Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to lack of legal interest and failure to challenge all supporting reasons.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Single Court of Appeal in Evia. The appellant argued for unjust enrichment and other procedural errors, but the court found the appeal inadmissible because the judgment relied on a primary reason regarding debt acknowledgment that was not successfully challenged. Consequently, the court ruled that the appellant had no legal interest to overturn the decision since the unchallenged grounds were sufficient to support the verdict.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure; If a judgment rests independently on two consecutive grounds and one is not successfully attacked, appeals against the other are inadmissible as useless.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 851 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 851/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Φ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Γαβουνέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 2) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Ι. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στην Σκύρο Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ρουμελιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1/7/2013 (2) αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και τις από 18/7/2014 προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες (2) αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 159/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων με την από 9/11/2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 726/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 159/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως, εκδόθηκε η 202/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/12/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ` αριθ. 204/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επί των εφέσεων που ασκήθηκαν από αυτούς κατά της υπ` αριθ. 116/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, μετά την έκδοση της υπ` αριθ. 726/2019 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την υπ` αριθ. 159/2017 απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την οποία αφού είχαν γίνει δεκτές οι παραπάνω εφέσεις, είχε εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση (που απέρριψε τις από 1-7-2013 αγωγές των αναιρεσιβλήτων ως αόριστες), είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι ένδικες αγωγές ως τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα και είχε υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους, λόγω σωρευτικής αναδοχής χρέους, το ποσό των 40.002,31 ευρώ πλέον των νομίμων τόκων, στον πρώτο και το ποσό των 29.919 ευρώ πλέον των νομίμων τόκων στη δεύτερη αυτών.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Μονομελές Εφετείο Ευβοίας δέχτηκε κατ` ουσίαν τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την προαναφερόμενη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επαναδικάζοντας τις αγωγές τις δέχθηκε εν μέρει αναφορικά με τον αναιρεσείοντα, τον οποίο υποχρέωσε να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους, από σύμβαση αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, το ποσό των 40.002,31 ευρώ πλέον των νομίμων τόκων, στον πρώτο και το ποσό των 29.919 ευρώ πλέον των νομίμων τόκων στη δεύτερη αυτών.
Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Α. Ουσιαστική προϋπόθεση για την εφαρμογή της περί αμέσου αντιπροσωπεύσεως διατάξεως του άρθρου 211ΑΚ είναι, μεταξύ των άλλων, και η ύπαρξη της προς αντιπροσώπευση εξουσίας του αντιπροσώπου να προβεί στη δήλωση επ` ονόματι τρίτου προσώπου (του αντιπροσωπευομένου), η δε δήλωση να γίνεται επ` ονόματι του τελευταίου ή να συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του (αρχή του εμφανούς της αντιπροσωπεύσεως.
Η προς αντιπροσώπευση εξουσία παρέχεται δια της πληρεξουσιότητος, η οποία, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 212, 216, 217, 218, 222, 223, 229, 231 παρ.1 και 361ΑΚ αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, που έχει ως αποτέλεσμα την παροχή από τον αντιπροσωπευόμενο σε τρίτον (τον πληρεξούσιο) της εξουσίας αντιπροσωπεύσεώς του και είναι κατά κανόνα άτυπη (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 1150/2014).
Αν μια σύμβαση συνομολογήθηκε στο όνομα άλλου χωρίς την πληρεξουσιότητά του, το κύρος της, κατ' άρθρο 229 ΑΚ, εξαρτάται από την έγκριση του αντιπροσωπευομένου, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 231 παρ.1 ΑΚ, όποιος κατάρτισε μια σύμβαση ως αντιπρόσωπος, εφόσον δεν αποδεικνύει την εξουσία αντιπροσωπεύσεως ή δεν εγκρίνει τη σύμβαση ο αντιπροσωπευόμενος, έχει την υποχρέωση, κατ' επιλογήν του αντισυμβαλλομένου, ή να εκτελέσει ο ίδιος τη σύμβαση ή να καταβάλει αποζημίωση.
Η σχέση που συνδέει τον ψευδοαντιπρόσωπο με τον τρίτο ρυθμίζεται από το νόμο, γι' αυτό και αν ο τρίτος αντισυμβαλλόμενος επιλέξει κατ' άρθρο 231 παρ.1 ΑΚ την αξίωση εκπληρώσεως, η επιλογή του αυτή δεν σημαίνει ότι καθίσταται πλέον αντισυμβαλλόμενος του ψευδοαντιπροσώπου, αλλά μεταξύ τους υφίσταται μόνο μια εκ του νόμου ενοχική σχέση, δυνάμει της οποίας ο ψευδοαντιπρόσωπος οφείλει στον τρίτο με τον οποίο συνεβλήθη ό,τι θα του όφειλε ο αντιπροσωπευόμενος εάν η επιχειρηθείσα κύρια δικαιοπραξία δέσμευε τον τελευταίο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνωρίσεως, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.
Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β` του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνον ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο ("σε περίπτωση αμφιβολίας").Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας κατ` άρθρο 361 ΑΚ, με το οποίο θεσπίζεται γενικώς η ελευθερία της συνάψεως ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικών για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενο τους να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη.
