Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
813/2006 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal claiming architect lacked right to supervise fire damage restoration work.

Geschäftsnummer 813/2006
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding liability for fire damage restoration. The appellant argued he lacked the legal right to supervise the construction project as an architect, yet the lower court found he had acted as a supervising engineer and was legally bound to ensure safety standards. The Court ruled that negative defenses regarding the appellant's qualifications do not constitute new facts under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure and dismissed the appeal as unfounded.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 330 of the Civil Code; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: Negative defenses regarding a party's qualifications or lack of right to act do not constitute new facts requiring reconsideration by the Supreme Court and thus do not justify the annulment of a final judgment.

Schlagwörter

KI-generiert
supreme court appeal negative defense architect qualifications supervising engineer fire damage liability Code of Civil Procedure annulment grounds Erdbebenversicherung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 330 of the Civil Code
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 286(1) of the Penal Code
Article 1 of Presidential Decree 778/1980
Article 7 of Law 1396/1983
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 813 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 813/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Απόστολο Γεωργιάδη και Νικόλαο Δούναβη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Τ., 2) Ε. Τ. και 3) Ν. Τ., κατοίκων .... Οι πρώτη και τρίτος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Νοεμβρίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2344/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8945/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Μαΐου 2004 αίτησή του και με τους από 5 Σεπτεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανάγνωσε την από 26 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πέμπτου λόγου και των δεύτερου και τέταρτου λόγων, κατά το ένα σκέλος τους και να γίνουν δεκτοί οι υπόλοιποι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ, "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η ως άνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή τόσο επί συμβάσεων, όσο και επί αδικοπραξιών, δηλαδή σε κάθε περίπτωση όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα.

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 ( 1 Π.Κ. που ορίζει ότι "με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ, "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη.

Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως." Περαιτέρω, το άρθρο 286 Π.Κ, όπως είχε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 20 ( 5 α' του ν. 2331/1995, όριζε ότι "όποιος κατά τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών".

Το έγκλημα αυτό είναι στιγμιαίο, συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως και ουσιαστικό. Τούτο σημαίνει ότι η αντικειμενική του υπόσταση περιλαμβάνει αφ' ενός μεν ορισμένη ενέργεια και αφ' ετέρου ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο, εν όψει της φύσεως του εγκλήματος ως συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, είναι η πρόκληση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου και όχι η πραγματοποίησή του.

Η τελευταία κείται εκτός της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 286 Π.Κ, γι' αυτό αν ο κίνδυνος για τη ζωή ανθρώπου που προκλήθηκε από αυτό πραγματωθεί, τότε τελείται το οικείο έγκλημα βλάβης με τη μορφή της ανθρωποκτονίας. Τα εγκλήματα όμως βλάβης απορροφούν τα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως του ίδιου έννομου αγαθού.

Συνεπώς, αν από την κατάρρευση μιας πλημμελώς κατασκευασθείσης οικοδομής επέλθει ο θάνατος προσώπου, ο κατασκευαστής αυτής υπέχει ευθύνη μόνο για ανθρωποκτονία, η οποία τελείται όχι με θετική πράξη, τουτέστιν με την εκτέλεση του οικοδομικού έργου κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων, αλλά με την παράλειψη αποτροπής του κινδύνου που προκλήθηκε από αυτό. 'Ετσι, μεταξύ των εγκλημάτων της παραβιάσεως των κανόνων της οικοδομικής (Π.Κ. 286) και της ανθρωποκτονίας που συντελείται με τον ανωτέρω τρόπο (Π.Κ. 15, 299 ( 1, 302) υπάρχει φαινομένη συρροή, όπου η ανθρωποκτονία απορροφά το έγκλημα του άρθρου 286 και το καθιστά μη τιμωρητή προτέρα πράξη.

Τέλος, από το άρθρο 17 Π.Κ. προκύπτει ότι χρόνος τελέσεως των εγκλημάτων παραλείψεως είναι εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος όφειλε να ενεργήσει. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, ο χρόνος αυτός είναι το διάστημα που αρχίζει από την παράδοση του κτιρίου που κατασκευάσθηκε κατά παράβαση των κανόνων της οικοδομικής και τελειώνει στο χρονικό σημείο που αυτό κατέρρευσε.

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής καθόσον αφορά στον αναιρεσείοντα: Στις 7-9-1999, έγινε σεισμός μεγέθους 5,9 της κλίμακας RICHTER, με επίκεντρο 18 χιλιόμετρα από την Αθήνα, στην περιοχή νοτιοδυτικά της Πάρνηθας , με αποτέλεσμα να καταρρεύσει το εργοστάσιο της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας "RICOMEX ΑΕ", που βρισκόταν στην οδό Τατοϊου και να τραυματισθούν θανάσιμα από την κατάρρευση 39 άνθρωποι, ανάμεσα στους οποίους και ο Β.

