Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
781/2017 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against lower court for taking into account unproven facts regarding termination damages.

Geschäftsnummer 781/2017
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Single Member Court of Appeal, overturning the lower court's decision on specific claims. The appellant argued that the appellate court erred by considering a termination claim and awarding damages for absenteeism that had not been properly transferred to the second instance. The court ruled that these issues fell under the scope of the appeal and constituted a procedural error for the lower court to address them without proper transfer. Consequently, the appeal was allowed regarding the termination and absenteeism claims, while the appeal was dismissed on other grounds, and the appellant was ordered to pay partial legal costs.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559(8) and 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal if the lower court ruled on matters not transferred to the second instance, constituting a procedural error.

Schlagwörter

KI-generiert
Code of Civil Procedure appeal admissibility procedural error transfer of claims termination damages absenteeism compensation legal costs allocation Beschäftigungsbeihilfen

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 781 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 781/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ά. Θ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φωκά, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/7/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18108/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 292/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/5/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 4/12/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 3 της υπ’ αριθμό 52/2009 Διαιτητικής Απόφασης "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών - τριών που απασχολούνται στην επεξεργασία ξύλου, καθώς και των ναυπηγοξυλουργών όλης της χώρας" (Πράξη κατάθ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφάλισης ....11.2009), στους οποίους περιλαμβάνονται κατά το άρθρο 1 αυτής και οι εργαζόμενοι στις ταπετσαρίες επίπλων (ταπετσέρηδες), η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 27.11.2009 με την υπ’ αριθμό 4727/494/11.3.2010 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β 342/30.3.2010) ορίζεται ότι τεχνίτες θεωρούνται εκείνοι που έχουν τεχνική εξειδίκευση και είναι ικανοί να εκτελέσουν μόνοι μία ή περισσότερες τεχνικές εργασίες των παραπάνω ειδικοτήτων και εφόσον διανύουν τον έκτο χρόνο υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας στη τέχνη ή οι διανύοντες τον πέμπτο χρόνο υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας και έχουν πτυχίο ειδικής σχολής μαθητείας ή άλλης τεχνικής επαγγελματικής σχολής του κλάδου.

Επομένως με βάση τη διάταξη αυτή η κατοχή πτυχίου ειδικής σχολής μαθητείας ή άλλης τεχνικής επαγγελματικής σχολής του αντίστοιχου κλάδου δεν αποτελεί κατά νόμο αναγκαία προϋπόθεση για τη κτήση της ιδιότητας του τεχνίτη από τον απασχολούμενο σε αντίστοιχη εργασία μισθωτό που έχει την προς τούτο αναγκαία εμπειρία, αλλά παρέχει σε αυτόν το πλεονέκτημα να αποκτήσει την ιδιότητα του τεχνίτη και κατά συνέπεια να δικαιούται υψηλοτέρου ημερομισθίου σε σχέση με το ημερομίσθιο του βοηθού τεχνίτη ένα έτος ενωρίτερα σε σύγκριση με τον στερούμενο του ανωτέρω πτυχίου βοηθό τεχνίτη, δηλαδή με την συμπλήρωση του τέταρτου έτους υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας αυτού στην πιο πάνω ειδικότητα αντί της συμπλήρωσης του πέμπτου χρόνου υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας.

Η ως άνω διάκριση των τεχνιτών μεταξύ των κατόχων ή μη του ανωτέρω πτυχίου ειδικής σχολής μαθητείας ή άλλης τεχνικής επαγγελματικής σχολής του κλάδου προβλέφθηκε αρχικά με το άρθρο 2 της με αριθμό 55/1981 ομοίας διαιτητικής απόφασης (Απόφ. Υπ. Εργασίας .../1981 - ΦΕΚ Β 361/1981) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. .../1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 455/1981) και στη συνέχεια με το άρθρο 3 της με αριθμό 18.4.1984 ομοίας συλλογικής σύμβασης εργασίας (Απόφ.

