Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
851/2021 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against land ownership judgment due to insufficient reasoning on legal basis.

Geschäftsnummer 851/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court allowed the appeal filed by the Municipality of Agia against a regional court decision regarding land ownership. The court found the lower court's reasoning insufficient to establish the legal basis for the municipality's claim of ownership over the disputed agricultural plot. Consequently, the decision was annulled in part and remanded for retrial by a different panel of judges.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; A court decision lacking sufficient reasoning to establish the legal basis for a claim of ownership is void and must be annulled and remanded for retrial.

Schlagwörter

KI-generiert
insufficient reasoning legal basis ownership claim annulment of judgment remand for retrial Code of Civil Procedure administrative appeal bisheriger Rechtsstatus

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 276 of Law 3463/2006
Article 281 of Law 3463/2006
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 851 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 851/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ", νομίμου καθολικού διαδόχου του πρώην Δήμου Μελιβοίας που εδρεύει στην Αγιά Ν. Λάρισας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημηνίκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Ι., 2) Ο. Κ. του Ι., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την δεύτερη αναιρεσίβλητη Ολυ Κ.-Τ. ως αυτοπροσώπως ενεργούσα λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και ως πληρεξούσια δικηγόρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Β. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ", ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος από 1-1-2011 Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΛΑΡΙΣΑΣ", δυνάμει του άρθρου 283 παρ. 2 του Ν. 3852/2010 ("Καλλικράτης"), που εδρεύει στην Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Περιφερειάρχη Θεσσαλίας με έδρα τη Λάρισα, οδός Παπαναστασίου & Κουμουνδούρου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανθή Βακράτσα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Ι., κατοίκου … Δήμου …., 2) Ο. Κ. του Ι., συζύγου Α. Τ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την δεύτερη αναιρεσίβλητη Ολυ Κ.-Τ. ως αυτοπροσώπως ενεργούσα λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και ως πληρεξούσια δικηγόρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α και Β αναιρεσείοντες με τις από 22-2-2019 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 Κ.Πολ.Δ.) το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάζει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκείμενη περίπτωση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν: 1) η από 22-2-2019 αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ" και 2) η από 22-2-2019 αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Δήμος Αγιάς", οι οποίες στρέφονται κατά της 20/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν επειδή είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.).

Με τις κρινόμενες από 22-2-2019 αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 20/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 53/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε γίνει δεκτή αρνητική της κυριότητας αγωγή (άρθρ. 1108 ΑΚ) των αναιρεσιβλήτων, στην οποία είχε σωρευθεί και αρνητική αναγνωριστική αγωγή του δικαιώματος κυριότητας των εναγομένων (μεταξύ των οποίων είναι και οι αναιρεσείοντες), στη συνέχεια απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του δεύτερου αναιρεσείοντος, ενώ δέχθηκε την έφεση του πρώτου αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ και αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ως προς το τελευταίο, δέχθηκε ως προς αυτό την προαναφερθείσα αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Οι αιτήσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτές [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], ενώ για το παραδεκτό της συζητήσεώς τους προσκομίζονται, κατ' άρθρο 72 παρ. 1 περ. ιγ' και 176 § 1 περ. θ' του Ν. 3852/2010, οι υπ' αριθμ. 203/2019 και 25/2019 εγκριτικές αποφάσεις των Οικονομικών Επιτροπών των αναιρεσειόντων. Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Α) Επί της από 22-2-2019 αίτησης αναίρεσης του ΝΠΔΔ "Περιφέρεια Θεσσαλίας"

Κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του α ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999 και ισχύει από τη δημοσίευση του τελευταίου αυτού νόμου στην εφημερίδα της Κυβέρνησης, στις 30.7.1999 (άρθρο 28 ίδιου νόμου), "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του ελληνικού δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση, όπου κείται το ακίνητο, και τα όριά του μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συνταγμένου από μηχανικό και τους τίτλους, στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού.

Αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Επίσης, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, μόνον έξι μήνες μετά την επίδοση της ως άνω αιτήσεως μπορούν τα προαναφερόμενα πρόσωπα, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους, στο σύνολο ή κατά ένα μέρος, να ασκήσουν αγωγή.

Η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1539/1938 (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 24 του ν. 2732/1999), η οποία αποσκοπεί στην προστασία των δημοσίων κτημάτων, εφαρμοζόταν και επί οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.δ 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης κλπ", υπό την προϋπόθεση ότι το ακίνητο, κατεχόταν, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής από το Δήμο ή την Κοινότητα.

Η διάταξη, όμως, του άρθρου 1 του ν.δ 31/1968 αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 1416/1984, που όριζε ότι " ως προς τα κτήματα των δήμων και κοινοτήτων εφαρμόζεται η νομοθεσία που ισχύει εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου εκτός από τα άρθρα 8 και 20 του α ν 1539/1938" καθώς και με την ταυτόσημου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 11 του ν. 2307/1995.

Επομένως, δεν απαιτείται πλέον η τήρηση της προαναφερομένης προδικασίας για διεκδικούμενα από Δήμο ή Κοινότητα ακίνητα (ΑΠ 224/2009). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ" αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω μη τήρησης από τους αναιρεσίβλητους της προδικασίας που προβλέπει το άρθρο 8 του α.ν 1539/1938, λαμβανομένου υπόψη ότι τα προνόμια και οι ειδικές προστατευτικές διατάξεις που θεσπίζονται για το Δημόσιο από τους αστικούς εν γένει νόμους και τις ουσιαστικές διατάξεις του Κώδικα Νόμων Δικών Δημοσίου, εφαρμόζονται αναλόγως και για την αναιρεσείουσα Περιφέρεια Θεσσαλίας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η τήρηση της ως άνω προδικασίας δεν απαιτείται στην κρινόμενη περίπτωση, δεδομένου ότι έχει καταργηθεί πλέον για τους Ο.ΤΑ, κατά συνέπεια, δε, και για την αναιρεσείουσα, η οποία είναι Ο.Τ.Α δεύτερου βαθμού.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου.

εφέσεως. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε' ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή ή ο ισχυρισμός κρίθηκε απορριπτέος ως μη νόμιμος. (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 276/2020).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιό δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 1199/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα με επίκληση προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, μερικά των οποίων μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς όμως κάποιο από αυτά να παραλειφθεί για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, που λαμβάνονται υπόψη, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και αποφάσεις Δικαστηρίων και πράξεις Εισαγγελέων ληφθείσες στα πλαίσια άλλων δικών μεταξύ των αυτών διαδίκων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει της με αριθμό …/…..10.1976 δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αγιάς Αλεξάνδρας Σακκά - Καραθανάση, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και με αριθμό … στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς, ο πρώτος ενάγων απέκτησε λόγω δωρεάς εν ζωή από τον πατέρα του Ι. Κ. ένα αγροτεμάχιο κείμενο σύμφωνα με τον τίτλο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητος Σωτηρίτσας του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς, εκτάσεως 2 στρεμμάτων και για την ακρίβεια 2.027 τ.μ., το οποίο αποτελούσε τμήμα διαιρετό μείζονος ιδιοκτησίας αγροτεμαχίου του, οριζόμενο γύρωθεν, ανατολικώς με λοιπή έκταση του ιδίου του δωρητή, βορείως με δρόμο, δυτικώς με αγρό Ι.

Κ. και λοιπή έκταση δωρητή και νοτίως με ιδιοκτησία Ο. Κ. Όμορο αυτού ακίνητο απέκτησε την ίδια ημέρα δυνάμει του με αριθμό …/…..10.1976 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αγιάς Αλεξάνδρας Σακκά- Καραθανάση, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και με αριθμό … στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς, η δεύτερη ενάγουσα και αδερφή του πρώτου ενάγοντος, λόγω δωρεάς εν ζωή από τον πατέρα της Ι.

Κ., ήτοι απέκτησε ένα αγροτεμάχιο κείμενο σύμφωνα με τον τίτλο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητος Σωτηρίτσας του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς, εκτάσεως 2 στρεμμάτων, το οποίο αποτελούσε τμήμα διαιρετό μείζονος ιδιοκτησίας αγροτεμαχίου του, οριζόμενο γύρωθεν, ανατολικώς με λοιπή έκταση του ιδίου" του δωρητή, βορείως με ιδία έκταση του δωρητή, δυτικώς με αγρούς Γ.

Τ., Δ. Κ. και Ι. Κ. και νοτίως με αγρό Γ. Τ.. Και τα δύο αγροτεμάχια αυτά ήταν τμήματα ενός αρχικού αγροτεμαχίου, εκτάσεως 8.072 τ.μ. ευρισκόμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., το οποίο αποτυπώνεται στο από 20.2.1987 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Π. με τα στοιχεία 15-Β-9-Τ1-8-ΣΤ2-18-17- 3-4-Τ3-10-11-16-14-13-12-Τ2-Δ-15, το οποίο κατείχε και νεμόταν διανοία κυρίου ο πατέρας των εναγόντων και το οποίο απέκτησε αυτός ως εξής: 1) έκταση 1.600 τ.μ.

από αγορά από τις Ε. Ζ., Μ. Ζ. χήρα Π. και Α. Π. του Ι. και Μ. δυνάμει του με αριθμό …/….2.1968 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Λάρισας Κωνσταντίνου Μπακούλα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς, στον τόμο …. και με αριθμό …, 2) έκταση 2.516 τ.μ. από αγορά από την Ε.

Ζ., δυνάμει των με αριθμούς …/….2.1968 και …/….3.1968 πωλητηρίων συμβολαίων του τότε συμβολαιογράφου Λάρισας Κωνσταντίνου Μπακούλα, τα οποία μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς στον τόμο … με αριθμούς .. και …. αντίστοιχα, 3)έκταση 2.830 τ.μ. από αγορά από την Κοινότητα Σωτηρίτσας δυνάμει των με αριθμούς …/….9.1982 και …/….4.1983 συμβολαίων του Συμβολαιογράφου Αγιάς Παρμενίωνα Κουτσογιώργου, τα οποία μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς στους τόμους … και ….

αντίστοιχα και με αριθμούς … και …. αντίστοιχα και 4) έκταση 1.126τ.μ. από χρησικτησία, αφού ασκούσε επ' αυτών διανοία κυρίου όλες τις προσδιρζουσες στη φύση του πράξεις νομής από το έτος 1968. Ο ως άνω δικαιοπάροχος των εναγόντων δυνάμει του με αριθμό …/….5.1983 προσυμφώνου συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Λάρισας Βασιλείου Γιαννακόπουλου υποσχέθηκε να πωλήσει με οριστικό συμβόλαιο και τους εκεί αναφερόμενος όρους και συμφωνίες προς τη δεύτερη ενάγουσα διαιρετό τμήμα του όλου αγροτεμαχίου εκτάσεως 2.045 τ.μ.

το οποίο είναι όμορο με το προαναφερθέν τμήμα που της δωρήθηκε των 2.000 τμ, και βρίσκεται στο προς το νότο τμήμα του όλου αγρού οριζόμενο εν συνόλω γύρωθεν μετά του δωρηθέντος ήδη αυτή τμήματος ανατολικώς και επί πλευράς μήκους μέτρων 82 περίπου με επαρχιακή- παραλιακή οδό …, βορείως με έτερο τμήμα του ιδίου αγρού του ως άνω πωλητού, το οποίο προσυμφώνησε να πουλήσει την ίδια ημέρα στον πρώτο ενάγοντα όμορο του ήδη δωρηθέντος σε αυτόν τμήματος, δυτικώς με αγρό Ι.

Κ., με αγρό Κ. Κ. και με αγρό Γ. Τ. καιπρος νότο με αγρό Γ. Τ.. Επίσης δυνάμει του με αριθμό …/….5.983 προσυμφώνου συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Λάρισας Βασιλείου Γιαννακόπουλου υποσχέθηκε να πωλήσει με οριστικό συμβόλαιο και τους εκεί αναφερόμενος όρους και συμφωνίες προς τον πρώτο ενάγοντα έτερο διαιρετό τμήμα του όλου αγροτεμαχίου εκτάσεως 2.000 τ.μ.

το οποίο είναι όμορο με το προαναφερθέν τμήμα που του δωρήθηκε των 2.000 τμ περίπου και βρίσκεται στο προς το βόρειο τμήμα του όλου αγρού, στο οποίο περιλαμβάνεται και μία διώροφη κατεστραμμένη οικοδομή, οριζόμενο εν συνόλω γύρωθεν μετά του δωρηθέντος ήδη σε αυτόν τμήματος αγρού ανατολικώς και επί πλευράς μήκους μέτρων 51 περίπου με επαρχιακή- παραλιακή οδό …, δυτικώς με κοινοτική έκταση, βορείως με αγροτικό δρόμο και εκείθεν τούτου με κοινοτική έκταση και ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.

Ζ. και νοτίως με τμήμα ιδίου αγρού δωρηθέν και προσυμφωνηθέν να πωληθεί στη δεύτερη ενάγουσα αδερφή του. Ακολούθως οι ενάγοντες δυνάμει του με αριθμό …/….12.1994 συμβολαίου αγοραπωλησίας με αυτοσύμβαση, σε εκτέλεση των προαναφερθέντων προσυμφώνων της συμβολαιογράφου Λάρισας Ελένης Ρομοσιού, πώλησαν και παρέδωσαν στους εαυτούς τους κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή των ανωτέρω τμημάτων του ακινήτου, και συγκεκριμένα η Ο.

Κ. απέκτησε το τμήμα των 2.045 τ.μ. και ο Α. Κ. απέκτησε το τμήμα των 2.000 τ.μ. μετά της επ' αυτού διωρόφου οικοδομής. Το όλο αγροτεμάχιο αλλά και τα επιμέρους τμήματά του που έλαβε ο κάθε ενάγων αποτυπώνονται με ακρίβεια κατά θέση έκταση και όρια στο συνημμένο στο ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο τοπογραφικό διάγραμμα του Κ.

Π. διπλ. Αρχιτέκτονος μηχανικού. Στο συμβολαιογραφικό αυτό έγγραφο γίνεται μνεία ότι τμήμα του όλου αγροτεμαχίου καταλήφθηκε από την οδό ..., όπως αυτό το τμήμα περιγράφεται στο με αριθμό …./….8.1988 έγγραφο του τμήματος Πολεοδομίας της Νομαρχίας Λάρισας, το οποίο έχει συνταχθεί και θεωρηθεί από την Δ.Τ.Υ.Μ Λάρισας και θα συνυπολογισθεί στις υποχρεώσεις της ιδιοκτησίας των εναγόντων, όπως αυτές ορίζονται από τις διατάξεις του Ν. 1337/1983 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 9 του Ν. 2577/1985, με την προϋπόθεση ότι στην περιοχή θα συνταχθεί και θα εγκριθεί ρυμοτομική μελέτη.