Έτσι, είναι ισχυρή η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος του από ορισμένη αιτία, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από τα άρθρα 873-875 ΑΚ αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους. Αυτή καταρτίζεται ατύπως και μπορεί να είναι απλώς επιβεβαιωτική του υπάρχοντος χρέους, όταν τα μέρη δεν θέλησαν να δημιουργήσουν με αυτή νέα αυτοτελή ενοχή, αλλά απέβλεψαν είτε στη δημιουργία απλού αποδεικτικού μέσου με τη μορφή της εξώδικης ομολογίας (άρθρο 352 § 2 ΚΠολΔ ) είτε στη διακοπή της παραγραφής (άρθρο 260 ΑΚ) ή σε ανάλογα νομικά αποτελέσματα κατά τα άρθρα λ.χ. 156, 272 § 2 ΑΚ , ή μπορεί να αποσκοπεί γενικότερα στην αποσαφήνιση και διασφάλιση της βασικής ενοχής από τυχόν ελαττώματα και ενστάσεις, από τις οποίες γίνεται έτσι ρητή ή σιωπηρή παραίτηση.
Κατά κανόνα δε με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους επιδιώκεται η δημιουργία νέας ενοχής, είτε παράλληλα προς την παλαιά είτε σε αντικατάσταση της παλαιάς (άρθρα 421, 436 ΑΚ) και απαλλαγμένης συνεπώς από τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν στο πλαίσιο εκείνης, η οποία, νέα ενοχή, δεν υπόκειται επίσης σε τύπο, εκτός εάν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση, για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνωρίσεως (ΟλΑΠ 5/2016).
Κοινό γνώρισμα των δύο αυτών συμβάσεων είναι ότι προϋποθέτουν την ύπαρξη προγενέστερης ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζει το χρέος και αποβλέπουν στη γέννηση δεύτερης ενοχής, ανεξάρτητης από την αρχική. Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνωρίσεως υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση, και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνωρίσεως όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο.
Στην πρώτη περίπτωση, αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του δεν μπορεί πλέον, κατά τα προαναφερόμενα, να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 1086/1017) και, για την πληρότητα της αγωγής, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωρισθέν χρέος, αρκεί η παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζομένης ενοχής, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία γι` αυτήν (ΑΠ 629/2023, ΑΠ 1424/2017).
Β. Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής, προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο.
Το νομικό ζήτημα μπορεί ν' ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1090/2019, ΑΠ 814/2019, ΑΠ 2274/2009). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι, το Εφετείο παρέλειψε να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, δηλαδή ότι στις ένδικες συμβάσεις πωλήσεως ο ίδιος ήταν ψευδοαντιπρόσωπος των Α.
Ρ., Ο. συζ. Α. Ρ. και Α. Σ. Ρ., οι οποίοι και δεν τις ενέκριναν, δεχόμενο, αντίθετα, ότι στις εν λόγω συμβάσεις αυτός συμβλήθηκε ως αγοραστής. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το έτος 2008, oι Α. Ρ. και Ο. συζ. Α. Ρ. κατέστησαν επικαρπωτές κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία και ο Α.-Σ.
Ρ., αντίστοιχα, ψιλός κύριος ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη" θέση "..." της περιοχής "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., επιφανείας 4.270 τ.μ. Με βάση το από 6-7-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης εργολαβίας, αυτοί ανέθεσαν στον Ε. Φ., Πολιτικό Μηχανικό, κάτοικο τότε Σκύρου, το έργο της ανέγερσης και πλήρους αποπεράτωσης ισόγειας οικίας με υπόγειο και πισίνα στο παραπάνω αγροτεμάχιο, σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 265/2009 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Κύμης, εκδοθείσα με επιμέλειά του, αναλαμβάνοντας ακολούθως το έργο της ανέγερσης, με την ιδιότητά του αυτή.
Κατά τους διαλαμβανόμενους στο σχετικό συμφωνητικό ειδικότερους όρους και συμφωνίες το κόστος του συγκεκριμένου έργου προϋπολογίστηκε στο συνολικό χρηματικό ποσό των τριακοσίων σαράντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι (348.520,00) ευρώ, συμπεριλαμβανομένου σε αυτό του Φ.Π.Α., σύμφωνα με τον συνημμένο σε αυτό ως αναπόσπαστο τμήμα του από 16-6-2008 προϋπολογισμό, στον οποίο συμπεριλαμβάνονται, κατ' ακριβή αντιγραφή "υλικά, εργασία και το εργολαβικό όφελος, καθώς επίσης και η αμοιβή επιβλέψεως της ανεγέρσεως της οικίας".
Χρόνος περάτωσης της οικοδομής συμφωνήθηκε το διάστημα των δώδεκα (12) μηνών, οπότε όφειλε ο εργολάβος να κατασκευάσει, ολοκληρώσει και παραδώσει το έργο πλήρως ολοκληρωμένο και αποπερατωμένο κατάλληλο προς χρήση και οίκηση. Ο εργολάβος Ε. Φ. εγγυήθηκε ρητά την ακρίβεια του προϋπολογισμού αμοιβής και κόστους υλικών και δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι "....
δεν μπορεί να ζητήσει αύξηση της αμοιβής ή αύξηση, που να αφορά το κόστος των υλικών και εάν ακόμη μεταγενέστερα οι υπολογισμένες ως άνω εργασίες υπερτιμήθηκαν ή αυξήθηκε κατά οποιοδήποτε ποσό το κόστος των ως άνω υλικών", καθώς και ότι "παραιτείται από οποιαδήποτε αξίωση για αναπροσαρμογή των με το παρόν συμφωνουμένων αμοιβών για οιονδήποτε λόγο, ακόμη και για απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών κατ' άρθρο 388 ΑΚ".
Με το ίδιο συμφωνητικό οι συμβαλλόμενοι όρισαν, ως τεχνικό Σύμβουλο του έργου τον πατέρα του Ε. Φ. Ι. Φ. του Σ., Πολιτικό Μηχανικό, τον οποίο είχαν καταστήσει πληρεξούσιό τους με βάση το υπ' αριθμόν ... πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Σκύρου Α. Β., παρέδωσαν δε στον εργολάβο Ε. Φ. τα λεπτομερή σχέδια της οικοδομής υποχρεουμένου τούτου να συμμορφώνεται στις τυχόν υποδείξεις του τεχνικού Συμβούλου και τα σχέδια του έργου.