Υπ. Εργασίας ...1984 - ΦΕΚ Β 329/1984). Στις τελευταίες ως άνω διατάξεις ορίσθηκε επίσης ότι βοηθοί τεχνίτες θεωρούνται οι διανύοντες τον 4ο χρόνο υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας σε μία ή περισσότερες από τις πιο πάνω ειδικότητες τεχνιτών. Και είναι αληθές ότι στο άρθρο 5 εδ. α της από 30.7.1990 όμοιας συλλογικής σύμβασης εργασίας (πράξη κατάθεσης Υπουργείου Εργασίας 59/17.9.1990) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 21.9.1990 με την υπ’ αριθμό .../8.11.1990 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 721/16.11.1990), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με διατάξεις των επομένων ομοιοεπαγγελματικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας που δεν τροποποίησαν τη σχετική ρύθμιση και το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο πρόσληψης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου στην επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας επίπλων του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου (3 Απριλίου 2006), κατά τη διατύπωση του ορισμού του τεχνίτη παραλήφθηκε η φράση "ή οι διανύοντες τον πέμπτο χρόνο υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας", με συνέπεια από τη λεκτική της διατύπωση να δημιουργείται η εντύπωση ότι η κατοχή πτυχίου συνιστά απαραίτητη κατά νόμο προϋπόθεση για τη κτήση της ιδιότητας του τεχνίτη, μέχρι τουλάχιστον την έναρξη εφαρμογής της νεώτερης με αριθμό 52/2009 διαιτητικής απόφασης, που προέβη στην κατά τα ανωτέρω διαφοροποίηση.

Ο κατά τα άνω όμως ορισμός του τεχνίτη στην ως άνω διάταξη του άρθρου 5 εδ. α της από 30. 7.1990 σσε οφείλεται σε προφανή παραδρομή των κοινωνικών εταίρων κατά τη διατύπωση του ανωτέρω όρου της πιο πάνω συλλογικής σύμβασης εργασίας, οι οποίοι δεν ήθελαν να αποστούν των προηγουμένων ρυθμίσεων, αφού υπό την αντίθετη εκδοχή τούτο θα είχε ως συνέπεια μισθωτοί που είχαν αποκτήσει την ιδιότητα του τεχνίτη με πολλά χρόνια υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας κατά τους ορισμούς των προγενεστέρων ρυθμίσεων, αλλά δεν ήταν κάτοχοι του ανωτέρω πτυχίου ειδικής σχολής μαθητείας ή άλλης τεχνικής επαγγελματικής σχολής του κλάδου, να καταστούν βοηθοί τεχνίτες με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών τους.

Αυτό προκύπτει εναργώς αφενός μεν από το ότι κατά το εδάφιο β του άρθρου 5 της ανωτέρω από 30.7.1990 συλλογικής σύμβασης εργασίας προβλέπεται ότι βοηθοί τεχνίτες θεωρούνται οι διανύοντες τον 1ο μέχρι και τον 5ο χρόνο υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας σε μία ή περισσότερες τεχνικές εργασίες των ανωτέρω ειδικοτήτων, χωρίς να διαλαμβάνεται ουδεμία πρόβλεψη για τους διανύοντες τον 6ο και εφεξής χρόνο υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας σε ορισμένη ειδικότητα μισθωτούς που δεν είναι κάτοχοι του ανωτέρω πτυχίου, αφετέρου δε από το ότι στο άρθρο 2 της ως άνω σσε, αλλά και στις αντίστοιχες διατάξεις όλων των επακολουθησασών συλλογικών ρυθμίσεων και ειδικότερα στο άρθρο 2 των κατά την ένδικη χρονική περίοδο (από 3 Απριλίου 2006 έως 12 Μαΐου 2011) ισχυσασών α) από 14.4.2005 όμοιας σσε (Πρ.

κατάθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστασίας 44/26.4.2005) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 26.4.2005 με την με αριθμό ...15.7.2005 όμοια Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 1057/2005), β) από 20.6.2006 όμοιας σσε (Πρ. κατάθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστασίας ....7.2006) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 11.7.2006 με την με αριθμό .../28.9.2006 όμοια Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 1510/2006), γ) από 25.6.2007 όμοιας σσε (Πρ.

κατάθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστασίας ....7.2007) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 30.7.2007 με την με αριθμό .../25.10.2007 όμοια Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 2115/2007), δ) από 2.6.2008 όμοιας σσε (Πρ. κατάθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστασίας ....7.2008) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 28.7.2008 με την με αριθμό 78521/3892/14.11.2008 όμοια Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 2424/2008) και ε) της ανωτέρω υπ’ αριθ. 52/2009 διαιτητικής απόφασης (Πρ.

