Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
854/2017 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against bank fraud verdict, upholding evidence sufficiency and procedural compliance.

Geschäftsnummer 854/2017
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a bank fraud case. The appellant argued that the lower court accepted facts without proof, but the Court found the evidence, including sworn testimonies and documents, sufficient to establish the bank's intent to misappropriate funds. Consequently, the appeal was rejected in its entirety against the bank, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 108, 110 § 2, 568 §§ 1, 2 and 4, 576 §§ 1 - 3 of the Code of Civil Procedure; Article 559 no. 10 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if a party fails to appear or participate according to legal requirements, and the appeal based on 'accepted facts without proof' is unfounded when the lower court relied on sworn testimonies and documentary evidence.

Schlagwörter

KI-generiert
appeal inadmissibility bank fraud evidence sufficiency procedural compliance legal costs supreme court civil procedure Anbieter von Zahlungsdienstleistungen

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 108, 110 § 2, 568 §§ 1, 2 and 4, 576 §§ 1 - 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 10 of the Code of Civil Procedure
Article 494 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Case 104/2014
Case 273/2011
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 854 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 854/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Λ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... AE" και το διακριτικό τίτλο "..." και ήδη "ΤΡΑΠΕΖΑ ... AΝΩΝΥΜΗ EΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2013 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/11/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 30/12/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Από τις διατάξεις των άρθ. 108, 110 § 2, 568 §§ 1, 2 και 4, 576 §§ 1 - 3 ΚΠολΔ όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 576 προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Διαφορετικά, εάν δηλαδή, δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με επίσπευση του αναιρεσείοντος προσδιορίστηκε, κατά το αρθρ. 568 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί στην παρούσα δικάσιμο η από 20-11-2014 αίτηση αναίρεσης της 158/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο 2ος αναιρεσίβλητος Α.

Κ. δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, στο δε φάκελο της δικογραφίας δεν υπάρχουν αποδεικτικά κλήτευσης του απολειπομένου διαδίκου. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτόν και, δεδομένου ότι η σχέση που τον συνδέει με την 1η αναιρεσίβλητη είναι αυτή της απλής ομοδικίας , να χωρισθεί η υπόθεση ως προς την τελευταία (1η αναιρεσίβλητη), η οποία παρέστη νομίμως στη συζήτηση, και να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτή.

Η αίτηση (ως προς την 1η αναιρεσίβλητη) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 3632/1928, χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν ως αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, στα οποία, κατά το άρθρο 17 παρ. παρ. 1-3 του ν. 3632/1928, συγκαταλέγονται χρεόγραφα, μετοχές ή και ομολογίες. Στο άρθρο 16 του ίδιου νόμου καθορίζονται οι χρηματιστηριακές συναλλαγές μεταξύ των οποίων αναφέρονται οι αγοραπωλησίες χρηματιστηριακών πραγμάτων, καθώς και όλες οι παρεπόμενες δικαιοπραξίες, που σχετίζονται με τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις (ε` περίπτωση του άρθρου 16 του ως άνω ν. 3632/1928).

Με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 1806/1988, που αντικατέστησε το παραπάνω άρθρο 16 του ν. 3632/1928, ορίστηκε, ότι χρηματιστηριακή συναλλαγή θεωρείται κάθε αγοραπωλησία που καταρτίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία περί χρηματιστηρίων, καθώς (περ. γ`) και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση αγοραπωλησίας χρηματιστηριακών πραγμάτων και αξιών.

Στην τελευταία αυτή κατηγορία των χρηματιστηριακών συναλλαγών (παρεπόμενων - συναφών) υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Η ανωτέρω σύμβαση (χρηματιστηριακή παραγγελία) έχει ως αντικείμενο, αφενός την ανάληψη από τον χρηματιστή της υποχρέωσης να εκτελέσει, με την κατάρτιση κύριας χρηματιστηριακής σύμβασης, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρεογράφων (χρηματιστηριακών πραγμάτων) και αφετέρου την ανάληψη από τον πελάτη της υποχρέωσης να καταβάλει στον χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεογράφων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής.

Η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής, η οποία είναι γνωστή στη χρηματιστηριακή πρακτική ως σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. του ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή.

Κατά την ΑΚ 710 ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της. Επίσης κατά την ΑΚ 721 ο εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής, υποχρεούμενος παράλληλα του εντολοδόχου να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική και αποθετική ζημία του εντολέα.

Περαιτέρω, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και εφαρμόζονται επ` αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. 1 ΑΚ, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει, και αν ακόμη δεν έχει παρέλθει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του.

Επομένως, αν τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και, συνεπεία αυτής, πέτυχε την απόδοση σε εκείνον του ποσού της κατάθεσης ή τούτο αναλήφθηκε από προστηθέντα από τον τραπεζικό οργανισμό υπάλληλο χωρίς εντολή του παρακαταθέτη, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι κυρία των χρημάτων και της οποίας η περιουσία βλάπτεται από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου ή του προστηθέντος από εκείνον υπαλλήλου της, ενώ η εναντίον της ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης παραμένει άθικτη, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της κατά το άρθρο 3 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών".

Ενόψει δε και της φύσης του χρήματος ως πράγματος αντικαταστατού και κατά γένος ορισμένου, εξαιτίας της οποίας δεν νοείται αδυναμία απόδοσης αυτού, λόγω φθοράς, κλοπής ή υπεξαίρεσης, είναι αδύνατη η συνδρομή αξίωσης από σύμβαση και από αδικοπραξία και η ευθύνη της Τράπεζας παραμένει πάντοτε συμβατική ακόμα και όταν, κατ` εφαρμογή του άρθρου 3 του ως άνω ν.δ., τελεί υπό τον πρόσθετο όρο ότι η απόδοση του οφειλόμενου ποσού σε μη δικαιούχο οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια των οργάνων της (ΑΠ 595/2013 ΑΠ 707/2009, ΑΠ 929/2009, ΑΠ 405/2007, 2050/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την αγωγή του , την οποία έστρεφε κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ισχυρίστηκε ότι, μετά από σχετικές συμβάσεις με την 1η εναγομένη και ήδη 1η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, τηρούσε σ’ αυτή δύο λογαριασμούς, έναν ταμιευτηρίου , κοινό με την σύζυγο και τα τέκνα του, και έναν μισθοδοσίας και ότι, όπως διαπίστωσε στις 14-11-2003, ο προστηθείς από την 1η αναιρεσίβλητη 2ος εναγόμενος και ήδη 2ος αναιρεσίβλητος, υπάλληλός της, υπεξαίρεσε από τους λογαριασμούς του αυτούς , συνολικά το ποσό των 55.581,09 ευρώ, από το οποίο επέστρεψε τελικά ποσό 37.000 ευρώ.

