Supreme Court dismisses appeal rejecting foreign arbitration award enforcement due to public policy violation.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision to reject enforcement of a Colombian arbitration award. The appellant argued that the award violated Greek public policy because it could not be enforced in Colombia, while the respondent contended that Article 281 of the Civil Code does not constitute public policy. The court ruled that the cited provisions protect private interests rather than public order, thus the rejection was not based on public policy grounds.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 5(2)(b) of the New York Convention; Article 33 of the Civil Code: Provisions protecting private interests do not constitute public policy and cannot justify the rejection of enforcement of foreign arbitral awards.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 805 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 805/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΙΝΤΡΑΛΟΤ ΑΕ - ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΥΧΕΡΩΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 21.01.2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Σκαλτσά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Βιομηχανικής και Εμπορικής Επιχείρησης με την επωνυμία «COLJUEGOS – Empressa Industrial Y Comercial Del Estado» και το δ.τ. «COLJUEGOS», που εδρεύει στην Βogota της Κολομβίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Χατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.07.2016 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 14.11.2016 κύρια παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1094/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5678/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 06.11.2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Με την κρινόμενη από 06.11.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 1012/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, υπ’ αριθμ. 5678/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απερρίφθη κατ’ ουσίαν η από 27.04.2018 έφεση της κυρίως παρεμβαίνουσας και ήδη αναιρεσείουσας ελληνικής ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία «ΙΝΤΡΑΛΟΤ Α.Ε. – ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΥΧΕΡΩΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ» και το διακριτικό τίτλο «ΙΝΤΡΑΛΟΤ», κατά της 1094/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η από 12.07.2016 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης αλλοδαπής βιομηχανικής και εμπορικής επιχειρήσεως, με την επωνυμία «COLJUEGOS – Empressa Industrial Y Comercial Del Estado», περί κηρύξεως εκτελεστής στην Ελλάδα της από 01.03.2010 αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου, το οποίο συγκλήθηκε ενώπιον του Κέντρου Διαιτησίας και Συμβιβασμού του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Μποκοτά Κολομβίας και απερρίφθη ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν η από 14.11.2016 κυρία παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας.
[ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 906 του ΚΠολΔ, οι αλλοδαπές διαιτητικές αποφάσεις κηρύσσονται εκτελεστές σύμφωνα με το άρθρο 905 παρ. 1, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 903. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις και κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να γίνει στην Ελλάδα αναγκαστική εκτέλεση βασισμένη σε αλλοδαπό τίτλο από τότε που θα τον κηρύξει εκτελεστό απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται η κατοικία και, αν δεν έχει κατοικία, η διαμονή του οφειλέτη και, αν δεν έχει ούτε διαμονή, του μονομελούς πρωτοδικείου της πρωτεύουσας του κράτους. Το μονομελές πρωτοδικείο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 740 έως 781.
Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 4220/1961, κυρώθηκε η υπογραφείσα στη Νέα Υόρκη από 10.06.1958 Σύμβαση της Νέας Υόρκης, που αφορά στην αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων και έχει από 14.10.1962 ισχύ νόμου, υπερέχουσα κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος των άρθρων 903, 905 και 906 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 11/2009, ΟλΑΠ 8/1997). Στο πεδίο ισχύος της εν λόγω Συμβάσεως (η ισχύς της οποίας διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ΕισΝΚΠολΔ) εμπίπτουν, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, οι διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν σε χώρα που επίσης έχει κυρώσει τη Σύμβαση (όρος αμοιβαιότητας) και εφόσον πρόκειται περί εμπορικής διαφοράς (όρος εμπορικότητας).
Στο άρθρο 1 παρ. 1 της προαναφερόμενης Συμβάσεως της Νέας Υόρκης ορίζεται ότι «Η παρούσα σύμβασις εφαρμόζεται επί της αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των διαιτητικών αποφάσεων των εκδοθεισών επί του εδάφους Κράτους διαφόρου εκείνου εν τω οποίω επιζητείται η αναγνώρισις και εκτέλεσις των αποφάσεων και προερχομένων εκ διαφορών μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων [...]».
Στο άρθρο 3 της Συμβάσεως ορίζεται ότι «Κάθε συμβαλλόμενο κράτος θα αναγνωρίζει το κύρος της διαιτητικής αποφάσεως και θα επιτρέπει την εκτέλεση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες οι οποίοι ακολουθούνται στο έδαφος όπου γίνεται η επίκληση της αποφάσεως και με τις προϋποθέσεις που αναγράφονται στα επόμενα άρθρα [...]»•
και στο άρθρο 4 αυτής ορίζεται ότι «Για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση που προβλέπεται από το προηγούμενο άρθρο, εκείνο από τα μέρη που ζητεί την αναγνώριση και εκτέλεση πρέπει να προσκομίσει ταυτόχρονα με την αίτηση:
(α) το πρωτότυπο της αποφάσεως δεόντως βεβαιωμένο ή αντίγραφο του πρωτοτύπου αυτού που να περιέχει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αυθεντικότητά του και
(β) το πρωτότυπο της συμφωνίας που προβλέπεται από το άρθρο 2 ή αντίγραφο που περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αυθεντικότητά του (συμφωνία για υποβολή των μερών σε διαιτησία)».
Το άρθρο 3 της Συμβάσεως αναφέρεται αποκλειστικά στους τυπικούς δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τη διαδικασία αναγνωρίσεως και κηρύξεως εκτελεστής αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως και παραπέμπει για την επίλυση των διαδικαστικών ζητημάτων στους δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι ακολουθούνται στο έδαφος της χώρας, όπου γίνεται η επίκληση της αποφάσεως. Από τους τυπικούς δικονομικούς κανόνες, επομένως, αντιδιαστέλλονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για να αναγνωριστεί και κηρυχθεί εκτελεστή η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση και οι οποίες περιέχονται κατά βάση στα άρθρα 4 έως 7 της ανωτέρω Συμβάσεως και αποτελούν αυτοτελείς κανόνες άμεσης εφαρμογής, ανεξαρτήτους από τους δικονομικούς κανόνες των Κρατών, που δεσμεύονται από τη Σύμβαση, τους οποίους παραμερίζουν. Το προαναφερόμενο άρθρο 4 της Συμβάσεως επιβάλλει στο μέρος που επιδιώκει την αναγνώριση και εκτέλεση της αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη διαιτητικής αποφάσεως και συμφωνία διαιτησίας, που να ανταποκρίνονται στους όρους των άρθρων 1 και 2.
Τα στοιχεία αυτά του άρθρου 4 της Συμβάσεως πρέπει να αποτελούν και στοιχεία του δικογράφου της αιτήσεως, η μη επίκλησή τους δε συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής (αιτήσεως). Άλλα στοιχεία κατά τη Σύμβαση δεν απαιτούνται, για το παραδεκτό της αιτήσεως. Ειδικότερα, στους τυπικούς δικονομικούς κανόνες περιλαμβάνονται, όσον αφορά στο Ελληνικό Δίκαιο, οι προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 905 και 906 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που ρυθμίζουν τη διαδικασία και το αρμόδιο δικαστήριο, καθώς επίσης και εκείνες των άρθρων 68, 73, 118 και 747 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, κατά το μέρος που με την τελευταία ρυθμίζεται, εκτός άλλων, το περιεχόμενο του δικογράφου.
Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 747 παρ. 2 του ΚΠολΔ), το δικόγραφο της (εκδικαζόμενης κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας) αιτήσεως περί κηρύξεως εκτελεστής στην Ελλάδα αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως, πρέπει να περιέχει, εκτός από όσα ορίζονται στο άρθρο 118 ή 117, (α) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της αιτήσεως, (β) ορισμένο αίτημα και (γ) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν το αίτημα κατά το κύριο αντικείμενο και για τα παρεπόμενά του, καθώς και την εξουσία για την υποβολή του, ήτοι στοιχεία που δικαιολογούν τη νομιμοποίηση του αιτούντος και μόνον, σε αντίθεση με όσα ορίζονται στην, εφαρμοζόμενη κατά την αμφισβητούμενη διαδικασία, διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ.
α' του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, δηλαδή η αγωγή, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει και εκείνα τα πραγματικά γεγονότα που δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, δηλαδή πρέπει να προκύπτουν από την αγωγή τα στοιχεία της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως αμφοτέρων των διαδίκων.
Η τοιαύτη διαφοροποίηση οφείλεται στο ότι η έννοια του διαδίκου, στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, όπου ελλείπει παντελώς κάθε διάγνωση αμφισβητουμένου δικαιώματος, δεν ταυτίζεται απόλυτα με την αντίστοιχη έννοια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Ο όρος «διάδικοι» προσεγγίζεται με την ευρύτερη έννοια των «μετεχόντων στη διαδικασία προσώπων», στην οποία περιλαμβάνονται όσοι απέκτησαν τυπικά την ιδιότητα του συμμετασχόντος στη δίκη προσώπου, σύμφωνα με έναν από τους τρόπους που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με: (α) την υποβολή της αιτήσεως από τον αιτούντα (άρθρο 747 ΚΠολΔ), (β) με την κλήτευση προσώπου με διαταγή του δικαστηρίου (άρθρο 748 παρ. 3 του ΚΠολΔ), (γ) με την προσεπίκλησή του από τον αιτούντα ή από το δικαστήριο (άρθρο 753 ΚΠολΔ), (δ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρεμβάσεως στην ανοιγείσα με την αίτηση δίκη (άρθρο 752 ΚΠολΔ) και (ε) [εκ των υστέρων, μετά την έκδοση της αποφάσεως] με την άσκηση τριτανακοπής (άρθρο 773 ΚΠολΔ). Έτσι, στην περίπτωση αιτήσεως περί κηρύξεως εκτελεστής στην Ελλάδα αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως, για το παραδεκτό και ορισμένο αυτής απαιτείται, πλην άλλων, η σαφής έκθεση των στοιχείων που δικαιολογούν τη νομιμοποίηση του αιτούντος, ενώ παθητικά νομιμοποιείται αυτός κατά του οποίου μπορεί να εκτελεστεί η απόφαση, ο οποίος κλητεύεται μόνο αν τούτο κριθεί αναγκαίο από το δικαστή.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον, όμως, και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας. Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής ή της αιτήσεως δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 579/2015, ΑΠ 1097/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε (κήρυξε) απαράδεκτη την ένδικη αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης λόγω αοριστίας ως προς την περιγραφή και θεμελίωση των στοιχείων της παθητικής της νομιμοποιήσεως, υπό την έννοια ότι δεν προσδιορίζεται με επάρκεια το πρόσωπο εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της διαιτητικής αποφάσεως, καθ’ όσον σ’ αυτήν (ένδικη αίτηση) αναφέρεται αρχικά μεν ότι η από 22.07.2004 Σύμβαση Παραχώρησης συνήφθη μεταξύ της εταιρίας, με την επωνυμία «ETESA» και της «INTRALOT DE COLOMBIA», η οποία αποτελεί «υποκατάστημα αλλοδαπής», άλλως «παράρτημα», άλλως «θυγατρική Μπογκοτά Κολομβίας» αυτής (αναιρεσείουσας εταιρίας), στη συνέχεια δε στη διαιτητική απόφαση που ενσωματώνεται στο δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναφέρεται ότι η παραπάνω σύμβαση παραχωρήσεως (εκ της οποίας οι επίδικες σχέσεις) συνήφθη μεταξύ της «ETESA» και της «Intralot de Colombia», διάδικοι, όμως, στη διαιτητική δίκη προσδιορίζονται η «ETESA» και η «Intralot de Colombia», που αποτελεί υποκατάστημα της εταιρίας «Intralot de Colombia», με έδρα στην Ελλάδα, με συνέπεια να μην καθίσταται σαφής ο σύνδεσμος μεταξύ του προσώπου και της αξιώσεως.
Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το παραπάνω ζήτημα, δέχθηκε τα ακόλουθα:
« [...] η υπό κρίση αίτηση είναι ορισμένη, καθόσον σε αυτήν γίνεται επίκληση της ύπαρξης διαιτητικής αποφάσεως και της συμφωνίας διαιτησίας, καθώς και οι λόγοι της νομιμοποίησης της αιτούσας για την υποβολή αυτής, που συνίσταται στο ότι η τελευταία είναι καθολική διάδοχος της κρατικής εταιρίας, με την επωνυμία «ETESA», κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτήν, δίχως να απαιτείται για την πληρότητα του δικογράφου σαφής αναφορά στοιχείων που να θεμελιώνουν την παθητική νομιμοποίηση της καθ’ ης η αίτηση, αφού με την αίτηση εισάγεται αίτημα κατά τη διαδικασία της εκούσια δικαιοδοσίας, η απεύθυνση δε της αιτήσεως προς την καθ’ ης, δεν καθιστά αυτή αντίδικό της, ως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 761 και 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, ώστε για το ορισμένο της αιτήσεως να πρέπει να γίνει σαφής αναφορά των γεγονότων που να δικαιολογούν την άσκησή της εναντίον της, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη ανωτέρω.
Η αναφορά δε στο δικόγραφο αυτής ότι την 22.07.2004 υπεγράφη μεταξύ των εταιριών «ETESA» και «ΙΝΤΡΑΛΟΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΥΧΕΡΩΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ» που εδρεύει στο Μαρούσι, δια του υποκαταστήματος αυτής στην αλλοδαπή, άλλως παραρτήματος, άλλως θυγατρικής, επαρκεί για να προσδιορισθεί η κατά τόπον αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δίχως το γεγονός ότι στο κείμενο της αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης, που ενσωματώνεται πλήρως στο δικόγραφο, αναφέρεται ως ενάγουσα στην διαδικασία της διαιτησίας η εταιρία «INTRALOT DE COLOMBIA», ως υποκατάστημα της εταιρίας «INTRALOT DE COLOMBIA», που εδρεύει στην Αθήνα, να καθιστά την αίτηση αόριστη [...]».