κατάθ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφάλισης ....11.2009) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 27.11.2009 με την υπ’ αριθμό 4727/494/11.3.2010 όμοια Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 342/30.3.2010) προβλέπεται διαφορετικό ημερομίσθιο μόνο για τους διανύοντες τον 1ο, 2ο και 3ο χρόνο βοηθούς τεχνίτες (μικρότερο) και ενιαίο ημερομίσθιο για τους διανύοντες τον 6ο χρόνο τεχνίτες (μεγαλύτερο), χωρίς καμία πρόβλεψη σχετικά με το ύψος του ημερομισθίου για τους διανύοντες τον 6ο χρόνο υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας "βοηθούς τεχνίτες", μη κατόχους σχετικού πτυχίου, γεγονός που σημαίνει ότι η βούληση των κοινωνικών εταίρων που συνήψαν τις πιο πάνω συλλογικές συμβάσεις εργασίας ήταν οι μισθωτοί αυτοί, λόγω της εντωμεταξύ κτηθείσας εμπειρίας των, να θεωρούνται τεχνίτες, όπως άλλωστε τούτο είχε προβλεφθεί με ρητή διάταξη στις αρχικές συμβάσεις των ετών 1981 και 1984 για τους διανύοντες τον 7ο (αντί του 6ου ) χρόνο υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας τους.

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 9 της από 18.4.1984 όμοιας ως άνω συλλογικής σύμβασης εργασίας (με αριθ. ...1984 απόφαση Υπουργού Εργασίας - ΦΕΚ Β 329/1984), η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και στις επόμενες συλλογικές ρυθμίσεις κατά τη σχετική διάταξη αυτών, αφού δεν τροποποιήθηκε με νεώτερη ρύθμιση, ορίσθηκε ότι: "Σαν προϋπηρεσία για την εφαρμογή αυτής της σύμβασης θεωρείται ο χρόνος που απασχολείται ή απασχολήθηκε σε άλλους εργοδότες του κλάδου, που αποδεικνύεται με πιστοποιητικό που προσκομίζουν οι εργαζόμενοι από τους εργοδότες που εργάσθηκαν και σε περίπτωση αδυναμίας να προσκομίσουν πιστοποιητικό, τότε αυτή φαίνεται από το ασφαλιστικό τους βιβλιάριο του ΙΚΑ, εφόσον από αυτό αποδεικνύεται η προϋπηρεσία.

Και σε περίπτωση που εξασκούσε αυτοτελές επάγγελμα, με βεβαίωση του Οικονομικού Εφόρου ή άλλης Αρχής, που θα βεβαιώνει τα χρόνια άσκησης του ίδιου επαγγέλματος". Από τη τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση για τον υπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας του μισθωτού σε άλλους εργοδότες και την με βάση αυτόν διαμόρφωση των νομίμων αποδοχών του είναι η από το μισθωτό γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας του στο νέο εργοδότη με την προσκόμιση του ανωτέρω πιστοποιητικού προϋπηρεσίας ή του ασφαλιστικού βιβλιαρίου στο ΙΚΑ, ή βεβαίωσης από δημόσια αρχή του χρόνου άσκησης αυτοτελούς επαγγέλματος και ο υπολογισμός αυτός αρχίζει από το χρόνο προσκομιδής των εγγράφων αυτών.

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Στη προκειμένη περίπτωση με τη προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα εξής: "Ο εναγόμενος [και ήδη αναιρεσείων] διατηρεί ατομική επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας επίπλων στο .... Για τις ανάγκες της επιχείρησής του προσέλαβε τον ενάγοντα [και ήδη αναιρεσίβλητο] με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως τεχνίτης ταπετσέρης κατεργασίας επίπλων ξύλου επί πενθήμερο, επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, από ώρας 7.30 πμ έως 15.30 μμ.