Το συμβόλαιο αυτό μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς. Με βάση δηλαδή τα ως άνω συμβολαιογραφικά έγγραφα, ο πρώτος ενάγων απέκτησε ένα αγροτεμάχιο συνολικού εμβαδού 4.027 μ2, όπως το τμήμα αυτό εμφανίζεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του Κ.

Π. διπλ. Αρχιτέκτονος μηχανικού με -ημερομηνία 20.2.1987, που συνοδεύει το με αριθμό …/1994 συμβόλαιο και περικλείεται με τα στοιχεία Α-Β-9-8-18-17-3-4-Α και η δεύτερη ενάγουσα απέκτησε ένα αγροτεμάχιο συνολικού εμβαδού 4:045 τ.μ. όπως το τμήμα αυτό εμφανίζεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και περικλείεται με τα στοιχεία Α- Β-15-12- 14-16-11-10-Α.

Και τα δύο αυτά τμήματα αποτυπώνονται με το ίδιο εμβαδόν, θέση έκταση και όρια αν και με άλλα στοιχεία στο συνημμένο στην κρινόμενη αγωγή από Ιούνιος 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Κ., και ειδικότερα: Α) το αγροτεμάχιο του πρώτου ενάγοντος Α. Κ. αποτυπώνεται και περικλείεται με τα στοιχεία Α- Β-Γ-Π-Δ-Ε-Ε1-Ε2-Η- Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Α και συνορεύει βορειοδυτικά κατά τις πλευρές Α-Β μήκους 37,98 μ." Β-Γ μήκους 2,66 μ.

Γ-Π μήκους 13,16 μ και Π-Δ μήκους 26,44 μ. με υφιστάμενη οδό, νότια κατά τις πλευρές Θ-Η μήκους 19,50 μ, Η-Ε2 μήκους 19,61 μ. Ε2-Ε1 μήκους 12,30 μ. και ΕΙ - Ε μήκους 10.00 μ. με ιδιοκτησία δεύτερης ενάγουσας και κατά τις πλευρές Μ-Λ μήκους 28,60 μ. Λ-Κ μήκους 4,85 μ., ανατολικά κατά την πλευρά Δ-Ε μήκους 47,50 με παλαιά παραλιακή οδό και δυτικά κατά την πλευρά Α-Μ μήκους 30,25 μ.

με υφιστάμενη οδό και κατά τις πλευρές Κ-Ι μήκους 1,81 μ. και Ι-Θ μήκους 2,50 μ. με ιδιοκτησία I. Κ.. Β) Το αγροτεμάχιο της δεύτερης ενάγουσας Ο. Κ. αποτυπώνεται και περικλείεται με τα στοιχεία Ε-Ρ- Ρ1-Ρ2-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Θ-Η-Ε1-Ε2-Ε και συνορεύει βορειοδυτικά κατά τις πλευράς Θ-Η μήκους 19,50 μ, H-E2 μήκους 19,61 μ., Ε2-Ε1 μηκούς 12,30 μ.

και Ε1-Ε2 μήκους 10 μ. με ιδιοκτησία Α. Κ. (πρώτου ενάγοντος) νοτιοανατολικά κατά τις πλευρές Τ-Σ μήκους 9,23 μ" Ζ-Ρ2 μήκους 12,98 μ, Ρ2-Ρ1 μήκους 12,07 μ. και Ρ1-Ρ2 μήκους 3,27 μ. εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην Γ. Τ. και νυν Ι. Τ. και εν μέρει με υφιστάμενο παραλιακά δρόμο, ανατολικά κατά την πλευρά Ε-Ρ μήκους 79,77 με παλαιά παραλιακή οδό και νοτιοδυτικά κατά τις πλευρές Τ-Υ μήκους 45,03 .

Υ-Φ μήκους 7,75 μ. Φ-Χ μήκους 6,25 μ. Χ-Ψ μήκους 19,62 μ. και Ψ-Θ μήκους 8,29 μ. εν μέρει με ιδιοκτησία I. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην Γ. Τ. και ήδη διαφόρων αγνώστων ιδιοκτητών. Στους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων τα ως άνω ακίνητα περιήλθαν ως εξής: α) Στη Μ. χήρα Ι. Π. και Α. σύζυγο Κ. Σ. σε ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία από κληρονομιά της αποβιωσάσης στις 28.12.1966 Α.

χήρας Κ. Ζ., το γένος Π., δυνάμει της από 4.6.1953 ιδιόγραφης διαθήκης της, η οποία δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Λάρισας και κηρύχθηκε κυρία με την με αριθμό 59/1967 απόφασή του και την οποία αποδέχθηκαν oι ως άνω με την με αριθμό …./1967 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανού Κωστόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς στον τόμο … και με αριθμό … σε συνδυασμό με την με αριθμό …/1967 πράξη διορθώσεως της ως άνω δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ιδίου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία στον τόμο … και με αριθμό …..

Στην ως άνω αποβιώσασα Α. χήρα Κ. Ζ. τα ως άνω 2/16 εξ αδιαιρέτου είχαν περιέλθει αιτία αγοράς δυνάμει του με αριθμό …/1911 συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Τσόκα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς στον τόμο … και με αριθμό …. Β) Τα υπόλοιπα 14/16 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού είχαν περιέλθει στην Μ.

χήρα Π. σε ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου αιτία αγοράς δυνάμει του με αριθμό …/1910 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βόλου Κ. Καραμανώλη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και με αριθμό …. Το υπόλοιπο ποσοστό των 10/16 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στην ως άνω Μ. χήρα Π. από κληρονομιά εξ αδιαθέτου της αδερφής της Ε.

Κ. Ζ., που απεβίωσε αδιάθετη στις 9. 9.1978, την οποία αποδέχθηκε δυνάμει της με αριθμό …/1979 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Λάρισας Β. Νάνου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών στον τόμο … και με αριθμό …. Στην παραπάνω αποβιώσασα Ε. Κ. Ζ. τα πιο πάνω 10/16 εξ αδιαιρέτου είχαν περιέλθει ως ακολούθως:

α) κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του Κ. Ζ., που απεβίωσε στις 7.1.1943, δυνάμει της από 8.5.1941 ιδιόγραφης διαθήκης του που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία από το Πρωτοδικείο Λάρισας με την με αριθμό 49/1953 απόφασή του, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε με την ανάμειξή της σε αυτή (ισχύον νομικό καθεστώς προς του ΑΚ), β) κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου από αγορά με το με αριθμό …./1910 συμβόλαιο του τέως συμβολαιογράφου Βόλου Κ.

Καραμανώλη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς στον τόμο … και με αριθμό … και γ) κατά ποσοστό 2/16 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της πιο πάνω αποβιωσάσης μητέρας της Α. χήρας Κ. Ζ. δυνάμει της από 4.6.1953 ιδιόγραφης διαθήκης τους που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία κατά τα παραπάνω.

Την κληρονομιά της Α. χήρας Κ. Ζ. αποδέχθηκε η Ε. Κ. Ζ. με την με αριθμό …/1967 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιoγράφoυ Λάρισας Χ.Θεμελή που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς στον τόμο … και με αριθμό …. Η Μ. χήρα Ι. Π., από το ποσοστό των 15/16 εξ αδιαιρέτου που της ανήκε στο παραπάνω ακίνητο, ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου δώρισε με δωρεά εν ζωή προς το Ελληνικό Δημόσιο με την με αριθμό …/…..5.1979 μονομερή δήλωση σύστασης δωρεάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Ιατρού- Νίκα, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο …. και με αριθμό …. των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς, την οποία αποδέχθηκε το Ελληνικό Δημόσιο με την με αριθμό …/…/….8.1979 πράξη αποδοχής δωρεάς του Υφυπουργού Οικονομικών που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς στον τόμο ….

και με αριθμό …. Στη συνέχεια, με τη με αριθμό …/….2.1985 πράξη τροποποιήσεως - συμπληρώσεως μονομερούς δηλώσεως συστάσεως δωρεάς ποσοστό εξ αδιαιρέτου ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Γρηγοροπούλου- Γιαννοπούλου που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς στον τόμο … και με αριθμό …, η Μ.

χήρα I. Π. εκ των διανεμηθησομένων μελλοντικώς και σε εκτέλεση οριστικώς τμημάτων μετά του Ελληνικού Δημοσίου εξαίρεσε σε εκτέλεση σχετικού όρου της δωρεάς της δωρούμενης εκτάσεως προς το Ελληνικό Δημόσιο μεταξύ άλλων και το με αριθμό 756 τεμάχιο, ώστε αυτά να τυγχάνουν εφεξής της αποκλειστικής αυτής κυριότητας νομής και κατοχής και της άλλης συγκυρίας Α.

συζ. Κ. Σ.. Με τη με αριθμό …/….5.1985 πράξη συμπληρώσεως της με αριθμό …/1985 πράξης της ιδίας. _ συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Γρηγορόπουλου- Γιαννοπούλου που μεταγράφηκε στον τόμο …. και με αριθμό … του προαναφερθέντος Υποθηκοφυλακείου και με τη με αριθμό …/….11.1985 πράξη που είναι διευκρινιστική των προαναφερομένων με αριθμούς … και …/1985 συμβολαίων και της με αριθμό …/1979 πράξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ιατρού- Νίκα, τροποποιεί και συμπληρώνει αυτές, με σκοπό όπως τα εξαιρούμενα στις ως άνω πράξεις αγροτεμάχια, τα οποία περιέχονται σε αυτή, να υπολογισθούν στα περιελευσόμενα σε αυτή κατά την οριστική διανομή με το Ελληνικό Δημόσιο.

Με την με αριθμό Γ 779/1486/25.7.1985 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 56/19.8.1985 και με τη με αριθμό Π- 5206/1867/22.9.1986 διευκρινιστική απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών (τ. 185 και 82) και με το με αριθμό πρωτ. Κ- 5636/2138/6.9.1985 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών προς το Υποθηκοφυλακείο Αγιάς (τ. … και αρ.

…) το Ελληνικό Δημόσιο αποδέχθηκε όλες τις παραπάνω μονομερείς δηλώσεις της Μ. Π. έτσι ώστε η ίδια η Μ. Π. και Α. Σ. να είναι η πρώτη κατά τα 15/16 και η δεύτερη κατά το 1/16 από την ημερομηνία μεταγραφής, ήτοι τις 5.11.1986, συγκύριες, συννομείς και συγκάτοχοι των εξαιρούμενων τεμαχίων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται τα πωληθέντα στον δικαιοπάροχο των εναγόντων τεμάχια.

Τελικά, όλοι οι συγκύριοι του συνολικού δασοαγροκτήματος με το με αριθμό .../1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Γρηγοροπούλου- Γιαννοπούλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο …. και με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς διένειμαν την όλη έκταση και το Ελληνικό Δημόσιο εξήλθε της κοινωνίας.

λαμβάνοντας την έκταση που αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό, ενώ οι αντισυμβαλλόμενές του Α. Σ. και Μ. Π. έλαβαν την υπόλοιπη έκταση, μεταξύ των οποίων και το επίδικο με αριθμό ….. τεμάχιο. Στη δε κοινότητα Σωτηρίτσας το τμήμα του αγροτεμαχίου περιήλθε μετά από απαλλοτρίωση του Υπουργείου Γεωργίας και σύσταση Επιτροπής Απαλλοτριώσεως του Νομού Λάρισας, το οποίο δυνάμει της με αριθμό …/...9.1923 απόφασής του, το απαλλοτρίωσε προκειμένου να αποκαταστήσει τους ακτήμονες κατοίκους της τότε Κοινότητας Κάπιστας, στη συνέχεια μετονομασθείσης ως Κοινότητας Σωτηρίτσας.

Το επίδικο τμήμα έλαβε αριθμό διανομής …. και περιήλθε αρχικά στον ΣΑΚ (Συνεταιρισμό Ακτημόνων Καλλιεργητών) και μετά τη διάλυση αυτού στην Κοινότητα Σωτηρίτσας από το Ελληνικό Δημόσιο με την με αριθμό 27208/1959 απόφαση του Νομάρχη Λάρισας που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 261/1959 ΦΕΚ (τ.β) και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς.

Δηλαδή, οι ενάγοντες απέκτησαν τα προαναφερόμενα ακίνητά τους από αληθινούς κυρίους αποκτήσαντες αυτά με πρωτότυπο τρόπο όπως ανωτέρω περιγράφηκε, ήτοι με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο στους απώτερους δικαιοπαρόχους τους, ένα δε μικρό τμήμα των πρώτων από τα προαναφερθέντα ακίνητα έκτασης 1.126 τ.μ.

από χρησικτησία, αφού από την ημερομηνία κτήσης τους ο δικαιοπάροχος πατέρας τους ασκούσε όλες τις προσδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής διανοία κυρίου τις οποίες συνέχισαν οι ίδιοι, με αποτέλεσμα- μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής να καταστούν, κύριοι αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας λόγω της υπερεικοσαετούς νομής τους διανοία κυρίου, χωρίς να ενοχληθούν από οποιονδήποτε τρίτο.

Το έτος 1988 αποφασίσθηκε από την τότε Νομαρχία Λάρισας με απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου η ασφαλτόστρωση του συνδετήριου δρόμου από ράμπας Αγιοκάμπου μέχρι της περιοχής του συνεταιρισμού Βελίκας. Λόγω του ότι ο τότε παρακαμπτήριος δρόμος καταστρεφόταν κάθε χρόνο από το χειμέριο κύμα της θάλασσας και οι δαπάνες για την συντήρησή του ήταν πολύ μεγάλες αποφασίσθηκε να κατασκευασθεί νέος δρόμος, ήτοι να μεταφερθεί ο παλιός και να κατασκευασθεί στο όριο της κοινοτικής έκτασης από την οικία του Ι.

Κ.υ και μέχρι του χειμάρρου …, ώστε να γίνει ευθυγραμμισμένος χωρίς στροφές (βλ. την με αριθμό 12/1988 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου). Όπως αποδείχθηκε, εν τέλει προκειμένου να είναι ασφαλέστερος ο δρόμος και να μην επηρεάζεται από το χειμέριο κύμα, διήλθε μέσα από τις ιδιοκτησίες των εναγόντων, κατά την έκταση που περιγράφεται στην αγωγή, ήτοι στο ακίνητο των 4.027 τ.μ.