Με όσα δέχθηκε το Εφετείο ορθώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και, συνεπώς, όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο συναφής πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
[III] Με το άρθρο 5 της παραπάνω αναφερόμενης συμβάσεως (Συμβ.Ν.Υ.) ορίζεται ότι «Η αναγνώριση και εκτέλεση της αποφάσεως μπορεί να απορριφθεί μόνο με αίτηση του μέρους εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση αυτή, εφόσον το μέρος προσκομίζει στην αρμόδια αρχή της χώρας, όπου επιζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση, την απόδειξη ότι: (α) τα μέρη που αναφέρονται στη συμφωνία, η οποία ρυθμίζεται από το άρθρο 2, είχαν, με βάση το δίκαιο που εφαρμόζεται σ’ αυτά, κάποια ανικανότητα ή ότι η συμφωνία αυτή δεν είναι έγκυρη με βάση το δίκαιο στο οποίο τα μέρη την έχουν υπαγάγει και αν δεν υπάρχει ένδειξη γι’ αυτό, με βάση το δίκαιο της χώρας στην οποία εκδόθηκε η απόφαση ή (β) εκείνο από τα μέρη εναντίον του οποίου γίνεται επίκληση της αποφάσεως, δεν ήταν δεόντως πληροφορημένο για τον ορισμό του διαιτητή ή για τη διαδικασία της διαιτησίας ή ότι ήταν αδύνατο για κάποιο λόγο να κάνει χρήση των μέσων που είχε στη διάθεσή του, ή (γ) η απόφαση αναφέρεται σε διαφορά που δεν προβλέπεται από το συνυποσχετικό ή δεν περιλαμβάνεται στις διατάξεις της διαιτητικής ρήτρας, ή ότι περιλαμβάνει αποφάσεις που υπερβαίνουν τους όρους του συνυποσχετικού ή της διαιτητικής ρήτρας, ή (δ) η συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου ή η διαιτητική διαδικασία δεν ήταν σύμφωνα με τη συμφωνία των μερών, ή εάν δεν υπάρχει συμφωνία, ότι δεν ήταν σύμφωνη με το δίκαιο της χώρας, όπου έλαβε χώρα η διαιτησία και (ε) η απόφαση δεν έχει ακόμα καταστεί δεσμευτική για τα μέρη, ή ακυρώθηκε ή έχει ανασταλεί από αρμόδια αρχή της χώρας στην οποία ή κατά το δίκαιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση».
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι εκείνος κατά του οποίου γίνεται η επίκληση της αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως, μπορεί να προτείνει και να αποδείξει ότι συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη Σύμβαση αυτή αρνητικές προϋποθέσεις του άρθρου 5 αυτής, προκειμένου να επιτύχει την απόρριψη της αιτήσεως, μεταξύ, όμως, των αρνητικών αυτών προϋποθέσεων δεν περιλαμβάνεται και το ότι η διαιτητική απόφαση δεν είναι εκτελεστή κατά το δίκαιο του τόπου εκδόσεώς της. Περαιτέρω, όπως έχει ήδη εκτεθεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 906 του ΚΠολΔ, οι αλλοδαπές διαιτητικές αποφάσεις κηρύσσονται εκτελεστές σύμφωνα με το άρθρο 905 παρ. 1, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 903. Με το τελευταίο αυτό άρθρο θεσπίζεται ότι, επιφυλασσομένων αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις, αλλοδαπή διαιτητική απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, χωρίς άλλη διαδικασία, εάν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(1) αν η συμφωνία διαιτησίας στην οποία βασίστηκε η έκδοσή της είναι έγκυρη κατά το δίκαιο που τη διέπει,
(2) αν το αντικείμενο της διαιτητικής αποφάσεως μπορεί να γίνει αντικείμενο συμφωνίας διαιτησίας κατά το ελληνικό δίκαιο,
(3) αν η απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα ή προσφυγή, ή δεν εκκρεμεί διαδικασία αμφισβητήσεως του κύρους της,
(4) αν ο διάδικος που νικήθηκε δεν στερήθηκε κατά τη διαιτητική διαδικασία το δικαίωμα της υπερασπίσεως,
(5) αν η απόφαση δεν είναι αντίθετη με απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση,
(6) αν η απόφαση δεν είναι αντίθετη προς τη δημόσια τάξη ή προς τα χρηστά ήθη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι επί κηρύξεως εκτελεστής στην Ελλάδα αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως, το αρμόδιο προς τούτο μονομελές πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου βρίσκεται η κατοικία και, αν δεν έχει κατοικία, η διαμονή του οφειλέτη και, αν δεν έχει ούτε διαμονή, το μονομελές πρωτοδικείο της πρωτεύουσας του κράτους περιορίζεται αποκλειστικώς στην έρευνα της συνδρομής των συμπλεκτικώς αξιουμένων ως άνω προϋποθέσεων του άρθρου 903, μεταξύ των οποίων δεν καταλέγεται και το ότι η διαιτητική απόφαση πρέπει να είναι εκτελεστή κατά το δίκαιο του τόπου της εκδόσεώς της (ΑΠ 219/1973).
Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας, η δε εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559, και όχι εκείνον του αριθμού 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 164/2016, ΑΠ 388/2016, 579/2015, ΑΠ 1097/2013).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, το αναιρετήριο δικόγραφο πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα αναφερομένους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.
Ειδικότερα, για το ορισμένο της από το άρθρο 559 αριθμ.14 του ΚΠολΔ προβλεπομένης αιτιάσεως, συνισταμένης στην παρά το νόμο, μη κήρυξη από το δικαστήριο του απαραδέκτου του δικογράφου της αγωγής ή της αιτήσεως, λόγω αοριστίας, απορρέουσας από τη μη αναφορά σ’ αυτό των δικαιολογητικών του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος ή του αιτούντος στοιχείων, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: (α) το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής ή της αιτήσεως, (β) οι σχετικές με το ορισμένο αυτού (δικογράφου) παραδοχές του δικαστηρίου και (γ) επίκληση ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός, που θεμελιώνει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο εφετείο με λόγο εφέσεως (ΑΠ 579/2015, ΑΠ 765/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαράδεκτης της ένδικης αιτήσεως, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της ήδη αναιρεσίβλητης να ζητήσει την κήρυξη εκτελεστής στην Ελλάδα της προαναφερόμενης αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως, ισχυριζόμενη, κατ’ εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, τα ακόλουθα:
Ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2535 και 2536 του Κολομβιανού Αστικού Κώδικα, τα οποία ρυθμίζουν την παραγραφή των αξιώσεων εν γένει, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που έχουν επιδικαστεί από δικαστικές ή διαιτητικές αποφάσεις και κατά τα σχετικά άρθρα της Πολιτικής Δικονομίας της Κολομβίας (άρθρο 488 του κατά την έκδοση της διαιτητικής αποφάσεως ισχύοντος Κολομβιανού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και άρθρο 442 του επί του παρόντος ισχύοντος Γενικού Κώδικα Διαδικασίας):
Ι) Προκειμένου να εκτελεσθεί κατά του οφειλέτη μία απαίτηση, η οποία έχει επιδικασθεί με εκτελεστό τίτλο, όπως εν προκειμένω έχει συμβεί με την ένδικη διαιτητική απόφαση, η οποία κατέστη εκτελεστή από τις 10.03.2010, ο δανειστής (ενάγων) θα πρέπει να ασκήσει την αγωγή εκτέλεσης (accion ejecutiva), επί της οποίας θα δοθεί η δικαστική εντολή με συνοπτική διαδικασία (proceso ejecutivo) για έναρξη της αναγκαστικής εκτελέσεως. Στη συνέχεια, ο δανειστής – ενάγων θα πρέπει να κοινοποιήσει στον οφειλέτη (εναγόμενο) την δικαστική εντολή με την οποία γίνεται δεκτή η παραπάνω αγωγή του, εντός ενός έτους από την επίδοση της ως άνω δικαστικής εντολής, που γίνεται με επιμέλεια του δικαστηρίου στον ίδιο τον ενάγοντα.
ΙΙ) Το δικαίωμα του ενάγοντος να ασκήσει την εν λόγω αγωγή εκτελέσεως παραγράφεται με την παρέλευση πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία ο τίτλος με τον οποίο θα επιχειρήσει την εκτέλεση κατέστη εκτελεστός και η εν λόγω παραγραφή θεωρείται ότι διακόπτεται μόνο εφόσον κοινοποιηθεί στον οφειλέτη η ανωτέρω δικαστική εντολή περί εκτελέσεως εντός του έτους από την (προηγούμενη) κοινοποίησή της στον ενάγοντα.
ΙΙΙ) Εάν ο ενάγων (δανειστής) χάσει την παραπάνω πενταετή προθεσμία, η εκτέλεση που θα ασκήσει εκπροθέσμως θα απορριφθεί από το Δικαστήριο, λόγω του ότι η σχετική απαίτησή του έχει υποπέσει σε παραγραφή. Ομοίως, ο (νικητής) στην αντιδικία ενάγων, ακόμα και αν ασκήσει εντός της παραπάνω πενταετίας την «αγωγή εκτέλεσης», δεν θα μπορέσει να εκτελέσει με βάση τον τίτλο του, εφόσον δεν κοινοποιήσει και τη δικαστική εντολή που επιτρέπει την έναρξη της αναγκαστικής εκτελέσεως εντός έτους από την κοινοποίηση στον ίδιο της εν λόγω δικαστικής εντολής.
Ότι, εν προκειμένω, η ήδη αναιρεσίβλητη ουδέποτε μέχρι σήμερα έχει ασκήσει την «αγωγή εκτελέσεως», προκειμένου να μπορέσει να εκκινήσει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως με βάση τη διαιτητική απόφαση και, συνεπώς, το δικαίωμά της να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση με βάση τη διαιτητική απόφαση έχει οριστικά απολεσθεί, αφού η πενταετής προθεσμία, εντός της οποίας όφειλε να έχει ασκήσει την ανωτέρω αγωγή εκτελέσεως συμπληρώθηκε στις 10.03.2015, με περαιτέρω συνέπεια η ενσωματωμένη στην επίδικη διαιτητική απόφαση απαίτηση, για την ικανοποίηση της οποίας ζητείται να κηρυχθεί εκτελεστή αυτή στην Ελλάδα, να έχει υποπέσει οριστικά και αμετακλήτως στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 2536 του Αστικού Κώδικα της Κολομβίας (βλ. 17η σελ.
αναιρετηρίου), όπως τούτο (παραγραφή της αξιώσεως) έγινε δεκτό από την προσβαλλομένη απόφαση (βλ. 18η σελ. του αναιρετηρίου).
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί, σύμφωνα με όσα αμέσως παραπάνω έχουν εκτεθεί, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί υπάρξεως του εννόμου συμφέροντος του αιτούντος δικαστική προστασία αφορά στο ουσιαστικό απαράδεκτο και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι στο δικονομικό απαράδεκτο, το οποίο ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της. Σε κάθε περίπτωση πάντως κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος για τους ακόλουθους λόγους:
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το παραπάνω ζήτημα, δέχθηκε τα ακόλουθα:
«| [...] Με το δεύτερο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα βάλλει κατά της εκκαλουμένης εκθέτοντας ότι η αίτηση περί κηρύξεως της διαιτητικής απόφασης έπρεπε να απορριφθεί λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της αιτούσας, καθόσον από τα άρθρα 2535 και 2536 του Κολομβιανού Αστικού Κώδικα, τα οποία ορίζουν την παραγραφή των αξιώσεων εν γένει, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που έχουν επιδικασθεί από δικαστικές ή διαιτητικές αποφάσεις, προκύπτει ότι ο ενάγων δανειστής θα πρέπει να ασκήσει την αγωγή εκτέλεσης (accion ejecutiva) επί της οποίας θα δοθεί η δικαστική εντολή με συνοπτική διαδικασία για έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης εντός πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία ο τίτλος με τον οποίο θα επιχειρήσει την εκτέλεση κατέστη εκτελεστός και η εν λόγω παραγραφή θεωρείται ότι διακόπτεται μόνο εφόσον κοινοποιηθεί στον οφειλέτη η ανωτέρω δικαστική εντολή περί εκτελέσεως εντός ενός έτους από την προηγούμενη κοινοποίησή της στον ενάγοντα με επιμέλεια του δικαστηρίου κι ότι στην προκειμένη περίπτωση η αντίδικος ουδέποτε έχει ασκήσει την αγωγή εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης που κατέστη εκτελεστή την 10.03.2010 και, επομένως, το δικαίωμά της να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση με βάση αυτή έχει οριστικά απωλεσθεί.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό με την αιτιολογία «... Επίσης παρατηρείται ότι το έννομο συμφέρον της αιτούσας προς άσκηση της προκείμενης αίτησης, το οποίο κρίνεται κατά τη lex fori και κατ’ εφαρμογή και του 3 της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, σύμφωνα με το οποίο για την επίλυση των διαδικαστικών ζητημάτων γίνεται παραπομπή στους δικονομικούς κανόνες του κράτους στο οποίο γίνεται η επίκληση της υπό εκτέλεσης απόφασης, είναι εν προκειμένω υφιστάμενο, ανεξάρτητα από τα αναφερόμενα από την καθ' ης η αίτηση περί παραγραφής του δικαιώματος εκτέλεσης της αιτούσας κατά το κολομβιανό δίκαιο...».
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα και στη μείζονα σκέψη της παρούσας αλλοδαπή διαιτητική απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή στην Ελλάδα, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 903 με την επιφύλαξη διαφόρων ρυθμίσεων δυνάμει διεθνών συμβάσεων. Κατά τη σύμβαση δε της Νέας Υόρκης της 10.06.1958, η διαδικασία της αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες της χώρας στην οποία αιτείται η εκτέλεσή της, εκτός αν πρόκειται για διαδικαστικά ζητήματα, για τα οποία μεριμνά ευθέως η ίδια η σύμβαση.
Για το παραδεκτό δε της αίτησης η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση δεν απαιτείται να είναι εκτελεστή κατά το δίκαιο του τόπου έκδοσής της […], ενώ το Δικαστήριο κατά την έρευνα αυτής – αίτησης – δεν υπεισέρχεται σε κατ’ ουσίαν έρευνα ουσιαστικών λόγων που διακωλύουν ή καταργούν την απαίτηση, όπως η ένσταση εξόφλησης ή παραγραφής […].
