786/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1323/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 498/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-10-2018 αίτησή του.
Legislator-Regeste
KI-generiert786/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 06-03-2012 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί κύριος ενός ακινήτου εμβαδού 269 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση Κ. ή Κ. Β. ή Κ. της κτηματικής περιφέρειας Α. Σ., το οποίο απέκτησε παραγώγως και πρωτοτύπως. Είχε ζητήσει, επίσης, να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή που καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Α.
Volltext
Απόφαση 786 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 786/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Γ., κατοίκου Κ. Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κούτση, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1323/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 498/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 22-10-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 498/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 1323/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 06-03-2012 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί κύριος ενός ακινήτου εμβαδού 269 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση Κ. ή Κ. Β. ή Κ. της κτηματικής περιφέρειας Α. Σ., το οποίο απέκτησε παραγώγως και πρωτοτύπως. Είχε ζητήσει, επίσης, να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή που καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Α.
Σ., όπου εμφανίζεται το ακίνητο ως ανήκον στο εναγόμενο. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 261/2023, ΑΠ 186/2023).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο αυτής (αγωγής) δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του.
Η ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η δε ποιοτική με βάση τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 299/2020, ΑΠ 886/2018). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε, ως αόριστη ή μη νόμιμη, την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 106/2015).
Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1697/2022, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017, ΑΠ 597/2015). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον διατείνεται ότι προέβαλε με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό για το απαράδεκτο της αγωγής λόγω της αοριστίας της.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η αοριστία εντοπίζεται στην αναφορά του τρόπου κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου τόσο από τον αναιρεσίβλητο όσο και από τους φερόμενους ως απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του, καθώς η απλή αναφορά τίτλων ιδιοκτησίας δεν αρκεί από μόνη της για την απόδειξη του τρόπου κτήσης κυριότητας, αφού οι τίτλοι δεν θεωρούνται πράξεις νομής.
Ότι περαιτέρω, δεν αναφέρονται στην αγωγή οι πράξεις νομής, στις οποίες προέβαιναν οι κάθε φορά κύριοι ή διακάτοχοι στο επίδικο. Ότι η αναφορά στην αγωγή για την άσκηση πράξεων νομής (καλλιέργεια αμπέλων και βοσκή ζώων από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου Σ., καταμέτρηση, κατάτμηση και μεταπώληση προς τρίτους από την Ε.
Κ.) είναι παντελώς αόριστη, αφού δεν μνημονεύονται συγκεκριμένες, εμφανείς και υλικές πράξεις νομής από συγκεκριμένα πρόσωπα και σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές και με το πέρασμα του χρόνου εντοπιζόμενες ειδικά στην ένδικη έκταση. Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε νόμιμη την αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Από την από 06-03-2012 αγωγή, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι με το 41344/1998 συμβόλαιο γονικής παροχής, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε από τον πατέρα του Γ. Σ. την κυριότητα ενός ακινήτου εμβαδού 269 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση Κ.
ή Κ. Β. ή Κ. της κτηματικής περιφέρειας Α. Σ., όπως το ακίνητο αυτό περιγράφεται ειδικότερα στην αγωγή. Ότι στον πατέρα του το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει, κατά κυριότητα, με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, από την Ε. Κ. και ότι στην τελευταία το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει κατά κυριότητα, ως μέρος μεγαλύτερης έκτασης, με το ...
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι η Ε. Κ., μετά την αγορά της μεγαλύτερης αυτής έκτασης, προέβη στην κατάτμηση της έκτασης αυτής, δημιουργώντας μικρότερα αγροτεμάχια, τα οποία μεταπώλησε σε τρίτους, μεταξύ των οποίων ήταν και ο πατέρας του, οι οποίοι τα περιέφραξαν, φύτεψαν σε αυτά φυτά και δέντρα, ανήγειραν αυθαίρετες κατοικίες, τις οποίες νομιμοποίησαν αργότερα, ασκώντας έτσι πράξεις νομής σε αυτά με καλή πίστη και διάνοια κυρίου.