Τα ειδικότερα καθήκοντα του ενάγοντος συνίσταντο στην επεξεργασία του ξύλου και την τοποθέτηση ταπετσαρίας στα κατασκευαζόμενα έπιπλα, είχε δε την απαιτουμένη προς τούτο εμπειρία, καθώς είχε συμπληρώσει προϋπηρεσία 27 ετών σε άλλες επιχειρήσεις με την ανωτέρω ειδικότητα, την οποία (προϋπηρεσία) και γνωστοποίησε στον εναγόμενο κατά τη πρόσληψή του.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι ο ενάγων εργαζόταν στην επιχείρησή του, ως βοηθός ταπετσέρη, ασχολούμενος με τη προετοιμασία του σαλονιού, πάντοτε υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση του τεχνίτη ταπετσέρη και ότι ο ενάγων δεν του γνωστοποίησε ποτέ την ανωτέρω προϋπηρεσία του, δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Αντίθετα η προϋπηρεσία του ενάγοντος, που προαναφέρθηκε, αποδεικνύεται από την συνεκτίμηση των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων και ιδίως από τα προσκομιζόμενα βιβλιάρια ενσήμων, καθώς και τις έγγραφες καταγγελίες συμβάσεως εργασίας προηγουμένων εργοδοτών του ενάγοντος, από τα οποία προκύπτει ότι ο τελευταίος απασχολήθηκε σε άλλους εργοδότες, με την ειδικότητα του τεχνίτη ταπετσέρη ως εξής :

α) από 1/10/1971 έως 31/12/1972 στη βιοτεχνία σαλονιών "...", β) από τον Μάρτιο του 1973 έως τον Ιούνιο 1974 στην επιχείρηση "...", γ) από 1/8/1974 έως 31/3/1976 στην επιχείρηση "...", δ) από 1/8/1979 έως 28/2/1998 στο ... του Α. Α., ε) από 30/8/1999 έως 1/7/2002 στην επιχείρηση "..." του Δ. Κ. και στ) από 12/2/2003 έως 28/12/2005 στη βιοτεχνία σαλονιών του Μ. Π.. Την ανωτέρω προϋπηρεσία ο ενάγων γνωστοποίησε στον εναγόμενο κατά τη πρόσληψή του, όπως είχε άλλωστε κάθε συμφέρον, αλλά και την ευχέρεια να πράξει, εφόσον κατείχε όλα τα ανωτέρω έγγραφα (βιβλιάρια ενσήμων, έγγραφες καταγγελίες), τα οποία αποδείκνυαν αυτήν.

Άλλωστε και η μάρτυρας ανταποδείξεως, σύζυγος του εναγομένου κατέθεσε ότι "τα ένσημα τα είχε ο λογιστής", γεγονός που καταδεικνύει την κατάθεσή τους από τον ενάγοντα. Η γνωστοποίηση της ανωτέρω προϋπηρεσίας ήταν και ο λόγος που στην από 7-4-2006 αναγγελία πρόσληψης του ενάγοντος δηλώνεται αφενός η ειδικότητα του ως "ταπετσέρης" και όχι "βοηθός ταπετσέρη" και αφετέρου ότι δεν αναλαμβάνει για πρώτη φορά εργασία ως μισθωτός.

Η ειδικότητα "ταπετσέρης" αναγράφεται επίσης και α) στην από 10.1.2011 πρόσκληση των εργαζομένων από τον εναγόμενο για διαβούλευση, β) στην με ημερομηνία πράξεως καταθέσεως από 28.1.2011 ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, με την οποία συμφωνήθηκε η αλλαγή των όρων εργασίας του και γ) στην από 23.6.2011 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του.

Τέλος αυτή την ιδιότητα ανέφερε και ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας ο λογιστής του εναγομένου. Ενόψει των ανωτέρω, οι αντίθετες καταθέσεις της μάρτυρος ανταπόδειξης στο ακροατήριο, καθώς και των μαρτύρων στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, οι οποίες επιβεβαιώνουν τον προαναφερθέντα ισχυρισμό του εναγομένου, δεν κρίνονται πειστικές από το Δικαστήριο.