Τ., σύζυγος της πρώτης αναιρεσίβλητης και πατέρας των άλλων δύο, εργαζόμενος στην πιο πάνω επιχείρηση. Το εργοστάσιο κατασκευάσθηκε με βάση τις υπ' αριθμούς 2914/1976, 1709/1977 και 6022/1979 οικοδομικές άδειες της Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής, επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της εναγομένης εταιρείας, εμβαδού κατά το χρόνο εκδόσεως των αδειών 4106 τ.μ., στο οποίο αργότερα προστέθηκε τμήμα 755,25 τ.μ.

που προήλθε εξ' αγοράς το έτος 1987. Η πρώτη άδεια αφορούσε την ανέγερση (νέας) ισογείου οικοδομής μετά δύο υπογείων, η δεύτερη άδεια προσθήκη καθ' ύψος πρώτου ορόφου (πλήρους) και δευτέρου ορόφου (σε εσοχή) στην ίδια οικοδομή και η τρίτη προσθήκη κατ' επέκταση υπογείου (ουσιαστικά νομιμοποίηση αυθαίρετης επεκτάσεως δευτέρου υπογείου).

Η κατασκευή του πενταόροφου αυτού κτιρίου ολοκληρώθηκε περί τα μέσα Απριλίου του έτους 1979. Μεταγενέστερα και περί τα έτη 1992 και 1993 ανηγέρθηκαν πέριξ του κτιρίου, χωρίς μελέτη και άδεια της Πολεοδομίας, διάφορα κτίσματα (αποθήκες, υπόστεγα κλπ), συνολικού εμβαδού 1150 τ.μ. για τα οποία συντάχθηκε η από 8-12-1993 έκθεση αυτοψίας και αυθαιρέτων κατασκευών της Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής.

Περί το έτος 1994 κατασκευάσθηκε με οπλισμένο σκυρόδεμα, χωρίς μελέτη και άδεια, τρίτο υπόγειο, δι' εκσκαφής στο πρανές του οικοπέδου προς το ρέμα της Χελιδονούς κάτω από την επέκταση του δευτέρου υπογείου, κατασκευή ιδιαίτερα επικίνδυνη καθ' εαυτή, που επιβάρυνε την στατικότητα του κυρίως κτιρίου και τη συμπεριφορά του από το σεισμό.

Το κτίριο διέθετε εκ κατασκευής ημιώροφο που κάλυπτε το ήμισυ περίπου του εμβαδού της εκ τ.μ. 845 κατόψεως του ισογείου και χρησιμοποιείτο για χρήση γραφείων της εταιρείας. Το έτος 1986 η εταιρία προέβη σε αυθαίρετη και χωρίς μελέτη επέκταση του ημιωρόφου κατά 50 τ.μ. δια σιδηροκατασκευής προκειμένου να στεγάσει δύο γραφεία.

Το έτος 1989 επεξέτεινε την σιδηροκατασκευή και στο υπόλοιπο εξ 372 τ.μ. εμβαδόν του ημιωρόφου προκειμένου να καλύψει την κάτω από αυτόν αποθήκη. Στη συνέχεια και επειδή η σιδηροκατασκευή ήταν πρόχειρα κατασκευασμένη για να φέρει μόνο τα βάρη από την χρήση των δύο παραπάνω γραφείων, εντός του έτους 1992, η εταιρία αποφάσισε την πλήρη ανακατασκευή της σιδηροκατασκευής και την εξ υπαρχής διαρρύθμιση των χώρων του ημοωρόφου, προκειμένου να εκμισθώσει αυτόν στην ιδρυθείσα το έτος 1992 από τους μετόχους της Χ.

Λ. και Γ. Τ. εταιρία "ΕΣΤΙΑ Α.Ε." για τη στέγαση των γραφείων της, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην ουσία ένα νέος όροφος και να επιβαρυνθεί σημαντικά η στατικότητα του κτιρίου. Η ενίσχυση της σιδηροκατασκευής έγινε με διάταξη σιδερένιων δοκών και υποστυλωμάτων και με τη χρησιμοποίηση βιομηχανικών "γιώτα" τα οποία στηρίχθηκαν στα υποστυλώματα από οπλισμένο σκυρόδεμα του ισογείου, στα οποία (υποστυλώματα) πέραν κάθε τεχνικής και λογικής διανοίχθηκαν τέσσερις διαμπερείς τρύπες και τοποθετήθηκαν τεράστιες βίδες μήκους 30 χιλ.

και μήκους 15-20 εκ. πέραν του μήκους των υποστυλωμάτων, επέμβαση ιδιαίτερα βλαπτική για τη στατικότητα του κτιρίου. Η εκτέλεση του έργου αυτού ανατέθηκε στο γραφείο του αρχιτέκτονα μηχανικού Α. Δ., εβδόμου εναγομένου, ο οποίος ανέθεσε τη σύνταξη της στατικής μελέτης στον πολιτικό μηχανικό Α. Β. και επέβλεψε την εκτέλεση αυτής μαζί με το συνεργάτη του γραφείου του πολιτικό μηχανικό Ε.

