Supreme Court dismisses appeal for failure to prove legal violation regarding appealable error in civil procedure.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a liquidated company against a First Instance Court judgment. The appellant argued the lower court erred in rejecting a claim for damages due to moral injury caused by misappropriation, claiming insufficient evidence was required. The court held that by examining the merits of the claim, the appellate court implicitly accepted its legal viability, rendering the specific appeal grounds baseless.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 559 para. 1 lit. a' of the Code of Civil Procedure; Art. 522 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, and if the appellate court examines the merits of a claim, it implicitly accepts its legal viability.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 791 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 791/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία ".... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... Ο.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της α) Α. Κ. του Ν., ) Λ. Κ. του Ν., κατοίκων ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Πουλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. Γ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/3/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 25/5/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 966/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 475/2018 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/10/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 3/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά το εδ. β' της ίδιας, ως άνω, διάταξης του ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι αυτά, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν, από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα, είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1378/2018, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 225/2009, ΑΠ 2174/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006), ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008).
Για το ορισμένο των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, απαιτείται ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων και η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 113/2011, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 2007/2009). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 573/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του εδ. β' του αρθ. 686 του ΑΚ σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από την σύμβαση κατά τους όρους των άρθρων 383 - 385 του ΑΚ, δηλαδή αφού τάξει στον εργολάβο εύλογη προθεσμία εκπληρώσεως, συνοδευόμενη και από τη σαφή δήλωση, ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας αποκρούει την παροχή, και παρέλθει πράγματι άπρακτη η παροχή, εκτός αν από την όλη στάση του υπερήμερου οφειλέτη προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι το μέτρο να ταχθεί σε αυτόν προθεσμία θα ήταν άσκοπο.
Η υπαναχώρηση επιφέρει την απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχή, που πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν την υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές, που έλαβαν κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΟλΑΠ 568/1975). Ωστόσο, οι συνέπειες της παραπάνω διατάξεως δεν επέρχονται και ο εργοδότης δεν δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, στην περίπτωση κατά την οποία η επιβράδυνση της εκτέλεσης του έργου οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εργοδότη, και συγκεκριμένα σε δόλο ή βαριά αμέλειά του, ο δε συναφής ισχυρισμός του εργολάβου, ενόψει της ενδοσυμβατικής ευθύνης του και της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητάς του, συνιστά ένσταση, που καταλύει το δικαίωμα του εργοδότη να υπαναχωρήσει, κατά τα ανωτέρω, από τη σύμβαση έργου (ΑΠ 533/2009, ΑΠ 1460/2005).
Ό,τι ισχύει στην ολική ισχύει και στη μερική υπερημερία του εργολάβου, ύστερα από ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 383 και 385 ΑΚ (ΑΠ 1551/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατ' ακριβή αντιγραφή αυτής, δέχθηκε τα εξής: ".....Από την επανεκτίμηση της καταθέσεως του μάρτυρα, που εξετάστηκε ενόρκως με επιμέλεια της εναγόμενης - ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, και της ανωμοτί εξέτασης του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας - εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την με αριθμό .../2016 ένορκη βεβαίωση του Ι.
Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, η οποία ελήφθη μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγόμενης - ενάγουσας..., η οποία παραδεκτώς λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο τούτο ως νέο αποδεικτικό μέσο, κατ' άρθρον 529 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ... και όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, λαμβανομένων υπόψη αυτεπαγγέλτως και των διδαγμάτων της κοινής πείρας (336 αρ.
ΚΠολΔ) αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Μάιο του έτους 2012 η εφεσίβλητη κατήρτισε με την εκκαλούσα, κατασκευάστρια εταιρία οικοδομών, προφορική σύμβαση έργου, με την οποία η τελευταία ανέλαβε να κατασκευάσει σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της πρώτης, στη θέση ... και στη διασταύρωση των οδών ..., μια διώροφη οικία, σύμφωνα με την υπ' αρίθμ ….2012 οικοδομική άδεια της υπηρεσίας Δόμησης τον Δήμου Σαλαμίνας.
Ειδικότερα, η εν λόγω διώροφη οικία θα αποτελείτο από υπόγειο επιφάνειας 106,10 τμ, ισόγειο επιφάνειας 59,74 τμ, πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφάνειας 59,74 τμ, ημιυπαίθριους χώρους στο ισόγειο επιφάνειας 17,78 τμ, εξώστες στον πρώτο όροφο, επιφάνειας 5,83 τμ, δώμα επιφάνειας 9,40 τμ και πέργολα στον πρώτο όροφο από υποστυλώματα και δοκούς από οπλισμένο σκυρόδεμα επιφάνειας 17,78 τμ.
Αρχικά η αμοιβή της εκκαλούσας ορίστηκε στο ποσό των 128.000 ευρώ, σύμφωνα και με την από 30-6-2012 προσφορά της, την οποία είχε αποδεχθεί η εφεσίβλητη, στη συνέχεια δε και κατά τη διάρκεια των οικοδομικών εργασιών τα μέρη αποτύπωσαν και εγγράφως τη συμφωνία τους στο από 1-10-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τελικώς συμφώνησαν την αμοιβή αυτής στο συνολικό ποσό των 185.000 ευρώ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το τελευταίο το ως άνω ποσό περιελάμβανε το κόστος της αγοράς των οικοδομικών υλικών, την αμοιβή της κατασκευής και το εργολαβικό κέρδος, πληρωμή ΙΚΑ, ΦΠΑ και ΕΚΚΟ και οιαδήποτε άλλη επιβάρυνση απαιτείτο για την άρτια και πλήρη ολοκλήρωση του έργου και την παράδοση του στην εργοδότρια με το "κλειδί στο χέρι".