Οι ίδιοι δεν επιφύλαξαν για τον εαυτό τους το δικαίωμα διεύθυνσης, ελέγχου και εποπτείας του έργου, ως εργοδότες, ούτε και άσκησαν τέτοιο, καθώς ο εργολάβος είχε αναλάβει την υποχρέωση να ολοκληρώσει το έργο και να παραδώσει την οικοδομή πλήρως αποπερατωμένη και κατάλληλη προς χρήση, ούτε κατέστησαν τον Ε.
Φ. αντιπρόσωπό τους, με το να παράσχουν σε αυτόν εξουσία αντιπροσώπευσης με σχετική δήλωσή τους προς τον ίδιο ή οποιονδήποτε τρίτο, με την οποία θα μπορούσε να επιχειρήσει δικαιοπραξία για λογαριασμό τους. Αντίθετα, αυτοί απέβλεψαν σαφώς και ρητά στο αποτέλεσμα του έργου και συγκεκριμένα στην ανέγερση της οικοδομής από τον εργολάβο, σύμφωνα με τα παραδοθέντα σχέδια και την εκδοθείσα οικοδομική άδεια και με το συνημμένο και εγγυημένο προϋπολογισμό υλικών και εργασιών.
Σε εκτέλεση της συγκεκριμένης σύμβασης εργολαβίας ο Ε. Φ. απευθύνθηκε στην ομόρρυθμη Εταιρεία, με την επωνυμία "Τ. Ι. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." αλλά και στον Α. Τ. για την προμήθεια οικοδομικών υλικών, καθώς ο τελευταίος διατηρεί ατομική επιχείρηση χονδρικού και λιανικού εμπορίου οικοδομικών υλικών, κατασκευής και εμπορίας έτοιμου σκυροδέματος και συναφών ειδών από το έτος 1991 στη Σκύρο Εύβοιας, ενώ η ομόρρυθμη δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας υλικών οικοδομής, υδραυλικών, ειδών υγιεινής και θέρμανσης και συναφών ειδών, εταίροι δε αυτής κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν ο Α.
Τ. και ο Ι. Τ., ο οποίος ήταν και διαχειριστής της. Οι δύο αυτές επιχειρήσεις είναι συναφείς και συνεργάζονται πλην όμως πρόκειται για αυτοτελείς και διακεκριμένες μεταξύ τους επιχειρήσεις, καθώς η μία από αυτές τυγχάνει ατομική, ενώ η άλλη εταιρική. Ο Ε. Φ., Πολιτικός Μηχανικός, δραστηριοποιούμενος στην Σκύρο για ικανό χρονικό διάστημα και διατηρώντας τεχνικό γραφείο κατ' εκείνο το χρόνο με τον πατέρα του Ι.
Φ., επίσης Πολιτικό Μηχανικό, και την αδελφή του Σ. Φ. Χωροτάκτη Μηχανικό, απευθύνθηκε στις παραπάνω επιχειρήσεις για την προμήθεια των απαιτούμενων για την εκτέλεση του αναληφθέντος από αυτόν έργου υλικών, όπως είχε πράξει και κατά τον παρελθόντα χρόνο για άλλα έργα, με συνέπεια να τελεί σε γνώση της ταυτότητας της επιχείρησης, με την οποία κάθε φορά αυτός συναλλασσόταν, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ισχυρισμού του ότι ουδέποτε συμβλήθηκε με τον ενάγοντα Α.
Τ., αλλά με τον Ι. Τ. και μάλιστα ατομικά ενεργούντα. Το γεγονός ότι στις τρέχουσες καθημερινές συναλλαγές ο Α. Τ. εκπροσωπείτο συχνά από τον συνεργάτη και συνεταίρο του Ι. Τ. είναι προφανές κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ωστόσο ήταν γνωστό και σαφές στον συναλλασσόμενο Ε. Φ., όπως και σε όλους τους ενδιαφερόμενους, με την ταυτότητα του αντισυμβαλλομένου του κάθε φορά.
Άλλωστε ο ίδιος Ε. Φ. στην από 12-07-2013 υπ' αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 786/2013 αίτηση επίδειξης εγγράφων, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) σε βάρος των Α. Τ. και Ι. Τ., εκθέτει ότι το μήνα Ιούλιο 2009 συμφώνησε με τους ως άνω τότε δύο πρώτους καθ' ων, που διατηρούν επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών στη νήσο Σκύρο, να αγοράσει από αυτούς οικοδομικά υλικά αντί συνολικού τιμήματος 49.827 ευρώ, στη συνέχεια δε αρνήθηκε οποιαδήποτε συναλλαγή τόσο με τον Α.
Τ. όσο και με την ομόρρυθμη εταιρεία "Τ. Ι. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", ισχυριζόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης ότι συναλλάχθηκε μόνο με τον Ι. Τ. "ως ασκούντα ατομική επιχείρηση", (ο οποίος σημειωτέον δεν διατηρεί τέτοια) "και όχι ως νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας εταιρείας ή εκπρόσωπο του Α.
Τ. για την αγορά των υλικών αυτών, ο οποίος και ουδέποτε" του "είπε ότι δεν τα πωλεί ο ίδιος, αλλά η ενάγουσα εταιρεία ή ο ανιψιός του Α. Τ." (σελ. 1 και 2 των πρωτόδικων προτάσεών του), παρά το γεγονός μάλιστα ότι ο ως άνω Ι. Τ. "λειτουργεί μαζί" με τον ανιψιό του Α. Τ. "μάντρα εμπορίας οικοδομικών και άλλων υλικών", ισχυρισμός, ο οποίος δεν αποδεικνύεται βάσιμος από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο και στοιχείο.