Επίσης ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι αυτός, μέσω της 1ης αναιρεσίβλητης και της ... χρηματιστηριακής ΑΕΠΕΥ , αγόραζε και πωλούσε μέχρι την 24-8-2003 μετοχές του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών , καταβάλλοντας την αξία των αγοραζομένων μετοχών του από τον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό, που διατηρούσε στην 1η αναιρεσίβλητη, στον οποίο (λογαριασμό) καταθέτονταν και τα ποσά , που εισπράττονταν από την πώληση των μετοχών του, ότι την 24-8-2003 είχε στην κατοχή του τις αναφερόμενες στην αγωγή μετοχές συνολικής αξίας κατά το χρόνο κτήσης τους 16.102 ευρώ και ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος, με την ίδια παραπάνω ιδιότητα, εκμεταλλευόμενος την θέση εμπιστοσύνης, στην οποία τον είχε τοποθετήσει η 1η αναιρεσίβλητη, αλλά και τους ελλιπείς ελέγχους αυτής, στις 26-8-2003 άνοιξε εν αγνοία του (αναιρεσείοντος) και στο όνομα του έναν τρίτο λογαριασμό ...

και πώλησε και πάλι εν αγνοία του και παρά την αντίθετη ρητή εντολή του (αναιρεσείοντος) όλες τις μετοχές του, πλαστογραφώντας και την υπογραφή του σε δήθεν εντολή αυτού προς την χρηματιστηριακή εταιρεία να μην του αποστέλλει ενημέρωση για την κίνηση του χαρτοφυλακίου του (wait mail), ιδιοποιηθείς ακολούθως την αξία των μετοχών , ανερχόμενη κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής σε 25.850,71 ευρώ.

Ζήτησε δε επικαλούμενος ευθύνη της μεν 1ης αναιρεσίβλητης Τράπεζας από τις μεταξύ τους καταρτισθείσες συμβάσεις, αμφότερων δε των αναιρεσιβλήτων από αδικοπραξία , που διέπραξε σε βάρος του ο 2ος αναιρεσίβλητος, ως προστηθείς από της 1ης αναιρεσίβλητης , να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν, ως αποζημίωση, εντόκως, το ποσό των 44.431,80 (18.581,09 + 25.850,71) ευρώ άλλως το ποσό των 34.683,09 (18.581,09 + 16.102) ευρώ, καθώς και ποσό 35.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την σε βάρος του αδικοπραξία (επιφυλαχθείς να ζητήσει το επί πλέον ποσό των 40 ευρώ στα ποινικά Δικαστήρια), με απειλή προσωπικής κράτησης σε βάρος του 2ου αναιρεσιβλήτου.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης με την 150/2008 απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή ως προς αμφότερους τους αναιρεσίβλητους. Κατόπιν όμως άσκησης αντίθετων εφέσεων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία η μεν έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκε ως αβάσιμη, η δε έφεση της 1ης αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν και εξαφανίστηκε μόνο ως προς αυτή η Πρωτόδικη απόφαση.

Μετά δε εκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο (κατά το μέρος που αφορούσε την 1η αναιρεσίβλητη Τράπεζα), η αγωγή κατά το μέρος που ο αναιρεσείων επικαλείτο αδικοπρακτική ευθύνη αυτής της 1ης αναιρεσίβλητης από τη σχέση πρόστησης κρίθηκε μη νόμιμη, κατά δε το μέρος που ο αναιρεσείων επικαλείτο συμβατική αυτής ευθύνη ως ουσία αβάσιμη.

ΙΙΙ) Με τον πρώτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων , υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αιτιάται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914, 922, 932, 297, 298 ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι , πέραν της συμβατικής ευθύνης της 1ης αναιρεσίβλητης Τράπεζας από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, υπάρχει ευθύνη αυτής και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας για την υπεξαίρεση από τον προστηθέντα υπάλληλό της χρηματικών ποσών από τους διατηρούμενους σ’ αυτή τραπεζικούς λογαριασμούς του (αναιρεσείοντος), λόγω της σχέσης πρόστησης που την συνέδεε με αυτόν (2ο αναιρεσίβλητο).

Ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με τις νομικές σχέσεις που προηγήθηκαν, είναι αβάσιμος, εφόσον η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και κυριότητα επί των κατατεθειμένων στην Τράπεζα χρημάτων αποκτά η Τράπεζα και όχι ο καταθέτης, έναντι του οποίου αυτή, σε περίπτωση υπεξαίρεσης των κατατεθέντων χρημάτων, ευθύνεται σε αποκατάσταση της ζημίας του με βάση τις διατάξεις της καταρτισθείσης μεταξύ τους σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης ( άρθρα 830 § 1, 806, 827 ΑΚ και άρθρο 3 του Ν.Δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών"), και όχι από αδικοπραξία, αφού αμέσως ζημιωθείσα από την υπεξαίρεση είναι η Τράπεζα, δηλαδή η 1η αναιρεσίβλητη, και όχι ο δικαιούχος των χρημάτων του Τραπεζικού λογαριασμού, δηλαδή ο αναιρεσείων.

Ως εκ τούτου η ανάληψη χρημάτων από τον 2ο αναιρεσίβλητο, υπάλληλο της 1ης αναιρεσίβλητης Τράπεζας και προστηθέντα από αυτή, χωρίς την εντολή και εν αγνοία του αναιρεσείοντος, δικαιούχου των Τραπεζικών λογαριασμών, συνιστά μεν αδικοπραξία, όχι όμως σε βάρος του δικαιούχου των χρημάτων αναιρεσείοντος αλλά σε βάρος της 1ης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, στην οποία είχαν ανοιχθεί οι Τραπεζικοί λογαριασμοί.

Επομένως, με το να δεχθεί τα ίδια το Εφετείο , με την προσβαλλομένη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων είναι αβάσιμα. Πρέπει να σημειωθεί, ότι με τον λόγο αυτόν αναίρεσης η επικαλούμενη πλημμέλεια του Δικαστηρίου , εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., περιορίζεται μόνο στην απόρριψη της αδικοπρακτικής βάσης της αγωγής της σχετιζόμενης με την υπεξαίρεση των χρημάτων από τους τραπεζικούς λογαριασμούς και δεν πλήττεται η απόφαση ως προς την απόρριψη της ίδιας βάσης της αγωγής (περί αδικοπραξίας), κατά το μέρος που αναφέρεται στην παράνομη πώληση των μετοχών του από τον 2ο αναιρεσίβλητο, προστηθέντα της 1ης αναιρεσίβλητης, αναιρεσείοντος και στην ιδιοποίηση στη συνέχεια από αυτόν του εισπραχθέντος από την πώλησή τους ποσού.

IV) Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησής του, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων , υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αιτιάται το Εφετείο για ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία όσον αφορά στην απόρριψη της βάσης της αγωγής της ερειδόμενης στη σύμβαση. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο , με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), που είναι από το έτος 1988 πελάτης ...