Περαιτέρω δε, σε αυτό αναφέρονται ρητώς τα κάτωθι: α) ότι το έργο συμφωνήθηκε να καταρτισθεί σε τρεις φάσεις, εκ των οποίων η πρώτη φάση περιελάμβανε "διαμόρφωση, μάντρα, κτισίματα, ηλεκτρολογικά και υδραυλικά", η δεύτερη φάση "επιχρίσματα, τζάκι, ελαιοχρωματισμούς, μάρμαρα, πλακάκια, κάγκελα" και η τρίτη φάση αλουμίνια, γκαραζόπορτες, πόρτα ασφαλείας, είδη υγιεινής, μαραγκό, εξοπλισμό, θέρμανση, ηλιακό θερμοσίφωνα, δάπεδο υπογείου και ελαιοχρωματισμούς", β) ότι ήδη κατά την υπογραφή του η εργοδότρια είχε καταβάλει όλη την εργολαβική αμοιβή, πλην του ΦΠΑ και του ΕΚΚΟ, για την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης, οι εργασίες της οποίας είχαν ολοκληρωθεί μερικώς, καθώς υπολειπόταν η ολοκλήρωση των ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων, και γ) ότι διαπιστώθηκαν κακοτεχνίες αναφορικά με την κατασκευή της εσωτερικής κλίμακας, που ανέλαβε να αποκαταστήσει η εργολάβος εταιρία με δικές της δαπάνες, ενώ δεν είχε κατασκευασθεί το παράθυρο στην ανατολική πλευρά του κλιμακοστασίου του πρώτου ορόφου.
Επιπλέον σε αυτό ορίζονται και οι επιμέρους εργασίες της δεύτερης και τρίτης φάσης του έργου και οι αμοιβές για κάθε μία εξ αυτών ως εξής: "επιχρίσματα 5.500 ευρώ, ηλεκτρολογικά, τζάκι, 2.000 ευρώ, ελαιοχρωματισμοί 1.500 ευρώ, μάρμαρα, πλακάκια, 7.000 ευρώ, αλουμίνια, γκαραζόπορτες 8.000 ευρώ, κάγκελα, πόρτες μάντρας 2.500 ευρώ, μαραγκός πόρτα ασφαλείας 3.000 ευρώ, βιομηχανικό, χρώματα 2000 ευρώ, θέρμανση ηλιακός 2.000 ευρώ και είδη υγιεινής πριζοδιακόπτες 2.000 ευρώ", η δαπάνη δε κάθε εργασίας ορίστηκε προκαταβλητέα, πλην τον αναλογούντος ΦΠΑ και ΕΚΚΟ, που θα καταβαλλόταν μετά το πέρας της εκτέλεσης και κατόπιν σχετικού ελέγχου της εργοδότριας για την καλή εκτέλεση τον έργου.
Τέλος, συμφωνήθηκε ρητά με τον υπό στοιχείο Δ όρο ότι με την ολοκλήρωση του έργου ποσό 20.000 ευρώ θα παραμείνει στα χέρια της εργοδότριας ως εγγύηση, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων για το κλείσιμο τον φακέλου της οικοδομής με ευθύνη του εργολάβου, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να προσφέρει προς τούτο ένα εύλογο χρονικό περιθώριο στην εργοδότρια.
Συγκεκριμένος χρόνος παράδοσης του έργου καταρχήν δεν ορίστηκε με το ως άνω συμφωνητικό, αν και το Μάιο του έτους 2012 με την έναρξη των οικοδομικών εργασιών ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσας, Λ. Κ., είχε εκτιμήσει γενικώς το χρόνο ολοκλήρωσης τους σε έξι περίπου μήνες... Εν τούτοις το Φεβρουάριο η εκκαλούσα ζήτησε από την εφεσίβλητη να αποπληρώσει το εργολαβικό αντάλλαγμα παρά το γεγονός ότι συνέχιζαν να υπολείπονται εργασίες και από τις τρεις φάσεις τον έργου (κατά τα κατωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα), προκειμένου να προχωρήσουν παράλληλα οι εργασίες από τα διάφορα συνεργεία και να επιταχυνθεί η εκτέλεση του, με την παράλληλη δέσμευση αυτής (εκκαλούσας) να της παραδώσει το έργο στις 31-3-2013...
Κατόπιν τούτου, η εφεσίβλητη, που μέχρι τότε είχε καταβάλει τμηματικά στην εκκαλούσα το ποσό των 147.000 ευρώ κατέβαλε έως 8-2-2013 και το ποσό των 18.000 ευρώ, δηλαδή αυτή κατάβαλε συνολικά για εργολαβική αμοιβή το ποσό των 165.000 ευρώ, όπως συνομολογείται εξάλλου και από την εκκαλούσα. Επομένως, δεν έσφαλε η εκκαλούμενη που ομοίως έκρινε ότι είχε συμφωνηθεί η ως άνω ημερομηνία παράδοσης του έργου και για το λόγο αυτό ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι δεν είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένος χρόνος αποπεράτωσης του έργου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 24-3-2013 ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσας, επικαλούμενος έλλειψη οικονομικής ρευστότητας της εταιρίας ζήτησε από την εφεσίβλητη να καταβάλει και το ποσό των 12.000 ευρώ από τη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή, ενώ μετέθεσε μονομερώς την ημερομηνία παράδοσης τον έργου στις 30-4-2013.
Η τελευταία επικαλούμενη τον σχετικό όρο της μεταξύ τους έγγραφης συμφωνίας αρνήθηκε την καταβολή του αιτούμενου ποσού και ακολούθως η εκκαλούσα εγκατέλειψε ημιτελές το έργο, ενώ στις 30-4-2013 ο νόμιμος εκπρόσωπος της σε νεότερη προσωπική συνάντηση που είχε με το σύζυγο της εφεσίβλητης, Χ. Κ., δήλωσε, παρουσία και του επιβλέποντος μηχανικού της οικοδομής, Ι.