Κ.. Η στατική αυτή μελέτη περιορίσθηκε στη στατικότητα μόνο της σιδηροκατασκευής, χωρίς να λάβει υπόψη τη στατική επίδραση της τελευταίας στο φέροντα οργανισμό του κτιρίου, όπως έπρεπε να γίνει από τον πολιτικό μηχανικό Α. Β. κατά τους κανόνες της επιστήμης του και όπως ο αναιρεσείων Α. Δ. ανέφερε στο από 2-12-1991 έγγραφό του- προσφορά προς την εταιρία "ΡΙΚΟΜΕΞ".

Αμέσως μετά το σεισμό το Υπουργείο ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ συγκρότησε Επιτροπή για τη διερεύνηση των αιτίων κατάρρευσης των κτιρίων αποτελούμενη από έγκριτους επιστήμονες. Η Επιτροπή αυτή διερεύνησε επισταμένως το κτίριο της "ΡΙΚΟΜΕΞ", ήλεγξε αν αυτό κατασκευάσθηκε σύμφωνα με τις οικοδομικές άδειες και τις ισχύουσες κατά το χρόνο της κατασκευής διατάξεις του ΒΔ 10-12/31-12-1945 "Περί Κανονισμού Φορτίσεως Δομικών Έργων", του ΒΔ 18-12/26-7-1954 "Περί Κανονισμού δια την μελέτην και εκτέλεσιν οικοδομικών έργων εξ οπλισμένου σκυροδέματος" και του ΒΔ 19-2/26-2-1959 "Περί αντισμεισμικού κανονισμού οικοδομικών έργων" και αποφάνθηκε για τα αίτια της κατάρρευσής του.

Στην από Μαρτίου 2001 τελική και εμπεριστατωμένη πορισματική της έκθεση, ομοίου περιεχομένου με την από Δεκεμβρίου 2000 προκαταρκτική της έκθεση, η Επιτροπή αναφέρει και περιγράφει κατάφωρες παραβάσεις των παραπάνω νομοθετικών διατάξεων που αφορούν κυρίως το ωφέλιμο φορτίο του κτιρίου που λήφθηκε υπόψη (Κανονισμός Φορτίσεων Οικοδομικών Έργων), μη τήρηση των διατάξεων του κανονισμού Οικοδομικών Έργων από Ω.Σ.

περί μυκητοειδών πλακών χωρίς δοκούς, περί επιλύσεως πλαισίων και συντάξεως αναπτυγμάτων και λεπτομερειών οπλισμών, περί ελαχίστων ποσοστών διαμήκους οπλισμού των υποστυλωμάτων, περί συνδετηρίων κόμβων και υποστυλωμάτων (περιμετρικοί και εσωτερικοί συνδετήρες, ελάχιστες διάμετροι, μέγιστες αποστάσεις, άγκιστρα) και μη τήρηση των διατάξεων του Κανονισμού Οικοδομικών Έργων περί κανονικού αντισεισμικού υπολογισμού των γωνιακών υποστυλωμάτων και περί ελαχίστων απαιτήσεων για τα γωνιακά υποστυλώματα.

Ειδικότερα η Επιτροπή διαπίστωσε τις εξής δυσμενείς για τη στατικότητα, ασφάλεια και συμπεριφορά υπό σεισμό του κτιρίου: 1)Ενώ σύμφωνα με τις άδειες (και μελέτες) το κτίριο έπρεπε να είχε 4 στοίχους υποστυλωμάτων (σε αποστάσεις περίπου 6.75-9,30-6,75=22,80μ. κατά πλάτος) σε διάταξη 8 σειρών (σε αποστάσεις περίπου 7Χ5,30=37,10 μ.

κατά μήκος), δηλ. συνολικώς 32 υποστυλώματα, κατά την αυτοψία βρέθηκε να έχει κατασκευασθεί με 4 στοίχους υποστυλωμάτων (σε αποστάσεις περίπου 3Χ7,60=22,80 κατά πλάτος) σε διάταξη 6 σειρών (σε αποστάσεις περίπου 5Χ7,50=37μ. κατά μήκος), δηλαδή συνολικώς με 24 υποστυλώματα. 2) Ενώ κατά τις άδειες (και μελέτες) οι πλάκες του κτιρίου έπρεπε να ήταν δοκιδωτές (ZOELLNER) μιας κατευθύνσεως κατά πλάτος, πάχους 25 ή 30 εκ.

με ικανές δοκούς κατά μήκος, διατομής 35/65 εκ. ή 30/50 εκ. αυτές κατασκευάσθηκαν συμπαγείς, πάχους 25-35 εκ. χωρίς εσωτερικούς δοκούς και περιμετρικούς μόνο πέριξ των ανοιγμάτων (κλίμακας και ανελκυστήρων), δηλαδή η πλάκα εδραζόταν κατ' ευθείαν στα υποστυλώματα και μάλιστα χωρίς την επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 59 παρ.

