Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
839/2021 KI-generiert

Supreme Court allows appeal on insurer's bad faith claim regarding delayed renewal of vehicle insurance policy.

Geschäftsnummer 839/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece allowed the appellant insurance company's appeal regarding the insurer's alleged bad faith in renewing a vehicle insurance policy. The court found that the insurer's acceptance of renewal without explicit knowledge of the driver's license status did not constitute bad faith or create a reasonable expectation of coverage for the specific vehicle. Consequently, the court set aside the lower court's rejection of the appeal and remanded the case for further proceedings on the remaining grounds.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559 no. 1, 561 para. 2, 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure; The acceptance of an insurance renewal without explicit knowledge of the insured's license status does not constitute bad faith or create a reasonable expectation of coverage for the vehicle in question.

Schlagwörter

KI-generiert
insurance renewal bad faith claim vehicle insurance license status Code of Civil Procedure appeal admissibility remand for trial Motorfahrzeug-Haftpflichtversicherung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 839 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 839/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ», που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Α. του Δ., χας Θ. Μ., κατοίκου ... Λάρισας, ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Ι. Μ. του Θ. και Α. Μ. του Θ., υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος συζύγου και πατρός των Θ. Μ. του Ι., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Θεοχαρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01.11.2013 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση σε παρέμβαση – παρεμπίπτουσα (εξ αναγωγής) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 26.02.2013 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας «ΟΣΕ ΑΕ», μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσίβλητης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2861/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1572/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20.09.2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η κρινόμενη από 20.09.2017 (ειδ. αριθμ. εκθ. καταθ. 653/2017) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 1572/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από την αναιρεσείουσα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ παράβολο.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

[ΙΙ] Από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Η κυρίως ενάγουσα (μη διάδικος εν προκειμένω) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΟΣΕ ΑΕ, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 26.02.2013 αγωγή της κατά της ασφαλιστικής εταιρείας «ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α. και Α.Ε.» και ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το ποσόν των 69.900,62 ευρώ συνολικά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, που υπέστη συνεπεία των ζημιών της μεμονωμένης ντηζελομηχανής αμαξοστοιχίας, ιδιοκτησίας της, κατά το αυτοκινητιστικό ατύχημα, που έγινε υπό τις συνθήκες που αναφέρονταν στην αγωγή και οφείλετο σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αποβιώσαντος κατά το ατύχημα οδηγού του υπ’ αριθμ. κυκλ. ... μηχανήματος έργων Θ. Μ., που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.

Ακολούθως, η κυρίως εναγομένη ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, με την από 01.11.2013 προσεπίκληση και την ενωμένη σ’ αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφομένη κατά της καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Α. Α., χήρας Θ.

Μ., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων δύο τέκνων της, υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος κατά το ατύχημα Θ. Μ., συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, επικαλούμενη το περιεχόμενο της ως άνω κύριας αγωγής, στην οποία ήταν εναγόμενη και ισχυριζόμενη ότι ο θανών κατά το ένδικο ατύχημα οδηγός του ασφαλισμένου σ’ αυτήν μηχανήματος έργων, Θ.

Μ., στερείτο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, νόμιμης και για την κατηγορία του συγκεκριμένου οχήματος άδειας οδήγησης, παραβαίνοντας έτσι το άρθρο 6β’ παρ. 1 περ. α’ του Ν. 489/1976, που αποτελούσε συμβατικό όρο της συναφθείσας μεταξύ αυτών σύμβασης ασφάλισης, προσεπικάλεσε την καθ’ ης η προσεπίκληση ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της Ι. (Μ.) και Α.

Μ., υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους, να παρέμβει στη δίκη που ανοίχθηκε με την ως άνω από 26.02.2013 κύρια αγωγή και να την υποστηρίξει απέναντι στην αντίδικό της – ενάγουσα της κύριας αγωγής. Περαιτέρω, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα, ζήτησε (κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της παρεμπίπτουσας αγωγής της), μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, σε περίπτωση που ηττηθεί ως εναγομένη στην ως άνω κύρια αγωγή, ν’ αναγνωρισθεί ότι είναι υποχρεωμένη η παρεμπιπτόντως εναγομένη, ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των άνω ανηλίκων τέκνων της, υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους να καταβάλει, κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας του καθενός, ήτοι κατά ποσοστό 2/8 η εναγομένη ατομικά και κατά ποσοστό 3/8 καθένα από τα ανήλικα τέκνα της, το αιτούμενο με την κύρια αγωγή ποσό των 69.900,62 ευρώ, αλλιώς οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει ως (κυρίως) εναγομένη στην ενάγουσα της κύριας αγωγής, για κεφάλαιο πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή μέχρις εξοφλήσεως, λόγω του συμβατικού αποκλεισμού της ευθύνης της, έναντι του ήδη αποβιώσαντος ασφαλισμένου της – ιδιοκτήτη και οδηγού του ασφαλισμένου οχήματος Θ.

