Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
831/2021 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to vague and contradictory arguments regarding evidence.

Geschäftsnummer 831/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellants' request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court improperly considered an unproduced authorization document, but the court found their third ground of appeal vague and contradictory. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the costs of the opposing parties.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 118 no. 4, 566 para. 1, 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground must be clear and specific, failing if it contradicts itself or relies on vague assertions that cannot be substantiated.

Schlagwörter

KI-generiert
cassation appeal inadmissible appeal vague appeal grounds contradictory arguments evidence evaluation court costs civil procedure code

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 330 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 831 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 831 /2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. - Π. Κ. του Π., 2) Ε. - Ε. Ζ. του Κ., συζύγου Π. - Π. Κ., κατοίκων …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Μίτζα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Π. του Γ., κατοίκου …., 3) Β. Τ. του Θ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Παπαδογιάννη, που ανακάλεσε την από 8/1/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4741/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3598/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/6/2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 9-4-2017 (4153/354/12-6-2017) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, 3598/12-6-2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή, απορρίφθηκε, όμως, κατ' ουσία η έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 4741/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για την υλική και ηθική ζημία που υπέστησαν, συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), πρέπει δε να ερευνηθεί, περαιτέρω, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή, η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Το παράνομο κρίνεται από το αποτέλεσμα, με την έννοια ότι για την κατάφαση της παρανομίας ερευνάται, αν προκλήθηκε παράνομη ζημία, αν, δηλαδή, προσβλήθηκε δικαίωμα ή έννομο συμφέρον του ζημιωθέντος. Περαιτέρω, αυτοτελής προϋπόθεση είναι η υπαιτιότητα του ζημιώσαντος, δηλαδή, απαιτείται να μπορεί η συμπεριφορά του αυτή να αποδοθεί σε μια ιδιαίτερη ψυχική στάση, που θεωρείται επιλήψιμη και αποδοκιμάζεται από το δίκαιο.

Με τον όρο πταίσμα ή υπαιτιότητα, ως αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης κατά το σύστημα του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 300 αυτού), εννοείται ο ψυχικός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργειά του ή προς το αποτέλεσμά της, ο οποίος (δεσμός) δικαιολογεί τη σε βάρος του μομφή από την έννομη τάξη, με τη γένεση στο πρόσωπο του ευθύνης προς αποζημίωση.

Ο ψυχικός αυτός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργειά του συνίσταται είτε στο ότι επιδίωξε την ενέργεια αυτή (δόλος) είτε στο ότι δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα μέτρα, έτσι ώστε να την αποφύγει. Η προϋπόθεση της υπαιτιότητας πληρούται, αν στο πρόσωπο του ζημιώσαντος υπάρχει οποιαδήποτε μορφή δόλου ή αμέλειας (βαριά ή ελαφρά).

Η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό (ή ικανότητα προς αδικοπραξία ή ικανότητα προς πταίσμα). Ζημία είναι κάθε δυσμενής μεταβολή στα έννομα αγαθά του προσώπου είτε αυτά είναι περιουσιακά είτε μη περιουσιακά, ως συνέπεια της παράνομης πράξης. Η ζημία που προξενείται στα περιουσιακής φύσεως αγαθά του προσώπου, δηλαδή, στα αποτιμητά σε χρήμα αγαθά, αποτελεί την περιουσιακή ζημία, ενώ αυτή που προξενείται στα ηθικά αγαθά του ατόμου, δηλαδή, σε εκείνα που συνδέονται στενά με την προσωπικότητα του (προσβολή της τιμής, της ελευθερίας, της σωματικής και ψυχικής υγείας κ.λ.π του ατόμου), αποτελεί την ηθική βλάβη, η οποία αποκαθίσταται με τη μορφή της χρηματικής ικανοποίησης (άρθρο 932 του Α.Κ.).

Προϋπόθεση για τη γένεση της ευθύνης, κατ' άρθρο 914 του Α.Κ., είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Ως αιτιώδης συνάφεια εννοείται η σχέση μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης, δηλαδή της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δράστη και του αποτελέσματος (ζημίας).