του Β.Δ. 18-2/26-7-54 διαπλάτυνση στις κεφαλές τους. Πρόκειται για τη λεγόμενη μέθοδο της μυκητοειδούς πλάκας, η οποία δεν συνηθίζεται στις κατασκευές και ουσιαστικώς απαγορευόταν από τον ισχύοντα Κανονισμό, αφού η εφαρμογή της προϋπέθετε πλήθος ειδικών ελέγχων, περιλαμβανομένου και του δυσμενούς ελέγχου διατρήσεως πλακών, η οποία (διάτρηση πλακών) δυστυχώς επισυνέβη στο κτίριο κατά το σεισμό, έλεγχοι οι οποίοι ουδόλως έγιναν στην προκείμενη περίπτωση.

Δηλαδή το κτίριο δεν κατασκευάσθηκε σύμφωνα με τις εγκεκριμένες από την Πολεοδομία μελέτες. Η κατασκευή με λιγότερα υποστυλώματα έστω και με μεγαλύτερες διατομές, σε μεγαλύτερες αποστάσεις μεταξύ τους και με την παραπάνω μέθοδο ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντική για τη στατικότητα και ασφάλεια του κτιρίου.

Περαιτέρω η Επιτροπή διαπίστωσε ότι πολλά από τα υποστυλώματα ήταν σχεδόν άοπλα, ενώ άλλα υποοπλισμένα με ιδιαίτερη δυσμενή και ψαθυρά συμπεριφορά ακόμη και έναντι κατακόρυφων φορτίων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Επιτροπή το κτίριο δεν ήταν σε θέση να αναλάβει σεισμικό φορτίο, έστω και το προβλεπόμενο από τους κανονισμούς.

Το ανευρεθέν από την επιτροπή στο φάκελο της δεύτερης άδειας σχέδιο ξυλότυπου που αφορούσε την πρώτη άδεια και δεν συμφωνεί με το εγκριθέν από την Πολεοδομία σχέδιο ξυλότυπου της ίδιας άδειας, δεν είναι εγκεκριμένο από την Πολεοδομία και προφανώς καταρτίστηκε εκ των υστέρων προκειμένου να φαίνεται ότι ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση. 3) Ενώ κατά την άδεια και τις μελέτες το κτίριο είχε δύο πλήρη υπόγεια με πλήρη περιμετρικά τοιχεία πάχους 25 εκ.

εφόλου του μήκους της περιμέτρου, τα υπόγεια αυτά βρέθηκαν ανοικτά (χωρίς τοιχεία) κατά 50% του μήκους της περιμέτρου. Επί πλέον διαπιστώθηκε, ότι όπου υπήρχαν τοιχεία, αυτά ήταν ασύνδετα με τον σκελετό και χωρίς καμία θεμελίωση, δηλαδή εδράζονταν χωρίς κανενός είδους πέδιλο κατευθείαν πάνω στο δάπεδο του δεύτερου υπογείου.

Επίσης αντί ημιωρόφου στο ισόγειο κατά 50% του εμβαδού της κατόψεως, καλύφθηκε παράνομα, όπως προαναφέρθηκε, το 100% του εμβαδού, ενώ αντί του β' ορόφου σε εσοχή κατά 3,5/4.0 μ. καλύφθηκε παράνομα το 100% της κατόψεως. 4) Τοιχώματα ακαμψίας και αντοχής έναντι κυρίως σεισμού δεν προβλέπονταν υποχρεωτικώς από τις κείμενες διατάξεις, ούτε υπήρχε σχετική πρόβλεψη στις μελέτες.

Παρά ταύτα βρέθηκαν αρκετά τέτοια τοιχώματα γύρω από τους δύο ανελκυστήρες και την κλίμακα, τα οποία όμως είχαν ελλιπή και πλημμελή όπλιση και σύνδεση με τις πλάκες. Επίσης κατασκευάσθηκε "φυτευτό" τοίχωμα πάνω στο στέγαστρο και την είσοδο του κτιρίου, στην Β γωνία του. Όλα αυτά τα τοιχώματα ήταν κακώς και έκκεντρα διατεταγμένα στην κάτοψη του κτιρίου, με προβληματική συμπεριφορά και επιβαρυντικά έναντι σεισμού. 5) Κατά την αρχιτεκτονική μελέτη, που όμως δεν λήφθηκε υπόψη στην στατική μελέτη, η περίμετρος και οι όψεις του κτιρίου διαμορφώνονταν με βαριά στοιχεία από έγχυτο ελαφρά οπλισμένο σκυρόδεμα σε δεύτερη όμως φάση, που εξασφαλίζει πλημμελή έως μηδενική μονολιθικότητα.