του πρώτου ενάγοντος η οδός κατέλαβε το υπό στοιχεία Γ-Π- Δ1-Ε1-Ε2-Δ2-Γ τμήμα εμβαδού 717,55 τ.μ., το οποίο συνορεύει βορειοδυτικά κατά την πλευρά Γ-Π μήκους 13,16 μ. με ιδιοκτησία Αθανασίου και Ο. Κ. που επέχει χρήση ιδιωτικής οδού, νοτιοδυτικά κατά την πλευρά Ε1-Ε2 μήκους 12,39 με ιδιοκτησία Ο. Κ. που επέχει χρήση ιδιωτικού δρόμου, ανατολικά κατά τις πλευράς Π-Δ1 μήκους 24,52 μ.

και Δ1- Ε1 μήκους 28 μ. με τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος και τέλος δυτικά κατά τις πλευρές Γ-Δ2 μήκους 29,98 μ. και Δ2-Ε2 μήκους 23,50 μ. που είναι καμπύλες γραμμές με τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος. Στο ακίνητο των 4.045 τ.μ. της δεύτερης ενάγουσας η οδός κατέλαβε το με στοιχεία Ε1-Ρ1-Ρ2-Ε2-Ε1 τμήμα, εμβαδού 849,70 τ.μ., το οποίο συνορεύει βορειοδυτικά κατά την πλευρά Ε10Ε2 μήκους 12,39 μ.

με ιδιοκτησία Α. Κ. που επέχει χρήση ιδιωτικού δρόμου, νοτιοδυτικά κατά την πλευρά Ρ2-Ρ1 μήκους 12,07 μέτρων με υπόλοιπο τμήμα της ως άνω οδού, ανατολικά κατά την καμπύλη πλευρά Ε1-Ρ1 μήκους 107,60 μ. με τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας μου και δυτικά κατά την καμπύλη πλευρά Ε2-Π2 μήκους 104 μ. με υπόλοιπο τμήμα ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας.

Για το ότι ο δρόμος αυτός χαράχθηκε εν μέρει εντός της ιδιοκτησίας των εναγόντων και όχι εντός δημοτικής ή κοινοτικής έκτασης, όπως ισχυρίζεται το τρίτο εναγόμενο, προκύπτει σαφώς από την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και των συμβολαιογραφικών εγγράφων των εναγόντων, αλλά ιδίως από την εκτίμηση αεροφωτογραφίας της περιοχής (σχετικό με αριθμό …), στην οποία απεικονίζεται και ο δρόμος αυτός αλλά και ο παλαιός παραλιακός δρόμος, οι οποίοι περικλείουν το τρίτο ακίνητο της συγκυριότητας των εναγόντων και από το με αρ.πρωτ.

…/….8.1988 έγγραφο της τότε Νομαρχίας Λάρισας, τμήμα Πολεοδομίας, με το οποίο γνωστοποιήθηκε στους ενάγοντες ότι η επιφάνεια που περιλαμβάνεται στο εύρος καταλήψεως τμήματος της οδό ... όπως αυτή αποτυπώνεται και σημειώνεται με κόκκινη διαγράμμιση στο συνημμένο στο έγγραφο αυτό τοπογραφικό διάγραμμα (το οποίο έχει συνταχθεί και θεωρηθεί από την Δ.Τ.ΥΝ.

Λάρισας) θα συνυπολογισθεί στις υποχρεώσεις της ιδιοκτησίας τους όπως αυτές ορίζονται από τις διατάξεις του Ν. 1337/1983 με την προϋπόθεση ότι στην περιοχή θα συνταχθεί και θα εγκριθεί ρυμοτομική μελέτη. Εάν επρόκειτο για κοινοτική έκταση ή για δημοτική οδό, δεν θα απευθυνόταν όμοιο έγγραφο στους ενάγοντες.

Η έκταση αυτή ταυτίζεται με τα περιγραφόμενα από τους ενάγοντες τμήματα των ακινήτων τους τα οποία κατέλαβε η προαναφερθείσα οδός. Το ίδιο άλλωστε αποδεικνύεται και από το με αρ. πρωτ. …/….8.1988 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του τμήματος εκτέλεσης έργων, το οποίο απευθύνθηκε στον δικαιοπάροχο των εναγόντων σύμφωνα, με το οποίο του γνωστοποιήθηκε ότι έχει κηρυχθεί αναγκαστική απαλλοτρίωση για το τμήμα του οικοπέδου που απαιτείται για την ολοκλήρωση της βελτίωσης του δρόμου Αγιοκάμπου - Σωτηρίτσας - Βελίκας, με το οποίο η υπηρεσία τον παρακαλούσε να δηλώσει εάν παραχωρεί σε κοινή χρήση το εν λόγω τμήμα χωρίς να παραιτείται των νομίμων δικαιωμάτων του.

Το έργο της κατασκευής και ασφαλτόστρωσης του δρόμου ολοκληρώθηκε εμπρόθεσμα στις 30.6.1989 με τελική δαπάνη εργασιών 164.500.000 δραχμών και παραλήφθηκε τότε από την αρμόδια επιτροπή παραλαβής. Ωστόσο, παρά την πάροδο τόσων ετών, μέχρι και σήμερα δεν έχει συνταχθεί και εγκριθεί ρυμοτομική μελέτη στην περιοχή, ούτε έχουν απαλλοτριωθεί νομίμως τα επίδικα και, συνεπώς, τα εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων δεν έχουν με οποιονδήποτε τρόπο αποσβεστεί ή μεταβιβαστεί.

Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο δρόμος αυτός παραχωρήθηκε για διαρκή, άμεση και γενική χρήση από τους ενάγοντες με την βούλησή τους να καταστεί κοινόχρηστος, όπως ισχυρίζονται το δεύτερο και το τρίτο εναγόμενο, ούτε ότι οι ενάγοντες αδιαφόρησαν για πολλά έτη για τα ακίνητά τους με αποτέλεσμα να καθίσταται καταχρηστική η άσκηση της κρινόμενης αγωγής εκ μέρους τους.

Αντιθέτως, όπως αποδείχθηκε, τόσο οι ενάγοντες όσο και άλλοι ιδιοκτήτες θιγόμενοι από την δίοδο του δρόμου αυτού εντός των ιδιοκτησιών τους, στράφηκαν εναντίον της τότε Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, ζητώντας εξηγήσεις για την αλλαγή της χάραξης του δρόμου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, με την από 23.12.1988 εξώδικη δήλωσή τους ενώ όταν τον Μάιο και Ιούνιο του έτους 1995 η τότε Κοινότητα Σωτηρίτσας σε συνεργασία με την ΤΥΔΚ Ν.

Λάρισας εγκατέστησαν πυλώνες ηλεκτροφωτισμού με τα ιστία και τις βάσεις τους δίπλα στη δυτική πλευρά Π-Δ1-Ε1 του επιδίκου τμήματος των 865,45 τ.μ. του πρώτου ενάγοντος και δύο πυλώνες δίπλα στην δυτική καμπύλη πλευρά Ε1-Ρ1 του επιδίκου τμήματος των 520,30 τ.μ. της δεύτερης ενάγουσας και ομοίως τρεις πυλώνες στη δυτική πλευρά της ιδιοκτησίας των 6.470 τ.μ.

και των δύο εναγόντων αμέσως οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν γραπτώς με την από 15.5.1999 εξώδικη δήλωση διαμαρτυρία τους προς το τρίτο εναγόμενο. Ομοίως και αναφορικά με τα ακίνητα υπό στοιχεία δ και ε, όταν η τότε Κοινότητα Σωτηρίτσας μετακίνησε με χωματουργικό μηχάνημα τεράστιες ποσότητες άμμου από την ανατολική πλευρά των ακινήτων των εναγόντων και τις εναπόθεσε πάνω στον παλιό παραλιακό δρόμο ... - …, ο οποίος εφάπτονταν των κτημάτων τους, εξαφανίζοντάς τον και καθιστώντας αυτόν ένα με την παραλία, στερώντας τους το δικαίωμα να κινούνται με οχήματα στον δρόμο αυτό, οι ενάγοντες /και άλλοι διάδικοι άσκησαν και ασφαλιστικά μέτρα εναντίον της στο Ειρηνοδικείο Αγιάς με αίτημα την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης/με την μετατόπιση της άμμου και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση επί της οποίας εξεδόθη η με αριθμό 33/1990 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγιάς, με την οποία, αφού αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα της ελεύθερης και ανεμπόδιστης χρήσης του κοινόχρηστου τμήματος της παραλιακής αυτής οδού που δεν είχε ασφαλτοστρωθεί, διέταξε την Κοινότητα Σωτηρίτσας να επαναφέρει τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση και να απομακρύνει την όλη ποσότητα της άμμου από το εκεί περιγραφόμενο τμήμα, της παλαιάς παραλιακής οδού.

Ακόμη, η δεύτερη ενάγουσα και λοιποί διάδικοι κατέθεσαν και την από 3.10.1995 αναφορά τους προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας σύμφωνα με την οποία εν έτη 1995 η τότε Κοινότητα Σωτηρίτσας επιθυμώντας να κατασκευάσει πεζοδρόμιο στην παραλιακή οδό κατέλαβε αυθαίρετα τμήματα των ως άνω ακινήτων της δεύτερης ενάγουσας, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, την οποία κοινοποίησαν και στην Κοινότητα Σωτηρίτσας και στη Νομαρχία Λάρισας, καλώντας αυτές να απέχουν από την παράνομη είσοδο και κατάληψη των ιδιοκτησιών τους.

Ακόμη, οι ενάγοντες αντέδρασαν άμεσα και σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα όταν η Κοινότητα Σωτηρίτσας προσπάθησε να εγκαταστήσει μόνιμες τσιμεντένιες βάσεις τοποθέτησης κάδων σκουπιδιών εντός της ιδιοκτησίας τους σε μεταγενέστερο χρόνο.

Συνεπώς, εφόσον ο δρόμος που διέρχεται εντός της ιδιοκτησίας των εναγόντων ποτέ δεν παραχωρήθηκε από αυτούς για διαρκή, άμεση και γενική χρήση, η ένσταση του γενικού δόλου, με βάση το άρθρο 281 ΑΚ, η οποία προβλήθηκε από το τρίτο εναγόμενο (ΝΠΔΔ Δήμο Αγιάς) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και από το δεύτερο εναγόμενο (ΝΠΔΔ Περιφέρεια Θεσσαλίας) με λόγο έφεσης, το πρώτον, στο παρόν δικαστήριο, για να επιτευχθεί με τον τρόπο αυτό ο χαρακτηρισμός του δρόμου αυτού ως κοινοχρήστου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Εξάλλου, ούτε από κάποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι δημιουργήθηκε στο τρίτο εναγόμενο ή σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο η πεποίθηση ότι οι ενάγοντες δεν θα ασκούσαν τα εμπράγματα δικαιώματά τους από τα επίδικα τμήματα των ακινήτων τους, τόσο αυτά που καταλαμβάνει ο δρόμος όσο και αυτά που εφάπτονται της παραλίας, ανατρέποντας έτσι το διαρκή σκοπό τους για την εξυπηρέτηση όλων των ιδιοκτησιών.

Ειδικά, δε, ως προς το τρίτο ακίνητο της συγκυριότητας και των δύο εναγόντων, ως προς το οποίο η κρινόμενη αγωγή απορρίφθηκε κατά τα προαναφερόμενα λόγω της αοριστίας της, αποδείχθηκε ότι το τρίτο εναγόμενο αναγνωρίζοντας τα δικαιώματά τους επ' αυτού τους πρότεινε με το με αρ. πρωτ. …/….2.2008 έγγραφο του την ανταλλαγή όλης της έκτασης αυτής των 6.710 τ.μ.

με τρεις άλλες δημοτικές εκτάσεις, αναλυτικώς περιγραφόμενες, αλλά η διαδικασία αυτή δεν ολοκληρώθηκε διότι επί των τριών άλλων δημοτικών εκτάσεων που προτάθηκαν προς ανταλλαγή υφίσταντο δικαστικές διενέξεις μεταξύ του Δήμου και τρίτων προσώπων για την κυριότητα.

Συνεπώς, εν όψει του ότι μέχρι και σήμερα η περιοχή δεν εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως, ώστε να συνυπολογισθούν οι ιδιοκτησίες αυτές στην υποχρέωση συνεισφοράς των εναγόντων, δεν κινήθηκε καμία νόμιμη διαδικασία απαλλοτρίωσης τμημάτων των ακινήτων τους, είτε για την κατασκευή δρόμου, είτε παραλίας, είτε για την κατασκευή πεζοδρομίου και δεν ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες ανταλλαγής των εκτάσεών τους με άλλες δημοτικές εκτάσεις, ώστε το τρίτο εναγόμενο να καταστεί με νόμιμο τρόπο κύριο των επιδίκων τμημάτων, αντιθέτως έχει δημιουργηθεί εντός της ιδιοκτησίας τους ο προαναφερθείς παραλιακός δρόμος και παραλιακή ζώνη εις βάρος αυτής, δεν παρίσταται καταχρηστική η άσκηση της κρινόμενης αγωγής και πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης που υποβλήθηκε εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου, το πρώτον, στο παρόν δικαστήριο με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του, καθώς και υπό του τρίτου εναγομένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και που την επαναφέρει με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς του.

Όλες οι ως άνω ενέργειες των οργάνων του τρίτου εναγόμενου ήτοι της τότε Κοινότητας … και νυν Δήμου Αγιάς, συνιστούν διαταρακτικές της κυριότητας των εναγόντων ενέργειες επί των επιδίκων ακινήτων, οι οποίες γίνονται παρανόμως και χωρίς τη θέληση των εναγόντων, με προφανή σκοπό να θεμελιώσουν ανύπαρκτα δικαιώματα νομής και κατοχής και εμποδίζουν τους ενάγοντες στην ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση του ως άνω επιδίκων εδαφικών εκτάσεων.

Σημειώνεται ότι σε πολλά έγγραφα μέχρι και σήμερα το δεύτερο και τρίτο εναγόμενο αναφέρουν τις επίδικες εκτάσεις ως Κοινοτικές (βλ. το με αρ. πρωτ. …/….4.2002 και με αρ. πρωτ. …/…..7.2008 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Περιφέρειας Λάρισας), με αποτέλεσμα να αμφισβητούν και την κυριότητα των εναγόντων επ' αυτών.

Εκτός αυτού, το τρίτο εναγόμενο συνομολογεί τις διαταρακτικές αυτές ενέργειες, ως προς τα επίδικα τμήματα, ισχυριζόμενο με τις έγγραφες προτάσεις του ότι τα επίδικα τμήματα α, και β αποτελούν κοινοτική έκταση, ήτοι έκταση ανήκουσα στην ιδιωτική του περιουσία, ενώ τα υπό στοιχεία δ και ε τμήματα αποτελούν παραλιακή έκταση και, συνεπώς, ισχυρίζεται ότι τα αρμόδια όργανά του, έχουν το δικαίωμα να εισέρχονται με μηχανήματα στα πλαίσια καθαρισμού της παραλίας.