Κ., ότι δεν θα συνέχιζε το έργο. Για τα ανωτέρω κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ο τελευταίος (Χ. Κ.), ο οποίος περαιτέρω αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι το αιτηθέν από την εκκαλούσα ποσό των 12.000 ευρώ αφορούσε σε πρόσθετη αμοιβή της για επιπλέον εργασίες που εκτέλεσε κατ' απαίτηση της εφεσίβλητης, όπως η ίδια ισχυρίζεται, η οποία άλλωστε ουδέποτε μέχρι τότε είχε θέσει ζήτημα τέτοιας οικονομικής μεταξύ τους εκκρεμότητας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ενόψει της ανωτέρω συμπεριφοράς της εκκαλούσας η εφεσίβλητη με την από 7-5-2013 εξώδικη πρόσκληση της, που της κοινοποίησε νόμιμα στις 9-5-2013, την κάλεσε να της παραδώσει το έργο αποπερατωμένο έως 15-5-2013, σε διαφορετική περίπτωση θα απέκρουε την εκ μέρους της συνέχιση των εργασιών στο ακίνητο της και θα προέβαινε σε αυτές με άλλο εργολάβο, ενώ θα αναζητούσε ακολούθως τις όποιες δαπάνες της από την ίδια.
Η τελευταία, ωστόσο, άφησε να παρέλθει άπρακτη η τεθείσα προς τούτο προθεσμία δίχως να κάνει οιαδήποτε προσπάθεια επανέναρξης των οικοδομικών εργασιών, ακολούθως δε η εφεσίβλητη με την ως άνω αγωγή της δήλωσε ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση έργου λόγω υπερημερίας αυτής (εργολάβου). Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι στην εκκαλούσα οφείλεται επιπλέον αμοιβή για πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε, κατ' απαίτηση της εφεσίβλητης στην ως άνω οικοδομή της.
Ειδικότερα αυτή ισχυρίζεται ότι τον Δεκέμβριο του έτους 2012 μετά από απαίτηση της εφεσίβλητης πραγματοποίησε επιπλέον εκσκαφή θεμελίωσης και επιπλέον εργασίες με υλικά οπλισμένου σκυροδέματος των μαντρότοιχων περίφραξης, αντικατάσταση ενός μονοφασικού ηλεκτρικού πίνακα με τρεις τριφασικούς και επαύξηση του ηλεκτρολογικού δικτύου, επαύξηση του ύψους των κιγκλιδωμάτων περίφραξης, αντικατάσταση των περσίδων των εξωτερικών κουφωμάτων αλουμινίου από περσίδες αλουμινίου με εσωκλειόμενη πολυουρομεθάνη σε ενισχυμένα φύλλα αλουμινίου, ποιοτική αναβάθμιση ερμάριων κουζίνας και εγκατάσταση εφεδρικού δικτύου ύδρευσης.
Προς απόδειξη δε των ισχυρισμών της, πέραν των όσων κατέθεσε ανωμοτί εξεταζόμενος ο νόμιμος εκπρόσωπος της, προσκομίζει σχετικά το από 10-5-2013 έγγραφο κοστολόγησης του επιβλέποντος μηχανικού Ι. Κ., όπου οι εν λόγω κοστολογούμενες εργασίες αναφέρονται ως "οι κατά τη δική σας εκτίμηση επιπλέον ποσοτικά εργασίες που έγιναν από την εταιρία σας", ενώ στην με αριθμό .../2016 ένορκη βεβαίωση του ο ίδιος επιβλέπων μηχανικός αναφέρει ότι οι εργασίες αυτές έχουν πράγματι εκτελεσθεί από την εργολήπτρια και δεν συμπεριλαμβάνονται στην από 30-6-2012 προσφορά της.
Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, στο από 1-10-2012 συμφωνητικό των διαδίκων αναφέρεται με σαφήνεια ότι η πρώτη φάση εργασιών, στην οποία περιλαμβάνονται και οι μάντρες, είχε ήδη ολοκληρωθεί πλην των ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων, η δε εργοδότρια έχει καταβάλει το σύνολο της δαπάνης (πλην του ΦΠΑ) που αντιστοιχεί σε αυτήν, πράγμα που σημαίνει ότι οι εργασίες της θεμελίωσης των μαντρότοιχων είχαν ολοκληρωθεί και αποπληρωθεί μέχρι τότε, δηλαδή πριν τον φερόμενο χρόνο (Δεκέμβριο έτους 2012) της συμφωνίας για πρόσθετες εργασίες.
Επιπλέον, ο πολιτικός μηχανικός Θ. Μ. στην από Απρίλιο έτους 2015 έκθεση του, που προσκομίζεται νόμιμα, αναφέρει ότι σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια της πολεοδομικής αδείας δεν μπορούσε εξ αρχής να τοποθετηθεί μονοφασικός πίνακας παρά μόνον τριφασικός και ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί καν η πρωταρχική εγκατάσταση και η καλωδίωση για να τοποθετηθεί ο πίνακας, ούτως ώστε να μην μπορεί να γίνει λόγος για επαύξηση τον ηλεκτρολογικού δικτύου, η επαύξηση του ύψους των κιγκλιδωμάτων οφείλεται στο γεγονός ότι το ύψος των στηθαίων κατασκευάστηκε χαμηλότερα των εγκεκριμένων σχεδίων της αδείας, ώστε να υπάρχει ένα minimum ασφαλές ύψος, και συνεπώς ουδεμία επιπλέον δαπάνη υφίσταται λόγω της χρησιμοποίησης μεγαλύτερης ποσότητας κιγκλιδωμάτων καθόσον αυτή εξοικονομήθηκε από τη μικρότερη ποσότητα των υλικών που χρησιμοποιήθηκε για το στηθαίο, ενώ, τέλος, καταλήγει ότι δεν εγκαταστάθηκε εφεδρικό δίκτυο ύδρευσης από το δώμα του κτιρίου, οι δε βάνες εξακολουθούν να είναι τρεις και η εργοδότρια με δικές της δαπάνες τοποθέτησε τη δεξαμενή στο δώμα, που τροφοδοτείται νερό από την παροχή του ηλιακού, όπως προκύπτει και από τα σημάδια των μετέπειτα εργασιών.
Πέραν των ανωτέρω διαπιστώσεων, στις οποίες ο ανωτέρω μηχανικός κατέληξε ανενδοίαστα μετά από αυτοψία στο ακίνητο δεν προσκομίζονται τιμολόγια αγοράς των περσίδων και των ερμαρίων που τελικώς τοποθετήθηκαν, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια η διαφορά στη δαπάνη σε σχέση με τα αρχικώς συμφωνηθέντα, δεδομένου ότι στην ως άνω έκθεση του πολιτικού μηχανικού Θ.
