Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
851/2024 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on labor contract conversion due to lack of Article 6 ECHR violation proof.

Geschäftsnummer 851/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's rejection of his claim to convert fixed-term employment contracts into an indefinite-term contract. The appellant argued this violated the principle of legal certainty and his right to a fair trial under Article 6 of the ECHR, citing similar successful cases. The court rejected these arguments as vague and failed to demonstrate that the lower court's application of substantive law constituted a violation of his right to a fair trial.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 6 § 1 of the ECHR; Article 176 of the Code of Civil Procedure. The conversion of fixed-term contracts to indefinite-term contracts does not violate the principle of legal certainty or the right to a fair trial when the lower court correctly applies substantive law without procedural unfairness.

Schlagwörter

KI-generiert
labor contract conversion fixed term to indefinite principle of legal certainty Article 6 ECHR violation appeal admissibility fair trial rights employment law dispute abgelaufene Aufenthaltsbewilligung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 6 § 1 of the ECHR
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 851 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 851/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Ταπεινού, η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ (Τ.Ε.Ι.) ΠΕΙΡΑΙΑ", το οποίο μετανομάσθηκε σε "ΑΝΩΤΑΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΠΕΙΡΑΙΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ (ΑΕΙ ΠΕΙΡΑΙΑ ΤΤ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δρόσο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1295/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-11-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 13-11-2021 και με αριθ. κατ. 978/102/17-11-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 53/26-1-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών-περιουσιακών διαφορών επί της από 4-1-2019 και με αριθ. κατ. 3106/240/3-4-2019 έφεσης του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθ. 1295/13-5-2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία επί της από 20-9-2017 και με αριθ. κατ. 12185/6039/15-11-2017 αγωγής του τελευταίου.

Με την, ως άνω, ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από 20-9-2017 αγωγή ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, ισχυρίσθηκε ότι, ως πτυχιούχος ηλεκτρολόγος-μηχανικός, προσελήφθη από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. στις 1-10-2001 και έκτοτε απασχολήθηκε σ' αυτό με διαδοχικές συμβάσεις ανάθεσης διδακτικού έργου ορισμένου χρόνου, αρχικά ως εργαστηριακός συνεργάτης και στη συνέχεια ως μεταπτυχιακός υπότροφος.

Ότι με την εργασία του κάλυπτε διαρκείς και πάγιες ανάγκες του εναγομένου, η ορισμένη δε διάρκεια των συμβάσεων δεν δικαιολογείτο από το φύση και το είδος της παρεχόμενης εργασίας, αλλά έγινε με σκοπό την καταστρατήγηση των εργασιακών του δικαιωμάτων. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι συνδεόταν με το εναγόμενο με μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική του πρόσληψη, στις 1-10-2001, άλλως από τη θέση σε ισχύ του π.δ. 164/2004 και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με τους ίδιους όρους, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, με την απειλή χρηματικής ποινής ποσού 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης απασχόλησης του.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την, ως άνω, με αριθ. 1295/2018 οριστική απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων άσκησε την, ως άνω, από 4-1-2019 έφεση την οποία το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 53/2021 απόφαση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠλΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης.

Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, το οποίο χωρίς να δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (Ολ.Α.Π 18/2006).

Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 του ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (v. 4558/1920, άρθρο 11 α.v. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ.1 εδ.α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ.3).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.

Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες (που διατυπώθηκαν για πρώτη φορά με τις διατάξεις του ν. 2190/1994) υπάγεται, ενόψει της πιο πάνω διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Επομένως σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920.

Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της οδηγίας αυτής μέχρι τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας μέχρι τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.

Ειδικότερα με τη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζονται τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η προσαρμογή της ημεδαπής έννομης τάξης στην εν λόγω οδηγία έγινε καθυστερημένα με τα π.δ. 81/2003 (για τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα) και 164/2004 (για τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα), η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και στις 19-7-2004 αντίστοιχα.

Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, στο διάταγμα αυτό περιελήφθησαν, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω οδηγία. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. α', 2 εδ. α' και β' και 3 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ.

α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ.

α' και β'). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). Εξάλλου, η, ως άνω, Οδηγία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ως αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (απόφαση ΔΕΕ C-760/2018), ενώ οι, ως άνω, ρυθμίσεις του π.δ. 164/2004, που, σε συμφωνία με τη συνταγματική απαγόρευση αποκλείουν το χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου συνιστούν το προσήκον αντιστάθμισμα που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, κρίθηκαν δε συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23-4-2009 υποθέσεις C-378 έως C-380 Α).