Επομένως, δεδομένου ότι η αιτούσα επικαλείται την ύπαρξη αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης, η οποία υποχρεώνει την κυρίως παρεμβαίνουσα σε καταβολή χρηματικής της αξίωσης, έχει έννομο συμφέρον κατ’ άρθρο του 68 ΚΠολΔ να αιτηθεί την κήρυξη της εκτελεστότητας αυτής στην Ελλάδα, ως τόπο εκτέλεσης αυτής. Ακολούθως εφόσον ομοίως έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε και ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί|».
Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει (ότι) το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η απαίτηση της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, για την οποία εκδόθηκε η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, της οποίας ζητείται η κήρυξη εκτελεστής στην Ελλάδα, έχει παραγραφεί, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Αντίθετα, έγινε δεκτό ότι παρεγράφη το δικαίωμα ασκήσεως της «αγωγής εκτελέσεως» στην Κολομβία, γεγονός, όμως, που δεν στερεί από την αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη το δικαίωμα να ζητήσει να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, εφ’ όσον η εκτελεστότητά της (διαιτητικής αποφάσεως) στον τόπο εκδόσεώς της (Κολομβία) δεν αποτελεί προϋπόθεση για την κήρυξη αυτής εκτελεστής στην Ελλάδα, ούτε κατά το Ελληνικό Δίκαιο (άρθρο 903 του ΚΠολΔ), ούτε κατά τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης, στην οποία κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα φέρεται ότι έχει προσχωρήσει και η Κολομβία, οι κατ’ ιδίαν δικονομικές διατάξεις της οποίας, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 905 παρ. 1 και 906 του ΚΠολΔ και του άρθρου 2 του Εισαγωγικού Νόμου αυτής, διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ως άνω Κώδικα.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος αυτού, με το οποίο υποστηρίζεται ότι η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση «έχει χάσει την ικανότητά της (όχι μόνο στην Κολομβία, αλλά παγκοσμίως) να υποχρεώνει τον ηττημένο διάδικο σε συμμόρφωση [...] και η επιθετική ισχύς της έχει αποσβεσθεί δια παντός» (βλ. 13 σελ. αναιρετηρίου) κρίνεται απορριπτέος, ως αόριστος, αφού ουδόλως διευκρινίζεται για ποιο λόγο η διαιτητική απόφαση έχει χάσει την ισχύ της (κατά την αναιρεσείουσα) εκτός από την Κολομβία και παγκοσμίως και, επομένως, και στην Ελλάδα.
[IV] Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011). Αν το Δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και της υπαγωγής τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1299/2009).
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλομένη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 210/2017, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Το πόρισμα, δηλαδή, το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 681/2014).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 816/2017, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα:
«|Μεταξύ της εταιρίας, με την επωνυμία EMPRESSA TERRITORIAL PARA SALUD και το διακριτικό τίτλο ETESA, εταιρία συσταθείσα σύμφωνα με τον κολομβιανό νόμο 643/2001, προκειμένου να εκμεταλλευθεί ως τέλος δημοσίων εσόδων τα τυχερά παίγνια, και κατόπιν προκηρυχθέντος από αυτήν διαγωνισμού που κατακυρώθηκε στην εταιρία, με την επωνυμία INTRALOT S.A.
INTERGRATED INFORMATION SYSTEMS AND SERVICES OF GAMES OF CHANGE (ΙΝΤΡΑΛΟΤ A.E. – ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΥΧΕΡΩΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ και το διακριτικό τίτλο INTRALOT) κυρίως παρεμβαίνουσα, που είναι ελληνική εταιρεία με αριθμ. μητρώου ΕΒΕΑ 106461 και έδρα την Αθήνα, υπογράφηκε η με αριθμό …/22-7-2004 σύμβαση, με τίτλο «Σύμβαση ανάθεσης διεξαγωγής στοιχημάτων τα οποία θα πραγματοποιηθούν σχετικώς με τα αποτελέσματα ποδοσφαιρικών αγώνων μεταξύ της εταιρίας EMPRESA TERRITORIAL PARA SALUD, ETESA και της εταιρίας INTRALOT S.A.».
Αντικείμενο της ανωτέρω σύμβασης ήταν η παραχώρηση εκ μέρους της «ETESA» στην ανάδοχο (INTRALOT S.A.) της κατ’ αποκλειστικότητα εκμετάλλευσης των στοιχημάτων επί αποτελεσμάτων αγώνων, τουρνουά ή πρωταθλημάτων ποδοσφαίρου τοπικού, νομαρχιακού, περιφερειακού, εθνικού ή διεθνούς χαρακτήρα ή οποιουδήποτε άλλου χαρακτήρα και αιτιολογίας μέσω διαφόρων ειδών στοιχημάτων, όπως είναι τα στοιχήματα προκαθορισμένων αποδόσεων, τα στοιχήματα σχετικώς με τα αποτελέσματα αθλητικών συναντήσεων βραχείας διάρκειας, τα στοιχήματα κυμαινόμενων δεκαδικών αποδόσεων ή οιοδήποτε άλλο είδος στοιχημάτων συμβατών με τη διεξαγωγή ποδοσφαιρικών αγώνων προς εκμετάλλευση εκ μέρους του Αναδόχου για δικό του λογαριασμό και με δικό του κίνδυνο εντός της εθνικής επικράτειας, αντί καταβολής δικαιωμάτων εκμετάλλευσης και δαπανών διαχείρισης στην αναθέτουσα εταιρία «ETESA».
Η διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε σε 60 μήνες, αρχής γενομένης από την επομένη της λήξης χρονικού διαστήματος 194 εργασίμων ημερών, οι οποίες αντιστοιχούν σε 9 περίπου μήνες, το οποίο ορίσθηκε από την ανάδοχο στην προσφορά της ως το αναγκαίο για την τεχνολογική και φυσική προσαρμογή των στοιχημάτων χρονικό διάστημα ή προ αυτής (λήξεως) στην περίπτωση κατά την οποίαν η πώληση των στοιχημάτων ήθελε αρχίσει προ του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος, το οποίο είναι γνωστό ως φάση προεκμετάλλευσης, μετά τη λήξη της οποίας θα αρχίσει η εμπορική εκμετάλλευση των στοιχημάτων.
Για την υλοποίηση της ανωτέρω σύμβασης η κυρίως παρεμβαίνουσα σύστησε υποκατάστημα στην Κολομβία, με την επωνυμία INTRALOT DE COLOMBIA, το οποίο και λειτούργησε εκεί δυνάμει της από 4ης Αυγούστου 2004 συμβολαιογραφικής πράξεως αριθμ. 1365 του 16ου Συμβολαιογραφείου της Μπογκοτά, όπως προκύπτει από το από 31ης Ιανουαρίου 2006 πιστοποιητικό περί ύπαρξης και νόμιμης εκπροσώπησης της εταιρίας, το οποίο και συμβλήθηκε ως ανάδοχος σε όλες τις μεταγενέστερες τροποποιητικές πράξεις της αρχικής σύμβασης (βλ.
β' σελ. του 6ου φύλλου έως και β' σελ. του 7ου φύλλου της προσβαλλομένης αποφάσεως).
[...]|»
Στη συνέχεια, αφού εκθέτει το Εφετείο ότι αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη προσέφυγαν στη διαιτησία προς επίλυση των διαφορών που ανέκυψαν από τη σύμβαση αυτή, διαλαμβάνει περαιτέρω στην προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα:
«Περαιτέρω η εταιρία, με την επωνυμία EMPRESSA TERRITORIAL PARA SALUD και το διακριτικό τίτλο ETESA, καταργήθηκε με το υπ’ αριθμ. 175/2010 Διάταγμα και διατάχθηκε η εκκαθάρισή της, που διήρκησε έως 31-8-2012. Εν συνεχεία εκδόθηκε ο κολομβιανός νόμος 1393/2010, με τον οποίο παραχωρήθηκαν οι αρμοδιότητες για τη διαχείριση των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης και των δαπανών διαχείρισης των τυχερών παιχνιδιών που εκμεταλλεύονται δημόσιοι οργανισμοί εθνικής εμβέλειας στη Διεύθυνση Φυσικών Φόρων και Εθνικών Τελωνείων (DIAN) και ακολούθως το υπ’ αριθμ. 4142/2011 διάταγμα του Προέδρου της Κολομβίας, δυνάμει του οποίου ιδρύθηκε η αιτούσα κρατική βιομηχανική και εμπορική επιχείρηση, με την επωνυμία COLJUEGOS - Empressa Industrial Υ Comercial Del Estado και το διακριτικό τίτλο COLJUEGOS, που εδρεύει στην Μπογκοτά της Κολομβίας κι έχει ως σκοπό την εκμετάλλευση, διαχείριση, λειτουργία και κατάρτιση των κανονισμών των παιχνιδιών, τα οποία θα συμμετέχουν στο μονοπώλιο των κερδών από τυχερά παίγνια.
Σύμφωνα με το με άρθρο 20 παρ.1 του προαναφερόμενου νόμου, με τίτλο «Μεταφορά περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και αρχείων» που ορίζει ότι «Οι ιδιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι και εργολάβοι της ETESA υπό εκκαθάριση και η Διεύθυνση Εθνικών Φορέων και τελωνείων (DIAN) προβαίνουν στις απαραίτητες ενέργειες για την παράδοση των περιουσιακών δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών διαδικασιών και των δεόντως απογεγραμμένων αρχείων, που περιέχονται στην αρμοδιότητα της κρατικής βιομηχανικής και εμπορικής εταιρίας για τη διαχείριση του οικονομικού μονοπωλίου τυχερών παιχνιδιών COLJUEGOS, υπό τους όρους που θέτουν ο νόμος, το παρόν διάταγμα και ο πρόεδρος της COLJUEGOS, συνάγεται ότι το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών διαδικασιών και των δεόντων απογεγραμμένων αρχείων της εταιρίας ETESA μεταβιβάσθηκε στην αιτούσα κρατική και βιομηχανική εταιρία COLJUEGOS, η οποία και αποτελεί καθολική διάδοχο της πρώτης αναφερομένης εταιρίας.
Το ανωτέρω άρθρο δεν δύναται να ερμηνευθεί ότι αφορά μόνο τη φυσική παράδοση των αρχείων και περιουσιακών στοιχείων της ETESA, ως εσφαλμένως ισχυρίζεται η κυρίως παρεμβαίνουσα, διότι τότε θα ήταν αδύνατη η μεταβίβαση των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων στις οποίες αναφέρεται το διάταγμα 4142/2011. Αντιθέτως πρόκειται για μια ρητή νομοθετική εντολή για μεταβίβαση του κεφαλαίου της ETESA στο σύνολό του που συνίσταται στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της περιουσιακού χαρακτήρα στην COLJUEGOS.
Τέτοιου είδους δε περιουσιακό στοιχείο αποτελεί και η καταδίκη της εταιρίας INTRALOT DE COLOMBIA, δυνάμει της ανωτέρω διαιτητικής απόφασης, για την καταβολή στην ETESA των ανωτέρω αναφερομένων χρηματικών ποσών, ως αξιώσεις της τελευταίας εις βάρος της πρώτης εταιρίας, που απορρέουν από τη με αριθμό …/2004 Σύμβαση Παραχώρησης, περιουσιακό στοιχείο το οποίο και μεταβιβάσθηκε στην εταιρία COLJUEGOS, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.
Το αυτό πιστοποιείται και από την από 01.02.2016 πιστοποίηση του Υπουργού Οικονομικών και Δημόσιας Πίστεως της Κολομβίας, η οποία ρητά αναφέρει ότι «... η COLJUEGOS παρέλαβε την από 1η Μαρτίου 2010 Διαιτητική Απόφαση κατά της INTRALOT, έχοντας ούτω καταστεί κάτοχος της οφειλής και υπεύθυνη για την είσπραξή της καθ’ ότι πρόκειται περί εσόδων προερχόμενων από το μονοπώλιο τυχερών παιχνιδιών και δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 336 του Συντάγματος της Κολομβίας οι πόροι αυτοί προορίζονται για τις υπηρεσίες υγείας και εφόσον έχουν εισπραχθεί ανήκουν στα διοικητικά διαμερίσματα και στους δήμους» (βλ.
την με αριθμό 13966/2-8 πιστοποίηση του προαναφερθέντος Υπουργού). Επομένως, εφόσον ομοίως έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε και τα αντιθέτως ισχυριζόμενα από την κυρίως παρεμβαίνουσα, που επαναφέρονται με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμα» (βλ. α' και β' σελ. του 11ου φύλλου της προσβαλλομένης αποφάσεως).
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, ότι δηλαδή, η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι φορέας της ένδικης αξιώσεως εκ της από 1ης Μαρτίου 2010 διαιτητικής αποφάσεως και ότι, συνεπώς, νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως, δεν παραβίασε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις της Κολομβιανής νομοθεσίας και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 3 και 24 του προεδρικού διατάγματος 175/2010, 35 του διατάγματος 254/2010, του διατάγματος 4186/2010, του διατάγματος 873/2010, των άρθρων 14 και 19 του ν. 1393/2010 και 20, 24 και 25 του νομοθετικού διατάγματος 4142/2011 και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη κρατική βιομηχανική και εμπορική επιχείρηση, με το διακριτικό τίτλο COLJUEGOS τυγχάνει καθολική διάδοχος της αρχικώς συμβληθείσας κρατικής εταιρίας, με το διακριτικό τίτλο ETESA και ότι μεταβιβάστηκε σ’ αυτήν το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και αρχείων, στα οποία αναφέρεται το Διάταγμα 4142/2011, μεταξύ των οποίων και η αξίωση από την επίδικη διαιτητική απόφαση.
Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η αξίωση από την επίδικη διαιτητική απόφαση ουδέποτε μεταβιβάστηκε αρχικά στη DIAN και στη συνέχεια στην αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη, καθώς και ότι τη συγκεκριμένη αξίωση μέχρι και σήμερα (και μετά το πέρας της εκκαθαρίσεως της ΕΤΕSA το 2012) διατηρεί αποκλειστικά και μόνο, σύμφωνα με το διάταγμα 175/2010, το Υπουργείο Υγείας της Κολομβίας, αφορούν σε επιχείρημα αυτής προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί του αληθούς φορέα της επίδικης αξιώσεως, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, με τις παραπάνω δε αιτιάσεις, και υπό την επίφαση της προβαλλομένης πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι φορέας της επίδικης αξιώσεως είναι η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη.