Μ. γίνεται λόγος για τοποθέτηση ερμαρίων κουζίνας δευτέρας διαλογής. Τέλος, αναφορικά με τις επιπλέον εργασίες μετά των υλικών οπλισμένου σκυροδέματος για τους μαντρότοιχους περίφραξης η εκτιμώμενη ποσότητα είναι αυτή των 7,50 κ.μ, με μέσο όρο ύψους 1,00 μ, πάχος 0,12 εκ και συνολικό μήκος πλευρών προς τα όμορα οικόπεδα 12,84 + 15,85 + 15,70 + 3,75 + 13,14 = 61,28 μ, και όχι των 22,50 κμ, αξίας 2.000 ευρώ, και όχι 6.100 ευρώ, όπως διατείνεται η εκκαλούσα, το ποσό δε αυτό της κατεβλήθη ως επιπλέον αμοιβή άμεσα από την εφεσίβλητη, όπως κατέθεσε και ο σύζυγος της...
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η εργολάβος εκκαλούσα κατέστη υπερήμερη ως προς την παράδοση του έργου, καθόσον αυτή δεν είχε κατά της εργοδότριας εφεσίβλητης αξίωση συναφή και ληξιπρόθεσμη από καταβολή αμοιβής για πρόσθετες εργασίες, ώστε να αρνηθεί νομίμως στα πλαίσια άσκησης ένστασης επίσχεσης την παράδοση του έργου στην εργοδότρια, ούτε αποδείχθηκε ότι η μη εκτέλεση αυτού οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της τελευταίας, η οποία συνακόλουθα νομίμως υπαναχώρησε από σύμβαση έργου λόγω υπερημερίας της εκκαλούσας.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε και ο δεύτερος λόγος της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ενόψει της νόμιμης αυτής υπαναχώρησης, που σε κάθε περίπτωση συντελέστηκε με την άσκηση της ως άνω αγωγής, αποσβέστηκαν αναδρομικά οι απορρέουσες από τη σύμβαση έργου εκατέρωθεν υποχρεώσεις των μερών, οι δοθείσες παροχές ως άνευ αιτίας αναζητούνται και οι οφειλόμενες έως τη άσκηση της υπαναχώρησης δεν οφείλονται στο εξής.
Κατά συνέπεια, η εκκαλούσα δεν έχει καταρχήν απαίτηση για το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής της ποσού 20.000 ευρώ με βάση τις διατάξεις από τη σύμβαση έργου, στις οποίες στηρίζει και τη σχετική αγωγική της αξίωση, το οποίο εξάλλου και σε κάθε περίπτωση η εφεσίβλητη νομίμως παρακράτησε σύμφωνα με τον όρο Δ του συμφωνητικού, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι έχουν κλείσει οι εκκρεμότητες του φακέλου.
Συνεπώς και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη έκρινε ομοίως έστω και με διάφορη εν μέρει αιτιολογία που αντικαθίσταται και συμπληρώνεται αντιστοίχως με την παρούσα δεν έσφαλε και ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη κατέβαλε σε αυτήν μέχρι τον χρόνο εκείνο το συνολικό ποσό των 165.000 ευρώ, δηλαδή ποσό που υπερβαίνει την αξία των εργασιών που είχαν εκτελεσθεί μέχρι τότε στην οικοδομή της, δεδομένου ότι όπως ειδικότερα αναφέρεται στην από 2-05-2013 έκθεση του επιβλέποντος μηχανικού Ι.
Κ., η εκκαλούσα δεν προέβη στις κάτωθι εργασίες: προμήθεια και τοποθέτηση στο WC υπογείου και του υπογείου, της λεκάνης του νιπτήρα, και της μπαταρίας, προμήθεια και τοποθέτηση της μπανιέρας, της λεκάνης, του νιπτήρα και της μπαταρίας στο λουτρό του ορόφου, τη προμήθεια και τοποθέτηση στην κουζίνα του νεροχύτη, της μπαταρίας και του αγωγού απορροφητήρα, την τοποθέτηση ηλιακών συλλεκτών και λέβητα, την τοποθέτηση εσχαρών απορροής ομβρίων στις ράμπες προσέγγισης του υπόγειου χώρου στάθμευσης, την τοποθέτηση καλύμματος στη σηπτική δεξαμενή, την προμήθεια και τοποθέτηση στο χώρο του υπογείου λέβητα, καυστήρα και δεξαμενής υγρού καυσίμου, την προμήθεια και τοποθέτηση θερμαντικών σωμάτων στο ισόγειο και τον όροφο της οικοδομής, τη συναρμολόγηση και τοποθέτηση των ηλεκτρικών πινάκων, την προμήθεια και τοποθέτηση πριζών, διακοπτών, και καπακίων δικτύων διακλάδωσης, τοποθέτηση κασωμάτων και πόρτας λεβητοστασίου, τοποθέτηση παραθύρου αερισμού λεβητοστασίου, την τοποθέτηση επένδυσης θωρακισμένης εξώθυρας ισογείου, των υπνοδωματίων, τη κατασκευή διακοσμητικής κολώνας βεράντα της εισόδου, τη τοποθέτηση κομπαστής στις θύρες των μαντρότοιχων, προμήθεια και τοποθέτηση τζακιού και καμινάδας, κατασκευή μικρού υπερυψώματος στο κατώφλι της πόρτας του μαντρότοιχου πριν τη ράμπα καθόδου προς το υπόγειο, χωματουργική διαμόρφωση γύρω από τον βόθρο, κατασκευή γείσων στα παράθυρα της ανατολικής όψης, τη σφράγιση οπών και τρυπόξυλα αγκυρώσεις ικριωμάτων, κλείσιμο κενών των υπερθύρων στις μπαλκονόπορτες των δύο δωματίων και της πόρτας τον δώματος, το κλείσιμο τον κενού μεταξύ του δαπέδου τον ισόγειου και του πλαϊνού της εσωτερικής κλίμακας, την επισκευή ατελειών γύρω από τα κουφώματα, τη συμπλήρωση πλακιδίων στο λουτρό, μετά την τοποθέτηση της μπανιέρας, τοποθέτηση πλακιδίων άνωθεν τον πάγκου της κουζίνας, πλακόστρωση δώματος, βεράντας εισόδου, και διαδρόμων περιβάλλοντος χώρου, αποπεράτωση εσωτερικής και εξωτερικής βαφής, και ελαιοχρωματισμούς μεταλλικών κιγκλιδωμάτων, σε βεράντες, προβόλους και μαντρότοιχους, καθώς και μεταλλικών θυρών των μαντροτοίχων.
