταίας, λόγω λήξης της νόμιμης αιτίας.

Ότι η εναγόμενη μέχρι και σήμερα αρνείται να της αποδώσει το ως άνω ποσό. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει, το ποσό των 237.600 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, αφού εισπράττοντας η ίδια το εν λόγω ποσό στα πλαίσια της διαδικασίας της απαλλοτρίωσης, για την αξία των δύο ημιτελών επικειμένων κατοικιών στο απαλλοτριωθέν οικόπεδό της, που ανεγέρθηκαν αποκλειστικά με δαπάνες της ενάγουσας στα πλαίσια σύμβασης έργου για την οποία υφίσταται νομική και πραγματική αδυναμία εκτέλεσής της λόγω της απαλλοτρίωσης του οικοπέδου, και παρακρατώντας αυτό στη συνέχεια και μη αποδίδοντάς το στην ενάγουσας κατασκευάστρια, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της τελευταίας.

Το ανωτέρω πρωτόδικο δικαστήριο με την 72/2017 απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα-αναιρεσείουσα άσκησε την 1284/2017 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 2610/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία αφού έκανε τυπικά δεκτή την έφεση την απέρριψε κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα το Εφετείο απέρριψε την αγωγή με την ακόλουθη αιτιολογία, κατά λέξη παρατιθέμενη: "Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, διότι η απαίτηση της ενάγουσας νομικό έρεισμα έχει την καταγγελία της εργολαβικής σύμβασης, δικαίωμα όμως που δεν παρέχεται στον εργολάβο παρά μόνο στον εργοδότη, δηλαδή δεν προβλέπεται η μονομερής λύση της σύμβασης έργου με την καταγγελία του εργολάβου, ..., ενώ η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι το δικαίωμα αυτό της καταγγελίας συμφωνήθηκε και υπέρ του εργολάβου, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της εν λόγω διάταξης. ...

Η δια των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προσπάθεια της ενάγουσας να θεμελιώσει την αγωγή της στη διάταξη του άρθρου 380 ΑΚ για ανυπαίτια αδυναμία παροχής και μέσω αυτής στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού οδηγεί σε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, λόγω δε της σαφούς αναφοράς αυτής στην αγωγή ότι ''για το λόγο αυτό κατήγγειλα την εργολαβική σύμβαση'' δεν υπάρχει περιθώριο προσφυγής στις ερμηνευτικές των δηλώσεων βουλήσεων διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, διότι η ανωτέρω δηλωθείσα βούληση της ενάγουσας για ''καταγγελία'' της εργολαβικής σύμβασης δεν καταλείπει καμία αμφιβολία ως προς το περιεχόμενό της.

Όμοια που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα κρίνονται αβάσιμα". Ωστόσο, η αγωγή, ενόψει του παραπάνω περιεχομένου της και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, είναι νόμιμη, αφού περιέχει τα στοιχεία εκείνα που αποτελούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 380, 904, 997 ΑΚ, και άρθρ. 9 παρ. 2 Κ.Α.Α.Α, καθόσον με βάση τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε νομική και πραγματική αδυναμία εκπλήρωσης της παροχής, οφειλόμενη σε απαλλοτρίωση του οικοπέδου επί του οποίου ανήγειρε με δαπάνες της τις δύο ημιτελείς κατοικίες και επιπλέον το γεγονός ότι η εναγόμενη οικοπεδούχος-κυρία του απαλλοτριωθέντος οικοπέδου, παρακρατώντας από την εισπραχθείσα από αυτήν αποζημίωση λόγω απαλλοτρίωσης, το ποσό των 237.600 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία των δύο επικειμένων ημιτελών κατοικιών, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της.

Τα περιστατικά αυτά αρκούν για να θεμελιωθεί η σχετική αξίωση της αναιρεσείουσας προς απόδοση του ποσού των 237.600 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην προσδιορισθείσα κατ' αποκοπή οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για την αξία των επικειμένων στο απαλλοτριωθέν οικόπεδο της εναγόμενης, την οποία αποζημίωση η τελευταία και εισέπραξε, αρνούμενη ωστόσο να την αποδώσει στην ενάγουσα, γενομένη ως προς αυτό αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της τελευταίας, μετά τη λύση της σύμβασης λόγω λήξης της αιτίας εξαιτίας της επακολουθήσασας απαλλοτρίωσης.