Στην πράξη η λύση αυτή είχε υιοθετηθεί και εφαρμοσθεί και για τα τοιχεία των δύο υπογείων, όπου αυτά κατασκευάσθηκαν. Έτσι, εκτός από τη μη μονολιθική συμπεριφορά και όσον αφορά τα τοιχεία των υπογείων και όσον αφορά τις υψίκορμες ανεστραμένες δοκούς-στηθαία στην περίμετρο των ορόφων, δημιουργήθηκαν σχεδόν σε όλη την περίμετρο ολόκληρου του κτιρίου καθ' ύψος και "κοντά" υποστυλώματα, με μικρό λόγο διατμήσεως και ιδιαίτερα ψαθυρή συμπεριφορά έναντι σεισμού. 6) Κατά τις μελέτες στους δύο πάνω ορόφους προβλέπετο ωφέλιμο φορτίο της τάξεως των 350 kmg/m2.

Στην πράξη υπήρχαν αποθήκες και λειτουργούσαν στους παραπάνω ορόφους βαριά μηχανήματα μέχρι το έτος 1998 για τα οποία έπρεπε να είχε προβλεφθεί ωφέλιμο φορτίο της τάξεως των 500 kgm/m2 με αποτέλεσμα να καταπονείται το κτίριο. Το κτίριο είχε συνολικό φορτίο τουλάχιστον 1.20 φορές μεγαλύτερο από το προβλεπόμενο στις άδεις και μελέτες ενώ γενικώς τα συνολικά ίδια βάρη ήταν περίπου διπλάσια από τα ωφέλιμα φορτία.

Και 7) Ενώ στις μελέτες είχε γίνει κατά τον τότε ισχύοντα Αντισεισμικό Κανονισμό ο ειδικός έλεγχος των περιμετρικών στοιχείων-υποστυλωμάτων δεν έγινε ούτε ο ειδικός έλεγχος των γωνιακών υποστυλωμάτων, ούτε και ο κανονικός έλεγχος του συνόλου του κτιρίου και των υποστυλωμάτων. Αν είχε γίνει οποιοσδήποτε στοιχειώδης έστω αντισεισμικός υπολογισμός, παρά το γεγονός ότι δεν επιτρεπόταν ουσιαστικώς η δόμηση με το σύστημα των μυκητοειδών πλακών, θα προέκυπταν σημαντικά ποσοστά οπλισμών υποστυλωμάτων, πολλαπλάσια αυτών με βάση τις άδειες ή την πραγματική κατάσταση.

Προκύπτει δηλαδή ελλιπής οπλισμός των υποστυλωμάτων του κτιρίου περιμετρικών και εσωτερικών. Περαιτέρω, στα γραφεία του ημιορόφου του κτιρίου, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε χρησιμοποιούσαν τόσο η ΡΙΚΟΜΕΞ όσο και η μισθώτρια εταιρία ΕΣΤΙΑ, εκδηλώθηκε μεγάλη πυρκαϊά στις 6-10-1993, η οποία διήρκεσε όλη τη νύκτα μέχρι να κατασβεσθεί από την Πυροσβεστική και είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφεί ολόκληρος ο εξοπλισμός του ημιορόφου (μοκέτες, γραφεία, τηλέφωνα, ψευδοροφή κλπ), να αναπτυχθούν πολύ υψηλές θερμοκρασίες και να σπάσουν τα τζάμια των παραθύρων.

Στην από 6-10-1993 αναφορά του ανθυποπυραγού Μ. Π. δεν γίνεται αναφορά σε ζημιές στο φέροντα οργανισμό του κτιρίου, ούτε η Επιτροπή μπόρεσε να εντοπίσει στα χαλάσματα αξιόπιστα στοιχεία για τις συνέπειες της εν λόγω πυρκαϊάς. Η εταιρεία ΡΙΚΟΜΕΞ είχε ασφαλίσει το εργοστάσιό της έναντι πυρκαϊάς και υπέβαλε στις ασφαλιστικές εταιρείες δικαιολογητικά για καταβολή αποζημιώσεως.

Η εκτίμηση των ζημιών ανατέθηκε στην εταιρία εμπειρογνωμόνων ΠΑΣΧΑΛ και ΣΙΑ ΟΕ, η οποία στην 39615/93 έκθεσή της αναφέρει ότι από την πυρκαϊά, τη θερμότητα, τους καπνούς και τα νερά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάσβεσή της προκλήθηκαν σημαντικές ζημιές τόσο στην οικοδομή όσο και στο περιεχόμενο των γραφείων της επιχειρήσεως, προσδιόρισε δε τη ζημία της οικοδομής στο ποσό των 26362313 δραχμών, ποσό ιδιαίτερα σημαντικό εν όψει του ότι η όλη οικοδομή είχε ασφαλιστεί για το ποσό των 170900000 δραχμών.

Ενόψει των στοιχείων αυτών, της από 18-11-1999 προανακριτικής καταθέσεως του μάρτυρα Δ. Τ., τεχνικού Διευθυντή της άνω εταιρείας, ότι η πυρκαϊά εκδηλώθηκε πλησίον υποστυλώματος, το οποίο είχε μαυρίσει από τη φωτιά και της από 18-11-1999 προανακριτικής καταθέσεως της μάρτυρος Β. Κ., υπαλλήλου της ίδιας εταιρείας, ότι από τη φωτιά είχε επηρεασθεί το τσιμέντο, συνάγεται ότι και η προαναφερθείσα Επιτροπή ("Καταρρεύσεων") δέχθηκε ότι από την πυρκαϊά του 1993 είχε υποστεί ζημιές και ο φέρων οργανισμός της οικοδομής με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί εισέτι η στατικότητα του κτιρίου.