Με τον τρόπο αυτό εκδηλώνει έμπρακτα την αμφισβήτηση του δικαιώματος κυριότητας των εναγόντων και διαταράσσει την ενάσκηση των δικαιωμάτων τους επ' αυτών, αμφισβήτηση, η οποία εκδηλώθηκε και με την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξής του, παλαιού Προέδρου της Κοινότητας Σωτηρίτσας και νυν - Αντιδημάρχου.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι εδαφικές εκτάσεις που αναφέρουν στην αγωγή τους, με τα στοιχεία α, β,' δ και ε ανήκουν στην κυριότητά τους και ότι το δεύτερο και τρίτο εναγόμενα ΝΠΔΔ, διαταράσσουν με τις παραπάνω - ενέργειές τους την κυριότητά τους σ' αυτές, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της, να αναγνωρισθεί ότι το δεύτερο και τρίτο εναγόμενο δεν έχουν δικαίωμα κυριότητας στα επίδικα τμήματα των ακινήτων των ενάγοντων, τα οποία ανήκουν στην κυριότητα των εναγόντων, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό και να υποχρεωθούν το δεύτερο και τρίτο εναγόμενο να παύσουν να διαταράσσουν την αποκλειστική κυριότητα των εναγόντων καθώς και να παραλείψουν κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής τους επί των επιδίκων.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων που προβάλλεται, το πρώτος από το δεύτερο εναγόμενο με την έφεσή του και προβλήθηκε από το τρίτο εναγόμενο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρεται με λόγους εφέσεως ότι τα επίδικα τμήματα, με αριθμό α, β και γ τα οποία επικαλούνται οι ενάγοντες ότι αποτελούν τμήματα των ιδιοκτησιών τους, αποτελούν μέρος του παραλιακού δρόμου που ενώνει τις πρώην Κοινότητες … και …, ήδη ομώνυμες δημοτικές Κοινότητες από αμνημονεύτων χρόνων και ότι πάντοτε αποτελούσαν τμήματα κοινόχρηστης οδού, και ήδη αποτελούν κοινόχρηστη οδό του Δήμου Αγιάς άλλως και επικουρικός ότι - έχουν καταστεί κοινόχρηστα με τη σιωπηρή βούληση των αρχικών ιδιοκτητών τους και κατοίκων της κοινότητας …, ενώ τα επίδικα τμήματα με τα στοιχεία δ και ε αποτελούν τμήματα της παραλίας, ήτοι τμήματα του αιγιαλού, που εκ της φύσης τους και δυνάμει γενικής και αφηρημένης επιταγής του νόμου τυγχάνουν κοινόχρηστα και εκτός συναλλαγής πράγματα είναι απορριπτέος ως προς το πρώτο σκέλος του και αναφορικά με τα επίδικα εδαφικά τμήματα, α, β και γ, προεχόντως, ως αόριστος και, ως εκ τούτου, ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης, διότι τα προαναφερόμενα εναγόμενα ΝΠΔΔ δεν επικαλούνται νόμιμο λόγο κτήσεως της κυριότητάς τους επί των επιδίκων, ήτοι καθεστώς κοινής χρήσεως, χαρακτηρισμό ως κοινοχρήστου, θέληση του ιδιοκτήτη εκδηλούμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή του ή αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, που όμως έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι και τις 23.2.1946, ήτοι δεν αναφέρουν καθόλου το στοιχείο αυτό για τη νομική θεμελίωση του ισχυρισμού τους.

Ειδικότερα, αναφορικά με τη θεμελίωση του ισχυρισμού τους, περί άτυπης βούλησης των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους για παραχώρηση της χρήσης των επιδίκων, έπρεπε να αναφέρουν, με βάση όσα αναφέρθηκαν στην άνωθεν νομική σκέψη, ότι μέχρι και την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) είχαν ολοκληρωθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ΒΡΔ για την απόκτηση της ιδιότητας αυτής, δηλαδή επί 80 συνεχή έτη πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, ότι τα επίδικα αυτά τμήματα, χρησιμοποιήθηκαν πράγματι, σύμφωνα με τον προορισμό τους, για την εξυπηρέτηση των παραπάνω σκοπών του τότε δικαίου (δίοδο των κατοίκων) και ότι η αμνημόνευτη αυτή αρχαιότητα αφορά τα πιο πάνω ειδικά θέματα των δημοτικών οδών, όπως αυτά περιγραφόταν στο προϊσχύσαν δίκαιο.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο ισχυρισμός τους αυτός είναι απορριπτέος και ως νομικά αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη η κοινοχρησία με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα είναι αδύνατη για εκείνες τις περιοχές της Κράτους που προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα το έτος 1881, όπως εν προκειμένω η Θεσσαλία, αφού έκτοτε και μέχρις ότου άρχισε να ισχύει ο ΑΚ δεν παρήλθε χρόνος 80 ετών, εις τρόπον ώστε η διέλευση μέσω του επιδίκου πολιτών κατά το διαρρεύσαν μικρότερο χρονικό διάστημα να μην εξαρκεί για να του προσδώσει την ιδιότητα του κοινοχρήστου.

Ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο ανωτέρω ισχυρισμός τους, περί του ότι τα τμήματα της αγωγής με αριθμό δ και ε αποτελούν ανέκαθεν τμήμα της παραλίας, και έχουν καταστεί πράγματα εκτός συναλλαγής, είναι μη νόμιμος με βάση τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, καθόσον η απόσβεση εμπραγμάτων δικαιωμάτων με τον καθορισμό παραλίας σε κτήματα τρίτων, με βάση το άρθρο 6 παρ.1 του α.ν. 2344/1940 και η μεταγωγή της κυριότητας αυτών στο Ελληνικό Δημόσιο επέρχεται μόνον από και διά της καταβολής ή παρακαταθέσεως της αποζημίωσης που καθορίζεται δικαστικώς, δηλαδή, από και διά της συντελέσεως της απαλλοτριώσεως μετά την τήρηση της νόμιμης απαλλοτριωτικής διαδικασίας, την οποία ουδόλως επικαλούνται προς επίρρωση του ισχυρισμού τους και η οποία άλλωστε αποδείχθηκε ότι δεν έχει συντελεσθεί ακόμη.

Επίσης, και ο ισχυρισμός του τρίτου εναγομένου ότι από τη χάραξη της ως άνω οδού το έτος 1988 για τα επίδικα πρώτα τρίτα τμήματα (με στοιχεία α, β και γ), και ανέκαθεν για τα λοιπά, οι ενάγοντες δεν άσκησαν καμία διακατοχική πράξη διανοία κυρίου σε αυτά και, συνεπώς, κάθε αξίωσή τους για εμπράγματο δικαίωμά τους έχει παραγραφεί (ένσταση παραγραφής των άρθρων 247, 249, 251, 1108 ΑΚ), είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού αποδείχθηκε ότι οι διαταρακτικές του δικαιώματος της κυριότητάς τους, πράξεις στο επίδικο ακίνητο, που ξεκίνησαν με την περάτωση του δρόμου τον Οκτώβριο του έτους 1988, στα υπό στοιχεία α, β και γ ακίνητα, επαναλήφθηκαν σε αυτά εν έτη 1995 και επαναλαμβάνονται ετησίως έκτοτε κάθε καλοκαίρι στα ακίνητα με αριθμούς δ και ε και, συνεπώς, από τότε που ξεκίνησε η εικοσαετής παραγραφή του δικαιώματος των εναγόντων για την προστασία της κυριότητας τους τον Οκτώβριο του έτους 1988 μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής αυτής, δηλ.

τον Ιούλιο του έτους 2008 δεν έχει συμπληρωθεί η ανωτέρω παραγραφή ούτε για τα επίδικα υπό στοιχεία α, β και γ, πολλώ δε μάλλον για τα επίδικα, υπό στοιχεία δ και ε τμήματα των ακινήτων τους, η διατάραξη της κυριότητας των οποίων ξεκίνησε μετά το έτος 1995 και επαναλαμβάνεται κάθε έτος, ενόψει του ότι όταν η διατάραξη γίνεται με πράξεις που επαναλαμβάνονται περιοδικά, η κάθε μια αποτελεί χωριστή διαταρακτική πράξη και επομένως μετά από κάθε τέτοια αρχίζει νέα παραγραφή.

Επίσης το αίτημα της "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ" που προβάλλεται με την έφεσή της, για διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης "από ειδικό επιστήμονα ώστε να επιληφθεί και των τεχνικών ζητημάτων που ανακύπτουν από την εξέταση του ενδίκου αιτήματος αλλά και από την εξέταση των πολεοδομικών, ρυμοτομικών και λοιπών τεχνικής φύσεως ζητημάτων", πέραν της αοριστίας της διατυπώσεώς του, είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού το δικαστήριο διαμόρφωσε πλήρη και σαφή δικανική πεποίθηση από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με συνέπεια, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, να μην κρίνεται απαραίτητη η διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης...".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι- ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα των μεγαλυτέρων ακινήτων τους, τμήμα των οποίων αποτελεί ο επίδικος δρόμος και τα υπό στοιχεία δ' και ε' εδαφικά τμήματα, από αληθινούς κυρίους, οι οποίοι είχαν αποκτήσει αυτά με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο στους απώτερους δικαιοπαρόχους τους.

Επίσης, δέχθηκε ότι ένα μικρό τμήμα αυτών, εκτάσεως 1.126 τ.μ, περιήλθε στην κυριότητά τους από χρησικτησία, αφού από την ημερομηνία κτήσης του ο δικαιοπάροχος πατέρας τους ασκούσε όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, διανοία κυρίου, τις οποίες συνέχισαν οι ίδιοι, με αποτέλεσμα μέχρι και την άσκηση της αγωγής να καταστούν κύριοι αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, λόγω της υπερεικοσαετούς νομής τους διανοία κυρίου και ότι η αναιρεσείουσα Περιφέρεια Θεσσαλίας (και ο αναιρεσείων Δήμος Αγιάς) διαταράσσει την κυριότητα τους επί των ακινήτων αυτών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα.

Ακολούθως, όσον αφορά την αναιρεσείουσα, εξαφάνισε την 53/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, λόγω της ερημοδικίας της στον πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δέχθηκε, στη συνέχεια, την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως ουσία βάσιμη, αναγνώρισε ότι η εναγομένη Περιφέρεια δεν είναι κυρία ούτε έχει κάποιο άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων και την υποχρέωσε να παύσει να διαταράσσει την κυριότητα των εναγόντων επί των ακινήτων αυτών (ενώ όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Δήμο απέρριψε την έφεσή του ως ουσία αβάσιμη).

Το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ", με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8β ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι: 1) παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966-968 και 971 ΑΚ, καθώς και τις από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43.7, ν.2 παρ. 8 Πανδ. 39.3, ν. Πανδ. 22.3) διατάξεις περί αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, απορρίπτοντας στο σύνολο του τον προβληθέντα με σχετικό λόγο εφέσεως ισχυρισμό του, σύμφωνα με τον οποίο "τα επίδικα τμήματα με στοιχεία α και β, που επικαλούνται οι αντίδικοι ότι αποτελούν τμήματα των αναφερομένων στην αγωγή τους ακινήτων, αποτελούν μέρος του ασφάλτινου παραλιακού δρόμου που ενώνει τις πρώην Κοινότητες … και …, ήδη δε ομώνυμες Δημοτικές Κοινότητες του Δ.Δ … του Δήμου Αγιάς, από αμνημονεύτων χρόνων.

Τούτο δε, διότι ήδη τουλάχιστον 100 και πλέον έτη προ της ισχύος του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ο συγκεκριμένος δρόμος χρησιμοποιούνταν ως κοινόχρηστος για τη διέλευση των κατοίκων, των καλλιεργητών αλλά και των επισκεπτών της περιοχής, αλλά και κάρων, ζώων, εμπορευμάτων οχημάτων αργότερα κ.λ.π και σε όλους είχε δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση ότι επρόκειτο για κοινόχρηστο δρόμο, αφού από τους απώτερους προκατόχους των αντιδίκων ουδέποτε προεβλήθη αντίρρηση ως προς αυτό.

Οι διερχόμενοι χρησιμοποιούσαν το δρόμο αυτό ανεμπόδιστα ως κοινή δίοδο και όλοι αναγνώριζαν αυτόν ως κοινόχρηστο δρόμο, που απώλεσε με την πάροδο των ετών τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του, αφού στον καθένα υπήρχε η αντίληψη ότι ήταν δρόμος για όλο το κοινό, ενώ καμία ενέργεια, απαγόρευση κ.λ.π των προκατόχων των αντιδίκων δεν ήρε αυτή την παγιωμένη αντίληψη.

Συνεπώς (κατά την άποψη του αναιρεσείοντος), αποτελούσαν κοινόχρηστες κοινοτικές οδούς και ήδη αποτελούν κοινόχρηστη δημοτική οδό του Δήμου Αγιάς, που ενώνει τις παραπάνω αναφερόμενες Δημοτικές του Κοινότητες, απέκτησαν δε την ιδιότητά τους αυτή με την από αμνημονεύτου χρόνων χρήση τους από τους κατοίκους των παραπάνω Κοινοτικών Διαμερισμάτων (πρώην αυτόνομων κοινοτήτων), αφού ήταν ο μοναδικός δρόμος που τις συνέδεε οδικώς μεταξύ τους κι έκαναν χρήση του όχι μόνο οι κάτοικοι τους αλλά και οποιοσδήποτε τρίτος επισκέπτης της περιοχής", 2) δεν έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό του που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, είναι προεχόντως αόριστος και, συνακόλουθα, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τον ισχυρισμό περί κοινοχρησίας με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, ούτε το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Όσον, δε, αφορά τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σύμφωνα με τις παραδοχές της που προαναφέρθηκαν, έλαβε υπόψη του τον περιεχόμενο στο δεύτερο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ" ισχυρισμό περί κοινοχρήστου πράγματος και τον απέρριψε με επάλληλη αιτιολογία ως νόμω αβάσιμο, διότι "η απόκτηση της ιδιότητας του κοινόχρηστου με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, είναι αδύνατη για εκείνες τις περιοχές του κράτους που προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα το έτος 1881, όπως είναι η Θεσσαλία, (όπου βρίσκονται τα επίδικα), αφού έκτοτε και μέχρις ότου άρχισε να ισχύει ο ΑΚ δεν παρήλθε χρόνος 80 ετών, εις τρόπον ώστε η διέλευση μέσω του επίδικου, πολιτών κατά το διαρρεύσαν μικρότερο χρονικό διάστημα να μην εξαρκεί να του προσδώσει την ιδιότητα του κοινόχρηστου".