Ειδικότερα, και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, εκείνος που έχει δικαίωμα κατοχής επί των συστατικών του απαλλοτριωθέντος ακινήτου δυνάμει ενοχικής έννομης σχέσης, όπως είναι και η ενάγουσα-εργολάβος, η οποία με σύμβαση με την εναγόμενη-οικοπεδούχο-ιδιοκτήτρια του απαλλοτριωθέντος οικοπέδου, ανέλαβε την υποχρέωση ανέγερσης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής (η οποία σύμβαση λύνεται με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης), και ως κάτοχος, μετά τη συντέλεσή της έχει υποχρέωση να παραδώσει το απαλλοτριωθέν στον ύπερού η απαλλοτρίωση, δεν έχει μεν αξίωση αποζημίωσης έναντι του υπόχρεου να καταβάλει την αποζημίωση ή του υπέρ ου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση για το δικαίωμα κατοχής του στα επικείμενα συστατικά του ακινήτου, ούτε νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης (προσωρινής και οριστικής) για τα συστατικά, πλην όμως δεν στερείται του δικαιώματος να διεκδικήσει τις τυχόν αξιώσεις του για τα απαλλοτριωθέντα συστατικά και τις γενόμενες στο απαλλοτριωθέν δαπάνες, από τον ιδιοκτήτη του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο οποίος είναι δικαιούχος της αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αυτού, είτε βάσει της μεταξύ τους ενοχικής σχέσης λόγω ανυπαίτιας-νομικής, εφόσον πρόκειται για συντελεσθείσα απαλλοτρίωση-αδυναμίας προς εκπλήρωση της παροχής του, όπως είναι η αξίωση αποζημίωσης ή η εισπραχθείσα αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης - είτε βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) ή και αδικοπραξιών του ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, το ύψος των οποίων μάλιστα μπορεί να είναι μεγαλύτερο της καθορισθείσας και καταβλητέας στον ιδιοκτήτη αποζημίωσης, η οποία δεν οριοθετεί το μέγεθος των παραπάνω αξιώσεων του κατόχου.

Εξάλλου, από την επιτρεπτή ως άνω κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι δεν διατυπώνεται ιστορική βάση αντίστοιχου περιεχομένου με τις διατάξεις του άρθρου 700 του ΑΚ, που ορίζει ότι ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον, τα όσα δε αναφέρονται στην αγωγή περί καταγγελίας της εργολαβικής σύμβασης, αναφέρονται διηγηματικά και προκειμένου να ενισχύσουν τη θέση της ενάγουσας περί νομικής αδυναμίας εκτέλεσης της σύμβασης εργολαβίας και λύσης αυτής μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης.

Μάλιστα, η ενάγουσα ρητά προσδιορίζει τις αξιώσεις της για τα απαλλοτριωθέντα συστατικά-κατοικίες που ανήγειρε αυτή με δαπάνες της στο απαλλοτριωθέν, (δυνάμει της μετέπειτα λυθείσας σύμβασης εργολαβίας), στο ποσό της οριστικά προσδιορισθείσας από το Δικαστήριο κατ' αποκοπή αποζημίωσης, το οποίο εισέπραξε η νομιμοποιούμενη προς τούτο κατά τη διαδικασία προσδιορισμού της αποζημίωσης εναγόμενη-ιδιοκτήτρια του απαλλοτριωθέντος ακινήτου με τα επικείμενα, πλην όμως κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη ως προς αυτό σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, υποχρεούμενη σε απόδοση.

Επομένως, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, και απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 380, 904, 997 ΑΚ, άρθρ. 9 παρ. 2 Κ.Α.Α.Α., τις οποίες δεν εφάρμοσε ενώ ήσαν εφαρμοστέες με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 700 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες και, ως εκ τούτου, είναι βάσιμοι ο πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης (όπως ο τελευταίος εκτιμάται από το σύνολό του κατά το νοηματικό του περιεχόμενο), με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (και όχι και η από τον αρ. 8, όπως αναφέρεται στον τρίτο λόγο).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω κριθέντων ως βάσιμων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 KΠολΔ για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που την εξέδωσε.

Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2610/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