Μάλιστα, ο ίδιος στη σελίδα 25 των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπό στοιχεία Β αγωγής συνομολογεί ότι στο πλαίσιο ανοικοδόμησης του ως άνω ακινήτου καταρτίστηκαν διαδοχικές συμβάσεις πώλησης ανάμεσα στον ίδιο, με την ιδιότητά του, ως εργολάβος της συγκεκριμένης οικοδομής και ως άμεσος αντιπρόσωπος των ιδιοκτητών της υπό ανέγερση οικοδομής, χωρίς όμως να έχει εξουσία αντιπροσώπευσης, και τον Ι.
Τ., με την ιδιότητά του τελευταίου, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης Εταιρείας. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από ... σύμβασης εργολαβίας ο Ε. Φ. ανέλαβε την υποχρέωση να ολοκληρώσει την ανέγερση της οικοδομής με υλικά και εργασίες, που προϋπολογίστηκαν εγγυημένα και συμπεριλήφθηκαν στη συνολική αμοιβή της εργολαβίας, χωρίς οι εργοδότες να έχουν οποιαδήποτε ανάμειξη στην επιλογή των υλικών και των εργασιών ανέγερσης.
Κατά τη συμφωνία των μερών (ιδιοκτήτες του έργου εργοδότες- εργολάβος) η ανεύρεση των συνεργείων, των προμηθευτών και των υλικών για την κατασκευή ήταν αποκλειστική υποχρέωση του εργολάβου Ε. Φ., ο οποίος συνήπτε τις αντίστοιχες συμβάσεις και προέβαινε στις αντίστοιχες δαπάνες για την εξόφλησή τους, με συνέπεια να απευθυνθούν στον ίδιο οι πωλητές των οικοδομικών υλικών, προκειμένου να εισπράξουν το οφειλόμενο σε αυτούς κάθε φορά τίμημα των διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, σε αντίθετη δε περίπτωση θα απευθύνονταν στους ιδιοκτήτες του συγκεκριμένου έργου, για να εισπράξουν το οφειλόμενο χρηματικό ποσό, οπότε ανέλαβε ο ίδιος ρητά την εξόφληση των πωληθέντων και παραδοθέντων υλικών, δεδομένου ότι δεν προέκυψε αποδεικτικά ρητή δήλωση ότι ενεργεί στο όνομα των ιδιοκτητών του έργου, η δε έκδοση των παραστατικών φορολογικών εγγράφων (δελτίων αποστολής- τιμολογίων) στο όνομα του Α. -Σ.
Ρ. δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της προκείμενης δίκης, καθώς ο τελευταίος τυγχάνει ιδιοκτήτης του εν λόγω έργου, ως ψιλός κύριος του ακινήτου, στο οποίο ανεγέρθηκε η οικοδομή και φορολογικά αποτελεί τον παραλήπτη των πωληθέντων οικοδομικών υλικών, βάσει της κείμενης φορολογικής Νομοθεσίας, (τόπος παράδοσης= οικόπεδο, όπου ανεγειρόταν η οικοδομή), έτσι ώστε στη συνέχεια να καταστεί εφικτή η θεώρηση από τις αρμόδιες Φορολογικές Αρχές των στοιχείων αυτών, που ακολούθως θα προσκομίζονταν τα παραστατικά έγγραφα στις Υπηρεσίες της Κοινής Ωφέλειας (Δ.Ε.Η, Εταιρεία Ύδρευσης - Αποχέτευσης κ.λ.π.).
Μόνη δε η αναφορά, που διατηρούσαν μονομερώς οι πωλητές- προμηθευτές, δεν αρκεί, προκειμένου να θεωρηθεί ότι ο Ε. Φ. ενεργούσε, με την ιδιότητα του, ως άμεσος αντιπρόσωπος τους, πολύ δε περισσότερο ενόψει του ότι κύριο όνομα πελάτη ήταν αυτό του τελευταίου, η δε αναφορά των λοιπών στοιχείων (Α.Φ.Μ. και αριθμός τηλεφώνου επικοινωνίας) έγινε, με σκοπό να εκδοθούν κατ' αίτηση του Ε.
Φ. τα σχετικά παραστατικά πώλησης στο όνομα του Α.-Σ. Ρ. Άλλωστε, η κρίση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες του έργου τυγχάνουν μόνιμοι κάτοικοι Ελβετίας και δεν είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία με τους προμηθευτές ούτε με οποιονδήποτε άλλο από τους προμηθευτές ή τους εργαζόμενους στην οικοδομή τους, οι οποίοι συναλλάσσονταν αποκλειστικά και μόνον με τον εργολάβο Ε.
Φ. Μάλιστα, οι εργασίες στην οικοδομή ολοκληρώθηκαν εντός του έτους 2012, όπως προκύπτει από την από 2-7-2013 έγγραφη καταγγελία των ιδιοκτητών του έργου προς το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Ε.Ε) και οι εργοδότες - ιδιοκτήτες του έργου κατέβαλαν τμηματικά στον εργολάβο Ε. Φ. το συνολικό χρηματικό ποσό των τριακοσίων ενενήντα πέντε (395.000,00) ευρώ και δη το χρηματικό των είκοσι δύο χιλιάδων (22.000,00) ευρώ, ως αμοιβή του για την μελέτη και έκδοση της άδειας οικοδομής, το χρηματικό ποσό των τριακοσίων σαράντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι (348.520,00) ευρώ, ως συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή και το χρηματικό ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα (24.480,00) ευρώ για πρόσθετες εργασίες, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από αυτόν, πλην όμως ο τελευταίος δεν τους παρέδωσε, όπως όφειλε τα τιμολόγια/δελτία αποστολής για τα υλικά, που χρησιμοποιήθηκαν και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών για τις εργασίες, οι οποίες εκτελέστηκαν με αποτέλεσμα να μην ήταν εφικτή η ηλεκτροδότησή του ακινήτου (η οποία κατέστη δυνατή μεταγενέστερα, λόγω νομοθετικής κατάργησης της σχετικής υποχρέωσης των ιδιοκτητών ανεγειρόμενων οικοδομών).