Περαιτέρω, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8β και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση διότι: 1) παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 967, 968 ΑΚ και 1 του α.ν 2344/1940, με το να μη δεχθεί ότι τα επίδικα τμήματα με στοιχεία δ' και ε', αποτελούν τμήματα της παραλίας, άλλως αποτελούν τμήματα του αιγιαλού, διότι καταλαμβάνονται από τη μέγιστη συνήθη ανάβαση του χειμερίου κύματος και είναι πράγματα εκτός συναλλαγής, 2) δεν έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό του που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και 3) ότι η απόφαση επί του ζητήματος αυτού στερείται νομίμου βάσεως, αφού οι αιτιολογίες της είναι ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές, Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, την παράβαση, δηλαδή, του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστος και;

συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Όσον, δε, αφορά τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, την παράβαση δηλαδή του αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σύμφωνα με τις παραδοχές της που προαναφέρθηκαν, έλαβε υπόψη του τον περιεχόμενο στο δεύτερο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ" ισχυρισμό ότι τα επίδικα τμήματα με στοιχεία δ' και ε', αποτελούν τμήματα της παραλίας, άλλως αποτελούν τμήματα του αιγιαλού και είναι πράγματα εκτός συναλλαγής και τον απέρριψε με επάλληλη αιτιολογία ως νόμω αβάσιμο, διότι "η απόσβεση εμπραγμάτων δικαιωμάτων με τον καθορισμό παραλίας σε κτήματα τρίτων, με βάση το άρθρο 6 παρ. 1 του α.ν 2344/1940 και η μεταγωγή της κυριότητας αυτών στο Ελληνικό Δημόσιο επέρχεται μόνο από και δια της καταβολής ή παρακαταθέσεως της αποζημίωσης που καθορίζεται δικαστικώς, δηλαδή από και δια της συντελέσεως της απαλλοτριώσεως μετά την τήρηση της νόμιμης απαλλοτριωτικής διαδικασίας την οποία ουδόλως επικαλούνται προς επίρρωση του ισχυρισμού τους και η οποία άλλωστε αποδείχθηκε ότι δεν έχει συντελεσθεί ακόμη".

Τέλος, όσον αφορά το τρίτο σκέλος του παραπάνω λόγου αναίρεσης για την έλλειψη νόμιμης βάσης της πληπόμενης απόφασης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), αυτός, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμος, οπότε δεν μπορεί να ιδρυθεί λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ που προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας.

Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή.

Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (ΟλΑΠ 5/2011).

Εξάλλου ως "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον οικείο αναιρετικό λόγο, αποτελεί ο ασκών ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και τα προς θεμελίωση αυτών πραγματικά περιστατικά.

Επί καταχρήσεως δικαιώματος στοιχειοθετείται ο από την παραπάνω διάταξη αναιρετικός λόγος αν δεν λήφθηκαν υπόψη περιστατικά, καθένα από τα οποία αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια προς θεμελίωση της ένστασης, τα οποία είχε επικαλεσθεί ο ενιστάμενος, εκτός εάν και με τη λήψη υπόψη των περιστατικών αυτών δεν θα υφίσταντσ και πάλι σι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ΑΚ 281 (ΑΠ 1239/2013).

Το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ "Περιφέρεια Θεσσαλίας", προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, πρότεινε, παραδεκτά, με σχετικό λόγο έφεσης στο Εφετείο, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι είχε δικαστεί ερήμην στον πρώτο βαθμό, την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ασκούμενου αγωγικού δικαιώματος των εναγόντων. Ειδικότερα, όσον αφορά την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτών, το αναιρεσείον ισχυρίσθηκε ότι: "Επειδή στην κρινόμενη περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι τα επίδικα τμήματα της ένδικης αγωγής των αντιδίκων αποτελούν τμήματα των περιγραφομένων στο ιστορικό της ακινήτων των αντιδίκων-γεγονός που ρητώς αρνούμαστε- η άσκηση του δικαιώματος αυτών να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους, προφανώς υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος τους, ενόψει των εξής πραγματικών περιστατικών: - Συνομολογείται στην ένδικη αγωγή τους, ότι παρείχαν τη συναίνεσή τους στην τότε Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση να προβεί σε χάραξη και ασφαλτόστρωση του μοναδικού παραλιακού δρόμου της περιοχής, για την κατασκευή του οποίου δαπανήθηκε το ποσό των 164.500.000 δρχ. -Είναι το μοναδικό σημείο δια του οποίου είναι εφικτή η διέλευση του δρόμου, διότι δυτικότερα κείται η ιδιοκτησία και η οικοδομή των αντιδίκων, ανατολικότερα δε, εκτός του ότι είναι η γραμμή παραλίας δεν είναι εφικτή η διέλευση του δρόμου, διότι, κατά το προσαγόμενο από τους αντιδίκους...

έγγραφο της τότε Δ.ΤΎ της Ν.Α Λάρισας με αριθμό πρωτοκόλλου …/…-04-2002 "η κατασκευή του δρόμου ανατολικότερα όπου το έδαφος είναι αμμώδες, δεν ενδείκνυται από τεχνική άποψη, δεδομένου ότι δεν διασφαλίζεται η σταθερότητά του. Επί πλέον, σε μια τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να κατασκευασθούν τεχνικά έργα και δυσανάλογα μεγάλα έργα αντιστήριξης και προστασίας του δρόμου από τις περιπτώσεις υψηλής στάθμης του χειμερίου κύματος". -Ήδη για την βελτίωση του δρόμου αυτού από εξαετίας περίπου έχει κατασκευασθεί από εμάς γέφυρα και δαπανήθηκε για το σκοπό αυτό ποσό περίπου 1.550.000 ευρώ. -Καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το 1988 που χαράχθηκε και το 1989 που ασφαλτοστρώθηκε ο παραλιακός δρόμος οι αντίδικοι ουδέποτε με τη συμπεριφορά τους έδειξαν ότι αμφισβητούν τη νομιμότητα της ύπαρξης και λειτουργίας του. -Η πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού περιθωρίου χωρίς οποιαδήποτε αντίδρασή τους, ευλόγως δημιούργησε την πεποίθηση σε μας, αλλά και στους δημότες και τους παρεπιδημούντες στην περιοχή, η οποία έχει εξόχως τουριστικό χαρακτήρα, ότι ουδείς αμφισβητεί ή πρόκειται να αμφισβητήσει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του δρόμου και το χαρακτήρα της ανατολικά αυτού εκτάσεως ως παραλίας. -Η αμφισβήτηση με την ένδικη αγωγή του χαρακτήρα των επίδικων τμημάτων α, β, γ ως τμήματος του κοινοχρήστου δημοτικού δρόμου … και των τμημάτων δ, ε, ως τμημάτων της παραλίας, προφανώς υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν οι διακωλυτικές του δικαιώματος αρχές του άρθρου 281 ΑΚ και πρέπει να απαγορευθεί".

Το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την πιο πάνω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις παραδοχές που λεπτομερώς αναφέρθηκαν πιο πάνω. Το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, σχετικά με την απόρριψη της ως άνω ένστασης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αφ' ενός μεν την αιτίαση από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη .

τα παραπάνω εκτιθέμενα στην ένσταση του αναιρεσείοντος αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, αφ' ετέρου δε την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω μη επαρκούς άλλως αντιφατικής αιτιολογίας, διότι δέχθηκε ότι ο δρόμος που διέρχεται εντός της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων δεν παραχωρήθηκε ποτέ απ' αυτούς για διαρκή, άμεση και γενική χρήση, χωρίς όμως να βασίζεται η κρίση του αυτή σε σαφή και ορισμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη όσων επικαλέστηκε και απέδειξε.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αλυσιτελής, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ναι μεν το Εφετείο, κατά την απόρριψη της πιο πάνω ένστασης δεν έλαβε υπόψη του ορισμένα από τα παραπάνω εκτιθέμενα στην ένσταση του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι ο δρόμος Σωτηρίτσας-Αγιόκαμπου ο οποίος διέρχεται από τα επίδικα τμήματα των ακινήτων των εναγόντων είναι ο μοναδικός παραλιακός δρόμος της περιοχής για την κατασκευή του οποίου δαπανήθηκε το ποσό των 164.500.000 δρχ, είναι δε το μοναδικό σημείο δια του οποίου είναι εφικτή η διέλευση του δρόμου και ότι για τη βελτίωση του δρόμου αυτού από εξαετίας περίπου, η Ν.Α Λάρισας κατασκεύασε γέφυρα, δαπανώντας για το σκοπό αυτό 1.550.000 ευρώ, δηλαδή περιστατικά που αφορούν τις επαχθείς συνέπειες για το αναιρεσείον, πλην όμως, ανεξάρτητα από την μη λήψη υπόψη των πιο πάνω περιστατικών, ως επιπλέον στοιχείων για τη θεμελίωση της εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ένστασης της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και πάλι η ένσταση αυτή είναι ουσιαστικά αβάσιμη, όπως ορθά, κατ' αποτέλεσμα δέχθηκε το Εφετείο, διότι δεν υπήρξε μακροχρόνια αδράνεια των αναιρεσιβλήτων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, αφού με διάφορες ενέργειές τους αντέδρασαν στις επεμβάσεις που επιχείρησε στα επίδικα το αναιρεσείον, όπως ειδικότερα αναφέρεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκαν, οι δε σχετικές αιτιολογίες της, ως προς το παραπάνω ζήτημα, αυτοτελώς στηρίζουν το διατακτικό της.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την παραπάνω ένσταση, ενώ δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου με τη μνεία των περιστατικών που έπρεπε επιπλέον να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι πλήρης η αιτιολογία της, ούτε ποιες είναι οι αντιφατικές της διατάξεις και σε τι συνίσταται η αντιφατικότητά τους.

Κατά το άρθρο 355 ΚΠολΔ το δικαστήριο διατάζει αυτοψία αν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εναπόκειται η διενέργεια αυτοψίας και δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθεί υπόψη σχετικό αίτημα του διαδίκου ή αυτό απορριφθεί ρητώς ή σιωπηρώς.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι (και) η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές, αλλά, όπως προκύπτει από την αρχική, στην καθαρεύουσα, διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση που επίσης είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί κανένα λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 30/2017, ΑΠ 761/2011).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ., με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως το Δικαστήριο να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι εσφαλμένα απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ για τη διενέργεια αυτοψίας ή και πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου με την επιτόπια θεώρηση των επιδίκων να διαπιστωθεί η θέση τους, ο αιγιαλός, η εγγύτητα με τη θάλασσα, η ύπαρξη των επιδίκων εντός του μοναδικού οδικού δικτύου κ.λ.π., καθώς και ο ειδικός επιστήμονας να επιληφθεί των τεχνικών ζητημάτων που ανακύπτουν από την εξέταση του πιο πάνω αιτήματος.

Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα απαράδεκτος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά ειδικά το αίτημα για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου. ότι για το εν λόγω ζήτημα απαιτούνται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ενώ η διενέργεια ή μη αυτοψίας εναπόκειται στην κυριαρχική και αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ενόψει τούτων και, εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 38 παρ. 2 Ν. 2218/1994, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

Β) Επί της από 22-2-2019 αίτησης αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ "Δήμος Αγιάς" Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).

Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή, η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, 70, 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 301/2017). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης.

Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή. Η περιγραφή όμως του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 9/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 23-7-2008 αγωγής των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η οποία, πλην των ήδη αναιρεσειόντων, στρεφόταν και κατά του (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) Ελληνικού Δημοσίου, αυτοί εξέθεταν ότι είναι κύριοι με παράγωγο τρόπο των αναλυτικά αναφερόμενων στην αγωγή τους όμορων ακινήτων (αγροτεμαχίων) που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια … του Δήμου … νομού … (προερχομένων από τεμάχια διανομής με αρ.

… και … του 1931), τα οποία αποτυπώνονται κατά θέση, έκταση και όρια στο συνημμένο στην αγωγή από Ιούνιο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Κ.. Ότι, ειδικότερα, ο πρώτος ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 4.027 τ.μ. (από τα τεμάχια διανομής 756 και 638) μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής, που κείται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ….

του Δήμου …, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Κ. και περικλείεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Π-Δ-Ε-Ε1-Ε2-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Α και συνορεύει βορειοδυτικά κατά τις πλευρές Α-Β μήκους 37,98 μ., Β-Γ μήκους 2,66 μ., Γ-Π μήκους 13,16 μ. και Π-Δ μήκους 26,44 μ. με υφιστάμενη οδό, νότια κατά τις πλευρές Θ-Η μήκους 19,50 μ., Η-Ε2 μήκους 19,61 μ., Ε2- Ε1 μήκους 12,39 μ.

και Ε1-Ε μήκους 10.00μ. με ιδιοκτησία Ο. Κ. και κατά τις πλευρές Μ-Λ μήκους 28,60 μ, Λ-Κ μήκους 4,85 μ., ανατολικά κατά την πλευρά Δ-Ε μήκους 47,50μ. με παλαιά παραλιακή οδό και δυτικά κατά την πλευρά Α-Μ μήκους 30.25 μ με υφιστάμενη οδό και κατά τις πλευρές Κ-Ι μήκους 1,81 μ. και Ι-Θ μήκους 2,59 μ. με ιδιοκτησία I. Κ. και η δεύτερη ενάγουσα ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 4.045 τ.μ (από το υπ' αριθμ.

… τεμάχιο) που κείται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας …. του Δήμου …, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και περικλείεται με τα στοιχεία Ε-Ρ-Ρ1-Ρ2-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Θ-Η-Ε1-Ε2-Ε και συνορεύει βορειοδυτικά κατά τις πλευρές Θ-Η μήκους 19,50 μ., Η-Ε2 μήκους 19,61 μ., Ε2-Ε1 μήκους 12,39 μ.

και Ε1-Ε μήκους 10,00 μ. με ιδιοκτησία Α. Κ., νοτιοανατολικά κατά τις πλευρές Τ-Σ μήκους 9,23 μ., Σ-Ρ2 μήκους 12,98 μ., Ρ2-Ρ1 μήκους 12,07 μ. και Ρ1-Ρ2 μήκους 3,27μ. εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην Γ. Τ. και νυν Ι. Τ. και εν μέρει με υφιστάμενο παραλιακό δρόμο, ανατολικά κατά την πλευρά Ε-Ρ μήκους 79,77 μ. με παλαιά παραλιακή οδό και νοτιοδυτικά κατά τις πλευρές Τ-Υ μήκους 45,03 μ, Υ-Φ μήκους 7,75 μ., Φ-Χ μήκους 6,25 μ., Χ-Ψ μήκους 19,62 μ.