Εξ άλλου, δεν συντρέχει η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) διατείνεται, δεν παρατίθενται οι συγκεκριμένες ενέργειες με τις οποίες συντελέστηκε η μεταβίβαση της επίδικης αξιώσεως στην αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη.
Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και, συνακολούθως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, αντίστοιχα, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
[V] Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, (αληθώς μόνο από τον αριθμό 1), με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 περ. α' και 2 παρ. 1 της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης, απορρίπτοντας την ένστασή της περί ακυρότητας της ρήτρας διαιτησίας, διότι αυτή δεν είναι δεσμευτική, επειδή δεν καθιερώνει υποχρεωτικό χαρακτήρα προσφυγής σε διαιτησία, αλλά παρέχεται αυτός κατά προτίμηση, ενώ η σχετική συμφωνία προβλέπει παράλληλα τρείς διαφορετικούς μηχανισμούς επιλύσεως της διαφοράς. Σχετικώς το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα:
« [...]Δυνάμει του με αριθμό 24 άρθρου της αρχικής σύμβασης, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με όλες τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις ορίσθηκε ότι «ΑΡΘΡΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΠΙΛΥΣΗ ΣΥΜΒΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ: [...] τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι στην περίπτωση κατά την οποίαν ανακύψει οιαδήποτε διαφορά θα αποταθούν κατά προτίμηση στους εναλλακτικούς μηχανισμούς επίλυσης διαφορών και ειδικότερα :
1) ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗΣ: Τα παράπονα ή ανησυχίες των συμβαλλομένων μερών συνεπεία της συμβατικής των σχέσεως κατ’ αρχήν θα αποτελέσουν αντικείμενο απευθείας έγγραφης ανακοίνωσης του ενός προς τον άλλο. Όταν ενόψει της διαδικασίας η οποία προβλέπεται στο παρόν άρθρο τα συμβαλλόμενα μέρη καταλήξουν σε κάποια συμφωνία θα θεωρείται ότι έλαβε χώρα συμβιβαστική συμφωνία η οποία θα καταγράφεται. Εάν κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν απαντά στις ειδοποιήσεις οι οποίες του αποστέλλονται, δεν προσέρχεται στις αντίστοιχες συναντήσεις διαπραγμάτευσης ή αρνείται να προβεί σε οιαδήποτε από τις ενέργειες του αναλογούν στα πλαίσια της διαδικασίας της απευθείας διευθέτησης το ζήτημα θα παραπεμφθεί στο διαμεσολαβητή της συμβάσεως κατά τα προβλεπόμενα κατωτέρω στη διαδικασία συμβιβασμού.
2) ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ : Εάν η διαδικασία της απευθείας διευθέτησης αποτύχει για οιονδήποτε εκ των λόγων οι οποίοι αναφέρονται ανωτέρω θα ακολουθηθεί η διαδικασία της του συμβιβασμού η οποία διέπεται από τους ακόλουθους όρους [...].
3) ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Σε περίπτωση αποτυχίας της διαδικασίας συμβιβασμού τα συμβαλλόμενα μέρη θα παραπέμψουν τις διαφορές τους σε Διαιτητικό Δικαστήριο το οποίο θα διέπεται από τους ακόλουθους όρους:
α) Οιαδήποτε διαφορά ήθελε προκύψει μεταξύ των συμβαλλομένων μερών επ' ευκαιρίας της συνάψεως, εκτελέσεως ή εκκαθαρίσεως της παρούσης συμβάσεως η οποία δεν δύναται να επιλυθεί φιλικά στα πλαίσια της διαδικασίας απευθείας διευθέτησης ή της διαδικασίας συμβιβασμού θα διευθετηθεί από Διαιτητικό Δικαστήριο,
β) Το δικαστήριο θα αποτελείται από τρεις (3) διαιτητές που θα διορίζονται με κοινή απόφαση από τους συμβαλλομένους [...]
γ) [...]
δ) Εάν δεν υπάρξει συμφωνία τα συμβαλλόμενα μέρη θα αποταθούν στο Κέντρο Διαιτησίας και Συμβιβασμών του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Μπογκοτά, Κεντρική Περιφέρεια του Διευθυντή του οποίου θα εξουσιοδοτήσουν ρητά προκειμένου να ορίσει αυτός τους διαιτητές δια κληρώσεως από τον κατάλογο των διαιτητών του Κέντρου [...].
Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη προσέφυγαν στη διαιτησία προς επίλυση των απορρεουσών από την ανωτέρω σύμβαση διαφορών τους. (βλ. β' σελ. του 7ου φύλλου και α' σελ. του 8ου φύλλου της προσβαλλομένης αποφάσεως).
[...].
Περαιτέρω από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι καταρχήν οι εταιρίες ETESA και ΙΝΤΡΑΛΟΤ Α.Ε., ενεργώντας δια του νομίμως συσταθέντος υποκαταστήματός της στην Κολομβία, συμφώνησαν ρητά, δυνάμει του άρθρου 24 της με αριθμό …/2004 Σύμβασης Παραχώρησης, να υπαγάγουν την επίλυση των απορρεουσών από τη σύμβαση αυτή διαφωνιών τους στη διαιτησία. Το γεγονός ότι τα μέρη επέλεξαν με την ανωτέρω σύμβαση να επιδιώξουν αρχικά τη φιλική διευθέτηση των διαφορών τους πριν προσφύγουν στη διαιτησία δεν αναιρεί τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της περιεχόμενης στην ανωτέρω σύμβαση διαιτητικής ρήτρας, ως ορθώς έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός περί ακυρότητας της διαιτητικής ρήτρας, που προέβαλε η κυρίως παρεμβαίνουσα και επαναφέρει με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, είναι απορριπτέος».
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας τον σχετικό τρίτο λόγο της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης, διότι από το προεκτεθέν περιεχόμενο της διαιτητικής ρήτρας προκύπτει σαφώς ότι με αυτήν προβλέφθηκε η αποκλειστικότητα της διαιτησίας ως μηχανισμού επιλύσεως των διαφορών που θα ανέκυπταν από τη σύμβαση και αποκλείστηκε η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Το γεγονός ότι πριν από την προσφυγή αυτή τα μέρη συμφώνησαν να προηγηθεί εξωδικαστική προσπάθεια φιλικής διευθετήσεως της διαφοράς, δια της: (1) απευθείας διευθετήσεως και (2) συμβιβασμού, δεν αναιρεί την αποκλειστικότητα της διαιτησίας, καθ' όσον η προσπάθεια αυτή: α) δεν συντρέχει χρονικά με την προσφυγή σε διαιτησία, αλλά προηγείται αναγκαίως αυτής, β) δεν είναι ισοσθενής, ούτε παράλληλη με αυτήν, γ) είναι εξωδικαστική και δ) είναι αυτονόητη σε κάθε σύμβαση.
Η προφανής έννοια της ένδικης ρήτρας είναι ότι, εφ' όσον τα μέρη δεν μπορούν να διευθετήσουν φιλικά και εξωδίκως τη διαφορά τους και, επομένως, παρίσταται ανάγκη προσφυγής σε μηχανισμό επιλύσεως, ο μηχανισμός αυτός θα είναι αποκλειστικά η διαιτησία, αποκλειομένης της πολιτειακής δικαιοσύνης. Η δε φράση «κατά προτίμηση» αναφέρεται σε προτίμηση ανάμεσα στους εναλλακτικούς μηχανισμούς επιλύσεως των διαφορών, δηλαδή επιλογή ενός εξ αυτών και όχι σε προτίμηση ανάμεσα αφ' ενός σ' αυτούς τους μηχανισμούς και αφ' ετέρου στην πολιτειακή δικαιοσύνη, η οποία σαφώς έχει αποκλειστεί.
Δεν υπέπεσε, επομένως, στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γι' αυτό ο συναφής ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος και για το λόγο αυτό απορριπτέος.
[VI] Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 94/2008).
Ακόμη «πράγμα», κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στην γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013).
Με βάση αυτά, δεν αποτελούν «πράγματα», με την παραπάνω έννοια, και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (ΟλΑΠ 11/1996, Α.Π. 1454/2014, Α.Π. 1150/2011, Α.Π. 421 - 425/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο, προβληθέντα πρωτοδίκως και νομίμως επαναφερθέντα ενώπιόν του (Εφετείου), με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της, ισχυρισμό ότι οι συμβαλλόμενοι δεν υποχρεούντο να προσφύγουν σε διαιτησία, παρά μόνο είχαν τη σχετική ευχέρεια και, συνεπώς, η ρήτρα δεν ήταν υποχρεωτική και δεσμευτική, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης. Όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες, συνοπτικές, αλλά επαρκείς και σαφείς, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ο ως άνω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, αντιμετωπίστηκε ευθέως και απερρίφθη ως αβάσιμος. Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 2535, 2536, 2513 και 2514 του Κολομβιανού Αστικού Κώδικα και του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ε' της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης, ισχυριζόμενη, κατά σύνοψη των εκεί εκτιθεμένων, τα ακόλουθα:
Ότι η ένδικη αίτηση έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη, «διότι προσκρούει πολλαπλώς στο άρθρο 5 παρ. 1 περ. ε' της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης, λόγω της διαπιστωθείσας παραγραφής της επίδικης αξιώσεως».
Ότι, ειδικότερα, κατά το Κολομβιανό δίκαιο, η από 1.3.2010 διαιτητική απόφαση έχει απολέσει την ισχύ της ως εκτελεστός τίτλος ήδη από τις 10.03.2015, μη δυναμένη να κηρυχθεί εκτελεστή εκ νέου στον τόπο της εκδόσεώς της και κατά το δίκαιο που την διέπει, λόγω της παρόδου της πενταετούς προθεσμίας του άρθρου 2536 του Κολομβιανού Αστικού Κώδικα, με συνέπεια η, λόγω της απώλειας του δικαιώματος εκτελέσεως αποδυνάμωση, δεδομένης της συμπληρώσεως της περιόδου παραγραφής, της αρχικά εκτελεστής διαιτητικής αποφάσεως να προσιδιάζει στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αυτή αν ένα Κολομβιανό δικαστήριο (υφισταμένης της σχετικής δικονομικής δυνατότητας) την ακύρωνε ή την ανέστειλε, σε κάθε δε περίπτωση η επίδικη διαιτητική απόφαση καθίσταται, κατ' αποτέλεσμα, όμοια με αναγνωριστική δικαστική απόφαση του ελληνικού ΚΠολΔ, αφού με αυτήν πιστοποιούνται μεν οι αμφισβητούμενες έννομες σχέσεις και υποχρεώσεις των διαδίκων, αλλά ο νικητής ενάγων δεν μπορεί με αυτήν να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του ηττημένου εναγομένου.
Ότι, συνεπώς, η εν λόγω διαιτητική απόφαση, έχουσα πλέον, κατ’ αποτέλεσμα, τις ιδιότητες (κατά το διέπον αυτήν δίκαιο, δηλ. της Κολομβίας) μόνο της αναγνωριστικής αποφάσεως, δεν μπορεί να κηρυχθεί η ίδια, ως τίτλος, εκτελεστή στην Ελλάδα, διότι δεν είναι δεσμευτική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 1 περ.
ε' της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης, λόγω του ότι έχει υποβιβαστεί σε αναγνωριστική απόφαση, άλλως διότι για τον ίδιο λόγο δεν υπόκειται σε διαδικασία κηρύξεως εκτελεστότητας κατά τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης, αφού τα αποτελέσματά της, ως αναγνωριστική απόφαση, αναγνωρίζονται άνευ διαδικασίας, ενόψει του ότι βασική προϋπόθεση για να μπορεί να κηρυχθεί εκτελεστή μία διαιτητική απόφαση, με βάση τις διατάξεις της Συμβ.Ν.Υ., είναι η διαιτητική απόφαση να είναι καταψηφιστική, καθώς επίσης και ότι, κατά τη σαφή έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως της Συμβ.Ν.Υ., η δεσμευτικότητα της διαιτητικής αποφάσεως δεν εξαρτάται μόνο από το ότι δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, αντίθετα προϋποθέτει και τη δυνατότητα να είναι τουλάχιστον εκτελέσιμη κατά το δίκαιο του τόπου της εκδόσεώς της, προϋπόθεση, όμως, που δεν συντρέχει εν προκειμένω, προσέτι δε ότι, ενόψει της διαγνωσθείσας από το δικαστήριο της ουσίας παραγραφής της αξιώσεως της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, που εμποδίζει την εκτέλεση της διαιτητικής αποφάσεως έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω διαιτητική απόφαση προσιδιάζει σε απόφαση που ακυρώθηκε ή ανεστάλη, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως της Συμβ.Ν.Υ.
Με την προσβαλλομένη απόφαση, επί του ζητήματος αυτού, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: «| [...] η ανάδοχος εταιρία με την επωνυμία INTRALOT DE COLOMBIA, νομίμως συσταθέν υποκατάστημα της κυρίως παρεμβαίνουσας στην Κολομβία, την 04.07.2008, αιτήθηκε, μέσω ειδικού πληρεξουσίου, από το Κέντρο Διαιτησίας και Συμβιβασμού του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Μπογκοτά τη σύσταση Διαιτητικού Δικαστηρίου για την επίλυση των διαφορών της με την εταιρία ETESA που απορρέουν από την με αριθμό …/2004 σύμβαση, καταθέτοντας σχετική αγωγή, με συνέπεια να συσταθεί αρμοδίως, την 11.09.2008, το Διαιτητικό Δικαστήριο από τους διδάκτορες Maria Cristina Morales de Barrios, Luis Hernado Parra Nieto και Marcela Monroy Torres ως διαιτητές, που όρισαν με κοινή απόφαση οι συμβαλλόμενοι, κατόπιν δε παραιτήσεως της Marcela Monroy Torres, οι συμβαλλόμενοι όρισαν, την 06.10.2008, ως αντικαταστάτη της, τον Luis Hernado Gallo Medina.