Ότι στην Ε. Κ. η ευρύτερη ως άνω έκταση περιήλθε, κατά κυριότητα, με το ανωτέρω συμβόλαιο από τους αναλυτικά αναφερόμενους κληρονόμους του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Π. Σ. του Α. ή Α., ο οποίος απεβίωσε την 22-5-1932 και ο οποίος ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος ευρύτερης περιοχής, όπως αυτή περιγράφεται στην αγωγή, μέρος της οποίας πωλήθηκε αργότερα στην Ε.
Κ.. Ότι ο Π. Σ. απέκτησε την κυριότητα της ευρύτερης αυτής έκτασης, κατά το ήμισυ αυτής, από κληρονομιά από τον πατέρα του Α. ή Α. Σ., ο οποίος απεβίωσε το 1899 και κατά το υπόλοιπο ήμισυ από τους κυρίους αυτής, λόγω κληρονομιάς από τον πατέρα τους Ι. Σ., Γ. και Δ. Σ., δυνάμει του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ότι όλοι οι ανωτέρω άμεσοι, απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι του ιδίου και της Ε. Κ. νέμονταν με τις αναφερόμενες πράξεις νομής (καλλιέργεια αμπέλων και βοσκή ζώων) οι ίδιοι ή μέσω βοηθών νομής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη την ευρύτερη ως άνω έκταση, μέρος της οποίας αποτελεί το επίδικο ακίνητο, από το έτος 1850, ήτοι για χρονικό διάστημα μείζον της τριακονταετίας προ τις 11-9-1915, με αποτέλεσμα να καταστούν κύριοι της έκτασης αυτής με την έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ΑΚ.
Με αυτά τα δεδομένα, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο, το οποίο απέκτησε παραγώγως και πρωτοτύπως, με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής του, του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή που καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Α.
Σ., όπου φέρεται ως κύριο του επιδίκου το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή του αναιρεσιβλήτου είναι πλήρως ορισμένη, καθώς περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητά της κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, και, τούτο, διότι εκτίθεται σ' αυτήν ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη στην ευρύτερη έκταση, εντός της οποίας περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο.
Δεν ήταν δε αναγκαίος για το ορισμένο του περιεχομένου της ο ημερολογιακός προσδιορισμός των, κάθε επί μέρους, πράξεων νομής, που να εντοπίζεται ειδικά στο επίδικο ακίνητο από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου (ΑΠ 568/2022). Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, όπως θεωρεί το αναιρεσείον, είναι αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016).
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο ο λόγος αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του και όχι με τις προτάσεις ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 348/2018, ΑΠ 157/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, διατείνεται το αναιρεσείον ότι η αγωγή του αναιρεσιβλήτου δεν περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία αναφορικά με την κτήση κυριότητας εκ μέρους των κληρονόμων του εκ των απωτέρων δικαιοπαρόχων αυτού Π. Σ., που απεβίωσε το έτος 1932, στο αναφερόμενο μεγαλύτερο ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, με παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ώστε να κριθεί εάν κατά την αλληλουχία των μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών που επακολούθησαν, ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου από κυρίους αυτού.
Ότι, ειδικότερα, δεν αναφέρεται στην αγωγή, εάν οι αναλυτικά αναφερόμενοι κληρονόμοι του εκ των απωτέρων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου Π. Σ. υπεισήλθαν στη κληρονομία της προαναφερόμενης ευρύτερης έκτασης, ασκούντες, και μάλιστα, ποιες συγκεκριμένα διακατοχικές πράξεις. Ότι, επίσης, δεν αναφέρονται στην αγωγή, αναφορικά με την κτήση της κυριότητας εκ μέρους των κληρονόμων του Π.
