Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
845/2012 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding finality of prior judgment.

Geschäftsnummer 845/2012
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellants' request to appeal the Second Instance Court's decision. The appellants argued the first-instance judgment lacked clarity regarding the monthly salary amount, but the court found the reasoning sufficient and clear. Consequently, the appeal was rejected as the underlying decision was final and properly reasoned.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 553 § 1 para. b Civil Procedure Code; Art. 554 Civil Procedure Code; Art. 559 no. 19 Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if the contested judgment is not final and binding, or if the appeal fails to address the specific grounds for appeal required by law.

Schlagwörter

KI-generiert
Civil Procedure Code Finality of Judgment Appeal Admissibility Reasoning Sufficiency Procedural Bar Second Instance Court Labor Dispute

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 553 § 1 para. b Civil Procedure Code
Art. 554 Civil Procedure Code
Art. 559 no. 19 Civil Procedure Code
Art. 321 Civil Procedure Code
Art. 495 § 1 Civil Procedure Code
Art. 176, 180 § 3, 183, 189 § 1, 191 § 2 Civil Procedure Code

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 845 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 845 /2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Β. Α. του Θ., κατοίκου ... και 2. Ε. Α. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ζωητό.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Γ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Μαρτίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2075/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5324/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17.10.2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 29 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 17.10.2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5324/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρ. 553§1περ.β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρ. 321 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρ. 495§1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (ΟλΑΠ 18/2001).

Περαιτέρω κατά το άρθρ. 554 ΚΠολΔ, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι αν κατά της απόφασης του εφετείου που εκδόθηκε ερήμην κάποιου από τους διαδίκους, ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας και απορριφθεί αυτή για οποιοδήποτε λόγο, η ασκούμενη στη συνέχεια αίτηση αναίρεσης πρέπει κατ' αρχήν να απευθυνθεί κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, εκτός αν ο αναιρεσείων δεν έχει βάσιμο λόγο αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής, οπότε μπορεί να αναιρεσιβάλει απευθείας την ερήμην εφετειακή απόφαση, εφόσον βέβαια δεν παρήλθε εντωμεταξύ ως προς αυτή η προθεσμία της αναίρεσης, που συμβαίνει όταν η ανακοπή ερημοδικίας ασκήθηκε εκπρόθεσμα (ΟλΑΠ 11/1998).

Εξ άλλου ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρ. 554 ΚΠολΔ θεωρείται ότι με την αίτηση αναίρεσης κατά της απορριπτικής της ανακοπής ερημοδικίας απόφασης συμπροσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, με την προϋπόθεση όμως ότι θα περιληφθούν στην αίτηση αναίρεσης και λόγοι που να αφορούν την απόφαση αυτή, αφού με τη ρύθμιση του άρθρ. 554 ΚΠολΔ δεν δημιουργείται υποχρέωση, αλλά απλή ευχέρεια να αναιρεσιβληθούν από κοινού οι δύο αποφάσεις, δηλαδή ο διάδικος του οποίου απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας διευκολύνεται, ασκώντας αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας του, να ζητήσει την αναίρεση και της ερήμην απόφασης, έστω και αν δεν έστρεψε ρητά την αίτησή του και κατ' αυτής.

Στην περίπτωση όμως αυτή θα πρέπει να προβάλει με την αίτησή του όλους τους λόγους αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, αφού η μεταγενέστερη προβολή και άλλων λόγων με νέα αίτηση αναίρεσης προσκρούει στη διάταξη του άρθρ. 515 ΚΠολΔ, που απαγορεύει την άσκηση δεύτερης αίτησης αναίρεσης από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιό της.

Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 664-676 ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 5324/2009 τελεσίδικης ήδη απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε λόγω της ερημοδικίας των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων την από 13.10.2008 έφεσή τους κατά της υπ' αριθ. 2075/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ερήμην αυτών δέχθηκε εν μέρει την εναντίον τους από 19.3.2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, παραδεκτά απευθύνθηκε κατά μόνης της ως άνω εφετειακής απόφασης και όχι και κατά της υπ' αριθ. 4747/2010 απόφασης του ίδιου Εφετείου, που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας τους κατά της ερήμην αυτών εφετειακής απόφασης, αφού οι αναιρεσείοντες έκριναν προφανώς ότι δεν έχουν βάσιμο λόγο αναίρεσης κατά της απορριπτικής της ανακοπής τους εφετειακής απόφασης. Πρέπει έτσι η κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§§1&3 ΚΠολΔ ).