Μ., για τον προαναφερόμενο λόγο.

Στη συνέχεια, η προσεπικαλουμένη και ήδη αναιρεσίβλητη Α. Α., ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των άνω ανηλίκων τέκνων της, υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Θ. Μ., άσκησε παραδεκτά προφορικά στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου και με τις έγγραφες προτάσεις της πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της προσεπικαλούσας – εναγομένης της κύριας αγωγής και κατά της ενάγουσας της κύριας αγωγής, ζητώντας την απόρριψη της κύριας αγωγής, ισχυριζόμενη ότι αποκλειστικά υπαίτιοι άλλως συνυπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος ήταν η ενάγουσα εταιρεία ΟΣΕ ΑΕ και οι προστηθέντες υπάλληλοί της.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο με την υπ’ αριθμό 2861/2014 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την κύρια αγωγή, προσεπίκληση με ενωμένη σ’ αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως και την ασκηθείσα ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, αφ’ ενός δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσίαν την από 26.02.2013 κύρια αγωγή και υποχρέωσε την κυρίως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στην ενάγουσα ΟΣΕ ΑΕ το ποσό των 32.736,45 ευρώ, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση ως ουσιαστικά αβάσιμη και αφ’ ετέρου δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσία την παρεμπίπτουσα αγωγή και αναγνώρισε ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά της (ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανήλικων) είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το ποσό των 32.736,45 ευρώ, κατά το ποσοστό της κληρονομικής μερίδας του καθενός στην κληρονομία του θανόντος Θ. Μ., πλέον της δικαστικής δαπάνης της κύριας δίκης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής του ως άνω ποσού στην κυρίως ενάγουσα από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα μέχρις εξοφλήσεως.

Κατά της απόφασης αυτής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, άσκησαν εφέσεις:

(α) η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΕ κατά της παρεμπιπτόντως εναγομένης Α. Α., ατομικά και για τα ανήλικα τέκνα της, ζητώντας την εξαφάνιση άλλως μεταρρύθμιση της πρωτόδικης αποφάσεως ώστε να γίνει δεκτό το αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής της για καταβολή μαζί με το αιτούμενο κεφάλαιο και των αναλογούντων τόκων, από την επίδοση της κύριας αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, το οποίο απορρίφθηκε σιωπηρά από την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, και

(β) η Α. Α. ατομικά και για τα ανήλικα τέκνα της αφ’ ενός ως προσθέτως παρεμβαίνουσα κατά του ΟΣΕ ΑΕ, ζητώντας να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ της ασφαλιστικής εταιρείας ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΕ και ν’ απορριφθεί η αγωγή κατά της τελευταίας, υπέρ ης παρενέβη προσθέτως, αφ’ ετέρου ως παρεμπιπτόντως εναγομένη κατά της ως άνω παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας ζητώντας ν’ απορριφθεί η η στρεφομένη κατ’ αυτής παρεμπίπτουσα αγωγή και επικουρικά να περιορισθούν οι επιδικαζόμενες απαιτήσεις της παρεμπιπτόντως ενάγουσας.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ’ αριθμό 1572/2016 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσία την πρώτη, ήτοι την έφεση της εκκαλούσης ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας• στη συνέχεια, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση της Α. Α. κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του ΟΣΕ ΑΕ, όπως προαναφέρθηκε και τέλος δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση της ως άνω εκκαλούσας ήδη αναιρεσίβλητης, ως παρεμπιπτόντως εναγομένης στρεφομένης κατά της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας, δεχόμενο την περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ένσταση, που πρόβαλε η παρεμπιπτόντως εναγομένη – εκκαλούσα και, εξαφανίζοντας την εκκαλούμενη απόφαση κατά τις διατάξεις της που αφορούσαν την ανοιγείσα με την παρεμπίπτουσα αγωγή δίκη, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ’ ουσίαν απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή.