Συνεπώς, αν δεν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του προεδρικού αυτού διατάγματος (ΑΠ 666/2023, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 142/2016).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 144/2019). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648-649 ΑΚ, κρίνοντας εσφαλμένα ότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος και ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το π.δ. 164/2004, που εκδόθηκε προς το σκοπό προσαρμογής στην, ως άνω, Οδηγία υποβαθμίζει το γενικό επίπεδο προστασίας, τα προβλεπόμενα δε σε αυτό μέτρα πρόληψης είναι αναποτελεσματικά.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από παράθεση των εκτιθεμένων στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής πραγματικών περιστατικών και των σχετικών νομικών διατάξεων και σκέψεων, δέχθηκε, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Λαμβάνοντας υπόψη....ότι όλες οι σχετικές συμβάσεις και οι ανανεώσεις τους, που επικαλείται ο ενάγων, καταρτίσθηκαν μετά την ισχύ των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του ισχύοντος Συντάγματος (18-4-2001), οπότε οποιαδήποτε σύμβαση με το Δημόσιο, με Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ΝΠΔΔ και επιχειρήσεις που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον δεν ακολουθήθηκε η από το νόμο οριζόμενη διαδικασία για τη σύναψή τους, αφενός μεν είναι άκυρες, αφετέρου δε, δεν επιτρέπεται η μετατροπή τους από ορισμένου σε αορίστου χρόνου και επομένως η μονιμοποίηση του ενάγοντος με αυτό τον τρόπο και κατ' επέκταση η δικαστική αναγνώριση της ύπαρξης μιας τέτοιας (παράνομης) εργασιακής σχέσης, ενώ δεν υφίστατο πεδίο εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 για τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας του σε ενιαία σύμβαση αόριστης διάρκειας, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, κατά το χρονικό διάστημα από τις 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, έως την έναρξη εφαρμογής του εν λόγω προεδρικού διατάγματος, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο ενάγων δεν είχε συμπληρώσει είκοσι τέσσερις - αλλά 17,3 (1/10/2002-23/2/2003, 1/3-5/7/2003, 22/10/2003-28/2/2004, 1/3-5/7/2004) - μήνες συνολικής απασχόλησης, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων....

Ως εκ τούτου, ανεξαρτήτως του εάν ο ενάγων κάλυπτε πράγματι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ανεξαρτήτως της ομολογίας του τελευταίου περί των πραγματικών αυτών περιστατικών, που ανάγεται στην ουσιαστική βασιμότητά της, η υπό κρίση αγωγή ελέγχεται ως μη νόμιμη...." Ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1, 3 ν. 2112/1920, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, από τις οποίες, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, προκύπτει ότι οι ένδικες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς καταρτίσθηκαν μετά την 18-4-2001, οπότε άρχισε ισχύς των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και συγκεκριμένα η πρώτη από αυτές την 30-10-2001, δεν μπορούν να μετατραπούν σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε να θεωρηθεί ότι συνιστούν μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και αν ο ενάγων-αναιρεσείων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, αφού τούτο προσκρούει στις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις.

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, αφού με αυτές, όπως προεκτέθηκε, δεν επιβάλλεται, σε περίπτωση κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ο χαρακτηρισμός τους ως μιας ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, αν ο εργαζόμενος καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, αλλά τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, ενώ οι προεκτεθείσες ρυθμίσεις του π.δ. 164/2004 συνιστούν το προσήκον αντιστάθμισμα, που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, όπως δε προεκτέθηκε, κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των παραπάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή των δικαστηρίων, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 194/2020).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 8 λόγος αναίρεσης της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 68/2022, 725/2022).