Επιπρόσθετα, και ο Ε. Μ., ο οποίος εργάστηκε στην οικοδομή Ρ., ως τεχνίτης οικοδόμος, συμβληθείς με τον Ε. Φ., (βλ. σχετ. την υπ' αριθμόν ... ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Σκύρου Α. Β. στα πλαίσια της δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ του Ε. Φ. και των νυν πωλητών, βεβαίωσε ότι ο ως άνω (Ε. Φ.) προμηθεύτηκε ο ίδιος τα οικοδομικά υλικά από τη μάνδρα του Α.
Τ.υ και τα υλικά για τις υδραυλικές εγκαταστάσεις και εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, καθώς και τα είδη υγιεινής από τον Α. Τ. και την ομόρρυθμη Εταιρεία "Τ. Ι. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και τους οφείλει από την αιτία αυτή. Τα παραπάνω δεν ανατρέπονται από το γεγονός ότι τα προσκομιζόμενα τιμολόγια-δελτία αποστολής των υλικών, που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση του έργου, εκδόθηκαν από τον Α.
Τ. και την ομόρρυθμη Εταιρεία "Τ. Ι. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." στο όνομα του Α.-Σ. Ρ., καθώς αυτό από μόνο του δεν αρκεί, προκειμένου να προσδώσει στον τελευταίο την ιδιότητα του υπόχρεου των επίδικων αγωγικών αξιώσεων, διότι δεν υπήρξε αντισυμβαλλόμενος στις επίδικες συμβάσεις. Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο Α. Τ. πώλησε και παρέδωσε στον Ε.
Φ., ο οποίος τα παρέλαβε, στην οικοδομή των ιδιοκτητών στη Σκύρο τα ακόλουθα οικοδομικά υλικά: (1).....Έναντι του συνολικά οφειλόμενου ποσού των 85.722,31 ευρώ ο Ε. Φ. κατέβαλε τμηματικά το χρηματικό ποσό των 45.720 ευρώ, γεγονός, που συνομολογείται από αμφότερους τους διαδίκους) απομένει δε υπόλοιπο προς πληρωμή στον Α.
Τ. το χρηματικό ποσό των σαράντα χιλιάδων δύο Ευρώ και τριάντα ενός λεπτών (40.002,31) ευρώ, το οποίο ο Ε. Φ. αρνείται να του καταβάλει. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ομόρρυθμη εταιρεία "Τ. Ι. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" πώλησε και παρέδωσε στον Ε. Φ. στην οικοδομή των εργοδοτών τα ακόλουθα υδραυλικά υλικά και είδη υγιεινής και θέρμανσης: (1)............
Κατά συνέπεια, με βάση τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και στοιχεία αποδείχθηκε ότι η πωλήτρια Εταιρεία "Τ. Ι. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" πώλησε και παρέδωσε στον Ε. Φ., ο οποίος τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα, τα ως άνω κινητά πράγματα και δη υδραυλικά είδη και είδη θέρμανσης συνολικής αξίας 29.919 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Μετά την παράδοση των πωληθέντων πραγμάτων και ενόψει της καθυστέρησης στην καταβολή των οφειλομένων τιμημάτων οι ενάγοντες ζήτησαν από τον Ε.
Φ. την άμεση καταβολή τους, όταν δε αυτοί του είπαν ότι θα αναζητήσουν τα οφειλόμενα απευθείας από τους λοιπούς εναγομένους, ο τελευταίος υποσχέθηκε την εξ ιδίων χρημάτων πληρωμή του παραπάνω χρηματικού. Για την είσπραξη του οφειλόμενου χρηματικού ποσού οι εκκαλούντες προέβαιναν σε οχλήσεις προς τον Ε.
Φ. αλλά και προς τον πατέρα του Ι. Φ. Μάλιστα, οι εκκαλούντες διατείνονται ότι επενέβη για τη διευθέτηση της υπόθεσης και ο συμπατριώτης του νόμιμου εκπροσώπου της ομόρρυθμης Εταιρείας και του Α. Τ. Δικηγόρος Γεώργιος Παπαγεωργίου. Ειδικότερα, διατείνονται ότι ο Ι. Φ. αναγνώρισε πλήρως την οφειλή του υιού του Ε.
Φ. για τις αξιώσεις από την προμήθεια υδραυλικών και συναφών προϊόντων και υποσχέθηκε την πληρωμή αυτής, υποσχόμενος ότι θα μεταβίβαζε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, προς τον ομόρρυθμο εταίρο και νόμιμο εκπρόσωπο της ομόρρυθμης Εταιρείας Ι. Τ. ένα (1) οικόπεδο ιδιοκτησίας του, (Ι. Σ. Φ.), εμβαδού 1976,00 τ.μ, κείμενο στη θέση "...", του οικισμού "...", της Περιφέρειας του Δήμου Σκύρου, προκειμένου να εξοφληθούν μερικά τόσο η άνω οφειλή του Ε.
