Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, upholding lower court's finding of expired claim period.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the social insurance fund against a first-instance judgment regarding a car accident claim. The court held that the statute of limitations had expired two years after the accident, as required by the mandatory insurance law. Consequently, the appeal was rejected because it challenged a final judgment on facts that were not subject to re-evaluation.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 10(1) and 2 of Law 489/1977; Article 559(10) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the expiration of the limitation period is inadmissible if it attacks the factual assessment of the lower court, as the court of first instance has the exclusive power to evaluate evidence and facts.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 750 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 750/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)" και ήδη ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)", ως οιονεί καθολικού διαδόχου, δυνάμει του ν. 4387/2016, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δούκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 14-2-2018 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες από 14-2-2018 προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή του αναιρεσείοντος.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2010 αγωγή του "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2016 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-5-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986), όπως η παράγραφος 2 ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση, "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή" (παρ. 1) και "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής".
Να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του κ.ν. 489/1976 αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 7 ν. 3557/2007 (ΦΕΚ 100/Α/14-5-2007) και η παραγραφή ορίστηκε σε πενταετή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η εν λόγω διετής παραγραφή που έχει ως αφετηρία το γεγονός του ατυχήματος αρχίζει, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 241 ΑΚ, από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος.
Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (ΚΠολΔ 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο. Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας, επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της διετούς αυτής παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς.
Το άρθρο 937 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, γιατί τούτο ισχύει στην αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, η οποία ρυθμίζει ειδικά την αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή που ευθύνεται έναντι του παθόντος, όχι από αδικοπραξία αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 1993/2013).
Η παραπάνω διετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος. Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο μπορεί να συμβεί σε περίπτωση απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωσης της υγείας του παθόντος.
Και στη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς την αναστολή (ΑΚ 255 επ.) και διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ.) (ΑΠ 33/2013, ΑΠ 1368/2010). Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, η νέα διετής παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξέλιξης (ΑΠ 604/2010).
Στην ίδια παραγραφή υπόκειται και η κατά του ασφαλιστή αξίωση του ΙΚΑ, ήδη ΕΦΚΑ, το οποίο υποκαταστάθηκε στην απαίτηση του δικαιούχου της αποζημίωσης - ασφαλισμένου του (ΑΠ 235/2011). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, συνάγεται ότι το ΙΚΑ (ΕΦΚΑ), για τις παροχές σε ασφαλισμένο σ' αυτό παθόντα, έχει απ' ευθείας αξίωση από το νόμο κατά του υπόχρεου προς αποζημίωση, υποκαθιστάμενο, αυτοδίκαια, κατά το ποσό των οφειλόμενων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών, στην αξίωσή του κατά του υπόχρεου, ενώ ο παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από τον τελευταίο και τα κονδύλια που κατέβαλε ή οφείλει σ' αυτόν (παθόντα) το ΙΚΑ (ΕΦΚΑ) από τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης που τους συνδέει, διότι, ως προς αυτά, δεν είναι πλέον δικαιούχος (ΑΠ 676/2017, ΑΠ 235/2011, ΑΠ 666/ 2010), χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της αξίωσης ως προερχόμενης από αδικοπραξία ή από αυτοκινητικό ατύχημα (ΑΠ 666/2010).
Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση μεταβιβάζεται αυτοδίκαια στο ΙΚΑ, κατά το χρόνο γένεσής της - χρόνο επέλευσης της ζημίας (όπως π.χ. τραυματισμό), μόνο στην έκταση που το τελευταίο οφείλει παροχές στον παθόντα και ασφαλισμένο του κατά την ειδική νομοθεσία που διέπει τις μεταξύ τους σχέσεις.
Κατά το χρόνο αυτόν είναι δυνατό ο παθών να γνωρίζει τη ζημία και τον υπόχρεο, δυνατό, όμως, και όχι. Στην πρώτη περίπτωση συμπίπτουν χρονικά η γένεση της αξίωσης, η μεταβίβασή της στο ΙΚΑ και η έναρξη παραγραφής (άρθρ. 937 ΑΚ). Στη δεύτερη περίπτωση, όμως, που υπάρχει διαφορά μεταξύ του χρόνου γένεσης της αξίωσης και μεταβίβασής της στο ΙΚΑ αφενός και του χρόνου έναρξης της παραγραφής αφετέρου, η συνδρομή των στοιχείων του άρθρου 937 ΑΚ θα αναζητηθεί πλέον στο πρόσωπο του ΙΚΑ.
Στην περίπτωση αυτή η πενταετία του άρθρου 937 ΑΚ αρχίζει από τότε που ο αρμόδιος υπάλληλος του ΙΚΑ πληροφορήθηκε τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση. Κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν είναι ακόμη προσδιορισμένο το ακριβές ποσό των παροχών του ΙΚΑ. Τούτο θα εξαρτηθεί από μελλοντικά γεγονότα και ιδίως από την εξέλιξη της υγείας του παθόντος και την έκδοση της οικείας διοικητικής πράξης από το αρμόδιο όργανο του ΙΚΑ.