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα τη κοινής πείρας, πρόσφορη και ικανή, μπορούσε δε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Άλλωστε, όσον αφορά στον προσδιορισμό της ακριβέστερης έννοιας του αιτιώδους συνδέσμου, με βάση τη θεωρία της πρόσφορης αιτίας, από τις πολλές αιτίες που συνέβαλαν στην επέλευση της ζημίας, ξεχωρίζει εκείνη, η οποία θεωρείται ως κρίσιμη ή πρόσφορη (causa adaequata).

Πρόσφορη θεωρείται η αιτία τότε μόνο, όταν είχε γενικά τη τάση και ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή ανθρώπινη πείρα, να προκαλέσει τη ζημία. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων, δεν εξετάζονται δε οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόβλεψης του μέσου συνετού ανθρώπου (Ολ.

Α.Π. 18/2004). Η αναγκαιότητα της ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση δεν ορίζεται μεν ρητά στο νόμο, προκύπτει, όμως από τη γενική θεώρηση των διατάξεων που καθιερώνουν αυτή την ευθύνη. Εξάλλου, για την αδικοπρακτική ευθύνη κατά του άρθρου 919 του Α.Κ. απαιτείται: α) ανθρώπινη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) συμπεριφορά που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (είναι, δηλαδή, ανήθικη, ήτοι αντίθετη κατά την κοινή ως προς την ηθική αντίληψη του χρηστώς και λογικώς σκεπτόμενου ανθρώπου. (Ολ.Α.Π. 2/2008), γ) συνοδεύεται από πρόθεση επαγωγής ζημίας (απαιτείται δηλαδή δόλος του δράστη), δ) πρόκληση ζημίας σε άλλον και ε) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Για την ανθρώπινη συμπεριφορά, τη ζημία, τον αιτιώδη σύνδεσμο και την ικανότητα προς καταλογισμό ισχύει ό,τι και για το άρθρο 914 ΑΚ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα, κατά την υπηρεσία του.

Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, "προστηθείς" για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται, κατά τους όρους της διάταξης αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που, με τη βούληση του τελευταίου, ως προστήσαντος, απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς με τη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτού, κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις οδηγίες και τις εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, προς τις οποίες είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται. Από το ίδιο ως άνω άρθρο συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημιές που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον, όχι μόνο, κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ` αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά, κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, που δόθηκαν σ` αυτόν ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ` αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια.

Κατά την έννοια των άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Για το ορισμένο του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ. ΑΠ 20/2005), όταν δε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο δικόγραφο και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Σε περίπτωση που προβάλλεται παραβίαση περισσότερων της μιας διατάξεων, πρέπει να αναφέρονται όλες οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές για καθεμία και το αντίστοιχο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας. Ο λόγος αυτός συντρέχει, όταν υπάρχει παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον ο κανόνας αυτός αποτέλεσε τη μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 1330/2001).

Εξάλλου, ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών, ακόμη και σε προφορικώς καταρτισθείσες συμβάσεις (Α.Π. 1798/2011, Α.Π. 329/2006).

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (Α.Π. 426/2010) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι, ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας, με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ. (Α.Π. 574/2010).

Κατά την έννοια, εξάλλου, του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν, από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο, που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ορισμένο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ, αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξαιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 12/2016).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα (Α.Π. 233/2020, Α.Π. 608/2013).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες (παραδοχές), ως αναγκαίες, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Ως "αιτιολογίες" στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ.

Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν, ως εκ περισσού, ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, που προβάλλεται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων, που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις, που προβάλλονται για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, με το υπ' αριθμ. …/…-7-2008 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Φιλιππάτου... μεταβίβασαν λόγω πώλησης τα κατ' ισομοιρία ποσοστά συγκυριότητάς τους σε τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες...

κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον Α. Χ., αντί τιμήματος 185.473,52 ευρώ. Το τίμημα αυτό συμφωνήθηκε, εξ ολοκλήρου πιστούμενο, να καταβληθεί από τον αγοραστή στους πωλητές άτοκα, εντός δύο μηνών από την ημέρα υπογραφής του συμβολαίου αγοραπωλησίας, από το προϊόν ισόποσου στεγαστικού δανείου που επρόκειτο να λάβει ο αγοραστής από την 1η εναγομένη/εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ή οποιαδήποτε άλλη Τράπεζα ημεδαπή ή αλλοδαπή ή πιστοδοτικό οργανισμό και κατά τον συνήθη και προσδιοριζόμενο από τις ως άνω τράπεζες τρόπο καταβολή των δανείων αυτών ή άλλως, σε περίπτωση μη χορηγήσεως του άνω δανείου, ατόκως εξ ιδίων χρημάτων του αγοραστή εντός τριών μηνών στην περίπτωση αυτή.

Στο συμβόλαιο αυτό δεν συμφωνήθηκε και δεν περιλαμβάνεται κανένας όρος περί καταβολής του ποσού του δανείου απευθείας στους ενάγοντες. Στη συνέχεια εγκρίθηκε από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης, που νομίμως εκπροσωπούσαν αυτήν, του υποκαταστήματος που βρισκόταν στην οδό Σταδίου 38, η χορήγηση στεγαστικού δανείου προς τον αγοραστή Α.

Χ. και υπογράφηκε η υπ' αριθμ. …/…-7-2008 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ αυτών, με την οποία συμφωνήθηκε ο αγοραστής του ακινήτου να λάβει από την 1η εναγομένη τοκοχρεωλυτικό δάνειο ύψους 180.470 ευρώ... Σύμφωνα δε με τον έντυπο όρο της σύμβασης, όπως διατυπώθηκε στο άρθρο 4 αυτής και υπό τον τίτλο 'ανάληψη προϊόντος δανείσματος', το ποσό του δανείου θα πιστωνόταν, μετά την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης...

και την προσκομιδή στην τράπεζα όλων των απαιτούμενων πιστοποιητικών και λοιπών εγγράφων, σε συνδεδεμένο καταθετικό λογαριασμό του οφειλέτη - δανειολήπτη. Έτσι, λίγες ημέρες μετά την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης... και συγκεκριμένα στις 30-9-2008, ο δανειολήπτης Α. Χ. εισέπραξε το προϊόν του δανείου, ύψους 185.470 ευρώ.

Ενώ όμως, παρήλθε το συμφωνημένο δίμηνο από την ημερομηνία συνάψεως της πώλησης, ο τελευταίος δεν κατέβαλε το ποσό αυτό στους ενάγοντες, προς εξόφληση του τιμήματος της αγοραπωλησίας ούτε μέχρι σήμερα έχει καταβάλει τούτο. Από την ανωτέρω σύμβαση δανείου, στην οποία ρητώς ορίστηκε ο τρόπος καταβολής του δανείσματος δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη συμφωνίας όπως το ποσό του δανείου να καταβάλλεται με κάποιο τρόπο στους πωλητές.

Κατά πάγια πρακτική της συγκεκριμένης τράπεζας, η οποία ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, το προϊόν του δανείου καταβαλλόταν στο δανειολήπτη του στεγαστικού δανείου, με τον οποίο άλλωστε και μόνον συμβαλλόταν η τράπεζα και όχι με τον πωλητή, με τον οποίο συμβαλλόταν ο δανειολήπτης για την αγορά του ακινήτου, εξαιτίας της οποίας χορηγούνταν το δάνειο.