Φ. προς τον Α. Τ., από την πώληση των ως άνω προϊόντων (υλικών ειδών υγιεινής, υδραυλικών και θέρμανσης), ενώ κατά το υπόλοιπο ποσό της οφειλής, θα συντασσόταν ιδιωτικό-συμφωνητικό σε σχέδιο και με τη συμφωνία ότι τούτο θα τίθετο υπόψη και του Δικηγόρου Γεωργίου Ιωάννου Παπαγεωργίου, ώστε να διαμορφωθεί τελικά και με το οποίο οι E. και Ι.
Φ. θα αναγνώριζαν και εγγράφως, όπως είχαν αναγνωρίσει και προφορικά, το υπόλοιπο της οφειλής τους, πέραν του ποσού των εβδομήντα χιλιάδων (70.000,00) ευρώ. Επίσης, διατείνονται ότι ενώ επέκειτο η έλευση του Δικηγόρου Γεωργίου Ιωάννου Παπαγεωργίου στη Σκύρο, σε προκαθορισμένο ραντεβού, την 27η Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου να υπογραφεί το συμβόλαιο πώλησης του ως άνω οικοπέδου, για το οποίο ο Ι.
Φ. και ο νόμιμος εκπρόσωπός και ομόρρυθμος εταίρος της ενάγουσας ομόρρυθμης Εταιρείας Ι. Τ. είχαν προσκομίσει όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και το άνω συμφωνητικό, και ενώ ο άνω πληρεξούσιος Δικηγόρος τους είχε επανειλημμένες συνεννοήσεις και συζητήσεις με την Α. Β. Συμβολαιογράφου Σκύρου, και τα πάντα είχαν συμφωνηθεί ο Ι.
Φ., παραμονές Χριστουγέννων ζήτησε να αναβληθεί η συνάντηση της ... 2012 στο συμβολαιογραφείο της ανεψιάς του Α. Β. στη Σκύρο για την υπογραφή των άνω αναφερομένων συμβολαίου και ιδιωτικού συμφωνητικού και ζήτησε να μετατεθεί η υλοποίηση της συμφωνίας για μετά τις εορτές, ήτοι για μετά τις 2-3 Ιανουάριου 2013.
Όλα τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από την πλευρά του Ε. Φ., κατά τρόπο ειδικό και αιτιολογημένο, με συνέπεια να συντρέχει περίπτωση ομολογίας της βασιμότητας τους, σύμφωνα με το άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ. Άλλωστε, ο τελευταίος δεν αμφισβητεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την οφειλή του, γεγονός, που επιβεβαιώνεται και από την καταβολή μέρους της οφειλής του.
Όλα τα παραπάνω στοιχειοθετούν εννοιολογικά σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, δεδομένης μάλιστα της μερικής καταβολής του χρηματικού ποσού των .... Ευρώ (Ε) από την πλευρά του Ε. Φ. προς μερική εξόφληση της αρχικής οφειλής του αλλά και των υποσχέσεων του για πλήρη ικανοποίηση των εναγόντων, όταν ανέκυψε το θέμα πληρωμής των εναγόντων........
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που προέβη σε διαφορετικές παραδοχές και απέρριψε τις ένδικες αγωγές, υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τις υπό κρίση εφέσεις των εναγόντων πλημμέλεια....... Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνουν δεκτές οι υπό κρίση εφέσεις, ως και ουσιαστικά βάσιμες, και ακολούθως, αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, πρέπει να διακρατηθεί η ένδικη υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να εξεταστεί εντός των ορίων, που καθόρισε ο Άρειος Πάγος, με την υπ' αριθμόν 159/2017 απόφασή του, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.
Ακολούθως, πρέπει να γίνουν δεκτές οι ένδικες αγωγές....".
Περαιτέρω, από την επισκόπηση της υπ' αρ. 726/2019 αποφάσεως του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι με αυτή αναιρέθηκε η υπ' αρ. 159/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, μόνο ως προς τον πρώτο εναγόμενο και νυν αναιρεσείοντα, καθόσον για τους λοιπούς εναγομένους (ιδιοκτήτες της οικοδομής - μη διαδίκους στην παρούσα δίκη) είχαν απορριφθεί οι ένδικες αγωγές, ως ουσιαστικά αβάσιμες με την ως άνω εφετειακή απόφαση.
Ειδικότερα, με την ως άνω αναιρετική απόφαση κρίθηκε ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι επίδικες συμβάσεις πωλήσεως, τις οποίες συνήψε ο αναιρεσείων (εναγόμενος) ως άμεσος αντιπρόσωπος των λοιπών εναγομένων, καίτοι αυτός δεν είχε εξουσία αντιπροσωπεύσεως τελούσαν υπό τη νομική αίρεση της εγκρίσεως από τους λοιπούς ως αντιπροσωπευόμενους, οι οποίοι δεν τις ενέκριναν ρητώς, ότι εφόσον ματαιώθηκε η αίρεση δεν δημιουργήθηκε οφειλή εις βάρος τους, ότι το προερχόμενο από τις ματαιωθείσες πωλήσεις προς τους λοιπούς εναγομένους χρέος το αναδέχθηκε σωρευτικώς με σύμβαση αναδοχής ο αναιρεσείων και ότι το χρέος ήταν υπαρκτό και τον υποχρέωσε να το καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 211, 229, 230, 477 ΑΚ και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.