Σ., τα ποσοστά στην ευρύτερη έκταση, τα οποία κληρονόμησε μετά το θάνατο αυτού η σύζυγός του Π. χήρα Π. Σ., η οποία απεβίωσε το έτος 1937, αφού δεν αναφέρεται στην αγωγή, εάν οι αναλυτικά αναφερόμενοι κληρονόμοι του Π. Σ. και οι κληρονόμοι της Π. Σ. υπεισήλθαν στην κληρονομία των ποσοστών επί της ανωτέρω ευρύτερης έκτασης, που κληρονόμησε από τον Π.
Σ. η Π.. Σ., ασκούντες και μάλιστα ποιες συγκεκριμένα διακατοχικές πράξεις και επί των συγκεκριμένων ποσοστών της ευρύτερης αυτής έκτασης. Ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται από τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 Πανδ. (11.7), 69 Πανδ. (29.2), ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 Πανδ. (38.16) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου για τη γέννηση του οικείου δικαιώματος, ενώ έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός, περί αοριστίας της αγωγής, για τους ανωτέρω λόγους ισχυρισμός προτάθηκε από το αναιρεσείον στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από το αναιρεσείον-εκκαλούν (ΑΠ 76/2001, ΑΠ 1252/2020).
Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την από 04-06-2014 έφεση του αναιρεσείοντος, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, δεν περιέχεται σ' αυτήν λόγος έφεσης σχετικός με την αοριστία της αγωγής του αναιρεσιβλήτου για τους αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενους λόγους, ενώ δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 353/2020).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).
Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου στο οποίο συμπεριλαμβανόταν, ουδέποτε αποτελούσε δημόσιο κτήμα, αλλά αντίθετα περιήλθε κατ' αδιευκρίνιστο και ασαφή τρόπο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, στους δικαιοπαρόχους του Π.
Σ., ήτοι στους Α. ή Α. Σ. και Ι. Σ. από το έτος 1845, για τους οποίους δέχεται ότι ασκούσαν, στο σύνολο του ακινήτου, τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιεί αυτές. Ότι, επίσης, ουδαμού στην ελάσσονα πρόταση του σκεπτικού του δεν προσδιορίζει κατ' έκταση και θέση το επίδικο ακίνητο μέσα στα όρια της προαναφερόμενης ευρύτερης έκτασης, την κυριότητα της οποίας δέχθηκε ότι απέκτησαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου.
Ότι με τον τρόπο αυτό περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για του ουσιώδες ζήτημα της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.33), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου για την έκτακτη χρησικτησία και των διατάξεων του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22.4/26.5.1926 περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Α. Α., ώστε να μπορεί να κριθεί εάν οι δικαιοπάροχοι του εκ των απώτατων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου Π. Σ., είχαν νεμηθεί το επίδικο επί, τουλάχιστον, τριάντα έτη μέχρι την 11-9-1915 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ιδιαίτερα δε με άδολη καλή πίστη και είχαν καταστεί ή όχι κύριοι με βάση τον πρωτότυπο αυτό τρόπο, όταν το έτος 1899 η κυριότητα περιήλθε στον Π.
Σ. και εν τέλει ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος με παράγωγο τρόπο, με βάση την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αλληλουχία των μεταβιβαστικών πράξεων.
Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων Α. Σ., απέκτησε με γονική παροχή και δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Π..
Χ., το οποίο μετεγράφη νομίμως στον τόμο ..των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, με αριθμό .., από τον Γ. Σ., το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα αγροτεμάχιο με τα εντός αυτού ισόγεια κτίσματα, επιφάνειας 54 και 4,8 τ.μ., εμβαδού 280 τ.μ., ευρισκόμενο στην κτηματική περιφέρεια Σ., κατά το Κτηματολογικό Γραφείο Σαλαμίνας, του Δήμου Σαλαμίνας, στη θέση Κ.
ή Κ. Β. ή Κ.. Το εν λόγω ακίνητο αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α, στο από Μαΐου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Γ. Μ. (με αναφερόμενο εμβαδόν 269 τ.μ.) και έχει καταχωρηθεί με ΚΑΕΚ .... Συνορεύει δε, Βόρεια με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., Νότια με ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., Ανατολικά με οδό και Δυτικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., σύμφωνα με το απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος.