Μοναδική εξαίρεση του κανόνα αυτού, την οποία επικαλούνται οι εκκαλούντες για να θεμελιώσουν τις αγωγικές τους αξιώσεις, προβλέπονταν στην υπ' αριθμ. 39/23-02-2005 εγκύκλιο της εναγομένης υπό τον τίτλο "ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΤΑΜΙΕΥΣΗΣ ΔΑΝΕΙΩΝ" και την υπ' αριθμ. 91/21-04-2005 διευκρινιστική εγκύκλιο, που προσκομίζει η εναγομένη, όταν δίδονταν εξουσιοδότηση από τον δανειολήπτη - αγοραστή προς την εναγόμενη τράπεζα να μεταφέρει το ποσό της εκταμίευσης σε δεσμευμένο καταθετικό λογαριασμό του πωλητή πριν την υπογραφή του συμβολαίου αγοραπωλησίας του ακινήτου και τούτο για να μην χάσει η τράπεζα τον πελάτη/αγοραστή.

Τέτοιου είδους όμως εξουσιοδότηση δεν αποδείχθηκε ότι δόθηκε στην εναγομένη τράπεζα από τον αγοραστή... ούτε την επικαλείται κανείς.... Καθίσταται φανερό μετά ταύτα ότι η 1η εναγομένη δεν φέρει καμία ευθύνη για τη συμπεριφορά του πελάτη της. Επιπλέον, η συμπεριφορά που οι υπάλληλοι της 1ης εναγομένης επέδειξαν στη συναλλαγή τους με τον δανειολήπτη - αγοραστή είναι αυτή που η ίδια η τράπεζα τους είχε επιβάλει να έχουν και βέβαια δεν αντίκειται στα χρηστά και συναλλακτικά ήδη το γεγονός ότι το ποσό του δανείου καταβάλλεται στον δανειζόμενο και όχι στον πωλητή του ακινήτου.

Αυτό ενδεχομένως θα έπρεπε να είναι αντικείμενο ιδιαίτερης συμφωνίας μεταξύ του δανειολήπτη, της τράπεζας και των πωλητών, ούτε ώστε οι τελευταίοι να εξασφαλίσουν την εις αυτούς καταβολή του τιμήματος πωλήσεως μέσω της τραπέζης, κάτι που έγινε εν προκειμένω. Άλλες παρόμοιες συμβάσεις με διαφορετική συναλλακτική συμπεριφορά της τράπεζας έναντι των δανειοληπτών δεν αποδείχθηκε ότι συνομολογήθηκαν...

Έτσι, η εκ μέρους της τραπέζης και των υπαλλήλων της τήρηση των συμφωνηθέντων μετά του δανειολήπτη, δεν μπορεί να θεμελιώσει αδικοπρακτική συμπεριφορά τους έναντι του τρίτου πωλητή, έναντι του οποίου ευθύνεται ενδοσυμβατικά και ενδεχομένως αδικοπρακτικά ο δανειολήπτης. Περαιτέρω δε... το να καταβάλουν οι εφεσίβλητοι το ποσό του δανείου στον δανειολήπτη και όχι στον πωλητή ελλείψει αντίθετης συμφωνίας, δεν αποτελεί...

παραβίαση εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της 1ης εφεσίβλητης της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως των ενδεδειγμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων και εν προκειμένω των πωλητών...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υφίσταται αδικοπρακτική συμπεριφορά των δεύτερου και τρίτης εναγομένων και ήδη δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εξ αυτών, τραπεζικής εταιρείας, έναντι των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, με τη μορφή των παραβάσεων της συναλλακτικής υποχρεώσεως για πρόνοια και ασφάλεια και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσία αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919, 932, 922, 297 και 198 του Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων.

Τούτο δε διότι, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούται το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 914 και 919 του Α.Κ., αφού η ανωτέρω συμπεριφορά των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης τράπεζας δεν ήταν υπαίτια και παράνομη, υπό την έννοια της αντίθεσής της στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της έννομης τάξης ούτε συνιστούσε παραβίαση κοινωνικώς επιβεβλημένης συνετούς συμπεριφοράς, απορρέουσας από την υποχρέωση λήψεως των ενδεδειγμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων, στα πλαίσια της συναλλακτικής τραπεζικής πρακτικής.