Την μη εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών η εκκαλούσα ουδόλως αμφισβητεί, το πρωτοβάθμιο δε Δικαστήριο επιδίκασε για τον λόγο αυτό στην ενάγουσα της δεύτερης αγωγής (εφεσίβλητη) με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητού πλουτισμού το ποσό των 11.450 ευρώ, που δέχθηκε ότι αντιστοιχεί στην καταβληθείσα εκ μέρους της εργολαβική αμοιβή για μη εκτελεσθείσες εργασίες, ως προς το οποίο ουδέν παράπονο προβάλλεται ειδικώς από την εκκαλούσα.
Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη υπεξαίρεσε τα αναφερόμενα στην αγωγή της εκκαλούσας εργαλεία της και δη μια ηλεκτρική μπετονιέρα, αξίας 600 ευρώ, ικριώματα μήκους 150 μέτρων, αξίας 2.500 ευρώ, δύο καρότσια μεταφοράς υλικών, συνολικής αξίας 100 ευρώ και 30 μαδέρια, διαστάσεων 30 εκ χ 400 εκ, αξίας εκάστου 25 ευρώ, και συνολικά 750 ευρώ, που η τελευταία είχε αφήσει αφύλακτα στο εργοτάξιο της οικοδομής κατά την αποχώρηση της, και τα οποία έκτοτε, κατά τα υποστηριζόμενα από αυτήν, ο σύζυγος της εφεσίβλητης παρακρατεί στο υπόγειο της οικίας τους, ενώ απείλησε και τον νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας να μην τα αναζητήσει.
Αντίθετα, όπως προέκυψε τα εν λόγω μηχανήματα η εκκαλούσα το πρώτον ζήτησε να της αποδοθούν με την ως άνω αγωγή της, δηλαδή δύο έτη μετά την παύση των εργασιών στην οικοδομή της εφεσίβλητης, δίχως ποτέ μέχρι τότε να την οχλήσει σχετικά ούτε να την καταγγείλει για την παράνομη ιδιοποίηση τους. Κατά συνέπεια, και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια πραγματικά περιστατικά δεν έσφαλε και ο σχετικός τέταρτος λόγος της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν τούτου είναι άνευ αντικειμένου η έρευνα του έκτου λόγου της έφεσης, αναφορικά με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση περί εσφαλμένης απόρριψης ως αόριστου του αγωγικού κονδυλίου για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της εκκαλούσας λόγω της υπεξαίρεσης των ως άνευ αντικειμένου...".
Με τις σκέψεις του αυτές, το Εφετείο απέρριψε, στο σύνολό της, την ένδικη έφεση της αναιρεσείουσας, ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας, με αίτημα να της επιδικασθεί το υπόλοιπο ποσό της συμφωνηθείσας εργολαβικής της αμοιβής και είχε δεχθεί, εν μέρει, την αγωγή της αναιρεσίβλητης, με αίτημα να της επιδικασθεί, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το μέρος της εργολαβικής αμοιβής, που είχε προκαταβάλει στην αντίδικό της για εργασίες, που έμειναν ανεκτέλεστες.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι: 1) Ως χρόνος παραδόσεως του ενδίκου έργου συμφωνήθηκε (μετασυμβατικά), μεταξύ των διαδίκων, η 31-3-2013. 2) Η αναιρεσείουσα εγκατέλειψε, χωρίς να ολοκληρώσει, εμπρόθεσμα, το έργο και, στις 30-4-2013, ο νόμιμος εκπρόσωπός της δήλωσε στην αναιρεσίβλητη ότι δεν θα το συνέχιζε. 3) Η τελευταία, με την από 7-5-2013 εξώδικη πρόσκληση της, που κοινοποίησε νόμιμα, στην αναιρεσείουσα, στις 9-5-2013, την κάλεσε να της παραδώσει το έργο αποπερατωμένο έως τις 15-5-2013 και ταυτόχρονα της δήλωσε ότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα απέκρουε την εκ μέρους αυτής συνέχιση των εργασιών στο ακίνητο της και θα προέβαινε σε αυτές με άλλο εργολάβο, ενώ θα αναζητούσε, ακολούθως, από αυτή, τις σχετικές δαπάνες της. 4) Η προθεσμία αυτή παρήλθε άπρακτη και, έτσι η αναιρεσείουσα κατέστη υπερήμερη, ως προς το μέρος αυτού, που έμεινε ανεκτέλεστο. 5) η μη εκτέλεση του ως άνω μέρους του ενδίκου έργου, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, εργοδότριας. 6) Η αναιρεσίβλητη νομίμως υπαναχώρησε, με την άσκηση της ένδικης αγωγής της, ως προς αυτό (ανεκτέλεστο μέρος του έργου), λόγω της υπερημερίας της αναιρεσείουσας (εργολάβου).
Και, 7) Μέχρι τότε η αναιρεσίβλητη, εργοδότρια, είχε καταβάλει στην αναιρεσείουσα για την εργολαβική της αμοιβή το ποσό των 165.000 ευρώ και από το ποσό αυτό εκείνο των 11.450 ευρώ αντιστοιχούσε σε μέρος του έργου που δεν εκτελέσθηκε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ως άνω εφαρμοσθείσα και εφαρμοστέα, εν προκειμένω, διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 686 εδ.
β' ΑΚ. Καθόσον, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν, δικαιολογούν την εφαρμογή της. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, αφού έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, καθόσον καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό της ως άνω, εφαρμοστέας και εφαρμοσθείσας, εν προκειμένω, διατάξεως ουσιαστικού δικαίου (686 εδ.