Στο δικαιοπάροχο του ενάγοντος το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ.. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο .. στα οικεία βιβλία μεταγραφών Δήμου Σαλαμίνας υπ' αριθ. .. από την Ε., συζ. Ι.. Κ., το γένος Μ., στην οποία ανήκε μείζων έκταση στην περιοχή.
Η τελευταία, Ε. Κ., απέκτησε το ως άνω ακίνητο σε ευρύτερη έκταση, επιφάνειας 95.987 τ.μ., με αγορά, δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο ..και υπ' αριθ. .. των βιβλίων μεταγραφών του Δ. Σαλαμίνας (στο οποίο προσαρτάται και το από 27.5.1961 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Σ..
Ν.), μετά δε την αγορά της, προέβη σε κατάτμηση, δενδροφύτευση, ρυμοτόμηση και πώληση τμημάτων αυτής, μεταξύ των οποίων και το επίδικο. Οι δικαιοπάροχοι της Ε. Κ., είναι 25 άτομα, τέκνα και διάδοχοι, λόγω κληρονομικής διαδοχής του αρχικού - απώτερου δικαιοπαρόχου τους Π. Σ. του Α. ή Α., που απεβίωσε αδιάθετος το έτος 1932 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Π.
και τα 10 τέκνα του, Α. Σ., Δ. Σ., Ν. Σ., Σ. Σ., Λ. Σ., Α. Σ., Φ. συζ. Π.. Π., Π., Ε. συζ. Ε.. Β., Π. συζ. Κ./νου Σ. και Α. συζ. Ν.. Γ., οι οποίοι αναμίχθηκαν στην κληρονομία, ασκώντας τις υλικές πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του ακινήτου, όπως επίβλεψη, οριοθέτηση, παραχώρηση δικαιώματος ξύλευσης και βόσκησης, με καλή πίστη και την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα τρίτου (βλ σχετ.
και υπ' αριθ. 650/2017 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, αδημ.). Ειδικότερα, η Π. Σ. κατέστη, κατά τα ανωτέρω συγκυρία κατά ποσοστό 450/1800 και κατά ποσοστό 135/1800, οι λοιποί κληρονόμοι, εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο λόγω κληρονομικής διαδοχής με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Όταν, κατά το έτος 1937, απεβίωσε και η Π.
Σ., οι ανωτέρω, τέκνα αυτής και του Π. Σ., κατέστησαν κληρονόμοι αυτής στο από 450/1800 ποσοστό συγκυριότητάς της και συγκύριοι μεταξύ τους κατά ποσοστό 180/1800 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, λόγω κληρονομικής διαδοχής με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αναμειχθέντες στην κληρονομία και ασκώντας τις ίδιες παραπάνω πράξεις νομής.
Ακολούθως, κατά το έτος 1951 απεβίωσε ο εκ των (συγ)κυρίων Σ. Σ. του Π., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγό του Ζ. Σ., το γένος Ν. Φ. και τα πέντε (5) τέκνα του: 1) Π. Σ., 2) Π. Σ., 3) Φ. Σ., 4) Α. Σ. και 5) Ν. Σ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία, συγκείμενη από το 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου Σ.
Σ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας και έτσι κατέστησαν (συγ)κύριοι αυτού, κατά ποσοστό 45/1800, 27/1800, 27/1800, 27/1800, 27/1800 και 27/1800 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, ενώ, επί πλέον, από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου συζύγου και πατρός τους (1951), (συν)νέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση.
Κατά το έτος 1952, απεβίωσε ο εκ των (συγ)κυρίων Α. Σ. του Π., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγό του Λ. Σ., γένος Μ. Π. και τα έξι (6) τέκνα του: 1) Π. συζ. Γ. Φ., 2) Π.. Σ.., 3) Μ. Σ., 4) Α. Σ., 5) Κ. Σ. και 6) Π. Σ., ενώ κατά το έτος 1954 απεβίωσε και ο υιός του Π.