και Ψ-Θ μήκους 8,29 μ. εν μέρει με ιδιοκτησία I. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην Γ. Τ. και ήδη διαφόρων αγνώστων ιδιοκτητών. Ότι τα παραπάνω ακίνητα απέκτησαν, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα για τον καθένα τετραγωνικά μέτρα, δυνάμει των υπ' αριθμ. …/…-10-1976 και …/…-10-1976 συμβολαίων δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αγιάς Αλεξάνδρας Σακκά-Καραθανάση και του υπ' αριθμ.

…/…-12-1994 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λάρισας Ελένης Ρομοσιού- Κλειτσάκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα. Εξιστορούσαν, επίσης, ότι και οι δύο ενάγοντες είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως, κατά τον τίτλο κτήσης 6.740 τ.μ και κατά νεώτερη εμβαδομέτρηση 6.551 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας Κάτω ….

του Δήμου … και συνορεύει βόρεια σε πλευρά 47,60μ. με υφιστάμενη χωμάτινη οδό, νότια σε πλευρά 46 μ. με υφιστάμενη χωμάτινη οδό, ανατολικά σε πλευρά 147,20 μ με παλαιό παραλιακό δρόμο και δυτικά σε πλευρά 147 μ.με υφιστάμενο άσφαλτο παραλιακό δρόμο, το οποίο απέκτησαν δυνάμει του υπ' αριθμ. …/…-12-1986 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λάρισας Β.

Γιαννακόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας τους, Ι. Κ., είχε αποκτήσει τα δύο πρώτα ακίνητα που μεταβίβασε στους ενάγοντες, συνολικής εκτάσεως 8.072 τ.μ ως εξής: α) έκταση 1.600 τ.μ από αγορά από τις Ε. Ζ., Μ. Ζ. και Α. Π., δυνάμει του υπ' αριθμ. …/…-2-1968 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Λάρισας Κων/νου Μπακούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα, β) έκταση 2.516 τ.μ από αγορά από την Ε.

Ζ., δυνάμει των υπ' αριθμ. …/…-2-1968 και …/…-3-1968 πωλητηρίων συμβολαίων του τότε συμβολαιογράφου Λάρισας Κων/νου Μπακούλα, που μεταγράφηκαν νόμιμα γ) έκταση 2.830 τ.μ από αγορά από την κοινότητα Σωτηρίτσας δυνάμει των υπ' αριθμ. …/…-9-1982 και …/…-4-1983 συμβολαίων του τότε συμβολαιογράφου Αγιάς Παρμενίωνα Κουτσογιώργου, που μεταγράφηκαν νόμιμα και δ) έκταση 1.126 τ.μ από χρησικτησία, στους δε απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους τους τα ως άνω ακίνητα είχαν περιέλθει, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή αναλυτικά για καθένα απ' αυτούς, μέχρις εκείνων που απέκτησαν την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο, εκθέτοντας ότι τμήματα αυτών παραχωρήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο στους δικαιοπαρόχους τους κατόπιν διανομής αγροτεμαχίων και ένα μικρό τμήμα αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία.

Ότι επί των ακινήτων αυτών, τόσο οι ίδιοι οι ενάγοντες, όσο και οι δικαιοπάροχοι τους όλα τα έτη ενεργούσαν όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής διανοία κυρίου, ήτοι επιτήρησή τους, καθαρισμό από χόρτα και σκουπίδια, δενδροφύτευση κ.λ.π. Εξέθεταν ακόμη ότι από τον Σεπτέμβριο του έτους 1988 έως τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, η Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λάρισας, μετά από απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου της κοινότητας …, κατασκεύσε σταδιακά ασφάλτινη παρακαμπτήρια οδό, πλέον της παραλιακής χωμάτινης οδού …, που προϋπήρχε και η οποία νέα αυτή οδός διέρχεται του ακινήτου των 4.027 τ.μ του πρώτου ενάγοντος, του ακινήτου των 4.045 τ.μ της δεύτερης ενάγουσας και περνά από τη νοτιοδυτική πλευρά του ακινήτου των 6.740 τ.μ της συγκυριότητας τους, καταλαμβάνοντας τις ακόλουθες εκτάσεις, όπως αυτές εμφαίνονται στο συνημμένο στην αγωγή από Ιούνιο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ.

Κ. και ειδικότερα: α) στο ακίνητο των 4.027 τ.μ του πρώτου ενάγοντος, η οδός καταλαμβάνει το υπό στοιχεία Γ-Π-Δ1-Ε1- Ε2-Δ2-Γ τμήμα, εμβαδού 717,55 τ.μ.. το οποίο συνορεύει βορειοδυτικά κατά την πλευρά Γ-Π μήκους 13,16 μ. με ιδιοκτησία Αθανασίου και Ο. Κ. που επέχει χρήση ιδιωτικής οδού, νοτιοδυτικά κατά την πλευρά Ε1-Ε2 μήκους 12,39 μ.

με ιδιοκτησία Ο. Κ. που επέχει χρήση ιδιωτικού δρόμου, ανατολικά κατά τις πλευρές Π-Δ1 μήκους 24,52 μ. και Δ1-Ε1 μήκους 28,00 μ., με τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας του και τέλος δυτικά κατά τις πλευρές Γ-Δ2 μήκους 29,98μ. και Δ2-Ε2 μήκους 23,50μ. που είναι καμπύλες γραμμές με τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας του, β) στο ακίνητο των 4.045 τ.μ της δεύτερης ενάγουσας, η οδός καταλαμβάνει το υπό στοιχεία Ε1-Ρ1-Ρ2-Ε2-Ε1 τμήμα, εμβαδού 849,70 τ.μ, το οποίο συνορεύει βορειοδυτικά κατά την πλευρά Ε1-Ε2 μήκους 12,39 μ, με ιδιοκτησία Α.

Κ. που επέχει χρήση ιδιωτικού δρόμου, νοτιοδυτικά κατά την πλευρά Ρ2-Ρ1 μήκους 12,07 μ. με υπόλοιπο τμήμα της άνω οδού, ανατολικά κατά την καμπύλη πλευρά Ε1-Ρ1 μήκους 107,60 μ. με τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας της και δυτικά κατά την καμπύλη πλευρά Ε2-Ρ2 μήκους 104,00 μ. με το υπόλοιπο τμήμα της ιδιοκτησίας της και γ) στο ακίνητο των 6.740 τ.μ του οποίου οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, η οδός καταλαμβάνει το υπό στοιχεία Ν8- Ν7-Ν6-Ν5-Η-Ν5 τμήμα, εμβαδού 350 τ.μ, όπως ειδικότερα αυτό περιγράφεται στην αγωγή κατά θέση, έκταση και όρια.

Ότι, αν και κατά τη διάνοιξη της πιο πάνω οδού είχε συμφωνηθεί μεταξύ των εναγόντων και του αρμοδίου τμήματος της Πολεοδομίας του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΛΑΡΙΣΑΣ", της οποίας καθολικός διάδοχος είναι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ", ότι τα τμήματα αυτά των ιδιοκτησιών τους στα οποία κατασκευάσθηκε η οδός καθώς και τμήμα (δ) 865,45 τ.μ που ανήκει στην ιδιοκτησία του πρώτου ενάγοντος των 4.027 τ.μ, εμφαίνεται στο προαναφερόμενο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, περικλείεται με τα στοιχεία Π-Δ-Ε-Ε1-Δ1-Π και συνορεύει βόρεια κατά την πλευρά Π-Δ μήκους 26,44 μ.

με υφιστάμενη χωμάτινη οδό, νότια κατά την πλευρά Ε1-Ε μήκους 10,00 μ. με ιδιοκτησία Ο. Κ., ανατολικά κατά την πλευρά Δ-Ε μήκους 47,50 μέτρων με παλαιά παραλιακή οδό και δυτικά κατά τις πλευρές Π-Δ1 μήκους 24,52 μ. και Δ1-Ε1 μήκους 28,00 μ. με ιδιοκτησία της ενάγουσας που έχει χρήση ιδιωτικού δρόμου και τμήμα ε) 520,30 τ.μ που ανήκει στην ιδιοκτησία της δεύτερης ενάγουσας των 4.045 τ.μ., εμφαίνεται στο ίδιο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα, περικλείεται με τα στοιχεία Ε1-Ε-Ρ-Ρ1-Ε1 και συνορεύει βόρεια κατά την πλευρά Ε1-Ε μήκους 10,00 μ.

με ιδιοκτησία Α. Κ., νότια κατά την πλευρά Ρ-Ρ1 μήκους 3,27μ. με ιδιοκτησία Ι. Τ. (πρώην ιδιοκτησία Γ. Τ.), ανατολικά κατά την πλευρά Ε-Ρ μήκους 79,77μ. με παλαιά παραλιακή οδό και δυτικά κατά την καμπύλη πλευρά Ε1-Ρ1 μήκους 107,60 μ, με ιδιοκτησία της ενάγουσας που έχει χρήση ιδιωτικού δρόμου, θα συνυπολογιζόταν στις υποχρεώσεις των ιδιοκτησιών τους από τις διατάξεις του Ν. 1337/1983 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 29 του Ν. 1577/1985, κατά τη σύνταξη και έγκριση σχετικής ρυμοτομικής μελέτης, εν τούτοις ουδέποτε συνέβη αυτό και ουδέποτε απαλλοτριώθηκαν τα επίδικα τμήματα.

Τέλος εξέθεταν ότι οι εναγόμενοι προβάλλουν διεκδικήσεις όσον αφορά όλα τα παραπάνω τμήματα των ακινήτων τους και διαταράσσουν διαρκώς το δικαίωμα της κυριότητάς τους, τοποθετώντας άλλοτε πυλώνες ηλεκτροφωτισμού και άλλοτε υποδοχές κάδων απορριμάτων σε αυτά, ενώ κάθε χρόνο τα εναγόμενα Ν.Π.Δ.Δ, σε συνεργασία μεταξύ τους, στο πλαίσιο του καθαρισμού των ακτών, μετατοπίζουν τεράστιες ποσότητες άμμου εντός της ιδιοκτησίας των εναγόντων και, ειδικότερα, εντός των περιγραφομένων πιο πάνω με στοιχεία (δ) και (ε) τμημάτων, καθιστώντας αυτά συνέχεια της παραλίας, ενώ στις 21-7-2008 η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λάρισας προέβη σε διαγράμμιση της οδού που διέρχεται εντός των ιδιοκτησιών των εναγόντων, ισχυριζόμενη ότι είναι επαρχιακή οδός και ότι ο εναγόμενος Δήμος σε διάφορα έγγραφά του θεωρεί τα επίδικα εδαφικά τμήματα ως δημοτικά, η δε Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, με τις ενέργειές της, θεωρεί τον δρόμο ως επαρχιακό ή δημόσιο.

Ζήτησαν δε: α) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι δεν τυγχάνουν κύριοι των επιδίκων τμημάτων των ακινήτων τους και β) να υποχρεωθούν αυτοί να παύσουν να διαταράσσουν την κυριότητά τους επί των ως άνω ακινήτων τους. Η αγωγή αυτή, ως προς την περιγραφή των επίδικων ακινήτων (πλην του υπό στοιχείο γ' για το οποίο η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), είναι ορισμένη και πλήρης, ώστε να μη γεννάται καμιά αμφιβολία περί της ταυτότητας αυτών, αφού περιγράφονται επαρκώς κατά θέση, έκταση και όρια, καθώς και πλευρικές διαστάσεις, σύμφωνα και με το προσαρτώμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, τόσο οι αμφισβητούμενες εκτάσεις, όσο και οι μεγαλύτερες εκτάσεις των οποίων αποτελούν τμήματα και ανήκουν κατά κυριότητα στους ενάγοντες, χωρίς να απαιτούνται άλλα επιπλέον στοιχεία, δηλαδή η θέση, τα όρια και τα μήκη πλευρών αυτών (ένδικων ακινήτων), σε σχέση με την μείζονα έκταση των τεμαχίων της διανομής με αριθμούς … και … έτους 1931 και τα αντίστοιχα κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακες αυτής, καθώς και ο προσδιορισμός στην αγωγή ποιο τμήμα ή ποια τμήματα των επιδίκων εκτάσεων εμπίπτουν εντός των κτηθέντων με παράγωγο τρόπο ακινήτων και ποιο τμήμα ή ποια τμήματα εξ αυτών αποκτήθηκαν με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος για αοριστία της αγωγής ως αβάσιμο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και, συνεπώς, ο σχετικός πρώτος, λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ" είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Οι δημοτικοί και κοινοτικοί δρόμοι, ήτοι αυτοί που εξυπηρετούν τις ανάγκες ενός δήμου ή μιας κοινότητας εντός των διοικητικών τους ορίων (αρθρ. 4 του ν. 3155/1955), οι οποίοι αποτελούν κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα (άρθρα 966, 967 ΑΚ), αποκτούν αυτήν την ιδιότητα α) με πράξη της διοικήσεως για ρυμοτομία και τη συντέλεση της σύμφωνα με τους νόμους περί σχεδίων πόλεων και αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, β) με τη βούληση του ιδιοκτήτη που θέτει στην κοινή χρήση συγκεκριμένο ακίνητο, είτε με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά υπό τρόπο) κατά τις διατάξεις των άρθρων 1715, 2015 και 503 ΑΚ, είτε με παραίτηση από την κυριότητα, που πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί κατ' άρθρον 369 και 1192 εδ. 1 ΑΚ και γ) με την από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν. 3 Πανδ. 43. 7, ν. 2 παρ. 8 Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) προβλεπόμενη αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από κοινότητα ή δήμο ή από τους δημότες τους μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην ως άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμιά των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ήτοι την 23-2-1946, ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει τον θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι εκείνος που ισχυρίζεται ότι κάποιο ακίνητο ή οδός είναι κοινόχρηστος χώρος και εξ αυτού η κυριότητά του έχει προσπορισθεί στον οικείο ΟΤΑ ή στο Δημόσιο, πρέπει, για το ορισμένο του ισχυρισμού του, να καθορίσει τον νόμιμο τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκε η ιδιότητα της κοινοχρησίας, προσδιορίζοντας όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα κατά νόμο για την εφαρμογή καθενός εκ των προαναφερομένων τρόπων που προεκτέθηκαν για τη θεμελίωσή της.