β'ΑΚ), την οποία, συνεπώς, το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση στην απόφασή του και άλλων αιτιολογιών, πέραν των όσων, ως άνω, διέλαβε. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο, αντίστοιχα, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της προειρημένης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, του άρθρου 686 εδ.
β' ΑΚ, είναι αβάσιμοι. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι, όπως και ο τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίον προβάλλονται οι από τις ίδιες, ως άνω, διατάξεις (αριθμ. 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ) πλημμέλειες και, κατ' ακριβή αντιγραφή του, ότι η αναιρεσιβαλλομένη: "...στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως στερείται παντελώς αιτιολογιών, άλλως δε επαρκών αιτιολογιών, έχει δε και αντιφατικές αιτιολογίες επί των ζητημάτων πού θίγονται με τους προηγούμενούς λόγους του αναιρετηρίου, ήτοι σχετικά με την απόδειξη κ.λ.π.
της υπό κρίση αγωγής μας, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ένεκα πάντων τούτων απέρριψε κατ' ουσίαν την υπό κρίση αγωγή μας και δέχτηκε της αντιδίκου, παρότι το έργο δεν ολοκληρώθηκε, επειδή η εργοδότρια δεν κατέβαλε το συμφωνημένο τίμημα, για εργασίες εκτός συμφωνητικού, ήταν δε αυτό σχεδόν ολοκληρωμένο, με μικροατέλειες και η εργοδότρια, προκειμένου να μη καταβάλει εργολαβικό αντάλλαγμα για τις πρόσθετες και επωφεληθεί τα 20.000 ευρώ, επινόησε δήθεν ημερομηνίες παράδοσης που δήθεν αθετήσαμε, ώστε να υπαναχωρήσει.
Η υπαιτιότητά της μη εκπλήρωσης του έργου, την βαρύνει αποκλειστικά. Ουδεμία ευθύνη της εργολάβου. Απέκρουσε αναιτιολόγητα και χωρίς αιτία, αλλά για προσωπικούς της λόγους τη συνέχιση εργασιών εκτέλεσης τον έργου δηλώνοντας ότι θα συνεχίσει με έτερο εργολάβο. Πλην όμως, τέτοια ανάγκη δεν υπήρξε και για το λόγο αυτό, ουδέν έχει πράξει μέχρι σήμερα.
Οφείλει επομένως η αντίδικος και ουδέν της οφείλεται...", είναι απαράδεκτοι, αφού, με τις αιτιάσεις τους, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική κρίση του Εφετείου, με πρόσχημα τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες.
ΙΙΙ. Κατά τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές, για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν, από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1378/2018, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 225/2009, ΑΠ 2174/2007).
Επομένως, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, επικαλούμενη, επί λέξει, ότι: "...προκειμένου να κρίνει με βάση τα περιστατικά που δέχτηκε αν οι μετά την ολοκλήρωση τον έργου, μικροατέλειες αυτού πλην άρνησή μας να το παραδώσουμε, διακινδυνεύοντας υπερημερίες και υπαναχωρήσεις, δεν έλαβε υπόψη το κίνητρο της άρνησης μας που έγκειτο αναμφίβολα στην αθέτηση εκ μέρους της αντιδίκου μέρους των συμβατικών αλλά και κατόπιν προφορικών συμφωνιών μας, υποχρεώσεών της αρκούμενη στις καταθέσεις και μόνο του συζύγου της, ο οποίος πέραν και της άγνοιάς του εννοείται ότι δεν θα υποστήριζε κάτι διαφορετικό των απ' αυτή ισχυριζομένων, αλλά και το γεγονός ότι προς την κινητοποίησή μας αυτή ουδόλως είχε αντιδράσει και δεν θα έπραττε αν εμείς δεν προβάλαμε τις νόμιμες αξιώσεις μας όπως θα έπραττε κάθε αδικημένος, αυτομεμφόμενος για την καλόπιστη συμπεριφορά του απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του, να προβεί κατόπιν προφορικής συμφωνίας στην εκτέλεση πρόσθετων εργασιών για να μη γίνει αντιληπτό το γεγονός από τον έτερο σύζυγο που δεν τις επιθυμούσε ούτε τις ενέκρινε.
Τα ανωτέρω δεν άφηναν περιθώρια για όποιου είδους υπερημερίες και αθετήσεις εκ μέρους μας καθ' ην στιγμή είχαμε περατώσει το έργο και εκτελέσει τις πρόσθετες εργασίες, διατιθέμενοι να το παραδώσουμε συγχρόνως με την εξόφλησή μας, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και επομένως με τα περιστατικά αυτά η άρνησή μας ήταν επιβεβλημένη απέναντι στις δόλιες και αυθαίρετες μεθοδεύσεις της αντιδίκου...", είναι απαράδεκτος.
Διότι είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα, προς τούτο, απαιτούμενα στοιχεία και δη τα διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάσθηκαν, ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την αληθινή έννοια, του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι αυτά, η έννοια που του προσέδωσε το Εφετείο, την οποία η αναιρεσείουσα χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη και, τέλος, ο τρόπος της παραβίασής τους.
ΙV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει, σαφώς, ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 416/2008, ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006), σημειουμένου ότι, δεν συγκαταλέγονται στα αποδεικτικά έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. ΚΠολΔ, τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης και, έτσι, αν δεν τα λάβει υπόψη του το δικαστήριο δεν ιδρύεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος (ΑΠ 625/2018, ΑΠ 54/2009, ΑΠ 31/1999).
Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από την προαναφερθείσα διάταξη, συνισταμένη στην παράλειψή του να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έγγραφα, που, νόμιμα, επικαλέστηκε και προσκόμισε, σ' αυτό, η αναιρεσείουσα και ειδικότερα:
α) την έφεσή της, β) την 966/2017 πρωτόδικη απόφαση, γ) τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη πρακτικά, δ) τις προτάσεις της, με προσθήκη, της πρωτοβάθμιας δίκης, ε) τις προτάσεις της αντιδίκου της, στ) το από 1.10.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό κατάρτισης σύμβασης έργου, ζ) την από 10.5.2013 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ι.