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 115§2, 242§2, 270§1, 524§§2&3 και 528 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ασκηθεί έφεση από το διάδικο που δικάσθηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, η συζήτηση στο εφετείο είναι υποχρεωτικά προφορική, με συνέπεια αυτός, εφόσον επέσπευσε νόμιμα τη συζήτησή της ή κλητεύθηκε νόμιμα από παριστάμενο άλλο διάδικο, να δικάζεται ερήμην και να απορρίπτεται η έφεσή του λόγω της ερημοδικίας του, αν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, αντί να εμφανισθεί ο ίδιος κατά τη συζήτησή της, προκατέθεσε στον αρμόδιο γραμματέα δήλωση ότι δεν θα εμφανισθεί κατ' αυτή, αφού τέτοια δήλωση δεν είναι επιτρεπτή όταν η συζήτηση είναι υποχρεωτικά προφορική.

Εξ άλλου ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι όμως και όταν ο διάδικος εσφαλμένα δεν δικάσθηκε ερήμην, αλλά κατ' αντιμωλία, ή όταν η παράνομη ερημοδικία αφορά συζήτηση της υπόθεσης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, προηγούμενη εκείνης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Γενικότερα ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ως κύρωση για την παράβαση του κατοχυρωμένου από το Σύνταγμα (άρθρ. 20§1) και αποτυπωμένου και στον ΚΠολΔ (άρθρ. 110§2) δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου που παράνομα ερημοδικάσθηκε, πλήττει την ίδια την ερήμην απόφαση, ενώ αν ζητείται η αναίρεση της απόφασης που εσφαλμένα απέρριψε την έφεση κατά της ερήμην απόφασης, τότε το αναιρετικό αίτημα δεν στηρίζεται στον αριθμό 6, αλλά στον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Η ερημοδικία είναι παράνομη στις προβλεπόμενες από το άρθρ. 501 ΚΠολΔ περιπτώσεις για την άσκηση κατά της ερήμην απόφασης ανακοπής ερημοδικίας και πρέπει για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που καθιστούν παράνομη την ερημοδικία.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προσάπτεται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση ότι παρά το νόμο έκρινε δικονομικά απόντες τους αναιρεσείοντες, που παρέστησαν στο Εφετείο με μόνη τη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους κατά το άρθρ. 242§2 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα έτσι να απορρίψει λόγω της ερημοδικίας τους την έφεσή τους κατά της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης, η οποία ερήμην αυτών δέχθηκε προηγουμένως εν μέρει την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου και τους υποχρέωσε να του καταβάλουν εις ολόκληρο το συνολικό ποσό των 38.454,62 ευρώ για αξιώσεις του από τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση, αφού ναι μεν η συζήτηση στο Εφετείο ήταν κατά το άρθρ. 524§2 ΚΠολΔ υποχρεωτικά προφορική και δεν αρκούσε συνεπώς για τη νόμιμη παράστασή τους μόνη η ως άνω δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, όμως το ελάττωμα αυτό στην παράστασή τους δεν συνεπάγεται, κατά την άποψή τους, την απόρριψη της έφεσής τους ως ανυποστήρικτης και θα έπρεπε να κηρυχθεί απλώς απαράδεκτη η συζήτησή της.

Ωστόσο κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 και κατ' εκτίμηση και από τον αριθμό 6 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού αντίθετα με όσα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, η παράστασή τους κατά τη συζήτηση της έφεσής τους με τον ως άνω τρόπο συνεπάγεται την ερημοδικία τους και συνακόλουθα την απόρριψη της έφεσής τους, όπως ορθά έκρινε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ).

3. Από τη διάταξη του άρθρ. 524§3 ΚΠολΔ, που όριζε, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρ. 16§3 του ν. 2915/2001, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι στην περίπτωση αυτή τυπική, αλλά γίνεται κατ' ουσίαν, διότι αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης.

Επομένως στην περίπτωση αυτή της απόρριψης της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος αναιρεσιβαλλόμενη μπορεί να είναι μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρ. 553§1 ΚΠολΔ), στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση.

Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Μάλιστα ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να έχει προταθεί νομίμως, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις.

Πρόταση όμως του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας ή αναλόγως επίκληση του σχετικού μ' αυτόν αποδεικτικού μέσου δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε έτσι ερήμην. Αυτό συμβαίνει και όταν ο εκκαλών, που δικάσθηκε ερήμην στο εφετείο, με συνέπεια η έφεσή του να απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του, είχε και στην πρωτοβάθμια δίκη δικαστεί ερήμην, έστω και αν στην έφεσή του περιεχόταν ως λόγος έφεσης ο σχετικός ισχυρισμός, αφού το εφετείο εμποδιζόταν από το άρθρ. 524§3 ΚΠολΔ να τον ερευνήσει εξαιτίας της ερημοδικίας του, οπότε ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προταθεί ούτε στο εφετείο.