Μετά ταύτα, δεκτού γενομένου του δευτέρου λόγου της αναιρέσεως, ανήρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς τις διατάξεις της που αφορούσαν στον αναιρεσείοντα, παραμενούσης κατά τα λοιπά εν ισχύι και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, προκειμένου να ερευνηθεί η αγωγή ως προς την επικαλούμενη σωρευτικώς κυρία βάση της αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, την οποία δεν είχε ερευνήσει το Εφετείο, καθώς και την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση με το να δεχθεί ότι οι ιδιοκτήτες της οικοδομής - εργοδότες δεν κατέστησαν τον αναιρεσείοντα - εργολάβο αντιπρόσωπό τους, παρέχοντας σ' αυτόν εξουσία αντιπροσωπεύσεως με σχετική δήλωσή τους προς τον ίδιο ή οποιονδήποτε τρίτο για να επιχειρήσει δικαιοπραξίες για λογαριασμό τους, αντιθέτως αυτοί απέβλεψαν σαφώς και ρητώς στο αποτέλεσμα του έργου και συγκεκριμένα στην ανέγερση της οικοδομής από τον εργολάβο - αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τα παραδοθέντα σχέδια, την εκδοθείσα οικοδομική άδεια και με τον συνημμένο και εγγυημένο προϋπολογισμό υλικών και εργασιών, ότι κατά τη συμφωνία των μερών η ανεύρεση των συνεργείων, των προμηθευτών και των υλικών για την κατασκευή ήταν αποκλειστική υποχρέωση του εργολάβου - αναιρεσείοντος, ο οποίος συνήπτε τις αντίστοιχες συμβάσεις και προέβαινε στις αντίστοιχες δαπάνες για την εξόφλησή τους, οι πωλητές των οικοδομικών υλικών απευθύνοντο στον ίδιο για να εισπράξουν το οφειλόμενο τίμημα των διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, χωρίς να προκύψει ρητή δήλωσή του ότι ενεργεί στο όνομα των ιδιοκτητών του έργου, ότι οι εργοδότες κατέβαλαν τμηματικά στον εργολάβο - αναιρεσείοντα το ποσό των 22.000 ευρώ ως αμοιβή για την μελέτη και έκδοση της άδειας οικοδομής, το ποσό των 348.520 ευρώ για τη συμφωνηθείσα αμοιβή του και το ποσό των 24.480 ευρώ για πρόσθετες εργασίες, ότι ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί ειδικά και αιτιολογημένα την οφειλή του προς τους αναιρεσιβλήτους, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την καταβολή μέρους της οφειλής του, αλλά και από τις υποσχέσεις του για πλήρη ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων, όταν ανέκυψε το θέμα της πληρωμής αυτών, τα οποία στοιχειοθετούν τη σύμβαση της αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους και ότι, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, επήλθε αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος με την καταβολή εκ μέρους των εργοδοτών των ως άνω χρηματικών ποσών, που αντιστοιχούσαν στην αμοιβή του εργολάβου, στο κόστος ανεγέρσεως του ακινήτου και στις πρόσθετες εργασίες, χωρίς όμως ο εργολάβος, ο οποίος προμηθεύτηκε τα υλικά της οικοδομής, να προβεί στη σχετική δαπάνη, καθιστάμενος έτσι πλουσιότερος.
Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Γ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1090/2019). Επί μερικής αναιρέσεως της αποφάσεως και παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο ανωτέρω εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο τούτο επιληφθεί κεφαλαίων της αποφάσεως, τα οποία δεν έθιξε η αναιρετική απόφαση, διότι ως προς αυτά έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο και δεν ιδρύεται εντεύθεν ο λόγος από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στην παραβίαση της δεσμευτικότητας των αποφάσεων του Αρείου Πάγου, ως προς τα "κριθέντα" μόνο νομικά ζητήματα.
Αν το δικαστήριο της παραπομπής εξετάσει εκ νέου και το κεφάλαιο ως προς το οποίο δεν αναιρέθηκε η απόφαση, παραβιάζει το δεδικασμένο και ιδρύεται ο παρών αναιρετικός λόγος (ΑΠ 707/2008, ΑΠ 1577/2000). Αν, όμως, ως προς το κεφάλαιο αυτό η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής δεν διαφέρει από την προηγούμενη απόφαση, οπότε, κατ' αποτέλεσμα έγινε σεβαστό το δεδικασμένο κατά τη θετική του λειτουργία, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον προς επίκληση λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, παρότι παραβιάσθηκε η αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου (ΑΠ 739/2022, ΑΠ 2019/2006).
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με το να εξετάσει εκ νέου ότι αυτός ήταν ψευδοαντιπρόσωπος των λοιπών εναγομένων και δεν ήταν συμβληθείς αγοραστής στις διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως και να κρίνει το πρώτον ότι ως αρχικός αγοραστής προέβη εγκύρως σε αιτιώδη αναγνώριση χρέους παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αρ. 159/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Από τις εκτιθέμενες ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε τις ένδικες αγωγές ως προς την κύρια βάση τους της αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους εκ μέρους του αναιρεσείοντος, προερχομένου από τις επίδικες συμβάσεις πωλήσεως, την οποία (βάση) δεν είχε ερευνήσει η υπ' αρ. 159/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας και ως εκ τούτου δεν παράγεται εξ αυτής δεδικασμένο.
Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Δ. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακροάσεως όλων των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεώς του (ΟλΑΠ 13/1995), όπως είναι και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που απαράδεκτα (άρθρο 224 ΚΠολΔ) εισάγουν νέα ή μεταβάλουν υπάρχουσα αγωγική βάση (ΑΠ 83/2021, ΑΠ 180/2011).
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 591/2022, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 358/2017).
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι αυτός συμβλήθηκε ατομικά ως αγοραστής στις επίδικες συμβάσεις πωλήσεως και όχι ως αντιπρόσωπος των λοιπών εναγομένων - αγοραστών, όπως αναφέρεται στις ένδικες αγωγές, χωρίς να διαθέτει όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων εξουσία αντιπροσωπεύσεώς τους, έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν προτάθηκε, μεταβάλλοντας τη βάση των αγωγών αυτών. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ1 ΚΠολΔ).