Στην περίπτωση δε που η αγωγή ερείδεται στον θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, απαιτείται να αναφέρεται στην αγωγή ότι η αρχαιότητα στην κοινή χρήση του επιδίκου (ήτοι η πάροδος 80 ετών) είχε συμπληρωθεί κατά τον χρόνο εισαγωγής του ΑΚ (ΑΠ 220/2015). Τούτο, όμως, είναι αδύνατο για εκείνες τις περιοχές του κράτους που προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα το έτος 1881, όπως είναι η Θεσσαλία, αφού έκτοτε και μέχρις ότου άρχισε να ισχύει ο ΑΚ δεν παρήλθε χρόνος 80 ετών, εις τρόπον ώστε η διέλευση μέσω του επιδίκου πολιτών κατά το διαρρεύσαν μικρότερο χρονικό διάστημα να μην εξαρκεί να του προσδώσει την ιδιότητα του κοινόχρηστου (ΑΠ 708/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Δήμος Αγιάς, με το τρίτο λόγο έφεσής του, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι "τα επίδικα τμήματα α', β', που επικαλούνται οι αντίδικοι ότι αποτελούν τμήματα των αναφερομένων στην ένδικη αγωγή τους ακινήτων, αποτελούν μέρος του ασφάλτινου παραλιακού δρόμου που ενώνει τις πρώην Κοινότητες … και …, ήδη δε ομώνυμες Δημοτικές Κοινότητες του Δ.Δ …. του Δήμου Αγιάς, από αμνημονεύτων χρόνων.

Συνεπώς (κατά την άποψη του αναιρεσείοντος), αποτελούσαν κοινόχρηστες κοινοτικές οδούς και ήδη αποτελούν κοινόχρηστη δημοτική οδό του Δήμου Αγιάς, που ενώνει τις παραπάνω αναφερόμενες Δημοτικές του Κοινότητες, απέκτησαν δε την ιδιότητά τους αυτή με την από αμνημονεύτου χρόνων χρήση τους από τους κατοίκους των παραπάνω Κοινοτικών Διαμερισμάτων (πρώην αυτόνομων Κοινοτήτων), αφού ήταν ο μοναδικός δρόμος που τις συνέδεε οδικώς μεταξύ τους κι έκαναν χρήση του όχι μόνο οι κάτοικοι τους αλλά και οποιοσδήποτε τρίτος επισκέπτης της περιοχής".

Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, είναι μη νόμιμος διότι, όπως προαναφέρθηκε, απόκτηση της ιδιότητας του κοινόχρηστου με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, είναι αδύνατη για εκείνες τις περιοχές του κράτους που προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα το έτος 1881, όπως είναι η Θεσσαλία, αφού έκτοτε και μέχρις ότου άρχισε να ισχύει ο ΑΚ δεν παρήλθε χρόνος 80 ετών, εις τρόπον ώστε η διέλευση μέσω των επιδίκων, πολιτών κατά το διαρρεύσαν μικρότερο χρονικό διάστημα να μην εξαρκεί να τους προσδώσει την ιδιότητα του κοινόχρηστου.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σύμφωνα με τις παραδοχές της που προαναφέρθηκαν, απέρριψε τον περιεχόμενο στο λόγο έφεσης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί κοινοχρήστου πράγματος με επάλληλη αιτιολογία ως νόμω αβάσιμο. Με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966-968 και 971 ΑΚ καθώς και τις από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν. 3 Πανδ. 43. 7, v. 2 παρ. 8 Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) διατάξεις περί αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, και, επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης του Δήμου Αγιάς, που αφορά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, που προβάλλει ο αναιρεσείων Δήμος Αγιάς, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α. Κ και, ειδικότερα, ότι τα επίδικα τμήματα των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων έχουν καταστεί κοινόχρηστα, αφού ήταν αείποτε από της απελευθερώσεως της Θεσσαλίας, ο μοναδικός δρόμος που συνέδεε τις προαναφερθείσες δημοτικές κοινότητες οδικώς μεταξύ τους και έκαναν χρήση του όχι μόνο οι κάτοικοι τους αλλά και οποιοσδήποτε τρίτος επισκέπτης της περιοχής, το δε αποτέλεσμα αυτό επήλθε διότι οι αναιρεσίβλητοι αλλά και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτών άφησαν άπαντες την επίδικη οδό εκτεθειμένη στην κοινή χρήση για πολύ χρόνο, ως τη μόνη υφιστάμενη οδό επικοινωνίας μεταξύ των κτηματικών περιφερειών των όμορων κοινοτήτων και ήδη των παραλίων του Δήμου (ένσταση γενικού δόλου) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, το Εφετείο, δεχόμενο με τις ειδικότερες παραδοχές που προαναφέρθηκαν, ότι "ο δρόμος που διέρχεται εντός της ιδιοκτησίας των εναγόντων ποτέ δεν παραχωρήθηκε από αυτούς για διαρκή, άμεση και γενική χρήση" και απορρίπτοντας την ως άνω ένσταση γενικού δόλου, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2971/2001 "αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της". Επίσης, στην παρ 2 της εν λόγω διατάξεως ορίζεται, ότι: "Παραλία είναι η ζώνη ξηράς που προστίθεται στον αιγιαλό, καθορίζεται δε σε πλάτος μέχρι και πενήντα (50) μέτρα από την οριογραμμή του αιγιαλού, προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα", ενώ στην παρ. 3 προβλέπεται, ότι: "παλαιός αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς, που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα, οφείλεται σε φυσικές προσχώσεις ή τεχνικά έργα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλαιότερου υφισταμένου αιγιαλού".

Περαιτέρω, κατ' άρθρ. 2 παρ. 1 ιδίου νόμου "ο αιγιαλός, η παραλία, η όχθη και η παρόχθια ζώνη είναι πράγματα κοινόχρηστα και ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, το οποίο τα προστατεύει και τα διαχειρίζεται", ενώ κατά την παρ. 5 του ιδίου άρθρου "ο παλαιός αιγιαλός και η παλαιά όχθη ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και καταγράφονται ως δημόσια κτήματα" (ΑΠ165/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1108 ΑΚ αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλον τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που πρόσβαλε την κυριότητά του, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, όταν, δηλαδή, ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του, που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλον τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα.

Βάση της αρνητικής αγωγής είναι η κυριότητα ή συγκυριότητα του ενάγοντος επί του πράγματος και η προσβολή αυτής με πράξεις διαταράξεως. Διατάραξη της κυριότητας αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό της κυριότητας περιεχόμενο, όταν, δηλαδή, ο τρίτος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνον ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα.

Γενικώς, δε, κάθε πράξη που αποτελεί διατάραξη της νομής, αποτελεί επέμβαση στην κυριότητα, η οποία δικαιολογεί έγερση της αρνητικής αγωγής. Από την ίδια διάταξη (παρ. 2) προκύπτει ότι ο εναγόμενος με την αρνητική αγωγή μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτής την καταλυτική ένσταση ότι την επέμβαση στο ακίνητο ενήργησε με βάση δικαίωμα εμπράγματο ή ενοχικό, το οποίο του παρέχει την εξουσία να παρεμβαίνει στην ιδιοκτησία του ενάγοντος, υπό την προϋπόθεση ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού πηγάζει από έννομη σχέση, η οποία δεσμεύει και τον τελευταίο ενάγοντα-κύριο και όχι από προσωπική σχέση, που συνδέει τον εναγόμενο με τρίτους, οπότε σε περίπτωση απόδειξης του ισχυρισμού αυτού η αγωγή απορρίπτεται.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 9 εδ γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" αφεθείσα αδίκαστη νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που προκαλεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, ήτοι εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Έτσι δεν νοείται "αίτηση" με την έννοια του παρόντος άρθρου ο λόγος εφέσεως ή ένσταση ή αντένσταση και, γενικά, εκείνη που αναφέρεται σε κάθε είδους" πράγματα" με την έννοια του αριθμού 8 (ΑΠ 1384/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ" με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 8,9 και 1 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τον προταθέντα με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του ισχυρισμό, ότι τα επίδικα τμήματα με στοιχεία δ' και ε', αποτελούν τμήματα της παραλίας, άλλως τμήμα του αιγιαλού, διότι καταλαμβάνονται από τη μέγιστη συνήθη ανάβαση του χειμερίου κύματος και είναι πράγματα εκτός συναλλαγής, ότι άφησε αδίκαστη τη σχετική αίτηση και ότι παρέβη τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 967, 968 ΑΚ και 1 του α.ν 2344/1940.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης,κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του και εξέτασε τον περιεχόμενο στον τρίτο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος παραπάνω ισχυρισμό του και τον απέρριψε ως νόμω αβάσιμο, δεχόμενο ότι "η απόσβεση εμπραγμάτων δικαιωμάτων με τον καθορισμό παραλίας σε κτήματα τρίτων, με βάση το άρθρο 6 παρ. 1 του α.ν 2344/1940 και η μεταγωγή της κυριότητας αυτών στο Ελληνικό Δημόσιο επέρχεται μόνο από και δια της καταβολής ή παρακαταθέσεως της αποζημίωσης που καθορίζεται δικαστικώς, δηλαδή από και δια της συντελέσεως της απαλλοτριώσεως μετά την τήρηση της νόμιμης απαλλοτριωτικής διαδικασίας την οποία ουδόλως επικαλούνται (οι εκκαλούντες) προς επίρρωση του ισχυρισμού τους και η οποία άλλωστε αποδείχθηκε ότι δεν έχει συντελεσθεί ακόμη".

Επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του (από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), διότι ο επίμαχος ισχυρισμός δεν αποτελεί αυτοτελή αίτηση, κατά την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά ένσταση που περιεχόταν σε λόγο εφέσεως και, επομένως, δεν ιδρύει τον ερευνώμενο λόγο, αλλά εκείνον του αρ. 8 του ίδιου άρθρου.

Τέλος, όσον αφορά το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, στη μείζονα σκέψη, ο αναιρεσείων- εκκαλών Δήμος Αγιάς, μπορούσε να αντιτάξει κατά των αναιρεσιβλήτων-εφεσιβλήτων, κατ' άρθρο 1108 παρ. 2 ΑΚ, μόνο την ένσταση ότι την επέμβαση στο ακίνητο ενήργησε με βάση δικαίωμα εμπράγματο ή ενοχικό, το οποίο του παρέχει την εξουσία να παρεμβαίνει στην ιδιοκτησία των εναγόντων και όχι με βάση δικαίωμα τρίτου, όπως είναι ο ισχυρισμός ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν τμήμα του αιγιαλού, ο οποίος ανήκει κατά κυριότητα στο Δημόσιο.

Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ "Δήμος Αγιάς", προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ασκουμένου αγωγικού δικαιώματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, την οποία επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, που επιλήφθηκε κατόπιν έφεσης αυτού κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Ειδικότερα, όσον αφορά την παραπάνω ένσταση το αναιρεσείον ισχυρίσθηκε• ότι: "Επειδή στην κρινόμενη περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι τα επίδικα τμήματα της ένδικης αγωγής των αντιδίκων αποτελούν τμήματα των περιγραφομένων στο ιστορικό της ακινήτων των αντιδίκων-γεγονός που ρητώς αρνούμαστε- η άσκηση του δικαιώματος αυτών να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους, προφανώς υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος τους, ενόψει των εξής πραγματικών περιστατικών: -Συνομολογείται στην ένδικη αγωγή τους, ότι παρέσχον τη συναίνεσή τους στην τότε Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση να προβεί σε χάραξη και ασφαλτόστρωση του μοναδικού παραλιακού δρόμου της περιοχής, για την κατασκευή του οποίου δαπανήθηκε το ποσό των 164.500.000 δρχ. -Είναι το μοναδικό σημείο δια του οποίου είναι εφικτή η διέλευση του δρόμου, διότι δυτικότερα κείται η ιδιοκτησία και η οικοδομή των αντιδίκων, ανατολικότερα δε, εκτός του ότι είναι η γραμμή παραλίας δεν είναι εφικτή η διέλευση του δρόμου, διότι, κατά το προσαγόμενο από τους αντιδίκους...

έγγραφο της τότε Δ.Τ.Υ της Ν.Α Λάρισας με αριθμό πρωτοκόλλου …/…-04-2002 "η κατασκευή του δρόμου ανατολικότερα όπου το έδαφος είναι αμμώδες, δεν ενδείκνυται από τεχνική άποψη, δεδομένου ότι δεν διασφαλίζεται η σταθερότητά του. Επί πλέον, σε μια τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να κατασκευασθούν τεχνικά έργα και δυσανάλογα μεγάλα έργα αντιστήριξης και προστασίας του δρόμου από τις περιπτώσεις υψηλής στάθμης του χειμερίου κύματος. -Ήδη για την βελτίωση του δρόμου αυτού από πενταετίας περίπου έχει κατασκευασθεί από την ίδια υπηρεσία γέφυρα και δαπανήθηκε για το σκοπό αυτό 1.550.000 ευρώ. -Καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το 1988 που χαράχθηκε και το 1989 που ασφαλτοστρώθηκε ο παραλιακός δρόμος οι αντίδικοι ουδέποτε με τη συμπεριφορά τους έδειξαν ότι αμφισβητούν τη νομιμότητα της ύπαρξης και λειτουργίας του. -Η πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού περιθωρίου χωρίς οποιαδήποτε αντίδρασή τους, ευλόγως δημιούργησε την πεποίθηση σε μας, αλλά και στους δημότες και τους παρεπιδημούντες στην περιοχή, η οποία έχει εξόχως τουριστικό χαρακτήρα, ότι ουδείς αμφισβητεί ή πρόκειται να αμφισβητήσει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του δρόμου και το χαρακτήρα της ανατολικά αυτού εκτάσεως ως παραλίας. -Η αμφισβήτηση με την ένδικη αγωγή του χαρακτήρα των επίδικων τμημάτων α, β, ως τμήματος του κοινοχρήστου δημοτικού δρόμου … και των τμημάτων δ, ε, ως τμημάτων της παραλίας, προφανώς υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν οι διακωλυτικές του δικαιώματος αρχές του άρθρου 281 ΑΚ και ότι -σε κάθε, όμως περίπτωση, ειδικά για τις παραπάνω υπό στοιχεία α και β επίδικες εκτάσεις που καταλαμβάνονται απ' τον προαναφερόμενο παραλιακό δρόμο, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι εμπίπτουν στα όρια ιδιοκτησίας των αντιδίκων, όπως αυτά προκύπτουν απ' τους επικαλούμενους τίτλους τους, γεγονός που ρητώς αρνούμαστε, είναι κατάδηλο, ότι γι' αυτές η άσκηση του δικαιώματος τους ν' αξιώσουν την αναγνώριση της κυριότητάς τους επ' αυτών και εντεύθεν την επανεγκατάστασή τους, προφανώς υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος τους, ενόψει της προηγηθείσης συμπεριφοράς τους (συναίνεση στη δημιουργία, ασφαλτόστρωση και ύπαρξη του δρόμου), της πραγματικής καταστάσεως που δημιουργήθηκε εξ αιτίας αυτής της συμπεριφοράς (υπέρογκες δαπάνες για την ασφαλτόστρωση και την εξασφάλιση λειτουργίας της οδού με την κατασκευή της γέφυρας "…") και των επαπειλουμένων από την ένδικη αγωγή τους συνεπειών (πλήρης καταστροφή και αχρησία του παραλιακού δικτύου)".