Με την αγωγή αυτή η ανάδοχος εταιρία αιτήθηκε κυρίως να δηλωθεί ότι δημιουργήθηκε η ρήξη της οικονομικής ισορροπίας της Σύμβασης Παραχώρησης No … της 22ης Ιουλίου 2004 εις βάρος της αναδόχου και για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή της, να δηλωθεί ότι η εταιρία ETESA έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει την οικονομική ισορροπία της σύμβασης, να καταδικασθεί η εταιρία ETESA στην πληρωμή προς την ενάγουσα του ποσού που αντιστοιχεί στο σύνολο των ζημιών που υπέστη από την εναγομένη, ήτοι τόσο της θετικής της ζημίας όσο και των διαφυγόντων κερδών της, ως συνέπεια του γεγονότος ότι η αγορά ποδοσφαιρικών στοιχημάτων στην Κολομβία υπήρξε ουσιαστικώς μικρότερη από την εκτιμώμενη από τα μέρη, άλλως να δηλωθεί ότι, συνεπεία της ελλιπούς πληροφόρησης στη συγγραφή των υποχρεώσεων του δημοσίου διαγωνισμού 001/2003 και γενικά της συμπεριφοράς που επέδειξε η ETESA κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού, καθώς και της εμφάνισης θεμάτων που δεν φέρει ευθύνη η ανάδοχος, η ενάγουσα υπέστη ζημία, για την οποία δεν έχει αποζημιωθεί, να διαταχθεί η λήξη της σύμβασης παραχώρησης με αριθμό 001/2004, καθώς και ότι η διατάραξη ή κατάλυση της οικονομικής εξίσωσης έχει οριστικό χαρακτήρα και να καταδικασθεί η ETESA στην πληρωμή στην ενάγουσα των εμπορικών τόκων υπερημερίας επί του ποσού που ανέρχονται όλες οι καταδικαστικές αποφάσεις που αφορούν τα προηγούμενα αιτήματα από την ορισθείσα από το Δικαστήριο ημερομηνία έως την ημερομηνία πληρωμής, ενώ υπέβαλε και τέσσερεις ομάδες επικουρικών αιτημάτων.
Η εταιρία ETESA κατέθεσε ισχυρισμούς και ενστάσεις κατά της ανωτέρω αγωγής κι εν συνεχεία κατέθεσε ανταγωγή με κύρια αιτήματα να δηλωθεί ότι η εταιρία, με την επωνυμία INTRALOT SISTEMAS Υ SERVICIOS INTEGRADOS DE LOTERIA S.A., που έχει συστήσει νόμιμα κολομβιανό υποκατάστημα, με την επωνυμία INTRALOT DE COLOMBIA, αθέτησε τις απορρέουσες από τη σύμβαση παραχώρησης με αριθμό 001/2004 υποχρεώσεις της και ειδικότερα τις περιεχόμενες στην όγδοη ρήτρα της αναφερόμενης σύμβασης, αθέτηση που παρεμπόδισε την ETESA να λάβει τα αναμενόμενα χρηματικά ποσά από την INTRALOT στην πρότασή της που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης, να καταδικαστεί η INTRALOT DE COLOMBIA να πληρώσει στην ETESA το σύνολο των προσφερομένων χρημάτων, σύμφωνα με την κατατεθείσα πρόταση από την INTRALOT, αφαιρώντας από αυτό το ποσό τα χρήματα που έχει ήδη λάβει η "ETESA" στο πλαίσιο της συμβατικής εκτέλεσης, άλλως να δηλωθεί ότι η ως άνω ανάδοχος εταιρία δεν έπραξε σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα στην «Πρώτη παράγραφο – Ελάχιστη μηνιαία εγγυημένη πληρωμή» της έκτης ρήτρας της προαναφερθείσας σύμβασης παραχώρησης και ότι δεν εγγυήθηκε, ούτε κατέβαλε στην ETESA, ως δικαιώματα εκμετάλλευσης, πλέον δικαστικών δαπανών, ως ελάχιστο το 40% των αναφερομένων τιμών στην έρευνα αγοράς που κατατέθηκε από τον παραχωρησιούχο με την πρότασή του, που χρησίμευσε ως βάση της κατακύρωσης της αντίστοιχης σύμβασης και ως συνέπεια να δηλωθεί ότι η ανάδοχος υποχρεούται να τηρεί για όλο το διάστημα εκτέλεσης της σύμβασης παραχώρησης τις ανωτέρω ελάχιστες πληρωμές και να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ETESA το ποσό των $17.525.905.770,00 που αντιστοιχεί στα ελάχιστα εγγυημένα Δικαιώματα Εκμετάλλευσης και Διοικητικές Δαπάνες που δημιουργήθηκαν και σταμάτησαν να καταβάλλονται την 10.03.2009 ή αυτό που θα πιστοποιηθεί από την ETESA ή θα καθορισθεί από το Δικαστήριο κατά τη στιγμή έκδοσης της απόφασης, με τον τόκο υπερημερίας στο υψηλότερο εγκεκριμένο από το νόμο ποσοστό, να υποχρεωθεί η αντεναγομένη στην καταβολή του ορισθέντος ποσού εντός τριών ημερών από την ημερομηνία κήρυξης της απόφασης εκτελεστής και να καταδικαστεί στα δικαστικά της έξοδα.
Επί των ανωτέρω, αγωγής και ανταγωγής, και κατόπιν νόμιμης ενώπιον αυτού διαδικασίας, όπου τα εμπλεκόμενα μέρη συμμετείχαν ενεργά με την κατάθεση προτάσεων και φακέλων υποστηρικτικών των εκατέρωθεν ισχυρισμών τους, εκδόθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο του Κέντρου Διαιτησίας και Συμβιβασμού του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Μπογκοτά η από 1η Μαρτίου 2010 διαιτητική απόφαση.
Δυνάμει αυτής, αφού έγιναν δεκτές κατ’ ουσίαν όλες οι προβαλλόμενες από την εταιρία ETESA ενστάσεις, που διατυπώθηκαν σε απάντηση της κύριας αγωγής, απορρίφθηκε η αγωγή της αναδόχου εταιρίας στο σύνολό της και έγινε εν μέρει δεκτό το πρώτο επικουρικό αίτημα του πρώτου κυρίου αιτήματος της ανταγωγής, απορριφθέντων των λοιπών αιτημάτων αυτής (βλ.
α' σελ. 8ου φύλλου μέχρι και α' σελ. 9ου φύλλου της προσβαλλομένης αποφάσεως).
[...]
Η ανωτέρω απόφαση κηρύχθηκε εκτελεστή, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στο άρθρο 331 του ΚΠολΔ της Κολομβίας την 08.03.2010, ημερομηνία, κατά την οποία έληξε η νόμιμη προθεσμία του άρθρου 36 του Διατάγματος 2279 του 1989, που συμπληρώθηκε με το άρθρο 160 του Διατάγματος 1818 του 1998, προκειμένου τα μέρη να καταθέσουν αιτήσεις, διευκρινίσεις, διορθώσεις ή συμπλήρωσης της απόφασης και δεν το έκαναν. Ακόμα αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω απόφαση δεν ακυρώθηκε, ούτε η ισχύς της ανεστάλη από αρμόδια αρχή της Κολομβίας, χώρα στην οποία και κατά το δίκαιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση. Επομένως αυτή είναι δεσμευτική για τα μέρη(βλ. β' σελ. 10ου φύλλου της προσβαλλομένης αποφάσεως).
[...]
Επίσης συνάγεται ότι η εκδοθείσα μεταξύ των προαναφερθεισών εταιριών απόφαση είναι διαιτητική, εφόσον οι διαιτητές ενήργησαν ως ιδιώτες, με βάση την προαναφερθείσα διαιτητική ρήτρα από την οποία απόρρεε η εξουσία τους να ρυθμίσουν την επίδικη ιδιωτική διαφορά και αφετέρου αλλοδαπή, αφού έχει εκδοθεί, ως προκύπτει από το κείμενό της, σύμφωνα με το αλλοδαπό – κολομβιανό δίκαιο. Είναι επίσης δεσμευτική για τα μέρη, εφόσον δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, η ισχύς της δε, δεν ακυρώθηκε, ούτε ανεστάλη με απόφαση των αρμοδίων οργάνων της Κολομβίας, ήτοι της χώρας, αλλά και σύμφωνα με το δίκαιο της οποίας εκδόθηκε. Η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από το γεγονός ότι κατά το Κολομβιανό Δίκαιο η αιτούσα απώλεσε την προθεσμία να ασκήσει αγωγή εκτέλεσης της απόφασης κατά το άρθρο 2536 του κολομβιανού Αστικού Κώδικα ενώπιον των Κολομβιανών Δικαστών, καθόσον η παραγραφή αυτής δεν πιστοποιείται από καμία δικαστική πράξη ή απόφαση κι επομένως φέρει το τεκμήριο της νομιμότητας και της ορθότητας, όπως κάθε δικαστική απόφαση που εκτελείται δεόντως στην Κολομβία, συμπεριλαμβανομένων και των διαιτητικών αποφάσεων, δεδομένου ότι:
(α) σύμφωνα με το άρθρο 2513 του Αστικού Κολομβιανού Κώδικα «Όποιος θέλει να επωφεληθεί από την παραγραφή πρέπει να την επικαλεστεί, ο δικαστής δεν μπορεί να την αναγνωρίσει αυτεπαγγέλτως. Η παραγραφή, τόσο αυτή που αναφέρεται στην απόκτηση ενός δικαιώματος, όσο και αυτή που αναφέρεται στην απώλεια ενός δικαιώματος, μπορεί να επικαλεστεί μέσω της άσκησης ή της άμυνας, από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο διάδικο ή από τους πιστωτές του ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον να κηρυχθεί αυτή, ακόμα και αν το πρόσωπο αυτό έχει παραιτηθεί από αυτήν» και
(β) ο κολομβιανός αστικός κώδικας στο άρθρο 1214 καθιστά σαφές ότι χωρά παραίτηση από την παραγραφή ή διακόπτεται αυτή σιωπηρά από γεγονότα που αναγνωρίζουν το δικαίωμα του ιδιοκτήτη ή του πιστωτή.
Συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός της κυρίως παρεμβαίνουσας μόνο ως αποδυνάμωση δικαιώματος δύναται να εκτιμηθεί και να κριθεί, προβαλλόμενος όμως στα πλαίσια της εναντίον της εκτέλεσης κι όχι στο πρώιμο παρόν στάδιο. Επομένως, εφόσον ομοίως έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την κυρίως παρεμβαίνουσα με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα|».
Έκρινε, δηλαδή, το Εφετείο ότι η από 01.03.2010 απόφαση είναι διαιτητική, ότι αυτή κηρύχθηκε εκτελεστή, σύμφωνα με το νόμο της Κολομβίας και δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, δεν ακυρώθηκε, ούτε ανεστάλη η ισχύς της από αρμόδια αρχή της Κολομβίας. Ότι, επομένως, αυτή είναι δεσμευτική για τα μέρη και ότι η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από την επικαλούμενη από την ήδη αναιρεσείουσα απώλεια της προθεσμίας ασκήσεως αγωγής εκτελέσεως κατά το Κολομβιανό δίκαιο, καθόσον δεν πιστοποιείται παραγραφή αυτής από καμία δικαστική πράξη ή απόφαση και, επομένως, φέρει το τεκμήριο της νομιμότητας και της ορθότητας, όπως κάθε δικαστική απόφαση που εκτελείται δεόντως στην Κολομβία.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι με την προσβαλλομένη απόφαση διεγνώσθη ότι η αξίωση της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης έχει παραγραφεί. Όπως, όμως έχει ήδη εκτεθεί, κατά την έρευνα του δευτέρου αναιρετικού λόγου, με την προσβαλλομένη απόφαση δεν έγινε δεκτό ότι η απαίτηση της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, για την οποία εκδόθηκε η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, της οποίας ζητείται η κήρυξη εκτελεστής στην Ελλάδα, έχει παραγραφεί, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Αντίθετα έγινε δεκτό με αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) ότι παρεγράφη το δικαίωμα ασκήσεως της «αγωγής εκτελέσεως» στην Κολομβία, γεγονός, όμως, που δεν στερεί από την αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη το δικαίωμα να ζητήσει να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, εφ’ όσον η εκτελεστότητά της (διαιτητικής αποφάσεως) στον τόπο εκδόσεώς της (Κολομβία) δεν αποτελεί προϋπόθεση για την κήρυξη αυτής εκτελεστής στην Ελλάδα, ούτε κατά το Ελληνικό Δίκαιο (άρθρο 903 του ΚΠολΔ), ούτε κατά τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης.
Εξ άλλου, στην προκειμένη περίπτωση, δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ε' της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης. Τούτο δε, καθ’ όσον, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η δεσμευτικότητα της αποφάσεως, δηλαδή, το να μην υπόκειται αυτή σε ένδικα μέσα κατά το Κολομβιανό Δίκαιο, η έλλειψη της οποίας εμποδίζει την κήρυξη αυτής εκτελεστής στην Ελλάδα, διαφέρει της εκτελεστότητας της διαιτητικής αποφάσεως στον τόπο της εκδόσεώς της, η οποία, όπως έχει εκτεθεί ήδη παραπάνω, δεν αποτελεί καν προϋπόθεση για την κήρυξή της ως εκτελεστής στην Ελλάδα, μη εξαρτώμενη από αυτήν (εκτελεστότητά της στην Κολομβία).
Ούτε, μπορεί, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ε' εδ. β' της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης, να θεωρηθεί ότι η εν λόγω διαιτητική απόφαση ακυρώθηκε ή ανεστάλη, διότι, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, απαιτείται η ακύρωση ή αναστολή της διαιτητικής αποφάσεως από αρμόδια αρχή της χώρας, στην οποία ή κατά το δίκαιο της οποίας εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση και, εν προκειμένω, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η διαιτητική απόφαση ούτε ακυρώθηκε, ούτε ανεστάλη από αρμόδια αρχή της Κολομβίας.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και, συνακολούθως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη κάνει ειδική αναφορά στα άρθρα 2513 και 2514 του κολομβιανού αστικού κώδικα (εκ παραδρομής αναφέρεται σ’ αυτήν – προσβαλλομένη απόφαση – το άρθρο 1214), που αφορούν στην παραγραφή «χωρίς να εξηγεί για ποιο λόγο η εφαρμογή των άρθρων αυτών καθιστά παραδεκτή και βάσιμη κατά τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης την ένδικη αίτηση».