Η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε ότι ο ενάγων εργάζονταν ως βοηθός ταπετσιέρη, χωρίς προϋπηρεσία, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γιαυτό και ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε (και) κατά το κεφάλαιο αυτό την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο κατά μερική παραδοχή της αγωγής αυτού, ως βάσιμης κατ’ ουσία, και για τη χρονική περίοδο από 3.4.2006 έως 12.5.2011 το χρηματικό ποσό των 17.453,17 ευρώ για διαφορές αποδοχών μεταξύ του προβλεπομένου από τις πιο πάνω σσε και δα "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών - τριών που απασχολούνται στην επεξεργασία ξύλου, καθώς και των ναυπηγοξυλουργών όλης της χώρας" νομίμου βασικού ημερομισθίου του τεχνίτη διανύοντος τον 6ο χρόνο υπηρεσίας, προσηυξημένου με το επίδομα γάμου (για το οποίο δεν υπήρχε αμφισβήτηση) και το επίδομα τριετιών και των καταβαλλομένων στον ενάγοντα μικροτέρων αποδοχών, ύψους 200 ευρώ την εβδομάδα κατά τα έτη 2006 και 2007, 240 ευρώ την εβδομάδα κατά τα έτη 2008, 2009, 2010 και μέχρι 31.3.2011 και 225 ευρώ την εβδομάδα για το υπόλοιπο μέχρι τις 12 Μαΐου 2011 χρόνο, οπότε καταγγέλθηκε η ανωτέρω σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως και το χρηματικό ποσό των 2.509,26 ευρώ για διαφορές στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα του ανωτέρω χρονικού διαστήματος και συνολικά το ποσό των 19.962,43 ευρώ.

Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με την ειδικότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ως τεχνίτη ταπετσέρη, υπό την οποία αυτός προσλήφθηκε και απασχολήθηκε δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην επιχείρηση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης και αναφορικά με τη προϋπηρεσία αυτού σε άλλους εργοδότες, την οποία γνωστοποίησε κατά τη πρόσληψή του με την κατάθεση του βιβλιαρίου ενσήμων (του ΙΚΑ) στον εργοδότη του, διαλαμβάνοντας μάλιστα τους λόγους που οδήγησαν το δικαστήριο στη κρίση του αυτή.

Κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις των ανωτέρω συλλογικών συμβάσεων εργασίας και διαιτητικής απόφασης που αφορούν τις προϋποθέσεις κτήσης της ιδιότητας του τεχνίτη και γνωστοποίησης της προϋπηρεσίας των μισθωτών σε άλλους εργοδότες προς τον νέο εργοδότη, αφού το δικαστήριο της ουσίας διαλαμβάνει παραδοχές ότι ο ενάγων είχε την απαιτουμένη εμπειρία ως ταπετσέρης, καθώς είχε συμπληρώσει κατά τη πρόσληψή του προϋπηρεσία άνω των 27 ετών σε άλλες επιχειρήσεις με την ανωτέρω ειδικότητα (και κατά λογική ακολουθία ήταν ικανός να εκτελέσει μόνος μία ή περισσότερες εργασίες της ειδικότητας του ταπετσέρη), ότι την προϋπηρεσία του αυτή είχε γνωστοποιήσει κατά τη πρόσληψή του στον εναγόμενο και ότι τα έγγραφα που αποδείκνυαν αυτή (βιβλιάριο ενσήμων) τα είχε τότε καταθέσει σε αυτόν.

Δεν ήταν δε κατά τα ήδη προεκτεθέντα αναγκαίο για τη κτήση της ιδιότητας του τεχνίτη ταπετσιέρη η κατοχή από αυτόν πτυχίου ειδικής σχολής μαθητείας ή άλλης τεχνικής επαγγελματικής σχολής του κλάδου, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ο ενάγων, έχοντας αποκτήσει την αναγκαία εμπειρία από προηγούμενη προϋπηρεσία του, είχε ήδη συμπληρώσει πολύ πέραν των πέντε ετών εργασία στην ειδικότητα αυτή.

Επομένως ο δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης καθόλα αυτού τα σκέλη, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι ο ενάγων είχε την ειδικότητα του τεχνίτη ταπετσέρη και με το να υπολογίσει για την εύρεση των νομίμων αποδοχών του και τη προϋπηρεσία αυτού παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις των σσε και της δα, αφού δεν περιέχει παραδοχές περί του εάν αυτός ήταν ικανός να εκτελέσει μόνος μία ή περισσότερες εργασίες ταπετσέρη επίπλων, περί του εάν αυτός ήταν κάτοχος πτυχίου ειδικής σχολής μαθητείας ή άλλης τεχνικής επαγγελματικής σχολής του κλάδου και περί του εάν και πότε ο ενάγων υπέβαλε στον εργοδότη πιστοποιητικά της προϋπηρεσίας του σε άλλους εργοδότες ή το ασφαλιστικό του βιβλιάριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).

Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η εξώδικη ομολογία, δηλαδή η παραδοχή πραγματικού γεγονότος επιβλαβούς για τον διάδικο που ομολογεί, η οποία λαμβάνει χώρα εκτός του Δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται ή όχι εξώδικη ομολογία, (η οποία κατά το άρθρο 352 παρ.2 του ΚΠολΔ εκτιμάται ελεύθερα), από έγγραφο που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο διάδικος που επικαλείται την εξώδικη ομολογία, συνιστά κρίση περί τα πράγματα και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 297/2007, ΑΠ 815/2009, ΑΠ 1465/1997).

Ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη εξώδικης ομολογίας από το δικαστήριο της ουσίας, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με τον σχετικό λόγο αναίρεσης που προβάλλει ο αναιρεσείων, συνάγεται εξώδικη ομολογία (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1456/2009, ΑΠ 297/2009, ΑΠ 2191/2007, ΑΠ 1465/1997, ΑΠ 545/1993).

Στη προκειμένη περίπτωση με το τρίτο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος λάμβανε από τη πρόσληψή του μέχρι τις 31.12.2007 ημερομίσθιο ύψους 40 ευρώ, από 1.1.2008 έως 31.3.2011 ημερομίσθιο ύψους 48 ευρώ και από 1.4.2011 μέχρι τις 12.5.2011 ημερομίσθιο ύψους 45 ευρώ, δεν έλαβε υπόψη της την εξώδικη ομολογία του αναιρεσίβλητου ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας ότι λάμβανε ποσό 200 ευρώ την εβδομάδα καθαρά από τη πρόσληψή του μέχρι τις 31.12.2007, ποσό 240 ευρώ την εβδομάδα καθαρά από 1.1.2008 έως 31.3.2011 και ποσό 225 ευρώ την εβδομάδα καθαρά από 1.4.2011 έως 12.5.2011, η οποία περιέχεται στο με αριθμό ...

Δελτίο Εργατικής Διαφοράς, από την οποία (εξώδικη ομολογία) προκύπτει ότι το ημερομίσθιο αυτού ανερχόταν στα ποσά των 41,38 ευρώ, 49,65 ευρώ και 46,55 ευρώ μικτά κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα. Ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του το ως άνω με αριθμό ...

Δελτίο Εργατικής Διαφοράς, το οποίο μάλιστα ρητώς αναφέρει στο σκεπτικό του (βλ. σελ. 8 της προσβαλλομένης απόφασης) σε σχέση με τις παραδοχές αυτού σχετικά με το ύψος των καταβαλλομένων κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης εβδομαδιαίων αποδοχών του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, για τις οποίες σημειωτέον δεν διέλαβε παραδοχή ότι επρόκειτο περί καθαρών αποδοχών.

Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).

Εξ άλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1529/2001).

Επομένως η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005).

Στη προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28.7.2011 και με αριθ. κατάθεσης .../2011 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος απασχόληση αυτού ως τεχνίτη ταπετσέρη επίπλων ξύλου στην επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας επίπλων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, δυνάμει προφορικώς καταρτισθείσας στις 3 Απριλίου 2006 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 33.333,70 ευρώ για διαφορές μεταξύ των προβλεπομένων από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις νομίμων αποδοχών τεχνίτη ταπετσέρη, έγγαμου με προϋπηρεσία άνω των 27 ετών γνωστοποιηθείσα στον εναγόμενο και των καταβαλλομένων σε αυτόν για το χρονικό διάστημα από 3.4.2006 έως 12.5.2011 αποδοχών, το συνολικό ποσό των 9.653 ευρώ για διαφορές στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα του ιδίου χρονικού διαστήματος, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 12.5.2011 καταγγελίας της ανωτέρω σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης κατά 4.974 ευρώ και επικουρικά λόγω καταχρηστικότητας (άρθρο 281 ΑΚ) αυτής, να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από 12.5.2011 έως 28.7.2011 το ποσό των 3.858,12 ευρώ και επικουρικά, στη περίπτωση που ανωτέρω καταγγελία ήθελε κριθεί έγκυρη, να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει το ως άνω ποσό των 4.974 ευρώ ως διαφορά στην αποζημίωση καταγγελίας και το ποσό των 1129 ευρώ ως διαφορά στην αποζημίωση και το επίδομα αδείας έτους 2011, λόγω λύσης της σύμβασης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 18.108/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία, κατά παραδοχή των αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν οφειλές του τελευταίου προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο από διαφορές στις δεδουλευμένες αποδοχές του, στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, στις αποδοχές και το επίδομα αδείας του έτους 2011 και στην αποζημίωση καταγγελίας αυτού, ο οποίος απασχολήθηκε ως βοηθός ταπετσέρη και χωρίς να γνωστοποιήσει το χρόνο προϋπηρεσίας του.