Το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης; με τον οποίο το εκκαλούν-εναγόμενο επανέφερε την πιο πάνω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις παραδοχές που λεπτομερώς αναφέρθηκαν πιο πάνω. Το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ, "Δήμος Αγιάς" με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, σχετικά με την απόρριψη της ως άνω ένστασης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, που απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγικής αξίωσης, δεν έλαβε υπόψη όλα τα παραπάνω εκτιθέμενα στην ένσταση του αναιρεσείοντος αυτοτελή πραγματικά περιστατικά και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη το υψηλότατο κόστος κατασκευής της οδού και της γέφυρας, την προηγηθείσα συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε, εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς και τις επαπειλούμενες από την ένδικη αγωγή συνέπειες, Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής, διότι, ανεξάρτητα από τη μη λήψη υπόψη των πιο πάνω περιστατικών, η ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και πάλι είναι ουσιαστικά αβάσιμη, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρθηκαν παραπάνω, κατά την εξέταση του αντίστοιχου λόγου αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ "Περιφέρεια Θεσσαλίας".

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι η παράβαση του άρθρου αυτού αναφέρεται επιγραμματικά στο δικόγραφο και δεν διαλαμβάνει το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 249, 251 και 1108 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση προστασίας του δικαιώματος κυριότητας που ασκείται με την αρνητική αγωγή παραγράφεται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, από τότε που γεννήθηκε η αξίωση με την επέμβαση άλλου προσώπου και τη δημιουργία επί του πράγματος κατάστασης που αντιτίθεται στο δικαίωμα κυριότητας, το οποίο προσβάλλεται με διατάραξη ή επέμβαση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Η ανωτέρω εικοσαετής παραγραφή αρχίζει από την επομένη ημέρα εκείνης, κατά την οποία επήλθε η διατάραξη και λήγει την τελευταία ημέρα μετά την παρέλευση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος της παραγραφής. Αν η διατάραξη είναι συνεχής για το λόγο ότι προκλήθηκε από κατασκεύασμα, η παραγραφή αρχίζει από τότε που κατασκευάστηκε το έργο. Αν η διατάραξη γίνεται με περιοδικά επαναλαμβανόμενες πράξεις, καθεμία από αυτές αποτελεί αυτοτελή διατάραξη και άρα, από κάθε διαταρακτική ενέργεια αρχίζει νέα παραγραφή.

Στην προκείμενη περίπτωση, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ "Δήμος Αγιάς", με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του, ισχυρίστηκε ενώπιον του Εφετείου, ότι η αξίωση των εναγόντων υπέκυψε στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, διότι από την χάραξη και επίστρωση με σκύρους της παραλιακής οδού στα επίδικα σημεία, τον Απρίλιο του 1988 και την ολοκληρωμένη ασφαλτόστρωση εντός του Ιουνίου του ίδιου έτους, τα μεν επίδικα τμήματα με στοιχεία α' και β' αποτελούν μέρος αυτής, τα δε επίδικα τμήματα με στοιχεία δ' και ε αποτελούν τμήματα της παραλίας, άλλως του αιγιαλού, επί των οποίων έκτοτε ουδεμία διακατοχική πράξη άσκησαν οι ενάγοντες, με αποτέλεσμα, μέχρι την επίδοση της αγωγής στο εναγόμενο-αναιρεσείον, στις 25-7-2008, να έχει παρέλθει εικοσαετία και η σχετική αξίωση αυτών να έχει υποπέσει σε παραγραφή.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την πιο πάνω ένσταση παραγραφής, δεχόμενο ότι "οι διαταρακτικές του δικαιώματος της κυριότητάς τους (εναγόντων) πράξεις στο επίδικο ακίνητο, που ξεκίνησαν με την περάτωση του δρόμου τον Οκτώβριο του έτους 1988, στα υπό στοιχεία α, β και γ ακίνητα, επαναλήφθηκαν σε αυτά εν έτει 1995 και επαναλαμβάνονται ετησίως, έκτοτε, κάθε καλοκαίρι στα ακίνητα με αριθμούς δ και ε και ότι συνεπώς, από τότε που ξεκίνησε η εικοσαετής παραγραφή του δικαιώματος των εναγόντων για την προστασία της κυριότητας τους, τον Οκτώβριο του έτους 1988 μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής αυτής, δηλ.

τον Ιούλιο του έτους 2008, δεν έχει συμπληρωθεί η ανωτέρω παραγραφή ούτε για τα επίδικα α, β και γ', πολλώ δε μάλλον για τα επίδικα υπό στοιχεία δ και ε τμήματα των ακινήτων τους, η διατάραξη της κυριότητας των οποίων ξεκίνησε μετά το έτος 1995 και επαναλαμβάνεται κάθε έτος, ενόψει του ότι όταν η διατάραξη γίνεται με πράξεις που επαναλαμβάνονται περιοδικά, η κάθε μια αποτελεί χωριστή διαταρακτική πράξη και επομένως μετά από κάθε τέτοια αρχίζει νέα παραγραφή".

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι, αφενός μεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, σχετικά με την έναρξη του χρόνου της εικοσαετούς παραγραφής, όσον αφορά τα επίδικα υπό στοιχεία α' και β' ακίνητα, δεχόμενη ότι ο χρόνος έναρξης της εικοσαετούς παραγραφής είναι ο χρόνος της περάτωσης του δρόμου τον Οκτώβριο του έτους 1988 και όχι ο χρόνος ενάρξεως των εργασιών, με την κατασκευή της κατάλληλης υποδομής του υποστρώματος της οδού (Μάρτιος 1988), αφ' ετέρου δε ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, δεχόμενη ότι με την κατασκευή του ασφαλτοστρωμένου παραλιακού δρόμου που ολοκληρώθηκε, κατά τις παραδοχές της, τον Οκτώβριο του 1988, υπήρξε διατάραξη της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί των παραπάνω επιδίκων τμημάτων και όχι κατάληψή τους εκ μέρους του αναιρεσείοντος και της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και αποβολή των αναιρεσιβλήτων από τη νομή τους, η οποία (προσβολή της κυριότητας) προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων Δήμος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 251 ΑΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι το Εφετείο, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας την πιο πάνω διάταξη, δέχθηκε ότι η παραγραφή της ένδικης αξίωσης, εφόσον αφορά συνεχή διατάραξη της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στα με στοιχεία α' και β' εδαφικά τμήματα των ακινήτων τους που προήλθε από την κατασκευή του προαναφερόμενου δρόμου, αρχίζει από την αποπεράτωσή του, η οποία, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του έτους 1988, με αποτέλεσμα μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αρνητικής αγωγής, την 25-7-2008, να μην έχει συμπληρωθεί εικοσαετία.

Κατά το μέρος που με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 1108 ΑΚ, αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον τον ισχυρισμό ότι δεν υπήρξε διατάραξη της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, αλλά αποβολή τους από τη νομή των επίδικων ακινήτων και ότι, συνεπώς, προστατεύονται με την διεκδικητική και όχι με την κρινόμενη αρνητική κυριότητας αγωγή, δεν τον είχε προβάλει στο δικαστήριο της ουσίας με λόγο έφεσης (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Σε κάθε όμως περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι αποτελεί διαταρακτική ενέργεια η κατασκευή της οδού στα επίδικα τμήματα των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, η διατήρηση της οποίας συνεπάγεται όχι αφαίρεση και κατακράτηση των τμημάτων των ακινήτων, επί των οποίων το πιο πάνω κατασκεύασμα, αλλά διαρκή και εξακολουθητική διατάραξη των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων στην κυριότητά τους επί των επιδίκων.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.δ/τος 31/1968, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 62 του ν. 1416/1984, ως προς τα ακίνητα των Δήμων και των Κοινοτήτων, εφαρμόζεται η νομοθεσία που ισχύει εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, εκτός από τα άρθρα 8 έως 20 του αναγκαστικού νόμου 1539/1938. Επομένως, εφαρμόζεται το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938, κατά το οποίο τα ακίνητα του Δημοσίου και κατ' επέκταση και των Δήμων και Κοινοτήτων, είναι ανεπίδεκτα νομής τρίτου και γι' αυτό τα ακίνητα αυτά εξαιρούνται και είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας τακτικής ή έκτακτης.

Η διάταξη αυτή προϋποθέτει, ότι οι Δήμοι είναι κύριοι των εξαιρουμένων της χρησικτησίας ακινήτων πραγμάτων. Έτσι, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, προκειμένου περί ακινήτων κτημάτων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και μάλιστα της έκτακτης χρησικτησίας, μπορούσε να συμπληρωθεί μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου 1968, οπότε και άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 431/1968, με τις οποίες έχει αρθεί η απαγόρευση διάθεσης των αγροτικών κλήρων που παραχωρήθηκαν για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, σύμφωνα με τα άρθρα 208-212 του Αγροτικού Κώδικα, υπό τον όρο να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής, σαφώς προκύπτει, ότι ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνο όταν γίνεται εκουσίως από τον κληρούχο, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας και χωρίς τη θέληση του κληρούχου, όπως με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη).

Επομένως, μετά την ισχύ του Α.Ν 431/1968 ο κληρούχος, ο οποίος θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου καλής πίστης νομέας του κλήρου και αν ακόμη δεν ήταν πραγματικά κάτοχος (αρθρ. 79 παρ.2 Αγροτικού Κώδικα), μπορεί να απωλέσει τη νομή ή κυριότητα επί του κλήρου αν τη φυσική εξουσία αυτού αποκτήσει και ασκήσει τρίτος με τα προσόντα της χρησικτησίας, οπότε ο τελευταίος αποκτά την κυριότητα και νομή του όλου κλήρου (κληροτεμαχίου), όχι όμως και όταν η φυσική εξουσία αποκτάται και ασκείται σε τμήμα μόνο του κληροτεμαχίου, γιατί στην περίπτωση αυτή επέρχεται κατάτμηση του και ο τρίτος δεν μπορεί να θεωρηθεί νομέας του τμήματος, του οποίου κατά πλάσμα του νόμου, εξακολουθεί να είναι ο κληρούχος, έστω και αν δεν είναι πλέον κάτοχος.

Η φυσική κατάτμηση των κληροτεμαχίων κατά το τελευταίο εδάφιο της παραπάνω διάταξης (αρθρ. 1 Α.Ν 431/1968) απαγορεύεται όχι μόνον όταν γίνεται από τον κληρούχο, αλλά και από τους διαδόχους του για τον προφανή αντικειμενικό λόγο της επωφελέστερης εκμετάλλευσης των κληροτεμαχίων (Ολ.ΑΠ 1520/1982).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του που προαναφέρθηκαν, δέχθηκε ότι τα δύο αγροτεμάχια που περιήλθαν στην κυριότητα των εναγόντων, τμήματα των οποίων αποτελούν τα επίδικα, "ήταν τμήματα ενός αρχικού αγροτεμαχίου 8.072 τ.μ, ευρισκόμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Σωτηρίτσας Αγιάς...

το οποίο κατείχε και νεμόταν διανοία κυρίου ο πατέρας των εναγόντων και το οποίο απέκτησε αυτός ως εξής: 1)... 4) έκταση 1.126 τ.μ από χρησικτησία, αφού ασκούσε επ' αυτών διανοία κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής από το έτος 1968" και ότι ".. οι ενάγοντες απέκτησαν τα προαναφερόμενα ακίνητά τους από αληθινούς κυρίους αποκτήσαντες αυτά με πρωτότυπο τρόπο, όπως ανωτέρω περιγράφηκε, ήτοι με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο στους απώτερους δικαιοπαρόχους τους, ένα δε μικρό τμήμα των πρώτων από τα προαναφερθέντα ακίνητα έκτασης 1.126 τ.μ από χρησικτησία, αφού από την ημερομηνία κτήσης τους ο δικαιοπάροχος πατέρας τους ασκούσε όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής διανοία κυρίου τις οποίες συνέχισαν οι ίδιοι με αποτέλεσμα μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής να καταστούν κύριοι αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας λόγω της υπερεικοσαετούς νομής τους διανοία κυρίου, χωρίς να ενοχληθούν από οποιονδήποτε τρίτο".

Ενόψει των παραδοχών της αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 1.126 τ.μ εκ μέρους του δικαιοπαρόχου πατέρα των αναιρεσιβλήτων και των ιδιώνυμε έκτακτη χρησικτησία, στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών διότι, λαμβανομένου υπόψη ότι το αρχικό αγροτεμάχιο, τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα, προερχόταν από τα τεμάχια οριστικής διανομής με αρ.

… και … του έτους 1931, δεν εκτίθεται σε αυτή αν το τμήμα αυτό των 1.126 τ.μ εμπίπτει εντός του … τεμαχίου οριστικής διανομής του αγροκτήματος Σωτηρίτσας που ανήκε στις Α. Σ. και Μ. Π. ή εντός του … τεμαχίου της οριστικής διανομής που ανήκει στην τότε κοινότητα Σωτηρίτσας και ήδη στον αναιρεσείοντα Δήμο Αγιάς, οπότε, στην τελευταία περίπτωση, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας (από 2-12-1968), ως ανήκον σε O.T.A, αλλά και ως τμήμα κληροτεμαχίου, με βάση τον Α.Ν 431/1968, και, περαιτέρω, δεν εκτίθεται αν αυτό (τμήμα των 1.126 τ.μ) εμπίπτει εντός των επίδικων εδαφικών τμημάτων.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικών διατάξεων με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Δήμου (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 276 παρ.1 και 281 του Ν.3463/2006), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τη συνεκδίκαση της από 22-2-2019 αίτησης αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ" και της από 22-2-2019 αίτησης αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ" κατά της υπ' αριθμ. 20/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Απορρίπτει την από 22-2-2019 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 20/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Δέχεται την από 22-2-2019 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ" για αναίρεση της πιο πάνω απόφασης.

Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την υπ' αριθμ. 20/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το πιο πάνω μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