Οι εργασίες αποκαταστάσεως των ζημιών της σιδηρικατασκευής από την πυρκαϊά ανατέθηκαν από την πρώτη εναγομένη στον έβδομο εναγόμενο Α.Δ. (αναιρεσείοντα), αρχιτέκτονα μηχανικό, ο οποίος όμως περιορίσθηκε στην επισκευή της σιδηροκατασκευής, χωρίς να επισκευάσει τις ζημιές των φερόντων στοιχείων του ισογείου, ως όφειλε, από την ιδιότητά του, ως μηχανικού και μπορούσε, εφόσον διαπίστωσε τις ζημιές αυτές στο φέροντα οργανισμό τις οποίες σε κάθε περίπτωση όφειλε να διαπιστώσει.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα παραπάνω προκύπτει ότι η κατάρρευση του κτιρίου της πρώτης εναγομένης και ο εξ αυτής προκληθείς θάνατος και τραυματισμός των εργαζομένων στην επιχείρηση μεταξύ των οποίων και ο σύζυγος και πατέρας των εναγόντων Β. Τ., οφείλονται αφενός στην μη κατασκευή του κτιρίου σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης και τις εγκεκριμένες οικοδομικές άδειες και αφετέρου στις αυθαίρετες επεμβάσεις και κατασκευές, περαιτέρω δε στην παράλειψη εκ μέρους των εναγομένων από της αποπερατώσεως της κατασκευής του κυρίως κτιρίου περί τα μέσα Απριλίου 1979 και των παραπάνω αυθαίρετων επεμβάσεων και κατασκευών και μέχρι της καταρρεύσεώς του, στις 7-9-1999, να αποκαταστήσουν τα ελαττώματα και τις κακοτεχνίες, να ενισχύσουν και αντικαταστήσουν τη φέρουσα ικανότητα του κτιρίου καθώς και να επιδιορθώσουν τις βλάβες στο φέροντα οργανισμό, που προήλθαν από την πυρκαϊά του έτους 1993.

Η κατάρρευση του κτιρίου έγινε εντός των πρώτων δευτερολέπτων από την εκδήλωση του σεισμού, προς το εσωτερικό του κτιρίου, ήταν δε άμεση και ψαθυρή, χωρίς δυνατότητα ανακατανομής της εντάσεως του σεισμού και καθολική. Ο κύριος μηχανισμός αστοχίας ήταν η διάτρηση των μυκητοειδών πλακών και η αποδιοργάνωση των κόμβων μεταξύ υποστυλωμάτων-πλακών, ταυτοχρόνως σε πλήθος θέσεων σε όλους σχεδόν τους ορόφους, σε συνδυασμό και με αστοχία των υποστυλωμάτων, των κοντών της περιμέτρου, αλλά και των αόπλων του εσωτερικού του κτιρίου.

Από την έκθεση της πιο πάνω Επιτροπής προκύπτει σαφώς, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι κακοτεχνίες, τα ελαττώματα και οι βλάβες που είχε υποστεί το κτίριο θα κατέρρεε και με σεισμό πολύ μικρότερης εντάσεως, διότι δεν ήταν σε θέση να αναλάβει σεισμικά φορτία. Αν δεν υπήρχαν οι κακοτεχνίες και οι βλάβες, το κτίριο θα μπορούσε να ανταποκριθεί στην ένταση και τα χαρακτηριστικά του σεισμού και ασφαλώς δεν θα κατέρρεε, όπως δεν κατέρρευσαν εκατοντάδες άλλα κτίρια στην ίδια περιοχή, που είχαν κατασκευασθεί με τον Αντισεισμικό Κανονισμό του 1956.

Η κατάρρευση του εν λόγω κτιρίου δεν οφείλεται σε λόγους που ανάγονται στο έδαφος (ρωγμές, μετακινήσεις κλπ),αφού κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην έκθεση της Επιτροπής, ούτε προέκυψε από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας. Επίσης δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση: α) από το άρθρο 286 παρ. 1 του ΠΚ να ενεργήσει κατά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες, ώστε να μη προξενήσει κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία ανθρώπων και β) από τις διατάξεις των άρθρων 1 του ΠΔ 778/80, 7 του Ν 1396/83 σε συνδυασμό και με την υπ' αριθ. 3046/304/30-2-89 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ "Περί του Κτιριοδομικού Κανονισμού" να συντάξει τις μελέτες των παραπάνω οικοδομικών αδειών κατά τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, να εξακριβώσει την τήρηση των οδηγιών του κατά την εκτέλεση του έργου και να φροντίζει για την εφαρμογή της μελέτης και την άρση των τυχόν επικίνδυνων έργων και για την τήρηση των προδιαγραφών ασφαλείας.

Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με ενδεχόμενο δόλο, γιατί αν και γνώριζε ότι το κτίριο είχε κατασκευαστεί με τις παραπάνω ουσιώδεις και δυσμενείς για τη στατικότητά του αποκλίσεις από τις εγκεκριμένες μελέτες, οι οποίες του τέθηκαν υπόψη από την πρώτη εναγομένη, προέβη περί τα μέσα του έτους 1992 χάριν καλύτερης αμοιβής και εξυπηρετήσεως των επιχειρησιακών συμφερόντων της εταιρίας, στην εφαρμογή στατικής-τεχνικής μελέτης για την αυθαίρετη επέκταση του ημιωρόφου κατά 442 τ.μ.

με σιδηροκατασκευή, η οποία (μελέτη) αφορούσε τη στατικότητα αυτής καθεαυτής της σιδηροκατασκευής, χωρίς να προβεί σε έλεγχο της στατικότητας του όλου κτιρίου και του βαθμού επιβαρύνσεώς της, από την εν λόγω κατασκευή, ως όφειλε από την παραπάνω ιδιότητά του. Για τη στήριξη μάλιστα της εν λόγω κατασκευής προέβη, όπως προαναφέρθηκε, στη διάτρηση των εξ οπλισμένου σκυροδέματος υποστυλωμάτων του ισογείου κτιρίου, γεγονός που μείωσε σημαντικά τη στατικότητα του κτιρίου.

Επί πλέον παρέλειψε να αποκαταστήσει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο φέροντα οργανισμό του κτιρίου από την πυρκαϊά, μολονότι διαπίστωσε την ύπαρξή τους. Και ο εναγόμενος αυτός προέβλεψε ως ενδεχόμενο των πράξεων και των παραλείψεών του, την κατάρρευση του κτιρίου και το αποδέχθηκε.., ενώ από πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση παρέλειψε από της αποπερατώσεως της σιδηροκατασκευής περί τα μέσα του έτους 1992 και μέχρι την κατάρρευση του κτιρίου στις 7-9-1999 να αποκαταστήσει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάστασή τους, δια της απομακρύνσεως της σιδηροκατασκευής και της αποκαταστάσεως των ζημιών που προκλήθηκαν στα υποστυλώματα, αν και είχε ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση από τη σύμβαση έναντι της εταιρίας, αλλά και ως μηχανικός είχε υποχρέωση να ενεργήσει σύμφωνα με τους κοινούς αναγνωρισμένους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης και να φροντίσει για την άρση των επικίνδυνων έργων και την τήρηση των προδιαγραφών ασφαλείας.

Και ο εναγόμενος αυτός μπορούσε να ενεργήσει ως άνω, αφού εξακολουθούσε να διαμένει στην περιοχή της Αττικής και να εξασκεί το επάγγελμα του μηχανικού. Έτσι συνετέλεσε και αυτός στην κατάρρευση του κτιρίου κατά το σεισμό και στον εκ της καταρρεύσεως θάνατο των παραπάνω εργαζομένων, μεταξύ των οποίων ήταν και ο σύζυγος και πατέρας των εναγόντων, τον οποίο (θάνατο) προέβλεψε ως ενδεχόμενο και τον αποδέχθηκε.

Τέλος, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι η αξίωση των αναιρεσιβλήτων δεν έχει παραγραφεί, ως προς όλους τους εναγομένους, επειδή ο χρόνος παραγραφής, που συναρτάται άμεσα με το χρόνο παραγραφής του ποινικού αδικήματος, άρχισε να τρέχει από το χρόνο κατάρρευσης του κτιρίου, υποχρέωσε με την προσβαλλόμενη απόφαση τον αναιρεσείοντα και άλλους εναγομένους να πληρώσει στους αναιρεσίβλητους ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά.

Όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, το Εφετείο, ως προς την εκτέλεση του έργου της σιδηροκατασκευής του έτους 1992, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, ανεξάρτητα από την ιδιότητά του ως αρχιτέκτονα μηχανικού και τη μη σύνταξη από αυτόν της στατικής μελέτης του έργου, αναμίχθηκε στη διεύθυνση και εκτέλεση του έργου αυτού και ενήργησε ως επιβλέπων μηχανικός μαζί με τον πολιτικό μηχανικό Ε.

Κ.. Επίσης, δέχθηκε ότι το έργο αυτό της σιδηροκατασκευής, που εκτέλεσε ο αναιρεσείων επιβάρυνε τη στατικότητα του κτιρίου και συνετέλεσε στην κατάρρευσή του από το σεισμό. Ως προς την αποκατάσταση των ζημιών από την πυρκαϊά του έτους 1993 το Εφετείο δέχθηκε ότι, ο αναιρεσίων δεν αποκατέστησε τις βλάβες που προκλήθηκαν από την πυρκαϊά στο φέροντα οργανισμό του κτιρίου και τις οποίες αυτός διαπίστωσε και ότι οι βλάβες αυτές επίσης συνετέλεσαν στην κατάρρευση του κτιρίου από το σεισμό.