Επίσης κρίθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν ήταν καταχρηστική και συνακόλουθα άκυρη. Έτσι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της. Κατά της ανωτέρω απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 3.11.2013 και με αριθμό κατάθεσης .../2013 έφεση. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης ο ενάγων και τότε εκκαλών παραπονέθηκε με λόγο έφεσης μόνο για την απόρριψη ως αβασίμων των αξιώσεων αυτού για καταβολή των νομίμων αποδοχών του, επικαλούμενος στο σχετικό λόγο ότι προσλήφθηκε και απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου ως ταπετσέρης και όχι ως βοηθός ταπετσέρη και ότι γνωστοποίησε σε αυτόν την άνω των 27 ετών προϋπηρεσία του ως ταπετσέρη σε άλλους εργοδότες, παραπονούμενος για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είχε κρίνει αντιθέτως (βλ.

σελ. 3 έως 10 του εφετηρίου). Αντιθέτως ο εκκαλών δεν παραπονέθηκε με λόγο έφεσης για την απόρριψη της αγωγής αυτού κατά το κεφάλαιο αναγνώρισης της ακυρότητας της από 12.5.2011 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού και την συνακόλουθη επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας. Η μόνη αναφορά στο δικόγραφο της έφεσης στην κατά τον ενάγοντα και τότε εκκαλούντα άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού έλαβε χώρα διηγηματικά στο επιγραφόμενο από τον εκκαλούντα - ενάγοντα υπό στοιχείο Ι "Σύντομο Ιστορικό της ένδικης διαφοράς", χωρίς, πέραν της μνείας της ακυρότητας αυτής, να διαλαμβάνεται λόγος έφεσης που να περιέχει παράπονο αυτού για την επί του κεφαλαίου αυτού απορριπτική κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το αίτημα της έφεσης να γίνει "εν όλω δεκτή" η αγωγή του, αφού το αίτημα αυτό δεν στηρίζεται και σε λόγο έφεσης που να αναφέρεται στο κεφάλαιο της αναγνώρισης της καταγγελίας ως άκυρης και της αναγκαίως συνεχομένης με αυτήν οφειλής μισθών υπερημερίας. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του τότε εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος, προέβη σε επανάκριση του σχετικού κεφαλαίου και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 12.5.2011 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος, λόγω καταβολής μικρότερης της νομίμου αποζημίωσης κατά 468,55 ευρώ (2.160,55 ευρώ οφειλομένη αποζημίωση μείον 1.692 ευρώ καταβληθείσα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης) και στη συνέχεια επιδίκασε το συνολικό ποσό των 3.858,12 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 12.5.2011 έως 28.7.2011, χωρίς για το κεφάλαιο αυτό να υπάρχει λόγος έφεσης και κατά συνέπεια χωρίς να έχει μεταβιβασθεί το κεφάλαιο αυτό στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων.

Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την αναγνώριση της ακυρότητας της από 12.5.2011 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και την επιδίκαση σε αυτόν αποδοχών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 12.5.2011 έως 28.7.2011, απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά.

Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε να απορριφθεί η 3.10.2013 έφεση κατά το μη μεταβιβασθέν στο Εφετείο κεφάλαιο της από 28.7.2011 αγωγής που αφορά την κατά τα άνω αναγνώριση της ακυρότητας της από 12.5.2011 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και την επιδίκαση σε αυτόν αποδοχών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 12.5.2011 έως 28.7.2011.

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της μερικής ήττας αυτού, στη πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 178 παρ.1 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 292/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που, επιλαμβανόμενο της από 3.11.2013 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος, δέχθηκε ως βάσιμη την από 28.7.2011 αγωγή, ως προς το κεφάλαιο αυτής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 12.5.2011 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και της επιδίκασης σε αυτόν αποδοχών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 12.5.2011 έως 28.7.2011, και απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.

Απορρίπτει την από 3.10.2013 και με αριθμό κατάθ. .../2013 έφεση κατά της με αριθμό 18.108/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος αυτό.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλιάδων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