της πρώτης εναγομένης (1ης αναιρεσίβλητης), τηρούσε στην παραπάνω Τράπεζα, μετά από σχετικές συμβάσεις, δύο λογαριασμούς και ειδικότερα : α) τον με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, κοινό με τη σύζυγο και τα τέκνα του και β) τον με αριθμό ... λογαριασμό μισθοδοσίας. Ακόμη, στο όνομά του είχε ανοιγεί και ένας τρίτος λογαριασμός ..., για τον οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω.

Στον δεύτερο από τους παραπάνω λογαριασμούς του ενάγοντος κατετίθεντο οι αποδοχές του ως υπαλλήλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενώ τον πρώτο λογαριασμό (ταμιευτηρίου) ο ενάγων, που εδραστηριοποιείτο και ως επενδυτής του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, τον χρησιμοποιούσε κυρίως για τις χρηματιστηριακές του συναλλαγές.

Κατά τις τραπεζικές και χρηματιστηριακές συναλλαγές του στο υποκατάστημα της εναγομένης Τράπεζας ..., τον ενάγοντα εξυπηρετούσε κυρίως ο δεύτερος εναγόμενος Α. Κ. (2ος αναιρεσίβλητος), υπάλληλος της τελευταίας. Αυτός είχε προσληφθεί από την πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε." στις 11-3-1996 και τοποθετήθηκε στο υποκατάστημά της ...

ως Προϊστάμενος Πλατφόρμας, με δικαίωμα Α’ υπογραφής, εκτελώντας παράλληλα και χρέη ταμία του υποκαταστήματος. Και μετά τη συγχώνευση της παραπάνω Τράπεζας με την εναγομένη Τράπεζα, δηλαδή και μετά τον Οκτώβριο του 2000, ο δεύτερος εναγόμενος εξακολουθούσε να κατέχει την παραπάνω θέση στο υποκατάστημα της Τράπεζας ..., θέση που διατήρησε μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου του 2004, οπότε διαπιστώθηκε, από την εργοδότριά του η τέλεση από αυτόν των αμέσως παρακάτω περιγραφομένων εγκληματικών πράξεων.

Πριν ακόμη από την ημερομηνία αυτή, στις 7-11-2003, ο ενάγων, που ενημερωνόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα για την κίνηση των λογαριασμών του, επισκέφθηκε το υποκατάστημα της εναγομένης Τράπεζας ... και ζήτησε από τον δεύτερο εναγόμενο υπάλληλό της έγγραφη ενημέρωση για την κίνηση των δύο παραπάνω λογαριασμών του (ταμιευτηρίου και μισθοδοσίας), για το τελευταίο χρονικό διάστημα και ο εναγόμενος τελικά του χορήγησε στις 14-11-2003 έγγραφα ενημερωτικά των κινήσεων των λογαριασμών του.

Μετά από αυτό ο ενάγων διαπίστωσε ότι είχαν γίνει 7 αναλήψεις, όπως τις ονομάζει, χρηματικών ποσών από τον πρώτο λογαριασμό, καθώς και άλλες 2 αναλήψεις από τον δεύτερο λογαριασμό, για τις οποίες ισχυρίζεται ότι έγιναν χωρίς εντολή και εν αγνοία του ίδιου ή κάποιου από τους συνδικαιούχους του πρώτου λογαριασμού.

Πιο συγκεκριμένα, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είχαν γίνει οι εξής "αναλήψεις" : Από τον πρώτο λογαριασμό (ταμιευτηρίου) : Στις 01.09.03 ποσού 1.577,09 Ευρώ, στις 02.09.03 ποσού 1.500,00 Ευρώ, στις 04.09.03 ποσού 6.097,12 Ευρώ, στις 15.09.03 ποσού 4.000,00 Ευρώ, στις 21.10.03 ποσού 2.300,00 Ευρώ, στις 22.09.03 ποσού 12.606,88 Ευρώ και στις 25.09.03 ποσού 4.000,00 Ευρώ.

Και από τον δεύτερο λογαριασμό (μισθοδοσίας) : Στις 03.09.03 ποσού 22.000,00 Ευρώ και στις 13.10.03 ποσού 1.500,00 Ευρώ. Συνολικά, δηλαδή, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων είχαν γίνει αναλήψεις σε 9 (7+2) περιπτώσεις, συνολικού ύψους 55.581,09 Ευρώ. Πάντως, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε στον δεύτερο εναγόμενο και αυτός του απάντησε ότι έγιναν λάθος εγγραφές και ότι θα έκανε αντιλογισμό για να διορθωθούν τα λάθη.

Τις επόμενες ημέρες, εντός του Νοεμβρίου του 2003, ο δεύτερος εναγόμενος προέβη σε επιστροφή χρηματικών ποσών στον ενάγοντα, είτε με αντιλογισμούς που έκανε τότε, αλλά και άλλους, που είχε ήδη πραγματοποιήσει, είτε με μετρητά που του παρέδωσε από το χρηματοκιβώτιο και το ταμείο της Τράπεζας, όπως ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίζεται.

Συγκεκριμένα, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ο δεύτερος εναγόμενος του επέστρεψε, με τους παραπάνω τρόπους, συνολικό ποσό 37.000 Ευρώ. Όσον δε αφορά στα ποσά που μεταφέρθηκαν από τους λογαριασμούς του ενάγοντος και στη συνέχεια υπεξαιρέθηκαν (κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς) από τον δεύτερο εναγόμενο, αποδείχθηκαν περαιτέρω, τα εξής :

Κατά τον Σεπτέμβριο του 2004, μετά από εσωτερικό έλεγχο που διενεργήθηκε στην εναγομένη Τράπεζα από τα αρμόδια όργανά της, διαπιστώθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος υπεξαίρεσε χρήματα από το ταμείο της Τράπεζας και ακολούθησε η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που κατείχε λόγω της ιδιότητας του ως υπαλλήλου της Τράπεζας ...

Σύμφωνα με την κατηγορία που του απαγγέλθηκε από την Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Κοζάνης, κατά την κύρια ανάκριση που επακολούθησε, ο δεύτερος εναγόμενος φέρεται ότι στις 14-9-2004, ως ταμίας της πρώτης εναγομένης, πραγματοποίησε τρεις αναλήψεις από ισάριθμους λογαριασμούς πελατών της Τράπεζας (στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο ενάγων) ποσού που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ, ήτοι 200.000 Ευρώ η πρώτη, 110.000 Ευρώ η δεύτερη και 90.000 Ευρώ η τρίτη, δηλαδή ανέλαβε το ποσό των 400.000 Ευρώ, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή αυτών, καταρτίζοντας έγγραφες εντολές ανάληψης που δεν έφεραν τις υπογραφές των συγκεκριμένων πελατών, από τους λογαριασμούς των οποίων πραγματοποίησε τις αναλήψεις των ως άνω ποσών, τα οποία στη συνέχεια μετέφερε σε λογαριασμό άλλου πελάτη της Τράπεζας, ιδιοποιούμενος, με τον τρόπο αυτό, παρανόμως τα ως άνω χρηματικά ποσά.