Την απόφαση του Μονομελούς Εφετείου προσβάλλει η αναιρεσείουσα –παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την ένδικη αναίρεσή της, αιτούμενη την εξαφάνισή της επί τω τέλει όπως απορριφθεί η έφεση της παρεμπιπτόντως εναγομένης Α. Α. ατομικά και για τα ανήλικα τέκνα της, γίνει δεκτή η δική της έφεση και η παρεμπίπτουσα εξ αναγωγής αγωγή της.

[III] Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδάφ. γ' του ν. 3557/ 2007, η ισχύς του οποίου άρχισε από 14.05.2007, καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795, τ. ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β’ στο Π.Δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης»), το οποίο ορίζει ότι:

«1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται:

(α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί,

(β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α’), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος [...],

(γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος».

Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις που απαρτίζουν, περιοριστικά πλέον, τους τρεις (3) λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφάλισης να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη (άρθρ. 6β παρ. 2 του ίδιου Π.Δ./τος). Από το συσχετισμό μεταξύ τους των τριών περιπτώσεων εξαίρεσης σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος προβλέπει την ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, ως μιας περαιτέρω προϋπόθεσης για τη συγκρότηση των λόγων εξαίρεσης, μόνο στις περιπτώσεις β’ και γ’, όχι όμως και στην περίπτωση α’, δηλαδή στην πρόκληση ατυχήματος από οδηγό που στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί. Ειδικότερα, από τη γραμματική διατύπωση των τριών περιπτώσεων εξαίρεσης συνάγεται ότι στην α’ περίπτωση δεν εξετάζεται και δεν ερευνάται κατά πόσο η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού επηρέασε ή όχι την πρόκληση του ατυχήματος, αφού πρόκειται τυπικά για περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, ενώ η ανάγκη συνδρομής της αιτιώδους συνάφειας ερευνάται μόνο στις δύο άλλες περιπτώσεις.

Συνεπώς, με βάση την προπαρατιθέμενη ρύθμιση του νόμου, δεν έχει νομική επιρροή ο ισχυρισμός του οδηγού που έχει εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα και δεν έχει άδεια ικανότητας οδήγησης ότι γνωρίζει να οδηγεί ή ότι λείπει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έλλειψης της άδειας αυτής και του ατυχήματος (ΑΠ 71/2017, ΑΠ 324/2016). Όλα όσα προαναφέρθηκαν έχουν νομική αξία στις σχέσεις ασφαλιστή και ασφαλισμένου στη λεγόμενη δίκη αναγωγής του πρώτου κατά του δεύτερου, κατά την οποία παρέχεται το δικαίωμα στον ασφαλιστή να εναγάγει τα αναφερόμενα στο άρθρο 11 παρ. 1 του Π.Δ. 237/1986 πρόσωπα και να ζητήσει απ’ αυτά ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει σε εκείνον που ζημιώθηκε από το τροχαίο ατύχημα.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου είτε από κανόνες δημόσιας τάξης, άρα και στο δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή κατά των ασφαλισμένων προσώπων σε περίπτωση συνδρομής λόγου απαλλαγής του από την ασφαλιστική κάλυψη (ΑΠ 18/2010, ΑΠ 1436/2009, ΑΠ 515/2009), το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ’ αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.

Η αδράνεια αυτή του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην συντομότερο από εκείνο που προβλέπεται στο νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό. Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του.

Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1724/2014). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ, 6/2016, 10/2012, 5/2011, 8/2001).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας• η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1666/2010, ΑΠ 1189/2009, ΑΠ 493/2008, ΑΠ 1287/ 2007). Για τη διαπίστωση αυτή, ήτοι αν έγινε εσφαλμένη (ψευδής) ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν το δικαστήριο της ουσίας που κατέληξε στο πιο πάνω νομικό συμπέρασμα διέλαβε σ’ αυτό πανηγυρικά τη φρασεολογία και διατύπωση του νόμου, αλλά αν τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα έγιναν δεκτά συνιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση την έννοια της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 362/2007).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 474/2017, ΑΠ 849/2007).

[IV] Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με τις παραδοχές της παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 6β π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης»). Το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον εν προκειμένω ζήτημα της ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| Περαιτέρω, όσον αφορά την από 01.11.2013 παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑ και ΑΕ κατά της παρεμπιπτόντως εναγομένης Α. Α., χήρας Θ. Μ., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Ι. Μ. και Α. Μ., υπό την ιδιότητά τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Θ.