Σ. (6ος), χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη μητέρα του Λ. Σ. και τα πέντε (5) αδέλφια του, Π. συζ. Γ. Φ., Π.. Σ.., Μ. Σ., Α. Σ. και Κ. Σ., οι οποίοι αποδέχθηκαν, καταρχήν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία του συζύγου και πατέρα τους Α.
Σ., για λογαριασμό τους, αλλά και για λογαριασμό του μεταποβιώσαντος υιού τους και αδελφού, αντίστοιχα, Π. Σ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, συγκείμενη από το 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομουμένου Α. Σ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. 21564/1961 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.
Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας και έτσι κατέστησαν (συγ)κύριοι αυτού, κατά ποσοστό 45/1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800 και 22,50/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, και ακολούθως, αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομία του υιού και αδελφού τους Π. Σ., συγκείμενη από το 22,50/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. ...
δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι το ποσοστό (συγ)κυριότητάς τους επί του ακινήτου αυτού ανήλθε σε 48,75/1800 = 45/1800 + 3,75/1800, όπου 3,75/1800 = 22,50/1800 : 6), 26,25/1800 (26,25/1800 = 22,50/1800 + 3,75/1800, όπου 3,75/1800 = 22,50/1800 : 6), 26,25/1800, 26,25/1800, 26,25/1800 και 26,25/1800 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, ενώ, επιπλέον, από το χρόνο του θανάτου των κληρονομουμένων συζύγου και πατρός τους και υιού και αδελφού τους (1952 και 1954), αντίστοιχα, (συν)νέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας, ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση.
Κατά το έτος 1958, απεβίωσε ο εκ των (συγ)κυρίων Λ. Σ. του Π., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγό του Ε. Σ., το γένος Ι. Ζ., τα επτά (7) εν ζωή αδέλφια του: 1) Α. Σ. του Π., 2) Δ. Σ. του Π., 3) Ν.. Σ.. του Π., 4) Φ. συζ. Π. Π., 5) Ε. συζ. Ε. Β., 6) Π.
συζ. Κ. Σ. και 7) Α. συζ. Ν. Γ., τα πέντε (5) τέκνα του προαποβιώσαντος (1951) αδελφού του Σ. Σ.. του Π.: α) Π.. Σ.. του Σ., β) Π. Σ.. του Σ., γ) Φ. Σ.. του Σ., δ) Α. Σ.. του Σ. και ε) Ν. Σ.. του Σ. και τα πέντε (5) τέκνα του προαποβιώσαντος (1952) αδελφού του Α. Σ.. του Π.: α) Π. συζ. Γ. Φ., β) Π.. Σ.. του Α., γ) Μ. Σ. του Α., δ) Α. Σ. του Α. και ε) Κ. Σ. του Α., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία, συγκείμενη από το 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομουμένου Λ.
Σ. επί τους ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας και έτσι κατέστησαν (συγ)κύριοι αυτού κατά ποσοστό 90/1800, 190/1800 (190/1800 = 180/1800 + 10/1800, όπου 10/1800 = 180/1800 : 2 : 9), 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 29/1800 (29/1800 = 27/1800 + 2/1800, όπου 2/1800 = 10/1800 : 5), 28,25/1800 (28,25/1800 = 26,25/1800 + 2/1800, όπου 2/1800 = 10/1800 : 5), 28,25/1800, 28,25/1800, 28,25/1800 και 28,25/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ενώ, επιπλέον, από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου συζύγου, αδελφού και θείου τους (1958), αντίστοιχα, (συν)νέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας, ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση.
Κατά το έτος 1960, απεβίωσε η εκ των (συγ)κυρίων Α. συζ. Ν. Γ. χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, το σύζυγό της Ν. Γ. του Ι. και τα πέντε (5) τέκνα της: 1) Ι. Γ. του Ν., 2) Μ. συζ. Α. Δ., 3) Π. Γ. του Ν., 4) Γ. Γ. του Ν. και 5) Μ. Γ. του Ν., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία, συγκείμενη από το 190/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό της κληρονομούμενης Α.