Απολογούμενος στις 17-9-2004 ο ήδη εναγόμενος, ομολόγησε την πράξη του αυτή, την οποία απέδωσε στην προσπάθειά του να καλύψει κάποιο μεγάλο πελάτη της Τράπεζας, ο λογαριασμός του οποίου παρουσίαζε έλλειμμα από την πώληση των μετοχών του. Στη συνέχεια, ο Ανακριτής που χειριζόταν την παραπάνω απόφαση, διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με σκοπό να εξακριβωθεί το ακριβές ποσό του ελλείμματος της Τράπεζας, καθώς και ο χρόνος και ο τρόπος που αυτό σχηματίστηκε.

Για τα ζητήματα αυτά οι διορισθέντες πραγματογνώμονες Α. Μ. και Κ. Π., Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές, αναφέρουν στο από 31-10-2008 πόρισμα τους ... το ακριβές λογιστικό ποσό του ελλείμματος, όπως έχει καταγραφεί στα βιβλία της Τράπεζας, μέχρι την ημερομηνία συντάξεως της εκθέσεώς τους, ανερχόταν σε 580.093 Ευρώ, με ενδεχόμενο να διαφοροποιηθεί, για το λόγο ότι εκκρεμούν σε βάρος της Τράπεζας αγωγές πελατών.

Το έλλειμμα αυτό οι παραπάνω πραγματογνώμονες το αναλύουν ως εξής: Σε 400.000 Ευρώ, από τα διαθέσιμα κεφάλαια του κεντρικού χρηματοκιβωτίου της Τράπεζας, που διαπιστώθηκε στις 14-9-2004 και σε 183.093 Ευρώ, που κατέβαλε ή θα καταβάλει η Τράπεζα σε πελάτες. Αναφέρεται, ακόμη, στο παραπάνω πόρισμα, ότι η λογιστική απόκρυψη του ελλείμματος των 400.000 Ευρώ στο κεντρικό χρηματοκιβώτιο της Τράπεζας, όπως αυτό διαμορφωνόταν σταδιακά, διενεργήθηκε από 23-6-2004 έως 14-9-2004, ενώ το έλλειμμα των 183.093 Ευρώ διαμορφώθηκε κατά την περίοδο 2001 έως 2004, καθώς και ότι σε δύο από τους πελάτες της Τράπεζας, ένας από τους οποίους είναι ο ενάγων, κατατέθηκαν περισσότερα χρήματα από όσα αναλήφθηκαν και συγκεκριμένα, για τον ενάγοντα, κατατέθηκαν 82.850 Ευρώ και αναλήφθηκαν 62.946 Ευρώ, δηλαδή 19.904 Ευρώ επιπλέον ...

Από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων, καθώς και από τα παραπάνω επί μέρους πορίσματα των πραγματογνωμόνων και βέβαια τη συνολική εκτίμηση των αποδείξεων, συνάγεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι ο δεύτερος εναγόμενος (2ος αναιρεσίβλητος) άρχισε να υπεξαιρεί ποσά από λογαριασμούς πελατών της πρώτης εναγομένης Τράπεζας (1ης αναιρεσίβλητης) από το έτος 2001 και πάντως τα υπεξαιρούσε και κατά τους χρόνους που έλαβαν χώρα οι επίδικες μεταφορές από τους δύο πρώτους λογαριασμούς του ενάγοντος, καθώς και ότι ήδη από το έτος 2001 μετέφερε χρηματικά ποσά μεταξύ διαφόρων λογαριασμών, για να υλοποιήσει και να καλύψει την παράνομη δραστηριότητά του και στη συνέχεια υλοποιούσε τις επί μέρους υπεξαιρέσεις από τους λογαριασμούς πελατών της Τράπεζας, αναλαμβάνοντας ο ίδιος ή μεταφέροντας περαιτέρω σε λογαριασμούς τρίτων τα ποσά αυτά, όταν πίστευε ή έλπιζε, για διάφορους λόγους που είχαν σχέση με τις ιδιαιτερότητες των λογαριασμών των πελατών, ότι οι αναλήψεις δεν θα γίνουν αντιληπτές, οι μεταφορές αυτές δηλαδή αποτελούσαν τέχνασμα για τη μη ανακάλυψη και την υλοποίηση των υπεξαιρέσεων που πραγματοποιούσε.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μετά τον εσωτερικό έλεγχο που έγινε στην εναγομένη Τράπεζα, η μεν Τράπεζα πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι προέκυψε οφειλή του προς αυτήν ύψους 20.000 Ευρώ, ο δε ενάγων απάντησε με την από 21-4-2005 επιστολή του προς τον Διευθυντή του καταστήματος …, με την οποία, αφού εξέφραζε αντιρρήσεις για την παραπάνω οφειλή που του καταλόγιζε η Τράπεζα, αναφέροντας επί λέξει "Όπως είναι γνωστό, εδώ και ένα χρόνο περιμένουμε ο έλεγχος σχετικά με τις ατασθαλίες του κυρίου Α.

Κ. να δώσει κάποια αποτελέσματα. Δυστυχώς μας πληροφορήσατε ότι λίγο ως πολύ χρωστάμε γύρω στις 20.000. Μας πούλησε γύρω στις 100.000 μετοχές, είμαστε και χρεώστες στο τέλος", αναφερόταν στη συνέχεια και σε αυθαίρετες μεταφορές και αναλήψεις από τους δύο παραπάνω λογαριασμούς του και συγκεκριμένα ανέφερε ότι στις 14-11-2003 διαπίστωσε μεταφορά 1.500 Ευρώ που έγινε στις 2-9-03, ανάληψη 4.000 που έγινε στις 15-9-03, μεταφορά 4.000 Ευρώ που έγινε στις 25-9-2003 και μεταφορά 2.300 Ευρώ που έγινε στις 21-10-2003 και συνολικά μεταφορές και αναλήψεις ύψους 13.800 Ευρώ από τον λογαριασμό ταμιευτηρίου, καθώς και μεταφορά 22.000 Ευρώ που έγινε στις 3-9-2003 από τον λογαριασμό μισθοδοσίας.

Ανέφερε, ακόμη, ο ενάγων, στην ίδια επιστολή του, ότι για τα αμέσως παραπάνω ποσά ο δεύτερος εναγόμενος του μετέφερε την ίδια ημέρα (14-11-2003) 12.000 Ευρώ και τα υπόλοιπα θα του τα έδινε αργότερα, όπως και του τα έδωσε (25.000 Ευρώ περίπου, όπως αναφέρει στην επιστολή του). Εξάλλου, στην από 30-1-2006 ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, ο ήδη ενάγων αναφέρει τις ίδιες με την επιστολή του αναλήψεις (13.800 Ευρώ από τον λογαριασμό ταμιευτηρίου και 22.000 Ευρώ από τον λογαριασμό μισθοδοσίας), καθώς και μία ακόμη από τον λογαριασμό μισθοδοσίας, ποσού 1.500 Ευρώ που έγινε στις 21-10-2003.

Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε, από κοινού με άλλους 5 πελάτες της εναγομένης, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και πέτυχε την έκδοση της με αριθμό 501/2-3-2006 αποφάσεως, με την οποία η εναγομένη Τράπεζα, όπως και η συνεργαζόμενη με αυτήν Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρία με την επωνυμία "...

Χρηματιστηριακή ΑΕΠΕΥ", υποχρεώθηκαν να επιδείξουν και να χορηγήσουν στους τότε αιτούντες τα αιτούμενα έγγραφα και παραστατικά, τα οποία ο ενάγων χρησιμοποίησε για να ασκήσει την κρινόμενη αγωγή του. Περαιτέρω, όσον αφορά στις επίδικες κινήσεις των λογαριασμών του ενάγοντος, αποδείχθηκε, ιδίως από τα από 16-6-2005 αντίγραφα κινήσεων των δύο παραπάνω λογαριασμών του ενάγοντος (ταμιευτηρίου και μισθοδοσίας), ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2003 έως 13-10-2003 έγιναν από τον πρώτο λογαριασμό του ενάγοντος (ταμιευτηρίου) οι κινήσεις των εξής ποσών :

α) την 1-9-2003, 1.577,09 Ευρώ με την αιτιολογία αγορά μετοχών, β) την 2-9-2003, 1.500 Ευρώ με την αιτιολογία μεταφορά σε λογαριασμό, γ) την 4-9-2003, 6.097,12 Ευρώ με την αιτιολογία αγορά μετοχών, δ) την 15-9-2003, 4.000 Ευρώ με την αιτιολογία ανάληψη μετρητών, ε) την 22-9-2003, 12.606,88 Ευρώ με την αιτιολογία αγορά μετοχών, στ) την 25-9-2003, 4.000 Ευρώ με την αιτιολογία μεταφορά ποσού και ζ) την 21-10-2003, 2.300 Ευρώ με την αιτιολογία μεταφορά ποσού και από τον δεύτερο λογαριασμό του ενάγοντος (μισθοδοσίας) :

α) την 3-9-2003, 22.000 Ευρώ με την αιτιολογία μεταφορά ποσού και β) την 13-10-2003, 1.500 Ευρώ με την αιτιολογία μεταφορά ποσού. Συνολικά, επομένως, κινήθηκαν και από τους δύο λογαριασμούς 55.581,09 Ευρώ και από τις κινήσεις αυτές οι με στοιχεία α’ , γ’ και ε’ του πρώτου λογαριασμού έχουν αιτιολογία αγορά μετοχών και ανέρχονται συνολικά σε (1.577,09+6.097,12+12.606,88) 20.281,09 Ευρώ, ενώ οι υπόλοιπες (οι με στοιχεία β’ , δ’ , στ’ και ζ’ του πρώτου λογαριασμού και οι με στοιχεία α’ και β’ του δεύτερου) αφορούν μία ανάληψη μετρητών (η με στοιχείο δ’ του πρώτου λογαριασμού) και τρεις μεταφορές μετρητών, συνολικού ύψους (1.500+4.000+4.000+2.300+22.000+1.500) 35.300 Ευρώ.

Από τις μεταφορές της πρώτης κατηγορίας, η με στοιχείο β’ του πρώτου λογαριασμού έγινε προς το λογαριασμό του πελάτη της Τράπεζας Κ. Κ., και οι λοιπές (του πρώτου και του δεύτερου λογαριασμού) προς το λογαριασμό ... του ενάγοντος. Τα ποσά της δεύτερης κατηγορίας (συνολικά 35.300 Ευρώ), όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα, αλλά και συνηγορούν τα όσα παραπάνω εκτενώς αναφέρθηκαν για την εγκληματική δραστηριότητα του δεύτερου εναγομένου, που εκτείνεται στο χρονικό διάστημα των παραπάνω κινήσεων, δεν αναλήφθηκαν από τον ενάγοντα ή τους συνδικαιούχους του πρώτου λογαριασμού του, αλλά από τον δεύτερο εναγόμενο εν αγνοία και χωρίς εντολή του ενάγοντος ή των συνδικαιούχων, ούτε και χρησιμοποιήθηκαν (τα λοιπά πλην του με στοιχείο δ’ του πρώτου λογαριασμού), για την αγορά μετοχών του ενάγοντος, αλλά μεταφέρθηκαν από τον δεύτερο εναγόμενο είτε στο λογαριασμό του Κ.

Κ. (το με στοιχείο β’ του πρώτου λογαριασμού) είτε στο λογαριασμό ... του ενάγοντος (τα υπόλοιπα), στα πλαίσια των τεχνασμάτων του δεύτερου εναγομένου για την υλοποίηση και κάλυψη της εγκληματικής δραστηριότητάς του και πιο συγκεκριμένα επειδή, όπως πίστευε, οι υπεξαιρέσεις του δεν θα γίνονταν αντιληπτές από την Τράπεζα και τον πελάτη της εφόσον τα ποσά μεταφέρονταν από λογαριασμό σε λογαριασμό και ιδιαίτερα επειδή ένας λογαριασμός ..., λόγω του περιεχομένου του, είναι σχετικά ρευστός και ασαφής.

Για το λόγο ακριβώς αυτό άλλωστε ο ενάγων ζήτησε και ο δεύτερος εναγόμενος του επέστρεψε το ποσό των 37.000 Ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό της υπεξαίρεσης και στη συνέχεια ο ενάγων ανέφερε, ως συνολικά υπεξαιρεθέν ποσό 35.300 Ευρώ στην παραπάνω επιστολή του προς τον Διευθυντή της Τράπεζας, και στην από 30-1-2006 ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε κατά τη διάρκεια της ανάκρισης.

Αντίθετα, για τις κινήσεις της πρώτης κατηγορίας (συνολικού ύψους 20.281,09 Ευρώ), ο ενάγων δεν έκανε κανέναν απολύτως λόγο και δεν τις θεώρησε ως υπεξαίρεση, ούτε στην επιστολή του ούτε και στην ένορκη κατάθεσή του. Ο δε δεύτερος εναγόμενος, ενημερώνοντας την εναγομένη Τράπεζα, ανέφερε ότι ο ενάγων οφείλει στην Τράπεζα ποσό 20.000 Ευρώ, από τα 400.000 βέβαια Ευρώ που αυτός υπεξαίρεσε από τα ταμεία της, αλλά πάντως δεν δέχεται ότι η Τράπεζα οφείλει κάποιο ποσό στον ενάγοντα.