Μ., από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι με σύμβαση ασφάλισης, που καταρτίσθηκε μεταξύ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας και του Θ. Μ., ιδιοκτήτη του ως άνω υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... μηχανήματος έργων (εκσκαφέα – φορτωτή), δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1-6-2009 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η παρεμπίπτουσα ενάγουσα ασφάλισε την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του ιδιοκτήτη, κατόχου και κάθε οδηγού από την κυκλοφορία του άνω οχήματος, για την ασφαλιστική περίοδο από 15.06.2009 έως 15.06.2010, στην οποία περιλαμβάνεται και ο κρίσιμος χρόνος του ενδίκου ατυχήματος.

Σύμφωνα με τον υπ’ αριθμ. 1 όρο της, η ανωτέρω σύμβαση διεπόταν από τις διατάξεις του Ν. 489/1976, του ΠΔ 237/1986, του Ν. 2496/1997 και του Ν. 3557/2007, που ίσχυαν κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης και, συνακόλουθα από τις εξαιρέσεις της ασφαλιστικής κάλυψης οι περιπτώσεις ζημιών που αναφέρονται στα ως άνω νομοθετήματα.

Μεταξύ των περιπτώσεων αυτών είναι και οι ζημίες που προκαλούνται από οδηγό, ο οποίος στερείται της προβλεπόμενης από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί άδειας οδήγησης (άρθρο 6β παρ.1 περ. α’ του Ν. 489/1976, όπως προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007), η εξαίρεση δε αυτή αναφέρθηκε ρητώς στου έντυπους Γενικούς και Ειδικούς όρους, που συνοδεύουν το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Έτσι, η προαναφερόμενη περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη είχε αποτελέσει περιεχόμενο του ενδίκου ασφαλιστήριου συμβολαίου και είχε γίνει αποδεκτή από τον άνω ασφαλισμένο – ιδιοκτήτη του ασφαλισμένου οχήματος και τον δέσμευε, γεγονός που συνομολογείται από την παρεμπιπτόντως εναγομένη, ατομικά και υπό την ιδιότητα που παρίσταται, καθόσον δεν αμφισβητείται ειδικά από αυτήν (άρθρο 261 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών οδηγός του ως άνω οχήματος έργων Θ. Μ. διέθετε κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, την υπ’ αριθμ. … από 21.05.2008 «άδεια μηχανοδηγού – χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων με κινητήρια θερμική μηχανή» Δ' τάξης, που του παρείχε το δικαίωμα χειρισμού μηχανημάτων ισχύος από 17-100 ΗΡ (βλ.

προσκομιζόμενη σε φωτοαντίγραφο την άνω άδεια), ενώ το ασφαλισμένο υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... μηχάνημα έργων (φορτωτής – εργοστασίου κατασκευής VOLVO, τύπου ΒΜ 4400, έτους 1986), που οδηγούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο, είχε ισχύ 128 ΗΡ (βλ. την προσκομιζόμενη σε φωτοαντίγραφο άδεια κυκλοφορίας του άνω οχήματος). Επομένως, ο άνω οδηγός οδηγούσε το ως άνω ασφαλισμένο μηχάνημα έργων, στερούμενος της προβλεπόμενης από το νόμο και για την κατηγορία του συγκεκριμένου οχήματος άδειας οδήγησης (άρθρο 97 του ΚΟΚ), που ήταν η άδεια μηχανοδηγού – χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, με κινητήρια θερμική μηχανή Γ’ τάξης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 31/1990 (ΦΕΚ Α’/11/5-2-1990), η οποία παρέχει το δικαίωμα χειρισμού μηχανημάτων ισχύος από 101-200 ΗΡ, όπως ήταν η ισχύς του ασφαλισμένου οχήματος, παραβαίνοντας με τον τρόπο αυτό τον προαναφερόμενο όρο του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια ως προς την παράβαση από τον θανόντα οδηγό του μηχανήματος έργων του ως άνω όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, λόγω μη κατοχής της προβλεπόμενης από το νόμο και για την κατηγορία του ασφαλιζόμενου οχήματος άδειας οδήγησης, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει ο περί του αντιθέτου 2ος λόγος της από 02.02.2015 έφεσης της παρεμπιπτόντως εναγομένης να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση δικαιώματος υπάρχει, όταν από την προηγούμενη κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ).

Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι παρά την κατοχή από τον Θ. Μ. της ως άνω άδειας μηχανοδηγού – χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων με κινητήρια θερμική μηχανή Δ’ τάξης, την οποία κατέθεσε στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, κατά τη σύναψη της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, μαζί με την άδεια κυκλοφορίας του υπ’ αριθμ.