Τέλος ως προς την παραγραφή των πράξεων δέχθηκε ότι, αυτή άρχισε να τρέχει από το χρόνο κατάρρευσης του κτιρίου και ότι συναρτάται με το χρόνο παραγραφής του ποινικού αδικήματος (κακούργημα). Μετά από όλα αυτά, ο πρώτος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καθώς και ο πρώτος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τα παραπάνω ζητήματα της ευθύνης του αναιρεσείοντος και την παραγραφή των πράξεων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Επίσης, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ με την επίκληση γνώσης των επιζήμιων συνεπειών της πράξης του αναιρεσείοντος από το έτος 1992 εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, όπως προαναφέρθηκε η παραγραφή άρχισε από την κατάρρευση του κτιρίου και συναρτάται με την παραγραφή του ποινικού αδικήματος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου559 αριθ.11 περ. γ' ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν δεν λαμβάνεται υπόψη έγγραφο, που προσκομίσθηκε για την απόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν δεν λαμβάνεται υπόψη γνωμοδότηση για νομικά ζητήματα. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το ένα σκέλος του, τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το ένα σκέλος του και τον έκτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ.

γ'Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα την απολογία του σιδηρουργού Α. Χ. στην ανάκριση, την από 21-12-2000 έκθεση ένορκης εξέτασης κατά την ανάκριση της Π. Μ., την από 21-12-2000 έκθεση ένορκης εξέτασης κατά την ανάκριση του Δ. Τ.

και την από 21-12-2000 έκθεση ένορκης εξέτασης κατά την ανάκριση του Δ. Κ., από τα οποία προέκυπτε, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε ανάμειξη στην αποκατάσταση των ζημιών της πυρκαϊάς του έτους 1993, ότι επίσης το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δύο επίσημες Γνωμοδοτήσεις του Τ.Ε.Ε. και συγκεκριμένα τις υπ' αριθ. 43258/31-1-2003 και 5463/6-3-2003, από τις οποίες προέκυπτε, κατά τον αναιρεσεόντα, ότι αυτός δεν έχει δικαίωμα κατά το νόμο ως αρχιτέκτονας μηχανικός να εκπονεί και εκτελεί μελέτες για το έργο, που φέρεται ότι εκτέλεσε στην απόφαση και τέλος το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την απολογία του πολιτικού μηχανικού Ε.

Κ., από την οποία προέκυπτε, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι αυτός δεν είχε δικαίωμα , ως αρχιτέκτονας μηχανικός να επιβλέψει την εκτέλεση της στατικής μελέτης του πολιτικού μηχανικού Α. Β.. Όσον αφορά στις δύο παραπάνω γνωμοδοτήσεις του Τ.Ε.Ε., ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προτείνεται η μη λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί οι γνωμοδοτήσεις αυτές προσκομίσθηκαν για επίλυση νομικών ζητημάτων και όχι για απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών.

Όσον αφορά στα υπόλοιπα από τα πιο πάνω έγγραφα, οι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, γιατί από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το άλλο σκέλος του, καθώς και τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, επίσης κατά το άλλο σκέλος του, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του ότι αυτός δεν είχε ανάμειξη στην αποκατάσταση των ζημιών της πυρκαϊάς του έτους 1993 και δεν είχε δικαίωμα, ως αρχιτέκτονας μηχανικός, να εκπονεί και εκτελεί μελέτες για έργα, όπως αυτό που αναφέρεται στην απόφαση.

Οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος είναι αρνητικοί της βάσεως της αγωγής και δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. και επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων , ανεξάρτητα από την ιδιότητά του ως αρχιτέκτονα μηχανικού, αναμίχθηκε στην εκτέλεση του έργου της σιδηροκατασκευής, ενήργησε "εν τοις πράγμασι" ως επιβλέπων μηχανικός και ως εκ τούτου είχε νομική υποχρέωση από τα άρθρα 286 παρ. 1 ΠΚ, 1 του ΠΔ 778/1980 και 7 του Ν 1396/1983, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 3046/304/30-1/3-2-1989 απόφαση του αναπληρωτή Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, να φροντίσει για την τήρηση των προδιαγραφών ασφαλείας και να παρεμποδίσει την εκτέλεση του επικινδύνου έργου.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, επειδή αυτός ως αρχιτέκτονας μηχανικός δεν είχε δικαίωμα να συντάξει τις μελέτες των αναφερομένων στην απόφαση οικοδομικών αδειών και να ενεργήσει την επίβλεψη των έργων, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος.

Μετά από όλα αυτά η αίτηση για αναίρεση καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-5-2004 αίτηση του Α. Δ. για αναίρεση της 8945/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών καθώς και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