συζ. Ν. Γ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας και έτσι κατέστησαν (συγ)κύριοι αυτού, κατά ποσοστό 47,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800 και 28,50/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ενώ, επιπλέον, από το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης συζύγου και μητέρας τους (1960), αντίστοιχα, (συν)νέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας, ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση.
Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο .. με αύξοντα αριθμό …, οι ανωτέρω (συγ)κύριοι, δηλαδή οι: 1) Α. Σ. του Π. (190/1800), 2) Δ. Σ. του Π. (190/1800), 3) Ν. Σ. του Π. (190/1800), 4) Φ. συζ. Π. Π. (190/1800), 5) Ε.
συζ. Ε. Β. (190/1800), 6) Π. συζ. Κ. Σ. (190/1800), 7) Ζ. χήρα Σ. Σ.., το γένος Ν.. Φ.. (45/1800), 8) Π.. Σ.. του Σ. (29/1800), 9) Π. Σ.. του Σ. (29/1800), 10) Φ. Σ.. του Σ. (29/1800), 11) Α. Σ.. του Σ. (29/1800), 12) Ν. Σ. του Σ. (29/1800), 13) Λ. χήρα Α. Σ.., το γένος Μ. Π. (48,75/1800), 14) Π.. συζ. Γ. Φ. (28,25/1800), 15) Π.. Σ.. του Α. (28,25/1800), 16) Μ. Σ. του Α. (28,25/1800), 17) Α. Σ. του Α. (28,25/1800), 18) Κ. Σ. του Α. (28,25/1800), 19) Ε.
χήρα Λ. Σ.., το γένος Ι.. Ζ.. (90/1800), 20) Ν. Γ. του Ι. (47,50/1800), 21) Ι. Γ. του Ν. (28,50/1800), 22) Μ. συζ. Α. Δ. (28,50/1800), 23) Π. Γ. του Ν. (28,50/1800), 24) Γ. Γ. του Ν. (28,50/1800) και 25) Μ. Γ. του Ν. (28,50/1800) μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, το ανωτέρω ακίνητο των 95.987 τ.μ. στην Ε. (ή Λ.) συζ. Ι. Κ., το γένος Γ.. Μ. και της παρέδωσαν τη νομή αυτού. Ο δε άμεσος και απώτερος δικαιοπάροχος των ανωτέρω Π.
Σ. του Α. ή Α., απέκτησε την ευρύτερη έκταση των 111.987 τ.μ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, λόγω κληρονομικής διαδοχής από τον πατέρα του Α. ή Α., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1899, με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ως μοναδικός ενήλικος κληρονόμος του, αναμιχθείς στην κληρονομία, ασκώντας συννομή επ' αυτού και επί των κατασκευασθέντων από τον πατέρα του και τον αδελφό του πατέρα του, Ι., ποιμνιοστασίων, χρησιμοποιώντας την έκταση για βοσκότοπο, αλλά και καλλιεργώντας τα καλλιεργήσιμα τμήματα αυτής, με καλή πίστη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει δικαίωμα τρίτου.
Ο ίδιος, Π. Σ., απέκτησε και το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθ. … συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Σ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο .. των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον αριθμό .., από τους Γ. και Δ. Σ., κληρονόμους του αδελφού του πατέρα του, Ι., που είχαν καταστεί συγκύριοι κατά το ως άνω ποσοστό του πατέρα τους.
Τέλος, ο Α. ή Α. Σ., πατέρας του Π. και Ι. Σ.. και ο αδελφός του Ι. Σ., πατέρας του Γ.. και Δ. Σ.., είχαν καταστεί κύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας της ανωτέρω μείζονος έκτασης, συνορευόμενης Ανατολικά με ακίνητο κληρονόμων Π., Δυτικά με ακίνητο κληρονόμων Μ., Κ. κλπ. και Βόρεια με θάλασσα (Κ. Α.) και ακίνητα αγνώστων, επιφάνειας 111.987 τ.μ., καθώς, είχαν εγκαταστήσει εντός αυτής ποιμνιοστάσια, τη χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο και καλλιεργούσαν τα καλλιεργήσιμα τμήματα αυτής (όπως και όλοι οι μετέπειτα διάδοχοι αυτών), ήδη πριν από το έτος 1845, οπότε ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της επί των διαφιλονικούμενων δασών Επιτροπής της νήσου Σαλαμίνας.