κυκλοφορίας ... ασφαλιζόμενου μηχανήματος έργων, στην οποία αναγράφεται η ισχύς αυτού (128 ΗΡ) και, συνακόλουθα, η ενάγουσα έλαβε γνώση, δια των νομίμων εκπροσώπων της, των εν λόγω αδειών και των επιμέρους στοιχείων εκάστης εξ αυτών, η τελευταία δεν πρόβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση ούτε διατύπωσε κάποια παρατήρηση, αλλά προέβη στην κατάρτιση της ως άνω ασφαλιστικής σύμβασης καθώς και στις ανανεώσεις αυτής, εισπράττοντας τα συμφωνηθέντα ασφάλιστρα.

Αποτέλεσμα της ως άνω συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας ήταν να δημιουργηθεί στον ως άνω ασφαλισμένο της η εύλογη πεποίθηση ότι, σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, δεν θα επικαλεστεί τον όρο της εξαίρεσής της από την ασφαλιστική κάλυψη του άνω οχήματος, λόγω έλλειψης της απαιτούμενης από το νόμο άδειας οδήγησης αυτού, λαμβανομένου υπόψη και του ότι αφ’ ενός μεν η ισχύς της κινητήριας θερμικής μηχανής του ασφαλιζόμενου μηχανήματος έργων ήταν 128 ΗΡ, δηλαδή δεν υπερέβαινε ουσιωδώς το ανώτατο όριο της κατεχόμενης από τον ασφαλισμένο άδειας μηχανοδηγού – χειριστή Δ' τάξης, που ήταν μέχρι 100 ΗΡ, αφ’ ετέρου δε ο άνω οδηγός διέθετε και επαγγελματική άδεια οδήγησης αυτοκινήτων Γ’ κατηγορίας, ήτοι φορτηγών αυτοκινήτων με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος που υπερβαίνει τα 3.500 χλγ (άρθρο 94 παρ. 1 ΚΟΚ).

Ενόψει των ανωτέρω, η επίκληση από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία κατά της συζύγου και των δύο ανηλίκων τέκνων του θανόντος κατά το ένδικο ατύχημα ασφαλισμένου της, ως καθολικών διαδόχων αυτού, του γεγονότος της έλλειψης από τον θανόντα της απαιτούμενης από το νόμο άδειας οδήγησης του άνω μηχανήματος έργων, ως λόγου εξαίρεσης από την ευθύνη της για την ασφαλιστική του ασφαλιζόμενου οχήματος, έρχεται σε αντίθεση με την προηγούμενη συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της και προκαλεί την εντύπωση έντονης αδικίας, κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω γεγονότων (όχι ουσιώδης διαφορά μεταξύ της ισχύος της κινητήριας θερμικής μηχανής του ασφαλιζομένου μηχανήματος έργων και του ανωτάτου ορίου της ισχύος της κινητήριας θερμικής μηχανής των χειριζομένων από τον Θ.

Μ. μηχανημάτων έργων, με βάση την κατεχόμενη από αυτόν άδεια καθώς και την κατοχή από τον τελευταίο επαγγελματικής άδειας οδήγησης φορτηγών αυτοκινήτων με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος που υπερβαίνει το 3.500 χλγ), αλλά και του ότι το ένδικο ατύχημα συνέβη, ενώ το άνω όχημα εκινείτο στο οδικό δίκτυο και μάλιστα σε χωμάτινη, αγροτική οδό και όχι κατά τη λειτουργία του ως μηχανήματος έργων, οπότε θα απαιτείτο ιδιαίτερος χειρισμός αυτού κατά την υπεύθυνη επίβλεψη της λειτουργίας του.

Επομένως, η ανωτέρω συμπεριφορά της παρεμπιπτόντως ενάγουσας είναι καταχρηστική, καθόσον υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός της, η ικανοποίηση του οποίου τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με επαχθείς για τους καθολικούς διαδόχους του ασφαλισμένου επιπτώσεις|».