Ανάγκη επίκλησης υπάρχει και για το αποδεικτικό μέσο της δικαστικής ομολογίας, δηλαδή εκείνης που γίνεται προφορικώς ή εγγράφως στο δικαστήριο που δικάζει ή σε εντεταλμένο δικαστή και αποτελεί κατά το άρθρ. 352 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη σε βάρος του διαδίκου που ομολογεί, η οποία ναι μεν λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, όμως για να δημιουργηθεί ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει να εκτίθεται στην αίτηση αναίρεσης ότι ο αναιρεσείων την επικαλέσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αποδεικνύει τον ισχυρισμό του προσκομίζοντας τις προτάσεις του αντιδίκου του, αν σ' αυτές περιέχεται η ομολογία.

Ωστόσο δικαστική ομολογία δεν είναι κατά την έννοια του άρθρ. 352 ΚΠολΔ κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, ως προς το οποίο ο αντίδικός του έχει το δικονομικό βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, δηλαδή για να συντρέχει η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει η δικαστική ομολογία που αγνοήθηκε να είναι σαφής και συγκεκριμένη και να επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, παραλείποντας να λάβει υπόψη του τη δικαστική ομολογία, κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το συναγόμενο απ' αυτή.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 118 αριθ.4, 566§1 και 577§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο, σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τη νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρ. 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 32/1996), διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Ειδικότερα για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ.559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας θεμελίωσε την κρίση του για τη βασιμότητα ή αναλόγως την αβασιμότητα της ένδικης αγωγής, αφού μόνο με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της απόφασής του μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη σ' αυτή νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1536/2004, 538/2007).

Αντίστοιχα και ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης αυτοτελή ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε, είναι ορισμένος όταν εξειδικεύεται ο ισχυρισμός αυτός στο αναιρετήριο σε συνάρτηση με την επίδρασή του στη διαμόρφωση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και επίσης αναφέρεται ο τρόπος που προτάθηκε, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990).

Με τον τρίτο και τους δεύτερο και πέμπτο κατά το κύριο σκέλος τους λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, η αιτίαση ότι εξαιτίας της ερημοδικίας των αναιρεσειόντων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν λήφθηκαν υπόψη κρίσιμοι για την έκβαση της δίκης ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, που προβλήθηκαν με τους λόγους της έφεσής τους και αφορούν αντίστοιχα α)τη φύση της εργασιακής σχέσης τους με τον αναιρεσίβλητο ως ορισμένου και όχι ως αορίστου χρόνου, όπως αντίθετα δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση, β)την εβδομαδιαία απασχόλησή του στο 19 κλινών ξενοδοχείο τους σε εξαήμερη και όχι σε πενθήμερη βάση που εσφαλμένα επίσης και αντίθετα προς την οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση και γ)το ύψος του μηνιαίου μισθού του, το οποίο αν και ο ίδιος το προσδιόρισε σε 600 ευρώ καθαρά, εντούτοις η πρωτόδικη απόφαση θεώρησε ότι το ποσό αυτό αφορά το μικτό μηνιαίο μισθό του.

Σύμφωνα όμως με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, οι παραπάνω λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού εξαιτίας της ερημοδικίας των αναιρεσειόντων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό οι σχετικοί μ' αυτούς ισχυρισμοί, ανεξάρτητα από το ότι δεν είναι αυτοτελείς κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, δεν θεωρούνται ότι έχουν νόμιμα προταθεί, ενώ δεν πρόκειται και για ισχυρισμούς που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ.

Ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά το επικουρικό σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι μολονότι με λόγο της έφεσής τους επικαλέσθηκαν την ύπαρξη ομολογίας του αναιρεσιβλήτου, που περιέχεται στην ένδικη αγωγή του και αφορά το ύψος του καθαρού και κατ' επέκταση και του μικτού μηνιαίου μισθού του, εντούτοις η ομολογία αυτή, η οποία αγνοήθηκε από την πρωτόδικη απόφαση, αγνοήθηκε και από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση.

Όμως oι αγωγικοί ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου ως προς το ύψος του μηνιαίου μισθού του, με την απόδειξη του οποίου βαρύνεται αυτός και όχι οι αναιρεσείοντες, δεν συνιστούν ομολογία κατά την έννοια του άρθρ. 352 ΚΠολΔ, ενώ σε κάθε περίπτωση η ερημοδικία των αναιρεσειόντων εμποδίζει, κατά τα προεκτεθέντα, να θεωρηθεί ότι υπήρξε από μέρους τους νόμιμη επίκληση ομολογίας του αντιδίκου τους, που δεν λήφθηκε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο, ώστε από την παράλειψη αυτή να ιδρύεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος.