Ειδικότερα, η ανωτέρω Επιτροπή, δυνάμει της υπ' αριθ. 305/24.1.1845 απόφασής της, αναγνώρισε ως ιδιωτικά τα δάση της νήσου Σαλαμίνας, πλην όσων είχαν καταχωριστεί ως δημόσια κτήματα, καθώς και όσων ανήκαν στη διαλελυμένη Μονή Αγίου Νικολάου. Η επίδικη έκταση ωστόσο δεν ενέπιπτε στις ανωτέρω κατηγορίες ακινήτων - δασών, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...
πράξη του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Γ. Κ., στην οποία αναφέρεται ότι το Υπουργείο Οικονομικών εφοδίασε τον κτηματία της περιοχής Ι. Π., με το υπ' αριθ. ... έγγραφο, δια του οποίου ειδοποιεί τον ανωτέρω κτηματία και κάτοικο της περιοχής ως πληρεξούσιο των κατοίκων της νήσου Σαλαμίνας, ότι αναγνωρίζεται ως ιδιοκτησία τους, όχι μόνο επί των αγροκειμένων δασών αυτών, αλλά και στα ορεινά μέρη, εκτός των ανηκόντων στη διαλελυμένη Μονή Αγ.
Νικολάου, ως ανωτέρω. Πρέπει επίσης να σημειωθούν τα ακόλουθα: α) από την αρχική μείζονα έκταση των 111.987 τ.μ., ο Π. Σ., το έτος 1925, μεταβίβασε προς τον Α. Θ. τμήμα επιφάνειας 16.000 τ.μ., οπότε απέμεινε στην ιδιοκτησία του έκταση 95.987 τ.μ., δηλαδή όση μεταβιβάστηκε στην απώτερη δικαιοπάροχο της ενάγουσας Ε. Κ., από την οποία προέρχεται το επίδικο, β) στο ανωτέρω, υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σ. Π., δυνάμει του οποίου, ο Π. Σ. αγόρασε το 1/2 εξ αδιαιρέτου της έκτασης από τους εξαδέλφους του Γ. και Δ. Σ., υιούς του Ι. Σ., αναφέρεται μεν ότι πωλείται έκταση 50 στρεμμάτων ως έγγιστα, πλην όμως, η αναφορά αυτή δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα της έκτασης που μετέπειτα πωλήθηκε στην Ε.
Κ., απώτερη δικαιοπάροχο της ενάγουσας, καθώς όπως είναι γνωστό από τα διδάγματα της κοινής πείρας, εκείνη την εποχή ήταν συνήθης πρακτική να γίνεται ατελής περιγραφή των ακινήτων χωρίς σταθερά σημεία και λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία και χωρίς τοπογραφικά διαγράμματα. Άλλωστε, η έκταση αυτή ταυτίζεται ως προς την περιγραφή των ορίων με την έκταση που αναφέρεται στο υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο, ως προς την περιγραφή των συνόρων, πλην του δυτικού, όπου στο υπ' αριθ. ... αρχικό ως άνω συμβόλαιο αναφέρεται γείτονας ονόματι "Π. Μ." και όχι κληρονόμοι Μ., Κ. και άγνωστος, όπως αναφέρεται στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο, γ) Η Κοινότητα Σεληνίων άσκησε την από 5.8.1963 αγωγή της κατά της ως άνω δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Ε.