Τούτο δε γιατί από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η αναφορά των ως άνω διατάξεων, που, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενό τους προκύπτει, αφορούν στην παραγραφή, είναι πλεοναστική και δεν ασκεί καμιά επιρροή στο διατακτικό της, εφ’ όσον το Δικαστήριο κατέληξε στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, δεχόμενο ότι στην προκειμένη περίπτωση και κατά τις διατάξεις της από 10.06.1958 Συμβάσεως της Νέας Υόρκης δεν εξετάζεται το ζήτημα της παραγραφής και της εκτελεστότητας της αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως στον τόπο της εκδόσεώς της και ότι εξετάζεται μόνον αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 της εν λόγω Συμβάσεως, χωρίς την παράλληλη συνδρομή των αρνητικών προϋποθέσεων του άρθρου 5 αυτής, μεταξύ των οποίων, κατά τα προεκτεθέντα, δεν καταλέγεται, η παραγραφή και η εκτελεστότητα της αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως στον τόπο της εκδόσεώς της (πρβλ.
ΑΠ 997/2019, Α.Π. 918/2019, 342/2013).
[VII] Κατά τη διάταξη του άρθρου 903 περ. 6 του ΚΠολΔ «με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν οι διεθνείς συμβάσεις, αλλοδαπή διαιτητική απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, χωρίς άλλη διαδικασία, αν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: [...]
(6) αν η απόφαση δεν είναι αντίθετη προς τη δημόσια τάξη ή προς τα χρηστά ήθη». Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της από 10 Ιουνίου 1958 Διεθνούς Συμβάσεως της Νέας Υόρκης «περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων», «η αναγνώρισις και εκτέλεσις διαιτητικής αποφάσεως θα δύναται ωσαύτως να απορριφθεί, εάν η αρμόδια αρχή της χώρας ένθα ζητείται η αναγνώρισις και εκτέλεσις διαπιστώνει: α) ότι, κατά το δίκαιον της εν λόγω χώρας το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι επιδεκτικόν ρυθμίσεως δια διαιτησίας ή β) ότι η αναγνώρισις και εκτέλεσις της αποφάσεως θα ήτο αντίθετος προς την δημόσιαν τάξιν της εν λόγω χώρας».
Από τη διατύπωση του εδαφίου β' της τελευταίας διατάξεως και εκείνης του άρθρου 903 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αρνητική προϋπόθεση για την κήρυξη εκτελεστής στην Ελλάδα αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως είναι η μη αντίθεσή της στην ημεδαπή δημόσια τάξη, όπως αυτή εκλαμβάνεται υπό την αναφερόμενη στο άρθρο 33 του ΑΚ έννοιά της, δηλαδή, της διεθνούς, κατά την ορολογία που επικράτησε, δημόσιας τάξεως, που αποτελείται από θεμελιώδεις κανόνες αναγκαστικού δικαίου, που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξεως, συγκροτούν δηλαδή τη δημόσια τάξη, υπό έννοια προσομοιάζουσα προς εκείνη του άρθρου 33 του ΑΚ (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 17/2008, ΑΠ 1657/2014, ΑΠ 2273/2009, ΑΠ 1066/2007).
Η παραβίαση, επομένως, κανόνων αναγκαστικού δικαίου τεθέντων πρωτίστως προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, εκφεύγει του ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου (ΟλΑΠ 14/2015). Η αντίθεση αυτή υφίσταται όταν η διαδικασία που ακολουθήθηκε, για την έκδοση της αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως προσκρούει σε θεμελιώδη δικονομικά αξιώματα, τα οποία πέρα και ανεξάρτητα από τους συγκεκριμένους ημεδαπούς δικονομικούς κανόνες εκφράζουν το κράτος δικαίου επί του πεδίου της απονομής της πολιτικής δικαιοσύνης, όταν η παράβαση των δικονομικών αυτών αρχών δεν ήταν δυνατό να προβληθεί, με ένδικα μέσα κατά της αποφάσεως ενώπιον των δικαστηρίων της αλλοδαπής πολιτείας (ΑΠ 496/1994), αλλά και όταν η ανάπτυξη στην ημεδαπή των συνεπειών της αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως, το κύρος της οποίας αλυσιτελώς προσβλήθηκε στο δικαστήριο της αλλοδαπής πολιτείας, αντιτίθεται ευθέως στην έννοια της διεθνούς δημόσιας τάξης, δηλαδή, προς τους θεμελιώδεις κανόνες και αρχές, που κρατούν κατά ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα που αποτρέπει διαταραχή του άνω ρυθμού με την εκτέλεση στη ημεδαπή της αλλοδαπής αποφάσεως ή και μέσω αυτής στην εφαρμογή στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, που μπορεί να προξενήσουν την ίδια διαταραχή (ΟλΑΠ 11/2009, ΟλΑΠ 6/1990).
Η ανεπαρκής, όμως, αιτιολογία της διαιτητικής αποφάσεως ή ακόμη και η ενδεχόμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αλλοδαπών νομικών κανόνων, ή η εσφαλμένη εκτίμηση της ουσίας από τους διαιτητές, δεν καθιστούν την απόφαση αντίθετη στην ημεδαπή δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 11/2009, ΑΠ 1292/2018, ΑΠ 366/2016, ΑΠ 537/2007). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 897, 898, 899, 901, 903 και 906 του ΚΠολΔ και των άρθρων 4 και 5 της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης προκύπτει ότι η δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου, το οποίο καλείται, με απόφασή του, να κηρύξει εκτελεστή στον τόπο του αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, απόφαση, δηλαδή, που εκδόθηκε σε έδαφος άλλου κράτους, το οποίο έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης, περιορίζεται, όπως έχει εκτεθεί παραπάνω, (κατά την έρευνα των παραπάνω αναφερομένων αναιρετικών λόγων) στη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 4 της Συμβάσεως.
Όμως, εκείνος κατά του οποίου γίνεται η επίκληση της αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως, μπορεί να προτείνει και να αποδείξει ότι συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη Σύμβαση αυτή αρνητικές προϋποθέσεις του άρθρου 5 αυτής, προκειμένου να επιτύχει την απόρριψη της αιτήσεως, τις οποίες το δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη αυτεπάγγελτα, ενώ ερευνά αυτεπάγγελτα αν το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι επιδεκτικό ρυθμίσεως με διαιτησία κατά το δίκαιο που αυτό δικάζει ή αν η εκτέλεση της αποφάσεως κρίνεται αντίθετη προς τη δημόσια τάξη της χώρας, στην οποία ζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση (ΑΠ 1066/2007).
Στις προϋποθέσεις κηρύξεως εκτελεστής αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως δεν περιλαμβάνεται και ο έλεγχος της νομικής της ορθότητας και, ειδικότερα αν εφαρμόσθηκε το ουσιαστικό δίκαιο που έπρεπε να εφαρμοσθεί κατά το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο ή κατά συμβατικό όρο, αφού το ελληνικό δικαστήριο δεν επιτρέπεται να υπεισέλθει στην ουσία της υποθέσεως, προβαίνοντας σε αναδίκαση και νέα ουσιαστική διάγνωσή της, σε τροποποιήσεις, μεταβολές, προσθήκες ή αφαιρέσεις ως προς όσα διατάσσονται με την αλλοδαπή απόφαση (ΟλΑΠ 899/1985, ΑΠ 65/1997, ΑΠ 1657/2014).
Αν η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση είναι εσφαλμένη κατ' ουσίαν, ο διάδικος που ηττήθηκε μπορεί να ασκήσει εναντίον της τα προβλεπόμενα από το αλλοδαπό δίκαιο ένδικα μέσα ή προσφυγή (ΑΠ 1066/2007, ΑΠ 954/1983). Τα ελληνικά, δηλαδή, δικαστήρια στερούνται διεθνούς δικαιοδοσίας στο να αποφανθούν, έστω και παρεμπιπτόντως, όπως όταν προβάλλεται αρνητικό αναγνωριστικό αίτημα από την ουσιαστική έννομη σχέση για την ακυρότητα ή ανυπαρξία αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως και να προβούν σε εκ νέου εκδίκαση της υποθέσεως, καθόσον δικαιοδοσία επί σχετικών προσφυγών ή ενδίκων μέσων έχουν τα δικαστήρια της χώρας κατά το διαδικαστικό δίκαιο της οποίας εκδόθηκαν οι διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 544/1996).
Μπορούν όμως τα ελληνικά δικαστήρια να αρνηθούν να κηρύξουν αυτές εκτελεστές, εφόσον δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πιο πάνω διεθνούς Συμβάσεως και της διατάξεως του άρθρου 903 του ΚΠολΔ, αφού ζητήματα που κρίθηκαν από το διαιτητικό δικαστήριο, π.χ. αντιρρήσεις κατά του κύρους της συμφωνίας διαιτησίας, δεν εμποδίζονται να επανατεθούν ως αρνητικές προϋποθέσεις της αναγνωρίσεως (ΟλΑΠ 899/1985, ΟλΑΠ 11/2009).
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, που ορίζει ότι: «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος» περιέχει μεν συναφώς κανόνα αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξεως (ΟλΑΠ 350/1985, ΑΠ 1292/2018, ΑΠ 366/2016), δεν είναι όμως δημόσιας τάξεως κατά την προεκτεθείσα έννοια, αφού δεν μπορεί να ενταχθεί στα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και, ιδίως, οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξεως, ενόψει μάλιστα και του ότι έχει θεσπισθεί για να υπηρετήσει, όχι το δημόσιο συμφέρον, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον των συναλλασσομένων (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1292/2018, ΑΠ 366/2016).
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 388 εδαφ. α' του Α.Κ. «Αν τα περιστατικά στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, μεταβλήθηκαν ύστερα, από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής, το δικαστήριο μπορεί, κατά την κρίση του, με αίτηση του οφειλέτη, να την αναγάγει στο μέτρο που αρμόζει και να αποφασίσει τη λύση της συμβάσεως εξ ολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη».
Η προαναφερθείσα διάταξη, που περιέχει κανόνα αναγκαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 350/1987), κατά την έννοια του άρθρου 3 του ΑΚ, αποτελεί ειδική εφαρμογή επί των αμφοτεροβαρών συμβάσεων των αρχών που καθιερώνονται με τα άρθρα 200 και 288 του Α.Κ. της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, στην πρώτη των οποίων ορίζεται ότι «οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη» και στη δεύτερη ότι «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη» και επιδιώκεται η ισορροπία παροχής και αντιπαροχής που διαταράχθηκε.
Οι διατάξεις αυτές των άρθρων 388 παρ. 1 και 288 του Α.Κ. δεν περιέχουν θεμελιακό κανόνα της πολιτειακής, πολιτιστικής, δικαιϊκής, ηθικής, κοινωνικής ή οικονομικής ζωής της Χώρας, δεν είναι, δηλαδή, δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια του άρθρου 33 του Α.Κ., και πάντως δεν έχουν τεθεί για να υπηρετήσουν το δημόσιο, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον (εμπίπτουσες στην έννοια των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 3 του ΑΚ), με συνέπεια η εφαρμογή τους να μην βρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την εκτεθείσα έννοια, δημόσια τάξη και να μη δικαιολογείται η απόρριψη της αιτήσεως με την οποία ζητείται η κήρυξη εκτελεστής της αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως στην Ελλάδα, εκ του λόγου αυτού, κατ’ άρθρο 5 παρ. 2 περ.
β της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης (πρβλ. ΟλΑΠ 14/2015, βλ. ΑΠ 1292/2018).
Ομοίως, κατά τη διάταξη του άρθρου 179 εδ. α' του ΑΚ «άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου». Η διάταξη αυτή, που περιέχει κανόνα αναγκαστικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 3 του ΑΚ, αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 178 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία «δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη». Και οι διατάξεις αυτές δεν περιέχουν θεμελιακό κανόνα της πολιτειακής, πολιτιστικής, δικαιϊκής, ηθικής, κοινωνικής ή οικονομικής ζωής της Χώρας, έχουν τεθεί για να υπηρετήσουν το ιδιωτικό συμφέρον και, συνεπώς, δεν περιέχουν κανόνες δημόσιας τάξεως.
Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες, εφ’ όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, καθ’ όσον απευθύνεται κατά της μίας από τις δύο αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλομένης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 21/2017, ΑΠ 330/2017, ΑΠ 10/2016, ΑΠ 675/ 2013). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναιρέσεως που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες, δηλαδή, αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες και εκφέρθηκαν εκ περισσού (ΑΠ 125/2017, ΑΠ 1008/2007).
Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (ΑΠ 918/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 551/2017, ΑΠ 1051/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη, εκτός από τα αναφερόμενα στους προταχθέντες λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα: «| Με την αγωγή αυτή η ανάδοχος εταιρία αιτήθηκε κυρίως να δηλωθεί ότι δημιουργήθηκε η ρήξη της οικονομικής ισορροπίας της Σύμβασης Παραχώρησης No … της 22ης Ιουλίου 2004 εις βάρος της αναδόχου και για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή της, να δηλωθεί ότι η εταιρία ETESA έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει την οικονομική ισορροπία της σύμβασης, να καταδικασθεί η εταιρία ETESA στην πληρωμή προς την ενάγουσα του ποσού που αντιστοιχεί στο σύνολο των ζημιών που υπέστη από την εναγομένη, ήτοι τόσο της θετικής της ζημίας όσο και των διαφυγόντων κερδών της, ως συνέπεια του γεγονότος ότι η αγορά ποδοσφαιρικών στοιχημάτων στην Κολομβία υπήρξε ουσιαστικώς μικρότερη από την εκτιμώμενη από τα μέρη, άλλως να δηλωθεί ότι συνεπεία της ελλιπούς πληροφόρησης στη συγγραφή των υποχρεώσεων του δημοσίου διαγωνισμού 001/2003 και γενικά της συμπεριφοράς που επέδειξε η ETESA, κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού, καθώς και της εμφάνισης θεμάτων που δεν φέρει ευθύνη η ανάδοχος, η ενάγουσα υπέστη ζημία, για την οποία δεν έχει αποζημιωθεί, να διαταχθεί η λήξη της σύμβασης παραχώρησης με αριθμό 001/2004, καθώς και ότι η διατάραξη ή κατάλυση της οικονομικής εξίσωσης έχει οριστικό χαρακτήρα και να καταδικασθεί η ETESA στην πληρωμή στην ενάγουσα των εμπορικών τόκων υπερημερίας επί του ποσού που ανέρχονται όλες οι καταδικαστικές αποφάσεις που αφορούν τα προηγούμενα αιτήματα από την ορισθείσα από το Δικαστήριο ημερομηνία έως την ημερομηνία πληρωμής, ενώ υπέβαλε και τέσσερεις ομάδες επικουρικών αιτημάτων.