Ειδικότερα, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν υπήρχε συμβατική υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων έναντι των αναιρεσειόντων από τη μεταξύ αυτών και του δανειολήπτη καταρτισθείσα σύμβαση στεγαστικού δανείου, υπό τη μορφή τοκοχρεωλυτικού δανείου, ενόψει του ότι η φύση και ο σκοπός του δανείου, κατ' άρθρο 806 του Α.Κ., ενέχουν στο εννοιολογικό τους περιεχόμενο την παράδοση των κινητών πραγμάτων (χρημάτων) στο δανειολήπτη, κατά πλήρη κυριότητα, η δε μεταβίβαση της κυριότητας σημαίνει τη μεταβίβαση όλων των εξουσιών που τα συνοδεύουν και δεν νοείται εκταμίευση δανείου, αν δεν παρέχεται η δυνατότητα χρήσης του ποσού αυτού, ενώ το άνοιγμα συνδεδεμένου με την ως άνω σύμβαση λογαριασμού, στον οποίο πιστώθηκε το εκταμιευθέν ποσό του δανείου, αφορά στην εξασφάλιση της αναιρεσίβλητης τράπεζας και όχι στην προστασία τρίτων μη συμβληθέντων, καθ' οιονδήποτε τρόπο, τρίτων.

Επιπροσθέτως, από τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, δεν προέκυψε υφιστάμενη, κατά τον κρίσιμο χρόνο, συναλλακτική τραπεζική πρακτική, δυνάμει της οποίας οι αναιρεσίβλητοι όφειλαν να διασφαλίσουν τα συμφέροντα των άγνωστων σ' αυτούς αναιρεσειόντων, πωλητών του ακινήτου, δεσμεύοντας υπέρ αυτών το προϊόν του τοκοχρεωτικού δανείου.

Εξάλλου, οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν υποχρέωση -ούτε την ευχέρεια- να ελέγξουν τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως του δανειολήπτη, ως προς τη μέλλουσα και μη εκδηλωθείσα καθ' οιονδήποτε τρόπο πρόθεσή του να βλάψει τους μετ' αυτού συναλλαγέντες αναιρεσείοντες, οι οποίοι, άλλωστε, δεν έλαβαν μέτρα επιμέλειας για τη διασφάλιση της καταβολής του τιμήματος από τον αγοραστή, αλλά κατάρτισαν το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, μεταβιβάζοντας σ' αυτόν την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή επί του ακινήτου τους, χωρίς να περιλάβουν σ' αυτό (αγοραπωλητήριο συμβόλαιο) ρήτρα διασφάλισής τους μέχρι την εξόφληση του καταβληθησόμενου τιμήματος ή ακόμη και ρητή εξουσιοδότηση του αγοραστή προς αυτούς, ώστε να δικαιούνται στην είσπραξη του ποσού του δανείου, που θα εκταμιευόταν, έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος, τις οποίες (ρήτρες ή επιφυλάξεις) θα όφειλαν να ελέγξουν οι αναιρεσίβλητοι, αφού το εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο κατατέθηκε στην Τράπεζα, προκειμένου να καταρτιστεί η σύμβαση στεγαστικού δανείου.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων είναι αβάσιμες. Οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων περί παραβιάσεως εκ μέρους της προσβαλλομένης των ερμηνευτικών των δικαιοπραξιών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. ερείδονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι η αγωγή τους ερείδεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και όχι στην παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης, δοθέντος, άλλωστε, ότι δεν συνηλλάγησαν με τους αναιρεσιβλήτους. Επιπροσθέτως, οι αιτιάσεις περί εσφαλμένης ευθείας και εκ πλαγίου εφαρμογής από το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, των διατάξεων 288 του Α.Κ., 6 και 8 της ΕΣΔΑ απαραδέκτως προβάλλονται, δεδομένου ότι οι ως άνω φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου δεν περιλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε παρατίθενται παραδοχές αυτής, από τις οποίες μπορεί να κριθεί αν συντρέχει παραβίασή τους, ήτοι αντίστοιχο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα για καθεμία απ' αυτές. Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.Α.Π. 14/2004), καθώς και περιστατικά επουσιώδη, τα οποία εκτίθενται, εκ περισσού ή διευκρινιστικά απλώς περιστατικά, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της.