Κ., η) την από 13.5.2013 εξώδικη δήλωση διαμαρτυρία της, και θ) την υπ' αριθμόν .../2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρός της Ι. Κ.. Ο λόγος αυτός, κατά την αιτίασή του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) την έφεση της αναιρεσείουσας, β) την πρωτόδικη απόφαση, γ) τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, και δ) τις προτάσεις, με προσθήκη, της ίδιας και της αντιδίκου της στην πρωτοβάθμια δίκη, κρίνεται απαράδεκτος, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, όλα αυτά είναι διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης και, επομένως, δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, αποδεικτικά έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.
ΚΠολΔ, ώστε, αν δε ληφθούν αυτά υπόψη να ιδρύεται τέτοιος αναιρετικός λόγος. Ενώ, κατά την αιτίασή του ότι δεν ελήφθησαν υπόψη: α) το από 1.10.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό κατάρτισης σύμβασης έργου, β) η από 10.5.2013 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ι. Κ., γ) η από 13.5.2013 εξώδικη δήλωση διαμαρτυρία της αναιρεσείουσας και, δ) η .../2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι.
Κ., κρίνεται αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, μετά από τη συνεκτίμηση όλων των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων. Τούτο δε, σε συνδυασμό με όλο το αιτιολογικό της προσβαλλομένης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με όλα τα λοιπά, και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, που φέρονται, κατά την αναιρεσείουσα, ως αγνοηθέντα, όλα δε αυτά, σημειωτέον, μνημονεύονται, ειδικώς, στην προσβαλλομένη απόφασή του.
V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη, από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία. (ΑΠ 1592/18, ΑΠ 293/2009, ΑΠ 1612/2005, ΑΠ 31/1999, ΑΠ 1376/1996).
Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την ειδικότερη αιτίαση ότι, το Εφετείο δεν προσέδωσε στην .../2016 ένορκη βεβαίωση του μηχανικού της αναιρεσίβλητης Ι. Κ., την καθοριζομένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη, αφού δεν δέχθηκε ως, πλήρως αποδεικνυόμενο, από αυτή, το γεγονός ότι, με βάση προφορική συμφωνία τους, η αναιρεσίβλητη ανέθεσε στην αναιρεσείουσα και αυτή εκτέλεσε τις επικαλούμενες πρόσθετες εργασίες στο επίμαχο έργο, χωρίς η πρώτη να της καταβάλει την αντίστοιχη εργολαβική αμοιβή.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, προεχόντως, είναι, απαράδεκτος, ως αντιφατικός, έναντι αυτού, που προβάλλεται με το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε, καθόλου, υπόψη του την ίδια, ως άνω, ένορκη βεβαίωση, διότι ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε τη νόμιμη αποδεικτική δύναμη σε ένα αποδεικτικό έγγραφο, αντιφάσκει, λογικά, προς εκείνο, κατά τον οποίο, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν το έλαβε, καθόλου, υπόψη του.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, ισοδύναμα, όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, από τους διαδίκους, αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την επίμαχη ένορκη βεβαίωση και, έχοντας το προς τούτο δικαίωμα, εκτίμησε ελεύθερα το περιεχόμενό της και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα, από εκείνο, το οποίο η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
VΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο, προφανώς, διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 2236/2009, ΑΠ 1176/2008).
Τα διαδικαστικά έγγραφα, όμως, της ενεστώσας δίκης, όπως είναι και οι προτάσεις των διαδίκων, δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα, κατά την προδιαληφθείσα έννοια και, επομένως, δεν ιδρύεται ο παρών αναιρετικός λόγος, με την επίκληση της παραμόρφωσης του περιεχομένου τους (ΑΠ 625/2018, ΑΠ 1007/2009, ΑΠ 1517/2008, ΑΠ 1278/2008).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της ίδιας, ως άνω, διατάξεως (άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ), λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα εκτός αν εξαίρεται, αναφορικά με το πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος, αφού σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ' αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη (ΑΠ 1176/2008, ΑΠ 695/2008, ΑΠ 112/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στο Εφετείο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 01-10-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού σύναψης της ένδικης σύμβασης έργου και δη του υπό στοιχείο Δ όρου αυτού, κατά τον οποίο: "Ρητά συμφωνείται ότι με την ολοκλήρωση του οικοδομικού έργου, ποσόν ανερχόμενο στα 20.000 ευρώ θα παραμείνει στα χέρια της εργοδότριας ως εγγύηση, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων που θα απομείνουν για το κλείσιμο του φακέλου της οικοδομής, με ευθύνη βέβαια αποκλειστικά του εργολάβου.
Ο εργολάβος δε αναλαμβάνει την υποχρέωση να προσφέρει ένα εύλογο χρονικό περιθώριο στην εργοδότρια, προκειμένου να κλείσει ο φάκελος του οικοδομικού έργου.", με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από όσα διαλαμβάνονται σ' αυτό και, ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι, συμφωνήθηκε το ανωτέρω χρηματικό ποσό, με την ολοκλήρωση του ενδίκου έργου να παραμείνει στην εργοδότρια (αναιρεσίβλητη) ως εγγύηση, προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί για την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων κατά το κλείσιμο του φακέλου της οικοδομής με ευθύνη της εργολάβου (αναιρεσείουσας) και ότι επειδή δεν έκλεισε ο φάκελος, λόγω της εγκατάλειψης ημιτελούς και μη παράδοσης του ενδίκου έργου, από την αναιρεσείουσα, απέρριψε την αγωγή της, παρότι από το επίμαχο έγγραφο συνάγεται ότι το κλείσιμο του φακέλου ανήκε στην ευθύνη της εργοδότριας και όχι της εργολάβου, αναιρεσείουσας.