Η εταιρία ETESA κατέθεσε ισχυρισμούς και ενστάσεις κατά της ανωτέρω αγωγής και εν συνεχεία κατέθεσε ανταγωγή με κύρια αιτήματα να δηλωθεί ότι η εταιρία, με την επωνυμία INTRALOT SISTEMAS Υ SERVICIOS INTEGRADOS DE LOTERIA S.A. που έχει συστήσει νόμιμα κολομβιανό υποκατάστημα, με την επωνυμία INTRALOT DE COLOMBIA αθέτησε τις απορρέουσες από τη σύμβαση παραχώρησης με αριθμό …/2004 υποχρεώσεις της και ειδικότερα τις περιεχόμενες στην όγδοη ρήτρα της αναφερόμενης σύμβασης, αθέτηση που παρεμπόδισε την ETESA να λάβει τα αναμενόμενα χρηματικά ποσά από την INTRALOT στην πρότασή της που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης, να καταδικαστεί η INTRALOT DE COLOMBIA να πληρώσει στην ETESA το σύνολο των προσφερομένων χρημάτων σύμφωνα με την κατατεθείσα πρόταση από την INTRALOT, αφαιρώντας από αυτό TO ποσό τα χρήματα που έχει ήδη λάβει η ETESA στο πλαίσιο της συμβατικής εκτέλεσης, άλλως να δηλωθεί ότι η ως άνω ανάδοχος εταιρία δεν έπραξε σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα στην «Πρώτη παράγραφο – Ελάχιστη μηνιαία εγγυημένη πληρωμή» της έκτης ρήτρας της προαναφερθείσας σύμβασης παραχώρησης και ότι δεν εγγυήθηκε, ούτε κατέβαλε στην ETESA, ως δικαιώματα εκμετάλλευσης, πλέον δικαστικών δαπανών, ως ελάχιστο το 40% των αναφερομένων τιμών στην έρευνα αγοράς που κατατέθηκε από τον παραχωρησιούχο με την πρότασή του που χρησίμευσε ως βάση της κατακύρωσης της αντίστοιχης σύμβασης και ως συνέπεια να δηλωθεί ότι η ανάδοχος υποχρεούται να τηρεί για όλο το διάστημα εκτέλεσης της σύμβασης παραχώρησης τις ανωτέρω ελάχιστες πληρωμές και να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ETESA το ποσό των $17.525.905.770,00 που αντιστοιχεί στα ελάχιστα εγγυημένα Δικαιώματα Εκμετάλλευσης και Διοικητικές Δαπάνες, που δημιουργήθηκαν και σταμάτησαν να καταβάλλονται την 10.03.2009 ή αυτό που θα πιστοποιηθεί από την ETESA ή θα καθορισθεί από το Δικαστήριο κατά τη στιγμή έκδοσης της απόφασης, με τον τόκο υπερημερίας στο υψηλότερο εγκεκριμένο από το νόμο ποσοστό, να υποχρεωθεί η αντεναγομένη στην καταβολή του ορισθέντος ποσού εντός τριών ημερών από την ημερομηνία κήρυξης της απόφασης εκτελεστής και να καταδικαστεί στα δικαστικά της έξοδα.
Επί των ανωτέρω, αγωγής και ανταγωγής, και κατόπιν νόμιμης ενώπιον αυτού διαδικασίας όπου τα εμπλεκόμενα μέρη συμμετείχαν ενεργά με την κατάθεση προτάσεων και φακέλων υποστηρικτικών των εκατέρωθεν ισχυρισμών τους, εκδόθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο του Κέντρου Διαιτησίας και Συμβιβασμού του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Μπογκοτά η από 1η Μαρτίου 2010 διαιτητική απόφαση.
Δυνάμει αυτής, αφού έγιναν δεκτές κατ’ ουσίαν όλες οι προβαλλόμενες από την εταιρία ETESA ενστάσεις που διατυπώθηκαν σε απάντηση της κύριας αγωγής, απορρίφθηκε η αγωγή της αναδόχου εταιρίας στο σύνολό της και έγινε εν μέρει δεκτό το πρώτο επικουρικό αίτημα του πρώτου κυρίου αιτήματος της ανταγωγής, απορριφθέντων των λοιπών αιτημάτων αυτής και δη:
α) δηλώθηκε ότι η εταιρία με την επωνυμία INTRALOT DE COLOMBIA είναι υποχρεωμένη να εκπληρώσει για όλο το διάστημα της εκτέλεσης της σύμβασης τις ελάχιστες πληρωμές, όπως καθορίζονται στην πρώτη παράγραφο της έκτης ρήτρας της Σύμβασης παραχώρησης 001 του 2004, ισοδύναμες με το 40% των αναφερομένων αξιών στην έρευνα αγοράς που κατατέθηκε από την ίδια στην πρότασή της, για τον αντίστοιχο μήνα λειτουργίας, στην περίπτωση που οι ακαθάριστες πωλήσεις ενός μηνός απέφεραν μια εκκαθάριση δικαιωμάτων εκμετάλλευσης πλέον των διοικητικών δαπανών κάτω του 40%, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, β) καταδικάστηκε η εταιρία INTRALOT DE COLOMBIA να πληρώσει στην εταιρία ETESA, εντός τριών ημερών από την κήρυξη της απόφασης εκτελεστής, το ποσό των είκοσι δύο δισεκατομμυρίων τριακοσίων είκοσι πέντε εκατομμυρίων εννιακοσίων εξήντα μίας χιλιάδων εκατό είκοσι έξι πέσος ($22.325.961.126) ως δικαιώματα εκμετάλλευσης και Διοικητικές δαπάνες, εκκαθαρισμένα σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα στην πρώτη παράγραφο της έκτης ρήτρας της σύμβασης παραχώρησης, γ) καταδικάστηκε η εταιρία INTRALOT DE COLOMBIA να πληρώσει στην εταιρία ETESA, εντός τριών ημερών από την κήρυξη της απόφασης εκτελεστής, το ποσό των $257.043.873, λόγω νομισματικής διόρθωσης μέχρι την 31.10.2010 πάνω στον αριθμό που περιέχεται στην προηγούμενη παράγραφο και δ) καταδικάστηκε η εταιρία INTRALOT DE COLOMBIA να πληρώσει στην εταιρία ETESA, εντός τριών ημερών από την κήρυξη της απόφασης εκτελεστής, το ποσό των $1.064.948.700 για δικαστικά έξοδα.
Ειδικότερα, κατά το αιτιολογικό της απόφασης και αναφορικά με την ακυρότητα της παραγράφου πρώτης του άρθρου 6 (έκτη διάταξη) της Σύμβασης Παραχώρησης, που προέβαλε η εταιρία INTRALOT DE COLOMBIA, λόγω αντίθεσής της σε δημοσίας τάξεως διατάξεις του κολομβιανού δικαίου, η οποία όριζε ότι «Αν οι ακαθάριστες πωλήσεις ενός μηνός απέφεραν μια εκκαθάριση των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης πλέον των διοικητικών δαπανών κάτω του 40% των αναφερομένων αξιών στην έρευνα αγοράς που κατατέθηκε από τον Ανάδοχο στην πρόταση για τον αντίστοιχο μήνα λειτουργίας, ο Ανάδοχος θα εγγυηθεί και θα καταβάλει στην ETESA κατ’ ελάχιστον το 40% των καθοριζομένων στην έρευνα αγοράς κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της σύμβασης» κρίθηκε ότι δεν υφίσταται τέτοια αντίθεση.
Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι «...η ελάχιστη εγγυημένη καταβολή στην ETESA από δικαιώματα εκμετάλλευσης πλέον διοικητικών δαπανών, ισοδύναμη με το 40% των τιμών που αναφέρονται στην έρευνα αγοράς που κατατέθηκε από τον Ανάδοχο, και που ενσωματώθηκε στη Σύμβαση ως παράγραφος της έκτης ρήτρας, ήταν προϊόν μιας συμβατικής διάταξης που αξιολογήθηκε νομικά από τα μέρη κατά την άσκηση της διαπραγματευτικής τους αυτονομίας, περιεχόμενης στη συγγραφή υποχρεώσεων, αναλυθείσας από τους προσφέροντες και τελικώς αποδεκτής από την INTRALOT ως μέρος της σύμβασης.
Μια έρευνα όπως αυτή που ετοιμάστηκε από την INTRALOT, που εκτίμησε μια αγορά για να καθορίσει κάποιες ακαθάριστες πωλήσεις στο πλαίσιο μιας κρατικής σύμβασης, όπως αυτής που εξετάζεται από το δικαστήριο, δεν έχει θεωρηθεί από καμιά διάταξη ως αντικείμενο εκτός επίσημου νομικού πλαισίου, ούτε από απαγορευμένη αιτία από την ίδια.
Για να επιβεβαιώσει την εγκυρότητα της διάταξης, το Δικαστήριο βρίσκει σε μια τελολογική ανάλυση αυτής, ότι η αναφορά στην έρευνα αγοράς που κατατέθηκε από την INTRALOT στην πρότασή της, για να ορίσει το ελάχιστο εγγυώμενο ποσό πληρωμής στην ETESA, ήταν ο νόμιμος μηχανισμός που τα μέρη αποφάσισαν με δύο προφανείς σκοπούς, από τη μια να διασφαλίσουν τον πιο κατάλληλο τρόπο πληρωμής στην ETESA μια κατώτερης τιμής αλλά ανώτερης της νόμιμης και από την άλλη, προκειμένου στην περίπτωση που δεν ήταν εφικτό να επιτευχθεί αυτό το ποσοστό, ως προϊόν των ακαθάριστων πωλήσεων από τα στοιχήματα, η πληρωμή να γινόταν οπωσδήποτε, αλλά με διαφορετική πηγή από την ίδια που δημιουργούσε έσοδα από τη σύμβαση, δηλαδή στηριζόμενη στα περιουσιακά στοιχεία του αναδόχου INTRALOT, η οποία κατά αυτόν τον τρόπο επικύρωνε τη σοβαρότητα και συνοχή της οικονομικής της προσφοράς και αποδείκνυε την πρόθεση να καταβάλει μεγαλύτερη επιμέλεια στην υποχρέωσή της ως Αναδόχου.
Είναι τόσο προφανής ο χαρακτήρας της εγγύησης που τα μέρη απέδωσαν σε αυτή τη διάταξη που στην έβδομη παράγραφο της όγδοης ρήτρας, υποχρεώσεις του αναδόχου, εγγράφηκε η ακόλουθη διάταξη που αποκαλύπτει την προαναφερόμενη πρόθεση: 7) Να πραγματοποιεί κατάλληλα και έγκαιρα την μηνιαία εκκαθάριση των ελαχίστων πληρωμών για τα δικαιώματα εκμετάλλευσης και τις διοικητικές δαπάνες και να πραγματοποιεί τις αντίστοιχες πληρωμές έγκαιρα εντός των δέκα πρώτων ημερών κάθε μήνα που για οποιαδήποτε αιτία τα ποσά της εγγύησης δεν επαρκούν γι’ αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να αψηφήσει τα αποτελέσματα που απορρέουν από την παρατεταμένη συμπεριφορά της INTRALOT απέναντι στην υποχρέωση ασφαλείας εδώ αναφερομένης, την οποία εκπλήρωσε κατά τη διάρκεια της περιόδου που ίσχυε από την αρχή της συμβατικής λειτουργίας έως τον Ιούλιο του 2008, δηλαδή για διάστημα τριών ετών.
Η συμπεριφορά της INTRALOT μέσω της οποίας προσάρμοσε τη συμπεριφορά της για εκτεταμένο χρονικό διάστημα στο περιεχόμενο της υποχρέωσης εγγύησης που γράφτηκε στην πρώτη παράγραφο της έκτης ρήτρας δημιούργησε εμπιστοσύνη στο άλλο μέρος, δηλαδή την ETESA. Τέλος το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν παρουσιάζονται σε αυτήν την περίπτωση η προτεινόμενη από την INTRALOT αναποτελεσματικότητα, αναφορικά με την πρώτη παράγραφο της έκτης διάταξης της σύμβασης, καθώς η αναφερόμενη συμβατική πρόβλεψη δεν παραβλέπει τις προϋποθέσεις αντικειμενικότητας, σαφήνειας και ακρίβειας, όπως περιλαμβάνονται στο νόμο για την αναγνώρισή της, ούτε αποδείχθηκε στη διαδικασία αυτουργία σε λάθος στους προτείνοντες που να είχε οδηγήσει στην προκείμενη αναποτελεσματικότητα».
Επίσης κατά το αιτιολογικό της απόφασης κι αναφορικά με τον ισχυρισμό της εταιρίας INTRALOT DE COLOMBIA ότι η παρακμή του κολομβιανού ποδοσφαίρου κατά τη διάρκεια των ετών της εκτέλεσης της σύμβασης είναι ένα εξωτερικό γεγονός που δεν οφείλεται στην ίδια και που αποτελεί ένα έκτακτο οικονομικό παράγοντα κινδύνου, τις επιπτώσεις του οποίου δεν πρέπει να αναλάβει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, κρίθηκε ότι η παρακμή του κολομβιανού ποδοσφαίρου « ...δεν εμφανίσθηκε πρόσφατα και ούτε είναι αποκλειστικό του ποδοσφαίρου στην Κολομβία.