Με τα δεδομένα αυτά, αλλά και το ότι οι τρεις κινήσεις της πρώτης κατηγορίας δεν καλύπτονται από το ποσό που ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει ότι του επιστράφηκε (προς πλήρη ικανοποίησή του) από τον εναγόμενο, αλλά και αφορούν (κατά την ίδια την αιτιολογία τους) απευθείας αγορές μετοχών, το Δικαστήριο σχηματίζει την πεποίθηση ότι τα ποσά της κατηγορίας αυτής (πρώτης) χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά μετοχών από τον ίδιο τον ενάγοντα και συνεπώς η υπεξαίρεση που τέλεσε ο εναγόμενος δεν περιλαμβάνει τα τρία παραπάνω ποσά, αλλά μόνον τα ποσά της δεύτερης κατηγορίας, συνολικά δηλαδή ανέρχεται σε 35.300 Ευρώ και όχι σε 55.581,09 Ευρώ, όπως υποστηρίζει ο ενάγων.

Εφόσον όμως, ο δεύτερος εναγόμενος επέστρεψε στον ενάγοντα (με αντιλογισμούς κλπ) συνολικό ποσό 37.000 Ευρώ (όπως στην αγωγή, αλλά και στην παραπάνω από 21-4-2005 επιστολή του ενάγοντος αναφέρεται), ποσό το οποίο υπερκαλύπτει το παραπάνω ποσό των 35.300 Ευρώ που υπεξαιρέθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο, ο ενάγων δεν υπέστη καμία ζημία από τις πράξεις του δευτέρου εναγομένου και δεν απώλεσε κανένα ποσό από τις καταθέσεις του και, συνακόλουθα, η πρώτη εναγομένη (Τράπεζα) δεν υποχρεούται, με βάση τις μεταξύ αυτής και του ενάγοντος συμβάσεις (ανώμαλης παρακαταθήκης), να του αποδώσει το ποσό των (55.581,09-37.000) 18.581,09 Ευρώ, που ζητεί με την αγωγή του.

Η παραπάνω παραδοχή εναρμονίζεται με το προαναφερθέν γεγονός ότι στους δύο παραπάνω λογαριασμούς του ενάγοντος υπάρχει πλεόνασμα 19.904 Ευρώ, αφού κατά τον ίδιο τον ενάγοντα (βλ. την αγωγή του) η επιστροφή του ποσού των 37.000 Ευρώ έγινε όχι μόνον με αντιλογισμούς, αλλά και με άλλους τρόπους όπως με παράδοση χρημάτων από το χρηματοκιβώτιο και το ταμείο της Τράπεζας, ύψους μάλιστα 20.000 Ευρώ.

Εξάλλου, σε σχέση με την υπεξαίρεση της αξίας των μετοχών του, που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος διαπράχθηκε από τον εναγόμενο, αποδείχθηκαν τα εξής : Στα πλαίσια της συνεργασίας του ενάγοντος, που όπως προαναφέρθηκε εδραστηριοποιείτο και ως επενδυτής του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, και της πρώτης εναγομένης Τράπεζας, καταρτίσθηκε μεταξύ τους, με πρωτοβουλία του δεύτερου εναγομένου, που εξυπηρετούσε, όπως προαναφέρθηκε, τον ενάγοντα στις χρηματιστηριακές του συναλλαγές, η με αριθμό ...

σύμβαση φυλάξεως κινητών αξιών και διαχειρίσεως κατόπιν εντολών, δυνάμει της οποίας η Τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελεί εντολές του ενάγοντος για κατάρτιση συναλλαγών στο Χ.Α.Α., στο όνομα και για λογαριασμό του και να αποδέχεται την μετάθεση στην Τράπεζα, κατά τη διαδικασία της εκκαθαρίσεως, κάθε συγκεκριμένης αγοράς ή πωλήσεως πραγματοποιούμενης στο Χ.Α.Α., έπειτα από εντολή της Τράπεζας, στο πλαίσιο της συμβάσεως θεματοφυλακής.

Στα ίδια πλαίσια καταρτίσθηκε στη συνέχεια μεταξύ τους και η από 7-8-2003 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό για αγορά μετοχών, δυνάμει της οποίας η Τράπεζα άνοιξε πίστωση στον ενάγοντα, μέχρι του ποσού των 150.000 Ευρώ, προκειμένου αυτός να εξοφλεί το τίμημα, μετά των λοιπών επιβαρύνσεων, που αφορά την αγορά μετοχών, που πραγματοποιείται στο Χ.Α.Α.

ή μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, στο όνομα και για λογαριασμό του, έπειτα από εντολή της Τράπεζας, που δίνεται στο πλαίσιο της συμβάσεως θεματοφυλακής. Στα πλαίσια της παραπάνω σύμβασης άνοιξε στις 26.08.2003 στο όνομα του ενάγοντος τρίτος λογαριασμός, ο με αριθμό ... λογαριασμός ..., μέσω του οποίου πραγματοποιούντο χρηματιστηριακές συναλλαγές με τον κωδικό και στο όνομα του ενάγοντος.

Ο τελευταίος υποστηρίζει ότι τον λογαριασμό αυτό τον άνοιξε ο δεύτερος εναγόμενος χωρίς εντολή και εν αγνοία του και στη συνέχεια πώλησε μέσω αυτού τις αναφερόμενες στην αγωγή μετοχές του και συγκεκριμένα πώλησε κατά το χρονικό διάστημα από την 25-8-2003 έως την 14-11-2003 χωρίς ειδική εντολή και γνώση του, 2.000 μετοχές της "ΑΦΟΙ ...", 200 μετοχές της "...

Α.Ε.", 300 μετοχές του ..., 200 μετοχές της "... ΤΡΑΠΕΖΑΣ", 1.000 μετοχές της "...", 60 μετοχές "ΟΡΓΑΝΙΣΜ. ..." και 5.000 μετοχές της "..." ιδιοκτησίας του, συνολικής αξίας (κτήσης) 16.102 Ευρώ, που στη συνέχεια ιδιοποιήθηκε παράνομα. Όπως όμως αποδεικνύεται, ο παραπάνω λογαριασμός ... άνοιξε μεν με πρωτοβουλία του δευτέρου εναγομένου, που έπεισε τον ενάγοντα ότι αυτό είναι προς το συμφέρον του, ενώ στην πραγματικότητα το άνοιγμά του εντασσόταν στα πλαίσια των παραπάνω τεχνασμάτων του δευτέρου εναγομένου για την υλοποίηση και κάλυψη των υπεξαιρέσεών του, έπειτα όμως από εντολή που του έδωσε (έστω και παραπεισθείς) ο ενάγων, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των αποδείξεων, ιδιαίτερα δε από το ότι ο ίδιος ο ενάγων στην από 30-1-2006 ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, αναφέρει ότι δεν θυμάται αν είχε δώσει τη συγκατάθεσή του στον δεύτερο εναγόμενο να ανοίξει ο λογαριασμός ..., αλλά και από το ότι μέσω του παραπάνω λογαριασμού, όπως προκύπτει ιδίως από το από 16-6-2005 αντίγραφο κίνησής του, έγιναν στο όνομα του ενάγοντος όχι μόνον οι πωλήσεις των μετοχών που επικαλείται ο ενάγων, αλλά αγοραπωλησίες μετοχών του συνολικού ύψους 91.812,95 Ευρώ, πάντοτε στο όνομά του και με τον κωδικό του.