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Η σταθερή εκδήλωση ορισμένης συμπεριφοράς ή συγκεκριμένου τρόπου ενέργειας για μακρό χρόνο δημιουργεί συνήθεια, η οποία, καίτοι δεν προάγεται σε κανόνα δικαίου (έθιμο), καθόσον η συμμόρφωση προς αυτή δεν γίνεται με τη συνείδηση της αναγκαιότητάς της ως τοιούτου, χρησιμεύει, ωστόσο, για την ερμηνεία ή συμπλήρωση των δικαιοπραξιών, αφού οι συναλλασσόμενοι εντός του κύκλου, όπου η συνήθεια έχει επικρατήσει, λογίζονται ότι τη γνωρίζουν και την αποδέχονται, εκτός αν έχουν εκφραστεί σαφώς περί του αντιθέτου.

Ο διάδικος επικαλείται τη "συνήθεια", ως λόγο γενεσιουργό του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, η οποία, εντεύθεν, βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 361 και 288 του Α.Κ. Στην περίπτωση αυτή, η "συνήθεια" αποτελεί 'πράγμα' που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η δε παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη του ισχυρισμό περί υπάρξεως εμπορικής συνήθειας, στην οποία στηρίζεται η προβαλλόμενη απόφαση, δημιουργεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως.

Σε κάθε περίπτωση, αν ο λόγος αφορά στη μη λήψη υπόψη πραγματικού ισχυρισμού, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ο τρόπος, με τον οποίο προτάθηκε και επαναφέρθηκε στην κατ' έφεση δίκη. Αν ο ισχυρισμός δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει για το ορισμένο του λόγου, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Αν προτάθηκε στον πρώτο βαθμό και δεν επαναφέρθηκε νομίμως στο εφετείο, ο λόγος είναι απαράδεκτος, ενώ, αν προτάθηκε από τον εκκαλούντα, για πρώτη φορά, με λόγο έφεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι συνέτρεχε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 527. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια.

Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι: Α) Το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η μη κατάθεση του ποσού του δανείου σε δεσμευμένο καταθετικό λογαριασμό τους οφείλεται στο γεγονός της μη ύπαρξης σχετικής εξουσιοδοτήσεως εκ μέρους του δανειολήπτη - αγοραστή προς τη δανείστρια τράπεζα, συγχρόνως, διαλαμβάνει ότι τέτοιου είδους εξουσιοδότηση δεν προτάθηκε ούτε προσκομίστηκε από τα διάδικα μέρη, δηλαδή, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε έγγραφο, που δεν προτάθηκε, ενώ δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη ή η ανυπαρξία του.