Για έναν ανάδοχο όπως η INTRALOT, με εκτενή εμπειρία στην αγορά τυχερών παιγνίων, δεν μπορούν να είναι άγνωστες όλες οι περιστάσεις που προκάλεσαν την παρακμή του ποδοσφαίρου, καθώς είναι οικείες για το άθλημα σε όλο τον κόσμο εδώ και πολύ καιρό. Από την πραγματογνωμοσύνη στη διαφήμιση και το μάρκετινγκ, δεν συνάγεται το συμπέρασμα ότι αυτά τα συμβάντα που επηρεάζουν τον κόσμο του ποδοσφαίρου, συνέβησαν στην Κολομβία κατά ένα κρίσιμο τρόπο, ικανό να διαφοροποιήσει την εθνική αντίληψη σχετικά με τα πρωταθλήματα και τους αγώνες.
Από την άλλη το Δικαστήριο δεν μπορεί να καθορίσει, με βάση τις πραγματικότητες που πλήττουν το ποδόσφαιρο, ότι αυτές ήταν, στην περίπτωσή τους, η αιτία του πολύ χαμηλού αποτελέσματος του παιχνιδιού στοιχημάτων που χειριζόταν η INTRALOT, απέναντι στις προβλέψεις της επιχείρησης προερχόμενες από τα συμβαλλόμενα μέρη.
Βάσει των προαναφερόμενων συμπεραίνει το Δικαστήριο ότι ούτε η παρακμή του ποδοσφαίρου στην Κολομβία είναι ένα απρόβλεπτο, απρόοπτο, έκτακτο ή μη φυσιολογικό γεγονός, που αποτέλεσε την ικανή αιτία ρήξης της οικονομικής εξίσωσης της σύμβασης [...]. Τέλος απορριπτέοι είναι και οι ισχυρισμοί της κυρίως παρεμβαίνουσας ότι η ανωτέρω διαιτητική απόφαση δεν δύναται να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα επειδή προσκρούει στην δημόσια τάξη, επειδή:
α) η πρώτη παράγραφος του έκτου άρθρου της Σύμβασης παραχώρησης είναι προδήλως άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήδη και δη ως καταδυναστευτική (179 εδ. I Α.Κ.) και σε κάθε περίπτωση ως αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 και 3 Συντάγματος) και τούτο διότι με την εν λόγω ειδικότερη συμφωνία δεσμεύτηκε υπερβολικά η οικονομική ελευθερία της INTRALOT DE COLOMBIA, με την έννοια ότι αναγκάστηκε να δεσμευθεί με μια ρήτρα απολύτως εις βάρος της ετεροβαρή, προκειμένου να αναδειχθεί ανάδοχος στο διαγωνισμό για την άδεια της εκμετάλλευσης του συστήματος GANAGOL, με συνέπεια η κρίση της διαιτητικής απόφασης περί του αντιθέτου να παραβιάζει ταυτόχρονα και τις προαναφερθείσες διατάξεις, β) επικουρικά δε με την αιτιολογία ότι, δεδομένης της προφανούς ακραίας μεταβολής των συνθηκών, το Διαιτητικό Δικαστήριο έπρεπε να αποκαταστήσει, σύμφωνα με την καλή πίστη, τη συμβατική οικονομική ισορροπία των μερών και των συνομολογημένων παροχών, η οποία διαταράχθηκε μετά τη σύναψη της σύμβασης από ακραία, εξωτερικά, μη προβλεφθέντα από τα μέρη περιστατικά, ήτοι την απόλυτη παρακμή κολομβιανού ποδοσφαίρου κατά τη διάρκεια της σύμβασης παραχώρησης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα που υποβλήθηκε από την INTRALOT DE COLOMBIA.
Και τούτο διότι κατά την έρευνα της υπόθεσης για κήρυξη της εκτελεστότητας της ανωτέρω διαιτητικής αλλοδαπής απόφασης το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε έλεγχο της κρίσης του διαιτητικού δικαστηρίου κι επομένως εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού νόμου ή η κακή εκτίμηση των πραγμάτων διαφεύγουν του ελέγχου του.
Επομένως, κατά την παρούσα διαδικασία, ισχυρισμοί που άπτονται στην ουσία της υπόθεσης, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας, ενώ η ανεπαρκής αιτιολογία της διαιτητικής απόφασης ή ακόμα και η ενδεχόμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αλλοδαπών νομικών κανόνων ή η εσφαλμένη εκτίμηση της ουσίας από τους διαιτητές, δεν καθιστούν την απόφαση αντίθετη στη δημόσια τάξη.
Επιπροσθέτως τα αποτελέσματα της διαιτητικής κρίσης, όπως αυτή εκφράζεται από τις αναφερόμενες στο κείμενό της νομικές και πραγματικές διαπιστώσεις του διαιτητικού δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση, μέρος των οποίων, που άπτονται των ισχυρισμών της κυρίως παρεμβαίνουσας, αναφέρεται και ανωτέρω, δεν προσβάλλουν τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη, καθόσον δεν παραβιάζουν τον πυρήνα των θεμελιωδών δικαιϊκών αρχών και αξιολογήσεων που διέπουν την κρατική, οικονομική, δικαιϊκή, θρησκευτική, ηθική κ.λπ.
ζωή της χώρας, αφού, αφενός δεν υφίστανται ενδείξεις αυθαιρεσίας ή/και απροκάλυπτη υπέρβαση των ορίων της ελεύθερης εκτίμησης εκ μέρους των διαιτητών ως προς την διαλεύκανση της ουσίας της υπόθεσης, αφετέρου δεν υπήρξε παραβίαση κανόνων αναγκαστικού δικαίου, σύμφωνα με την ελληνική έννομη τάξη, οι οποίοι έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος [...].Επομένως, εφόσον στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληξε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με διάφορη αιτιολογία, που αντικαθίσταται από την ανωτέρω, δεν έσφαλε και οι σχετικοί έκτος και έβδομος λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι».
Έκρινε, δηλαδή, το Εφετείο ότι οι προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις δεν περιέχουν θεμελιακούς κανόνες της πολιτειακής, πολιτιστικής, δικαιϊκής, ηθικής και κοινωνικής ή οικονομικής ζωής της χώρας, δεν είναι, δηλαδή, δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια των άρθρων 5 παρ. 2 περ. β' της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης (και του άρθρου 33 του ΑΚ).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 περ. β' της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης και 33 , 178, 179, 288 και 388 του Α.Κ., αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι διατάξεις των άρθρων 178, 179, 288 και 388 του Α.Κ., δεν περιέχουν θεμελειακούς κανόνες της πολιτειακής, πολιτιστικής, δικαιϊκής, ηθικής, κοινωνικής ή οικονομικής ζωής της χώρας, δεν είναι, δηλαδή, δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια των άρθρων 5 παρ. 2 περ.
β' της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης και 33 του ΑΚ και πάντως δεν έχουν τεθεί για να υπηρετήσουν το δημόσιο, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον (εμπίπτουσες στην έννοια των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 3 του ΑΚ), με συνέπεια η εφαρμογή τους να μην ευρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την εκτεθείσα έννοια, δημόσια τάξη και, συνακολούθως, να μη δικαιολογείται η απόρριψη της ένδικης αιτήσεως, εκ του λόγου αυτού, κατ' άρθρο 5 παρ. 2 περ.
β' της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης. Με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες προέβη σε ορθή εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας «ελληνική δημόσια τάξη» και σωστή εφαρμομή αυτής, με ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Πράγματι, από το προεκτεθέν περιεχόμενο και τις συγκεκριμένες περιστάσεις που αναφέρονται στη αλλοδαπή διαιτητική απόφαση προκύπτει ότι η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής στην Ελλάδα δεν είναι αντίθετη προς την «εγχώρια δημόσια τάξη», διότι δεν προσκρούει σε θεμελιώδεις πολιτειακές, ηθικές, κοινωνικές, δικαιϊκές ή οικονομικές αντιλήψεις που κρατούν στη χώρα αυτή, ούτε διαταράσσει τον έννομο ρυθμό που διατηρείται εδώ.
Ορθώς το Εφετείο περιορίστηκε να διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι θετικές προϋποθέσεις του άρθρου 4 της Συμβ.Ν.Υ. και ελλείπουν οι, αφορώσες στους προβαλλομένους από την ήδη αναιρεσείουσα ισχυρισμούς, αρνητικές προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 1 αυτής και δεν υπεισήλθε στην ουσία της υποθέσεως, προβαίνοντας σε αναδίκαση και νέα ουσιαστική διάγνωση αυτής (υποθέσεως), κατά τα σχετικά αιτήματα της αναιρεσείουσας, καθ' όσον αφορά στους προβληθέντες ισχυρισμούς της ότι η εκτέλεση της διαιτητικής αποφάσεως προσκρούει στη δημόσια τάξη, επειδή η πρώτη παράγραφος του έκτου άρθρου της συμβάσεως παραχωρήσεως είναι προδήλως άκυρη, ως αντίθετη στα χρηστά ήθη και δη ως καταδυναστευτική (άρθρο 179 εδ.
α' ΑΚ) και σε κάθε περίπτωση ως αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, καθ' όσον δεσμεύτηκε υπερβολικά η οικονομική της ελευθερία, προσέτι δε ότι έπρεπε να αποκατασταθεί η, διαταραχθείσα μετά τη σύναψη της συμβάσεως, εξ αιτίας ακραίων, εξωτερικών και μη προβλεφθέντων από τα μέρη περιστατικών, συμβατική οικονομική ισορροπία των μερών και των συνομολογηθεισών παροχών.
Εξ άλλου, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι « [...] Επιπροσθέτως τα αποτελέσματα της διαιτητικής κρίσης, όπως αυτή εκφράζεται από τις αναφερόμενες στο κείμενό της νομικές και πραγματικές διαπιστώσεις του διαιτητικού δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση, μέρος των οποίων, που άπτονται των ισχυρισμών της κυρίως παρεμβαίνουσας, αναφέρεται και ανωτέρω, δεν προσβάλλουν τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη, καθόσον δεν παραβιάζουν τον πυρήνα των θεμελιωδών δικαιϊκών αρχών και αξιολογήσεων που διέπουν την κρατική, οικονομική, δικαιϊκή , θρησκευτική, ηθική κ.λπ.
ζωή της χώρας, αφού, αφενός δεν υφίστανται ενδείξεις αυθαιρεσίας ή/και απροκάλυπτη υπέρβαση των ορίων της ελεύθερης εκτίμησης εκ μέρους των διαιτητών ως προς την διαλεύκανση της ουσίας της υπόθεσης [...]», είναι επάλληλη της προαναφερόμενης κύριας αιτιολογίας, που στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως, αφού η κύρια αυτή αιτιολογία δεν πλήττεται επιτυχώς αναιρετικά.
Επομένως, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση και αφορούν στην προεκτεθείσα επάλληλη αιτιολογία απαραδέκτως προβάλλονται.
Κατ’ ακολουθίαν, ο έβδομος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της ευθείας παραβιάσεως των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, κρίνεται απορριπτέος, υπό τις αναφερόμενες διακρίσεις.
Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη το αίτημά της να απορρίψει την ένδικη αίτηση ως αβάσιμη, επειδή η εκτέλεσή της προσκρούει στη δημόσια τάξη, εξετάζοντας συνδυασμένα το συμβατικό πλαίσιο μεταξύ των διαδίκων της διαιτησίας με τις παραδοχές της διαιτητικής αποφάσεως, προκειμένου να κριθεί εάν το διατακτικό αυτής (διαιτητικής αποφάσεως), ενόψει και των αιτιολογιών της, μπορεί να γίνει ανεκτό από την ελληνική δημόσια τάξη. Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο συναρτώμενος με αυτόν λόγος απερρίφθη από το Εφετείο, με την αιτιολογία ότι οι επικαλούμενες διατάξεις δεν είναι δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια του άρθρου 33 του ΑΚ.
Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι «το Εφετείο με το να απορρίψει τον πρωτοδίκως προβληθέντα, στο πλαίσιο της επικλήσεως της παρ. 2 περ. β' του άρθρου 5 της ΣυμβΝΥ, και επαναφερθέντα ενώπιόν του με τον έκτο λόγο της εφέσεώς της ισχυρισμό ότι η εκτέλεση της διαιτητικής αποφάσεως στην Ελλάδα, την ώρα που ελλείπει ακόμη και η δυνατότητα να κηρυχθεί οιαδήποτε στιγμή (έστω και μελλοντικά) εκτελεστή αυτή (αλλοδαπή διαιτητική απόφαση) στη χώρα προελεύσεώς της, καθίσταται απαγορευμένη, λόγω παραβιάσεως της δημοσίας τάξεως και ότι λόγω της απώλειας του δικαιώματος της ασκήσεως της αγωγής εκτελέσεως η ήδη αναιρεσίβλητη ασκεί καταχρηστικά την ένδικη αίτησή της, ήτοι κατά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία (διάταξη) εντάσσεται στην, κατά την ΑΚ 33, έννοια της ελληνικής δημόσιας τάξεως, με συνέπεια η εκτέλεση της κρινόμενης αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως να έρχεται σε σύγκρουση με τους βασικούς και θεμελιώδους σημασίας κανόνες που απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτειακές αντιλήψεις που διέπουν το βιοτικό ρυθμό της χώρας [...]», παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 περ.
β' της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης, 33 και 281 του ΑΚ. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, για το λόγο που έχει ήδη αναφερθεί για την απόρριψη του εβδόμου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ, δεν περιέχουν θεμελειακούς κανόνες της πολιτειακής, πολιτιστικής, δικαιϊκής, ηθικής, κοινωνικής ή οικονομικής ζωής της χώρας, δεν είναι, δηλαδή, δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια των άρθρων 5 παρ. 2 περ.
β' της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης και 33 του ΑΚ και πάντως δεν έχουν τεθεί για να υπηρετήσουν το δημόσιο, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον (εμπίπτουσες στην έννοια των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 3 του ΑΚ), με συνέπεια η εφαρμογή τους να μην ευρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την εκτεθείσα έννοια, δημόσια τάξη και, συνακολούθως, να μη δικαιολογείται η απόρριψη της ένδικης αιτήσεως, εκ του λόγου αυτού, κατ' άρθρο 5 παρ. 2 περ.
β' της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης.
[VIII] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, για τους προεκτεθέντες λόγους, να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 01.01.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06.11.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 1012/2019 αίτηση για αναίρεση της 5678/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