Προέκυψε, δε, ότι οι αγοραπωλησίες αυτές γίνονταν άλλοτε με εντολές του ενάγοντος, που πολλές φορές δόθηκαν τηλεφωνικά, αφού κάτι τέτοιο, έστω και παράτυπα συνέβαινε στην πραγματικότητα με πολλούς πελάτες της Τράπεζας, όπως και με τον ενάγοντα, και άλλοτε με την ανοχή του ενάγοντος, αφού είχε δώσει γενική εντολή στον δεύτερο εναγόμενο να διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιό του και περιοδικά ενημερωνόταν για τις κινήσεις του χαρτοφυλακίου του.

Η δε επικαλούμενη από τον ενάγοντα δήλωσή του, σε προφορική συζήτηση με τον εναγόμενο στις 24-8-2003, ότι σταματά να πωλεί μετοχές του, δεν αποδείχθηκε, αφού για το συγκεκριμένο περιστατικό δεν καταθέτουν απολύτως τίποτα τόσο ο μάρτυράς του, φίλος του και πελάτης της εναγομένης, φερόμενος και αυτός ως ζημιωθείς από τη δραστηριότητα του δευτέρου εναγομένου, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και η ενόρκως βεβαιούσα σύζυγός του.

Με δεδομένο, δε, και το ότι ακόμη και αν ο εναγόμενος είχε δώσει, εν αγνοία του ενάγοντος εντολή "wait mail" (ή "hold mail") στη συνεργαζόμενη χρηματιστηριακή εταιρία, για να μην αποστέλλει εκείνη στον ίδιο ενημέρωση για την κίνηση του χαρτοφυλακίου του, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, πάλι ο εναγόμενος θα κινδύνευε σοβαρά να αποκαλυφθεί ανά πάσα στιγμή από τον ενάγοντα, που στο ίδιο διάστημα της πώλησης των μετοχών συνέχισε να αγοράζει και ήταν αναμενόμενο να ενδιαφερθεί για την τύχη των μετοχών που αγόραζε, η επικαλούμενη από τον ενάγοντα πώληση των ένδικων μετοχών του εν αγνοία του ίδιου δεν μπορεί να ενταχθεί σε κάποιο από τα παραπάνω τεχνάσματα του δευτέρου εναγομένου.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι βέβαια και το ότι ο ενάγων, μέχρι να γίνει ο εσωτερικός έλεγχος στην εναγομένη Τράπεζα ποτέ δεν απευθύνθηκε στα αρμόδια όργανά της για να καταγγείλει, πιθανή έστω, υπεξαίρεση της αξίας των μετοχών του, αλλά προτίμησε να συνδιαλέγεται και να συναλλάσσεται με τον δεύτερο εναγόμενο για την επιστροφή των μετρητών του, και, περισσότερο, το ότι και μετά την έναρξη του ελέγχου (που άρχισε στις 14-9-2004 και έγινε σχεδόν αμέσως - μέσα στον ίδιο μήνα - γνωστός σε όλους τους θιγόμενους πελάτες της Τράπεζας), δεν διαμαρτυρήθηκε προς την Τράπεζα για υπεξαίρεση της αξίας των μετοχών που αναφέρει στην αγωγή του (χωρίς βέβαια να αναφέρει και τις άλλες μετοχές του που αγόρασε και πούλησε ο εναγόμενος), παρά μόνον πολύ αργότερα, στις 21-4-2005, με την παραπάνω αναφερόμενη επιστολή του, και αφού ήδη η Τράπεζα τον είχε πληροφορήσει για οφειλή του προς αυτήν ύψους 20.000 Ευρώ.

Με τα δεδομένα κυρίως αυτά, αλλά και από τη συνολική εκτίμηση των αποδείξεων, συνάγεται περαιτέρω ότι ο δεύτερος εναγόμενος διαχειρίσθηκε τις μετοχές που αναφέρει ο ενάγων στην αγωγή του, όπως και τις υπόλοιπες μετοχές που αγόρασε και πούλησε στο όνομά του, με τη γνώση και σε κάθε περίπτωση την ανοχή του ενάγοντος.

Συνακόλουθα, δεν μπορούν να διαχωρισθούν οι ένδικες (πωληθείσες) μετοχές από τις λοιπές που πωλήθηκαν και αγοράσθηκαν στο όνομα του ενάγοντος και να θεωρηθεί ότι ο δεύτερος εναγόμενος καρπώθηκε την αξία των πρώτων και γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπεξαίρεση της αξίας των ένδικων μετοχών από τον δεύτερο εναγόμενο, παρά, ενδεχομένως, για ευθύνη του τελευταίου για κακή διαχείριση του συνόλου του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος.

Συνακόλουθα, η πρώτη εναγομένη (Τράπεζα) δεν έχει υποχρέωση να αποδώσει στον ενάγοντα, με βάση τις μεταξύ τους συμβάσεις, ούτε και την αξία των παραπάνω μετοχών του που κατά τους ισχυρισμούς του υπεξαίρεσε ο δεύτερος εναγόμενος, και ανερχόταν στις 30-11-2006 σε 25.850,71 Ευρώ (που, σημειωτέον, περιλαμβάνει και αξία επιπλέον της αξίας αγοράς, που από πουθενά δεν προκύπτει ότι είχαν αποκτήσει οι μετοχές αυτές), άλλως σε 16.102 Ευρώ, που ήταν η αξία αγοράς τους, και το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, πρέπει επίσης να απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμο ...

Με βάση όλα τα παραπάνω η αγωγή, και κατά το μέρος της που κρίθηκε νόμιμη, τυγχάνει απορριπτέα σαν ουσιαστικά αβάσιμη. Η εκκαλουμένη, επομένως, δεχόμενη εν μέρει σαν και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και υποχρεώνοντας τους εναγομένους, ευθυνόμενους εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 19.581,09 Ευρώ, έσφαλε, πέραν της ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, που προαναφέρθηκε, και σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, κατά παραδοχή της δεύτερης έφεσης, να εξαφανισθεί κατά τα κεφάλαιά της τα σχετικά με την ήδη εκκαλούσα πρώτη εναγομένη, ενώ η πρώτη έφεση πρέπει να απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμη.

Στη συνέχεια πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της, να δικασθεί επί της ουσίας η αγωγή και να απορριφθεί, ως προς την πρώτη εναγομένη, για τους επί μέρους λόγους που προαναφέρθηκαν". V) Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η 1η αναιρεσίβλητη δεν υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας , που, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, προκάλεσε σ’ αυτόν ο προστηθείς υπάλληλός της (2ος αναιρεσίβλητος), κρίνοντας έτσι απορριπτέες τις ερειδόμενες στη σύμβαση βάσεις της αγωγής, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του επαρκείς , σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.

Όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται στους, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, δεύτερο (κατά το πρώτο σκέλος του) και τρίτο λόγους αναίρεσης, είναι αβάσιμα. Ειδικότερα , το Δικαστήριο, αιτιολογώντας επαρκώς την απόφασή του, κατέληξε στην κρίση ότι δεν υπάρχει υποχρέωση της 1ης αναιρεσίβλητης, με βάση τη σύμβαση παρακαταθήκης, προς απόδοση στον αναιρεσείοντα ποσού 55.581,09 ευρώ, που , κατά τους ισχυρισμούς αυτού , φέρεται να υπεξαίρεσε ο προστηθείς υπάλληλός της Α.

Κ. (2ος αναιρεσίβλητος) από τους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς (ταμιευτηρίου και μισθοδοσίας), που ο αναιρεσείων διατηρούσε στην 1η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, δεχόμενο ότι από τους παραπάνω δύο τραπεζικούς λογαριασμούς του αναιρεσείοντος : α) το μεν ποσό των 35.300 ευρώ ο 2ος αναιρεσίβλητος ανέλαβε ή μετέφερε σε άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς, εν αγνοία και χωρίς την εντολή του αναιρεσείοντος, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, όμως, με την επιστροφή τελικά από αυτόν (2ο αναιρεσίβλητο) ποσού 37.000 Ευρώ , δεν υπάρχει ζημία του αναιρεσείοντος και άρα υποχρέωση της 1ης αναιρεσίβλητης προς αποκατάσταση αυτής (ζημίας) με βάση τη σύμβαση παρακαταθήκης, β) το δε υπόλοιπο ποσό των 20.281,09 ευρώ , ο 2ος αναιρεσίβλητος ανέλαβε εν γνώσει ή με την ανοχή του αναιρεσείοντος, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την αγορά μετοχών αυτού (αναιρεσείοντος) , ώστε να μην υπάρχει υποχρέωση της 1ης αναιρεσίβλητης προς απόδοσή του με βάση τη σύμβαση παρακαταθήκης.

Επίσης, το Δικαστήριο αιτιολογώντας και πάλι επαρκώς την απόφασή του κατέληξε στην κρίση , αφενός ότι η πώληση των ένδικων μετοχών του αναιρεσείοντος , συνολικής αξίας 16.102 ευρώ, δεν ήταν παράνομη, καθόσον έγινε από τον προαναφερόμενο προστηθέντα υπάλληλο της 1ης αναιρεσίβλητης εν γνώσει ή με την ανοχή του αναιρεσείοντος σε εκτέλεση της καταρτισθείσης μεταξύ αναιρεσείοντος και 1ης αναιρεσίβλητης χρηματιστηριακής σύμβασης, με βάση την οποία η τελευταία είχε αναλάβει, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση να εκτελεί εντολές του αναιρεσείοντος για κατάρτιση συναλλαγών στο Χ.Α.Α., στο όνομα και για λογαριασμό του, αφετέρου δε ότι το εισπραχθέν από την πώληση των παραπάνω μετοχών ποσό δεν αποδείχθηκε ότι υπεξαίρεσε ο προστηθείς υπάλληλος της 1ης αναιρεσίβλητης (2ος αναιρεσίβλητος) ώστε να υποχρεούται η 1η αναιρεσίβλητη σε αποκατάσταση της ζημίας του αναιρεσείοντος.

Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο δέχθηκε τα παραπάνω χωρίς να αιτιολογεί την μη επίκληση και την μη προσκόμιση από τους αναιρεσίβλητους νομίμων παραστατικών εγγράφων (όπως δελτίων ανάληψης, μεταφοράς ποσών και αγοράς μετοχών), που να φέρουν υπογραφές του ιδίου (αναιρεσείοντος) και του 2ου αναιρεσιβλήτου, μέσω του οποίου διενεργήθηκαν οι εν λόγω συναλλαγές, όπως και χωρίς να αιτιολογεί την μη αναγκαιότητα λήψης υπόψη τέτοιων παραστατικών εγγράφων, τα οποία θα επιβεβαίωναν την πλαστογράφηση της υπογραφής του και την έλλειψη γνώσης του των συναλλαγών που έγιναν από τον 2ο αναιρεσίβλητο, αναφέρονται σε εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχονται αναιρετικά, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς.

Εξ άλλου, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το πόρισμα του Δικαστηρίου σχετικά με την πώληση μετοχών στο όνομα του αναιρεσείοντος είναι ανεπαρκές και αντιφατικό , διότι δεν αιτιολογεί πως συνήγαγε το συμπέρασμα ότι αυτός έδωσε εντολή στον 2ο αναιρεσίβλητο για την πώληση των μετοχών, όπως και πως κατέληξε στο συμπέρασμα πότε και ποιες μετοχές από το σύνολο εκείνων που είχαν πωληθεί (συνολικού ύψους 91.812,95 ευρώ) πωλήθηκαν κατόπιν εντολής του αλλά και δεν διευκρινίζει αν η δοθείσα εντολή ήταν έγγραφη ή προφορική ή για την πώληση ποίων μετοχών υπήρχε ανοχή του , καθώς και πως κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η δοθείσα από τον 2ο αναιρεσίβλητο προς την συνεργαζόμενη χρηματιστηριακή εταιρεία εντολή "wait mail ή hold mail" δεν μπορεί να ενταχθεί σε κάποιο από τα τεχνάσματα του 2ου αναιρεσιβλήτου για την κάλυψη των υπεξαιρέσεών του, αναφέρονται αφενός στην εκτίμηση των αποδείξεων , αφετέρου σε επιχειρήματα του Δικαστηρίου που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτα.

Το ότι το Δικαστήριο δέχεται, ότι το άνοιγμα του λογαριασμού "..." από τον 2ο αναιρεσίβλητο έγινε με σκοπό την υπεξαίρεση χρημάτων από την πώληση μετοχών του αναιρεσείοντος δεν αντιβαίνει, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, στο γενόμενο επίσης δεκτό από το Δικαστήριο ότι, με βάση τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, οι ένδικες μετοχές "δεν μπορούν να διαχωριστούν από τις λοιπές που πωλήθηκαν και αγοράστηκαν" στο όνομα του αναιρεσείοντος και δεν αποδεικνύεται , ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος καρπώθηκε την αξία των πρώτων.

VI) Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 104/2014, ΑΠ 273/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, την 3740/16-1-2008 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) που ελήφθη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Κοζάνης Π.

Ν., μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων του, τις ...-1-2008 και ...-1-2008 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εναγομένης, που ελήφθησαν ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου της και όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απέρριψε χωρίς απόδειξη την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ο δε δεύτερος (κατά το δεύτερο σκέλος του) από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

VII) Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως προς την 1η αναιρεσίβλητη, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της 1ης αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς τον 2ο αναιρεσίβλητο Α. Κ..

Απορρίπτει την αίτηση του Ν. Λ. για αναίρεση της 158/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ως προς την 1η αναιρεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ ...- ... ΑΕ".

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της 1ης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