Η αιτίαση αυτή δεν θεμελιώνει την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον δεν αφορά σε "πράγμα", υπό την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, σε αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι δεν υπήρχε εξουσιοδότηση του αγοραστή προς τη τράπεζα για καταβολή του ποσού του δανείου απευθείας στους πωλητές - αναιρεσείοντες αποτελεί κρίση περί τα πράγματα, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Β) Το Εφετείο διέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, την παραδοχή ότι (οι αναιρεσείοντες) δεν είχαν το δικαίωμα να απαιτήσουν την παροχή του ποσού του δανείου απ' ευθείας από την τράπεζα, παρότι δεν είχαν προβάλλει τον ισχυρισμό περί της συμβατικής ευθύνης αυτής, αλλά περί εξωσυμβατικής τοιαύτης, συνισταμένης στην υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, καθόσον η παραδοχή αυτή αφορά σε ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που προτάθηκε, ήτοι ότι οι αναιρεσίβλητοι όφειλαν να εκδώσουν επιταγή εις διαταγήν τους (και όχι εις διαταγή του δανειολήπτη - αγοραστή), ώστε να εισπράξουν οι ίδιοι το οφειλόμενο ποσό του εκταμιευθέντος δανείου έναντι του οφειλόμενου τιμήματος, ο οποίος απορρίφθηκε κατ' ουσία από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Γ) Το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό τους περί υπάρξεως εμπορικής συνήθειας, η οποία εφαρμόζεται επί μακρό χρονικό διάστημα και αφορά στο συγκεκριμένο τρόπο ενέργειας των υπαλλήλων των τραπεζών. Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν ότι πρότειναν τον ισχυρισμό αυτό στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τον επανέφεραν με λόγο έφεσης ούτε ότι, σε περίπτωση, που δεν πρότειναν τον ισχυρισμό αυτό, επικαλούνται τη συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Σε κάθε περίπτωση, η αιτίαση αυτή στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθώς η ύπαρξη εμπορικής συνήθειας αφορά στην ενδοσυμβατική ευθύνη, η οποία δεν αποτελεί βάση της αγωγής των αναιρεσειόντων. Μετά ταύτα, ο δεύτερος λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Ο αναιρετικός λόγος, που προβλέπεται από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττει την απόφαση για σφάλματα, που αναφέρονται στα αποδεικτικά μέσα, βάσει των οποίων καταρτίζεται η ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το επίμαχο αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού ή γεγονότος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 42/2002).

Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11β' του ως άνω άρθρου, απαιτείται, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, οι αποδείξεις, που, παρά το νόμο, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν προσκομίστηκαν, να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, αφού μόνον ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης κατά το άρθρο 335 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 42/2002). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουσή τους. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο παραπάνω λόγος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων και ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 και 556 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη αναιρετική πλημμέλεια.

Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του έγγραφη "εξουσιοδότηση" του δανειολήπτη αγοραστή προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, με βάση την οποία εξουσιοδοτεί την ίδια "να μεταφέρει το ποσό της εκταμίευσης σε δεσμευμένο καταθετικό λογαριασμό του πωλητή πριν την υπογραφή του συμβολαίου αγοραπωλησίας του ακινήτου και τούτο για να μη χάσει η τράπεζα τον πελάτη αγοραστή", η οποία, όμως, δεν προσκομίστηκε τόσον από τους ίδιους όσον και από τους αντιδίκους τους.

Ότι, παρά ταύτα, το Εφετείο έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό, το οποίο είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, μέσω της δήθεν "ανυπαρξίας" του, κατέληξε σε δυσμενές γι' αυτούς αποδεικτικό πόρισμα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί. Και τούτο διότι, αφενός μεν αντιφάσκει προς τις αιτιάσεις, που υποβλήθηκαν με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και δη στο υπό στοιχείο Α σκέλος αυτού, σύμφωνα με το οποίο η "εξουσιοδότηση" αποτελεί, κατά τους αναιρεσείοντες, ισχυρισμό, τον οποίο έλαβε υπόψη το Εφετείο, παρότι δεν προτάθηκε, αφετέρου δε είναι αόριστος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι οι αναιρεσείοντες αρχικώς μεν αναφέρονται σε "έγγραφη εξουσιοδότηση", υπονοώντας ότι πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, το οποίο έλαβε υπόψη το Εφετείο, παρότι δεν προσκομίστηκε, στη συνέχεια, όμως, του ίδιου λόγου, υποστηρίζουν ότι το έγγραφο αυτό δεν υπήρξε και ως εκ της ανυπαρξίας του, το Δικαστήριο κατέληξε σε δυσμενές γι' αυτούς αποδεικτικό πόρισμα.

Σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτίθεται, οι αιτιάσεις αυτές βάλλουν κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού από το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί.

Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-6-2017 (4153/354/12-6-2017) αίτηση των 1) Π. - Π. Κ. του Π. και 2) Ε. -Ε. Ζ. του Κ. για αναίρεση της 3598/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