[V] Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την αιτιολογία της απόφασής του, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις πάνω διατάξεις 281 ΑΚ και 6β παρ.1 περ. α’ του Ν. 489/1976, όπως προστέθηκε με το άρθρο 4 Ν. 3557/2007, αφού τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα έγιναν δεκτά, δεν συνιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση την έννοια της κατάχρησης δικαιώματος. Ειδικότερα:

Το γεγονός της μη εναντίωσης της ασφαλιστικής εταιρείας κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, οπότε αυτή (ασφαλιστική εταιρεία) έλαβε γνώση, δια των νομίμων εκπροσώπων της, των αδειών (μηχανοδηγού – χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων Δ’ Τάξης και άδειας κυκλοφορίας του ασφαλιζόμενου οχήματος), την οποία κατέθεσε ο θανών συγγενής τους Θ. Μ. και δεν διατύπωσε κάποια αντίρρηση ή παρατήρηση, δεν ενδιαφέρει για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, αφού σύμφωνα με το νόμο με την ασφαλιστική σύμβαση ασφαλίζεται η αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, ανεξάρτητα από το ποίος το οδηγεί, και όχι η ευθύνη συγκεκριμένου προσώπου και, επομένως, ακόμη και στην περίπτωση που η ασφαλιστική εταιρεία διαπιστώσει ότι ο κύριος του προς ασφάλιση αυτοκινήτου δεν κατέχει νόμιμη άδεια οδήγησης δεν συντρέχει λόγος αρνήσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως και έκδοσης ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αφού με αυτήν (ασφαλιστική σύμβαση) δεν καλύπτεται η αστική ευθύνη του αντισυμβαλλομένου οδηγού, αλλά εκείνη η οποία θα προέλθει από την υφ’ οιουνδήποτε προσώπου νόμιμη οδήγηση του συγκεκριμένου οχήματος.

Επίσης, έσφαλε, απαιτώντας για την συνδρομή εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (281 ΑΚ και 6 β παρ. 1 περ. α’ Ν. 489/1976) και επιπλέον στοιχεία, όπως:

(α) «την μη ουσιώδη διαφορά μεταξύ της ισχύος της κινητήριας θερμικής μηχανής του ασφαλιζόμενου μηχανήματος έργων και του ανωτάτου ορίου της ισχύος της κινητήριας θερμικής μηχανής των χειριζομένων από τον Θ. Μ. μηχανημάτων έργων, με βάση την κατεχόμενη από αυτόν άδεια», καθώς και ότι

(β) «το ένδικο ατύχημα συνέβη, ενώ το άνω όχημα κινείτο στο οδικό δίκτυο και μάλιστα σε χωμάτινη, αγροτική οδό και όχι κατά τη λειτουργία του ως μηχανήματος έργων, οπότε θα απαιτείτο ιδιαίτερος χειρισμός αυτού, κατά την υπεύθυνη επίβλεψη της λειτουργίας του», αφού ζήτησε περισσότερα από όσα στοιχεία αυτή αξιώνει, ενώ κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στο νόμο ή στην ασφαλιστική σύμβαση, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Τέλος, το γεγονός της αποδοχής ανανεώσεως των ασφαλιστικών συμβάσεων εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας, και μάλιστα χωρίς παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία γνώριζε, ότι ο θανών κατά το ένδικο ατύχημα οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία μηχανήματος έργων δήλωσε σ’ αυτήν κατά τη σύναψη της ένδικης συμβάσεως ασφαλίσεως και ειδικότερα κατά την κατάθεση της άδειας μηχανοδηγού – χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων μαζί με την άδεια κυκλοφορίας του μηχανήματος έργων ότι θα οδηγούσε ο ίδιος αποκλειστικά ή και ο ίδιος το ως άνω όχημα, δεν συνιστά καταχρηστική εκ μέρους της προηγηθείσα συμπεριφορά ούτε πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, τέτοια ώστε να δημιουργήσει στον ασφαλισμένο της, την εύλογη πεποίθηση ότι σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος δεν θα επικαλεστεί τον όρο της εξαίρεσής της από την ασφαλιστική κάλυψη του ως άνω οχήματος, λόγω έλλειψης απαιτούμενης από το νόμο άδειας οδήγησης, αφού το δικαίωμα αναγωγής γεννήθηκε μετά την άσκηση της κύριας αγωγής, οπότε και ασκήθηκε.

Συνεπώς, δεν διαπιστώνεται ούτε μακροχρόνια αδράνεια, εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας εν προκειμένω. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αφού η αναιρετική εμβέλεια του γενόμενου δεκτού κατά τα άνω λόγου καλύπτει και αυτούς.

[VI] Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος αυτής που με βάση τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά δέχθηκε ως βάσιμη κατ’ ουσίαν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, την οποία νομίμως δια των προτάσεών της είχε προβάλει η παρεμπιπτόντως εναγομένη και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ).

Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ’ αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1572/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

Διατάσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα που το κατέθεσε. Kαι

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