Με το δεύτερο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε απορριπτέα την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, χωρίς να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και συγκεκριμένα χωρίς να λάβει υπόψη τη δήλωση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου ότι αποδέχεται την αγωγή, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο: α) έκρινε εσφαλμένα ότι για τη δήλωση αποδοχής της αγωγής απαιτείτο η παροχή ειδικής προς τούτο εξουσιοδότησης των μελών της Συγκλήτου του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπογράφει τις προτάσεις, η οποία δεν υφίστατο, καθώς και ότι το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο δεν είχε εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, ώστε να δύναται να αποδεχθεί την αγωγή, β) παρέλειψε να λάβει υπόψη τη δήλωση περί αποδοχής της αγωγής ως δικαστική ομολογία των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική αυτής βάση.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά λέξη, τα ακόλουθα σε σχέση με τον, ως άνω, λόγο αναίρεσης: "Αβάσιμος τυγχάνει ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών πλήττει την εκκαλουμένη, διότι παρά τη δήλωση του εναγομένου με τις προτάσεις του καθώς και εκείνη του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο, περί αποδοχής της αγωγής, αυτή απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη. Ειδικότερα, ναι μεν ο ενάγων προσκόμισε μετ' επικλήσεως με τις προτάσεις του, σε απόσπασμα, την υπ' αριθ. 13/21-11-2017 Πράξη της Συγκλήτου του εναγομένου, δηλαδή του αρμοδίου προς τούτο οργάνου του....στην οποία διατυπώνεται σαφώς η βούλησή του περί αποδοχής της ένδικης αγωγής, πλην όμως δεν υφίσταται σχετική εξουσιοδότηση του ανωτέρω οργάνου προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που υπογράφει και το δικόγραφο των προτάσεων, να προβεί σε αυτήν, όπως απαιτείται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 98 εδ. β', 297, 298 και 256 παρ. 1δ' του ΚΠολΔ και ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη.

Σε κάθε περίπτωση το εναγόμενο δεν έχει εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, που αποτελεί προϋπόθεση για να επιφέρει η αποδοχή τα εκ του νόμου αποτελέσματά της, διότι, όπως δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το σύστημα των προσλήψεων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ρυθμίζεται από κανόνες δημόσιας τάξης, ειδικώς δε το ζήτημα της μονιμοποίησης ή μη εργαζομένου σε αυτόν εκφεύγει της εξουσίας διαθέσεως του φορέα που τον απασχολεί, όπως εν προκειμένω, του εναγομένου, διότι υπό διαφορετική ερμηνεία θα καταστρατηγείτο το και συνταγματικά κατοχυρωμένο σύστημα προσλήψεων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα". Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί της αποδοχής της αγωγής εκ μέρους του εναγομένου και τον απέρριψε. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και πρέπει ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το, ως άνω, πρώτο σκέλος αυτού να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά το δεύτερο, ως άνω, σκέλος του ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον η επικαλούμενη ομολογία εκ μέρος του εναγομένου των πραγματικών περιστατικών της αγωγής, καταλαμβάνουσα την ιστορική βάση αυτής δεν έχει έννομες συνέπειες στην προκειμένη περίπτωση αφού η αγωγή απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη και δεν ερευνήθηκε κατ' ουσίαν (ΑΠ 985/2021, ΑΠ 1059/2001).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 "παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου Δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".

Με το ανωτέρω άρθρο κατά το μέρος που θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα Δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίνονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της εν λόγω διάταξης όταν πολιτικό Δικαστήριο, που πληροί τις προϋποθέσεις της ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, δηλαδή είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με την αιτίαση ότι η άρνηση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να προβεί στο χαρακτηρισμό των ενδίκων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με τις οποίες αυτός κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, σε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και η απόρριψη της αγωγής του, με το επιχείρημα ότι η πρώτη από τις συβάσεις ορισμένου χρόνου καταρτίσθηκε μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, συνιστά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, δεδομένου ότι αντίστοιχες αγωγές άλλων συναδέλφων του έγιναν δεκτές με άλλες αποφάσεις πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, ενώ, ειδικότερα, το Μονομελές πρωτοδικείο Πειραιώς δέχθηκε αντίστοιχη αγωγή συναδέλφου του, τα πραγματικά περιστατικά της οποίας συνομολόγησε το αναιρεσίβλητο.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον ο αναιρεσείων, για τη θεμελίωσή του δεν επικαλείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το δικαίωμά του να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια από Δικαστήριο ανεξάρτητο και αμερόληπτο, που λειτουργεί νόμιμα, με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του.

Σύμφωνα δε με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όταν το δικαστήριο, που πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις εφάρμοσε εσφαλμένα, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους, διατάξεις ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου.

Τέτοια δε παραβίαση δεν στοιχειοθετείται ούτε από την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αορίστως, χωρίς προσδιορισμό των αναφερομένων αντίθετων νομολογιακών δεδομένων, παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Τέλος, δεν υφίσταται αμφιβολία για την ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ώστε να ανακύπτει ζήτημα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού υποβαλλόμενου με την αίτηση αναίρεσης αιτήματος του αναιρεσείοντος.

Κατόπιν των παραπάνω, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε, αφού τούτο δεν απαιτείτο για το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που αφορά διαφορά του άρθρου 614 παρ. 3 ΚΠολΔ (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελευταίο άρθρου 495 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-11-2021 και με αριθ. κατ. 978/102/2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 53/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του με αριθ. ... παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