Ε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 1406/2021). Με τον δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του και τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211, 229, 230, 231, 238, 513, 361 ΑΚ με το να δεχθεί ότι ευθύνεται από σύμβαση αιτιώδους αναγνωρίσεως του απορρέοντος από τις επίδικες συμβάσεις πωλήσεως χρέους, μολονότι δεν είναι οφειλέτης από την αιτία αυτή, αφού στις συμβάσεις αυτές ο ίδιος συμβλήθηκε ως ψευδοαντιπρόσωπος των λοιπών εναγομένων και όχι ως αγοραστής.
Από τις παραπάνω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως και σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα στην υπό στη στοιχείο Α μείζονα σκέψη, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Τούτο διότι με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα οι ιδιοκτήτες της οικοδομής - εργοδότες δεν κατέστησαν τον αναιρεσείοντα - εργολάβο αντιπρόσωπό τους, παρέχοντας σ' αυτόν εξουσία αντιπροσωπεύσεως με σχετική δήλωσή τους προς τον ίδιο ή οποιονδήποτε τρίτο για να επιχειρήσει δικαιοπραξίες για λογαριασμό της, αντιθέτως αυτοί απέβλεψαν σαφώς και ρητώς στο αποτέλεσμα του έργου και συγκεκριμένα στην ανέγερση της οικοδομής από τον εργολάβο - αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τον συνημμένο και εγγυημένο προϋπολογισμό υλικών και εργασιών, κατά τη συμφωνία των μερών η ανεύρεση των συνεργείων, των προμηθευτών και των υλικών για την κατασκευή ήταν αποκλειστική υποχρέωση του εργολάβου, ο οποίος συνήπτε τις αντίστοιχες συμβάσεις και προέβαινε στις αντίστοιχες δαπάνες για την εξόφλησή τους, οι πωλητές των οικοδομικών υλικών απευθύνοντο στον ίδιο για να εισπράξουν το οφειλόμενο τίμημα των διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, χωρίς να προκύψει ρητή δήλωσή του ότι ενεργεί στο όνομα των ιδιοκτητών του έργου, ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί ειδικά και αιτιολογημένα την οφειλή του προς τους αναιρεσίβλητους, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την καταβολή μέρους της οφειλής του, αλλά και από τις υποσχέσεις του για πλήρη ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων, τα οποία στοιχειοθετούν την σύμβαση της αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους.
Επομένως, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. ΣΤ. Κατά το άρθρο 261 εδ. β` ΚΠολΔ "....Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και από το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή της ενστάσεως και του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή αυτή ή την ένσταση είναι η μη ειδική αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η διακριτική ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 246/2020, ΑΠ 530/2015).
Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη ομολογία του, αναφορικά με την αιτιώδη αναγνώριση της οφειλής του, μολονότι αμφισβήτησε ρητά και ειδικά τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο ότι : " Όλα τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από την πλευρά του Ε.
Φ., κατά τρόπο ειδικό και αιτιολογημένο, με συνέπεια να συντρέχει περίπτωση ομολογίας της βασιμότητας τους, σύμφωνα με το άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ. Άλλωστε, ο τελευταίος δεν αμφισβητεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την οφειλή του, γεγονός, που επιβεβαιώνεται και από την καταβολή μέρους της οφειλής του. Όλα τα παραπάνω στοιχειοθετούν εννοιολογικά σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους..".
Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκύπτει ότι αυτός δεν αμφισβήτησε ειδικά τους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι οφείλει στους αναιρεσιβλήτους τα αιτούμενα χρηματικά ποσά από τις επίδικες συμβάσεις πωλήσεως λόγω της εκ μέρους του αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, ισχυριζόμενος ότι οι διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως υλικών καταρτίστηκαν μεταξύ αυτού και των αναιρεσιβλήτων, βάσει των οποίων αυτοί του πώλησαν και μεταβίβασαν τα υλικά και αυτός τους κατέβαλε το τίμημα της πωλήσεως και ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με αυτόν συμβατικά, ότι δεν κατήρτισε συμβάσεις πωλήσεως και αγοράς υλικών πέραν του ποσού των 49.827 ευρώ και ότι οι αναιρεσίβλητοι αρνούνται να παραλάβουν το υπόλοιπο μέρος της οφειλής του ποσού 4.107 ευρώ, η δε διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να συναγάγει εξ αυτού ομολογία του συγκεκριμένου αγωγικού ισχυρισμού δεν υπόκειται, σύμφωνα με τ' ανωτέρω λεχθέντα, στον αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων.
Ζ. Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναιρέσεως αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003). Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης αποφάσεως, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 61/2020, ΑΠ 70/2017, ΑΠ 290/2017).
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη προς θεμελίωση της σε βάρος του αξιώσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων από αδικαιολόγητο πλουτισμό περιστατικά που δεν αναφέρονται στις ένδικες αγωγές και συγκεκριμένα, ότι συντελέστηκε περιουσιακή επίδοση προς αυτόν από την πλευρά των εργοδοτών, χωρίς δήθεν να προβεί στη σχετική δαπάνη.
Ο ως άνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως περί αδικαιολόγητου πλουτισμού του αναιρεσείοντος, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτοτελώς στηρίζεται στην προεκτεθείσα (από σύμβαση αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους) κύρια αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, μετά την απόρριψη ως αβάσιμων όλων των παραπάνω λόγων της αναιρέσεως.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας αυτού (άρθρα 176, 182, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-12-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 204/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