Ενόψει αυτών ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι, σύμφωνα με όσα στην προηγούμενη νομική σκέψη διαλαμβάνονται, απαράδεκτος, προεχόντως, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο του επικαλουμένου εγγράφου, το οποίο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, κατά το περιεχόμενό του, δηλαδή απόδοση σ' αυτό περιεχομένου διαφορετικού από το αληθινό, αλλ' απλώς του αποδίδεται σφάλμα ως προς την αξιολόγηση του περιεχομένου του.
Το Εφετείο δε, σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση των πιο πάνω αποδείξεων που νόμιμα προσκομίστηκαν και λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το παραπάνω έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, κατά το περιεχόμενό του, το οποίο, παρά το ότι πράγματι μνημονεύεται και αξιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εν τούτοις, όπως εκτιμάται, τελικά δεν εξαίρεται ως έγγραφο επί του οποίου να βασίστηκε αποκλειστικά ή, έστω, κατά κύριο λόγο η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το Εφετείο στήριξε την κρίση του, περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζήτησε να της επιδικασθεί το ποσό των 20.000 ευρώ, ως υπόλοιπο της συμφωνηθείσας, για το σύνολο του ενδίκου έργου, εργολαβικής της αμοιβής, κυρίως, στην παραδοχή ότι το ποσό αυτό, αντιστοιχεί στην εργολαβική της αμοιβή για το ανεκτέλεστο μέρος του ενδίκου έργου, που δεν της οφείλεται, γιατί η αναιρεσίβλητη υπαναχώρησε νομίμως, ως προς αυτό και, επαλλήλως, στην ως άνω πληττόμενη με τον παρόντα αναιρετικό λόγο αιτιολογία, ότι: "...σε κάθε περίπτωση η εφεσίβλητη νομίμως παρακράτησε σύμφωνα με τον όρο Δ τον συμφωνητικού, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι έχουν κλείσει οι εκκρεμότητες τον φακέλου...".
Η προαναφερθείσα κύρια αιτιολογία, όμως, στηρίζει, πλήρως, το διατακτικό της προσβαλλομένης, και, κατά τα προαναφερθέντα, επλήγη ανεπιτυχώς με τους δύο πρώτους αναιρετικούς λόγους και με το δεύτερο σκέλος του παρόντος. Επομένως, ο παρών αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, ως αλυσιτελής.
VII. Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε, ευθέως, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Με τον έβδομο (έκτο, κατ' ορθή αρίθμηση) αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα, προσάπτει στο Εφετείο ότι, με το να μη λάβει υπόψη το, νόμιμα, προβληθέντα ισχυρισμό της ότι μεταξύ αυτής και της αντιδίκου της, εργοδότριας, είχε καταρτισθεί προφορική σύμβαση για διενέργεια πρόσθετων εργασιών του έργου, σύμφωνα με την οποία της οφείλετο επιπρόσθετη εργολαβική αμοιβή, με συνέπεια να την κρίνει υπερήμερη εργολάβο και δικαιολογημένη την υπαναχώρηση της αντιδίκου της, εργοδότριας, από τη σύμβαση, και, συνακόλουθα να απορρίψει τη δική της αγωγή και να δεχθεί αυτή της αντιδίκου της, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και, με το να δεχθεί τα αντίθετα, προς τα όσα αυτή υποστηρίζει, τους απέρριψε "εκ του πράγματος" και, έτσι, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια.
VIIΙ. Περαιτέρω, αν το δικαστήριο της ουσίας αξιώνει περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά (νομική αοριστία), ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ. Αν, τυχόν, έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη γεγονότα εκτιθέμενα σ' αυτήν, ιδρύονται οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 1363/2008, ΑΠ 119/2008, ΑΠ 2043/2007). Εξάλλου, για να προχωρήσει το Εφετείο στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, προϋποτίθεται, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι ερεύνησε και διαπίστωσε το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα αυτής, αφού διαφορετικά, και στην περίπτωση που δεν υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης, αλλά με αυτήν διατυπώνονταν παράπονα μόνο για το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής, ήταν υποχρεωμένο, αυτεπαγγέλτως, λόγω του, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, να απορρίψει την αγωγή, αν την έκρινε αόριστη ή νομικά αβάσιμη. Εάν συνεπώς το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, κατά λογική αναγκαιότητα, δέχτηκε ότι αυτή είναι νόμιμη, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετική ιδιαίτερη σκέψη στην απόφασή του (ΑΠ 1830/2009, ΑΠ 609/2007).
Με τον όγδοο (κατ' ορθή αρίθμηση έβδομο) λόγο, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμη, την αγωγική της αξίωση να της επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης της, από τη διαπραχθείσα, εκ μέρους της αντιδίκου της υπεξαίρεση, των αναφερομένων στην ένδικη αγωγή της μηχανημάτων της ιδιοκτησίας της, το ποσό των 9.955 ευρώ, γιατί, παρότι στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται, με πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ, αξίωσε περισσότερα στοιχεία, απ' όσα απαιτούν αυτές οι διατάξεις.
Όπως προκύπτει, όμως, από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η τέλεση, εις βάρος της αναιρεσείουσας, ενάγουσας, της επικαλουμένης από αυτή αδικοπραξίας και συγκεκριμένα της υπεξαίρεσης, εκ μέρους της αντιδίκου της, των αναφερομένων στην ένδικη αγωγή αυτής μηχανημάτων της ιδιοκτησίας της, από την οποίας αυτή υπέστη την επικαλούμενη ηθική βλάβη, λόγω της τρώσης της φήμης και του ονόματός της, ως εταιρείας και για την οποία ζήτησε να της επιδικασθεί το ανωτέρω χρηματικό ποσό.
Επομένως, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, με το να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, αναφορικά με το προαναφερθέν αίτημα αυτής, κατά λογική αναγκαιότητα, δέχτηκε, προηγουμένως, ως προς αυτό και τη νομική της βασιμότητα, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του σχετική ιδιαίτερη σκέψη.
Πέραν του ότι ο ίδιος λόγος είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα στοιχεία εκείνα, που, χωρίς να απαιτούνται, από τις, ως άνω, επικαλούμενες διατάξεις, απαίτησε το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει νόμιμη την επίμαχη αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας.
ΙΧ. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-10-2018 αίτηση αναίρεσης της 475/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