Κ., ζητώντας να αναγνωριστεί κυρία τμήματος 15,6 στρεμμάτων και να της αποδοθεί. Η αγωγή αυτή δεν συζητήθηκε ποτέ. Επίσης, η κοινότητα Αμπελακίων άσκησε την από 30.12.1964 αγωγή της κατά της ίδιας δικαιοπαρόχου, ζητώντας να αναγνωρισθεί κυρία έκτασης 90 στρεμμάτων την οποία, όπως ισχυριζόταν η Ε. Κ. είχε ιδιοποιηθεί.
Η δίκη αυτή καταργήθηκε δυνάμει του υπ' αριθ. ... εξώδικου συμβιβασμού (συμβολαιογραφικού), ο οποίος εγκρίθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 31/1969 απόφασης του Κοινοτικού Συμβουλίου Αμπελακίων και κατόπιν, δυνάμει της υπ' αριθ. 17802/1969 απόφασης της Νομαρχίας Πειραιώς, μετά την καταβολή από την τότε εναγομένη προς την Κοινότητα Αμπελακίων ποσού 200.000 δρχ.
και δ) το εκκαλούν ουδέποτε ενόχλησε την ενάγουσα, ενώ, τα πρωτόκολλα αποζημίωσης (μισθώματος) που εκδόθηκαν από τον Οικονομικό Έφορο σε βάρος του Σ. Σ. για τα έτη 1928-1939, ακυρώθηκαν δυνάμει της υπ' αριθ. 27/23.7.1940 απόφασης του Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας. Η δε καταχώριση του επιδίκου, ως ανήκον εντός του δημοσίου κτήματος υπ' ΑΒΚ 61 και ως τμήμα δασικής έκτασης ΔΑ 75503, δεν αναιρεί τις πράξεις νομής της ενάγουσας ή των δικαιοπαρόχων της.
Με βάση τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι από το έτος 1845, οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος νέμονταν το επίδικο ακίνητο, χωρίς να απωλέσουν τη νομή, αρχικά επί έκτασης 111.987 τ.μ. και μετά την κατά το έτος 1925 πώληση τμήματος αυτής 16.000 τ.μ. στον Α. Θ. επί έκτασης 95.987 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο. Έτσι, στις 11.9.1915, ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Π.
Σ., είχε καταστεί κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο, λόγω κληρονομικής διαδοχής και πώλησης, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τριακονταετή νομή με καλή πίστη, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του. Επομένως, και ο ενάγων είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου, λόγω πώλησης, ενώ, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσης είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθώς περιέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία και ειδικότερα των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.33), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22.4/26-5-1926 περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Α. Α., τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Π. Σ. είχε καταστεί κύριος του ευρύτερου ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο, ασκώντας σ' αυτό τις αναφερόμενες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριάντα και πλέον έτη μέχρι τις 11-9-1915, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του το χρόνο νομής των αναφερομένων δικαιοπαρόχων του, οι οποίοι επίσης νέμονταν την έκταση αυτή με τα ίδια προσόντα από το έτος 1845 και ότι στη νομή της ευρύτερης αυτής έκτασης τον διαδέχθηκαν, μετά το θάνατό του το έτος 1932, οι αναφερόμενοι κληρονόμοι του, οι οποίοι αναμείχθηκαν στην κληρονομία, ασκώντας τις αναφερόμενες ειδικότερα πράξεις νομής στην ίδια ως άνω ευρύτερη έκταση με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, μέρος της οποίας μεταβίβασαν στη συνέχεια, κατά κυριότητα, με το αναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο στην Ε.
Κ.. Ότι η τελευταία προέβη στην κατάτμηση της έκτασης που αγόρασε σε μικρότερα τεμάχια, ένα από τα οποία, που αποτελεί το επίδικο, το οποίο περιγράφεται ως προς τη θέση και την έκτασή του, καθώς και με τον αριθμό ΚΑΕΚ με τον οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία κτηματολογίου, μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω πώλησης στον πατέρα του ενάγοντος, ο οποίος στη συνέχεια το μεταβίβασε κατά κυριότητα με την αναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι ο αναιρεσίβλητος δεν κατέθεσε προτάσεις και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-10-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 498/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