Κατά την ίδια έννοια είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αυτό αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού εξ αιτίας και πάλι της ερημοδικίας των αναιρεσειόντων δεν υπήρξε νόμιμη από μέρους τους επίκληση αποδεικτικών εγγράφων, ώστε η παράλειψη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να λάβει υπόψη τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα προς απόδειξη του χρόνου λειτουργία του ξενοδοχείου τους (βιβλίο πόρτας του ξενοδοχείου τους και τιμολόγια παροχής υπηρεσιών) να αποτελεί ελεγχόμενη με το λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια.

Εξ άλλου ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αόριστος κατά το επικουρικό σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, ως σφάλμα και πάλι της ενσωματωμένης σ' αυτή πρωτόδικης απόφασης, πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι αντίθετα προς την οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας, που προβλέπει για απασχολουμένους σε ξενοδοχεία δυναμικότητας μικρότερης των 50 κλινών, εφόσον δεν είναι πολυτελείας ή Α' τάξης, σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, έγινε δεκτό "με τις εντεύθεν σε βάρος τους οικονομικές συνέπειες" ότι ο αναιρεσίβλητος εργάσθηκε με σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας στο ξενοδοχείο τους ΑΛΥΖΙΑ, μολονότι αυτό ήταν ενός μόνον αστέρος και δυναμικότητας 19 κλινών.

Όμως οι αναιρεσείοντες, αν και αναφέρονται σε επέλευση δυσμενών γι' αυτούς οικονομικών συνεπειών από την παραπάνω εσφαλμένη, κατά την άποψή τους, παραδοχή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν εξειδικεύουν ωστόσο στο αναιρετήριό τους τις δυσμενείς αυτές συνέπειες, ώστε να μπορεί να συνδεθεί η τυχόν εσφαλμένη αυτή παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας με εσφαλμένο τελικά διατακτικό της απόφασής του.

Συνεπώς ως αόριστος κατά το επικουρικό σκέλος του ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. 4. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες αποδίδουν με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλημμέλεια στην πρωτόδικη απόφαση από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι η απόφαση αυτή περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ύψος του συμφωνημένου και πράγματι καταβαλλόμενου απ' αυτούς στον αναιρεσίβλητο μηνιαίου μισθού κατά τη διάρκεια της εργασιακής απασχόλησής του στο ξενοδοχείο τους ΑΛΥΖΙΑ, αφού στην απόφαση αυτή δεν διευκρινίζεται αν το ποσό των 600 ευρώ, που δέχεται η απόφαση ότι καταβαλλόταν μηνιαίως στον αναιρεσίβλητο, αφορά καθαρές αποδοχές του, όπως και ο ίδιος αναφέρει στην ένδικη αγωγή του, ή μικτές αποδοχές του.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης κατ' αρχήν αγωγής προκύπτει ότι μ' αυτή ο αναιρεσίβλητος δεν προσδιορίζει σε 600 ευρώ το ύψος του καθαρού ή μικτού μηνιαίου μισθού του κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης με τους αναιρεσείοντες, αλλά εκθέτει σ' αυτή ότι λάμβανε καθαρά το μήνα 600 ευρώ έναντι των νόμιμων αποδοχών του, τις οποίες στη συνέχεια της αγωγής του αναλυτικά προσδιορίζει κατά τις επιμέρους περιόδους της όλης απασχόλησής του.

Εξ άλλου η πρωτόδικη απόφαση, αφού προσδιόρισε και αυτή τις νόμιμες αποδοχές του αναιρεσιβλήτου κατά τα μερικότερα διαστήματα της εργασίας του στο ξενοδοχείο των αναιρεσειόντων, τις οποίες με βάση τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τους απασχολούμενους στην υποδοχή των ξενοδοχείων υπαλλήλους υπολόγισε στο συνολικό ποσό των 45.803,95 ευρώ, δέχθηκε στη συνέχεια ότι έναντι των αποδοχών του αυτών οι αναιρεσείοντες του κατέβαλαν σταθερά κατά μήνα το μικρότερο ποσό των 600 ευρώ, δηλαδή του κατέβαλαν καθαρό το ποσό αυτό και συνολικά για διάστημα 18 μηνών το ποσό των 10.800 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επιδίκασε νομιμοτόκως σ' αυτόν τη διαφορά των 35.003,95 ευρώ, πλέον 3.450,67 ευρώ ως αποζημίωση για την απόλυσή του, δεν στέρησε νόμιμης βάσης την απόφασή του, αλλά με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ύψος τόσο των νόμιμων όσο και των πράγματι καταβαλλόμενων στον αναιρεσίβλητο αποδοχών κατά τη διάρκεια της εργασίας του στο ξενοδοχείο των αναιρεσειόντων, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του και επιδίκασε σ' αυτόν τα ως άνω ποσά.

Συνεπώς ο αντίθετος έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συνακόλουθα πρέπει η αίτηση αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου τους, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 180§3, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.10.2010 αίτηση των Β. Α. και Ε. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5324/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε δε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