Η μεταβίβαση, όμως, της αξίωσης αποζημιώσεως στο ΙΚΑ δεν ολοκληρώνεται, όταν θα καταστεί βέβαιο το ακριβές ποσό των παροχών, τις οποίες θα καταβάλει το ΙΚΑ στον παθόντα, καθόσον με τον τρόπο αυτόν απλώς προστατεύεται το ΙΚΑ έναντι του κινδύνου που θα προέκυπτε από τη δυνατότητα του παθόντος να προβεί σε διάθεση της αξίωσης αποζημιώσεως με συμβιβασμό, είσπραξη ή άλλο νόμιμο τρόπο.
Τούτο, όμως, δεν συνεπάγεται ότι πριν από την έκδοση της απόφασης της οικείας επιτροπής του ΙΚΑ που καθορίζει την αναπηρία και το ποσοστό αυτής και πριν από την έκδοση της επακόλουθης πράξης του αρμόδιου οργάνου του ΙΚΑ που προσδιορίζει το ποσό της σύνταξης κ.λπ. που πρέπει να καταβληθεί στον ασφαλισμένο παθόντα δεν έχει γεννηθεί ακόμη η αξίωση του ΙΚΑ κατά του υπόχρεου και ότι η παραγραφή αυτής αρχίζει το πρώτο από τον καθορισμό της σύνταξης κ.λπ.
Η έκδοση της απόφασης αυτής δεν αποτελεί όρο για τη γένεση της αξίωσης του ΙΚΑ, αλλά έχει αξία για τον καθορισμό του τελικού ύψους της μεταβιβαζόμενης στο ΙΚΑ αξίωσης του παθόντος. Αντίθετη άποψη που θα εξαρτούσε τη γένεση της αξίωσης αποζημιώσεως του ΙΚΑ κατά του υπόχρεου τρίτου (και του ασφαλιστή του) από την έκδοση της απόφασης του αρμόδιου οργάνου του ΙΚΑ (για τον καθορισμό της αναπηρίας και του ποσοστού της, καθώς και για τον προσδιορισμό της σύνταξης κ.λπ.), όχι μόνο θα ήταν αντίθετη στο άρθρο 18 του ν. 1654/1986 που καθορίζει το χρόνο μεταβίβασης της αξίωσης αποζημιώσεως του παθόντος, την οποία (μεταβίβαση) συνδέει με τη γένεση της αξίωσης, αλλά και προς το άρθρο 10 παρ. 2 του κ.ν. 489/1976 που ορίζει ότι η παραγραφή της αξίωσης αρχίζει από το ατύχημα.
Επιπλέον η άποψη αυτή θα μετέθετε χρονικά την έναρξη της παραγραφής, συνδέοντάς την με πράξη (έκδοση απόφασης του ΙΚΑ) που όμως εμπίπτει στη σφαίρα επιρροής του ΙΚΑ, με αποτέλεσμα, ουσιαστικά, να επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής σε βάρος του υπόχρεου. Ο τελευταίος, όμως, όταν συντρέχει νόμιμη περίπτωση μεταβίβασης της αξιώσεως του παθόντος στο ΙΚΑ, δεν πρέπει να υφίσταται δυσμενείς συνέπειες από τον καθυστερημένο προσδιορισμό των παροχών (συνήθως σύνταξης) του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο του παθόντα, έστω και αν τότε γίνεται τελικά γνωστό το ποσό που δικαιούται να αξιώσει το ΙΚΑ ως, κατά νόμο, νέος φορέας της αξίωσης αποζημιώσεως (ΑΠ 738/2003).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) ορίστηκε ότι "δεν έχουν επίσης εφαρμογή στα αυτοκίνητα οχήματα, στα τρίτροχα οχήματα και τις μοτοσικλέτες, κατά την έννοια του παρόντος Κώδικα, οι για την κράτηση από την Αστυνομική Αρχή διατάξεις του άρθρου 11 Ν. ΓΠΝ/1911, αν ο οδηγός συμμορφώθηκε με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού και κατέθεσε αποδεικτικό ασφάλισης (βεβαίωση αναγνωρισμένης στην Ελλάδα ασφαλιστικής εταιρείας) του οχήματος ή αποδείξει ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφάλισης, τα οποία αποτελούν δήλωση αναδοχής χρέους για τα ισχύοντα στην Ελλάδα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής κάλυψης, τα οποία προβλέπονται από τα νομίμως εγκεκριμένα τιμολόγια ασφαλίστρων ή προκειμένου για αυτοκίνητα και τρίτροχα οχήματα δημόσιας χρήσης, καταθέσει δήλωση αναδοχής χρέους αλληλoασφαλιστικού συνεταιρισμού ή αλληλοασφαλιστικού ταμείου συνεταιρισμού, που λειτουργεί νόμιμα, στον οποίο το όχημα είναι ασφαλισμένο".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, κατά ρητή νομοθετική επιταγή, η κατάθεση από τον οδηγό ζημιογόνου αυτοκινήτου βεβαίωσης ασφαλίσεως αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρεία ή η απόδειξη από τον οδηγό ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφάλισης αποτελούν, και τα δύο αυτά στοιχεία, κατά πλάσμα του νόμου, πρόταση της ασφαλιστικής εταιρείας που εξέδωσε και το δελτίο αυτό, σύμφωνα προς την οποία, απευθυνόμενη αορίστως προς τους δικαιούχους αποζημίωσης τρίτους σε περίπτωση πραγμάτωσης του ασφαλιστικού κινδύνου, ο (προτείνων) ασφαλιστής προσφέρεται να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των τελευταίων, εφόσον αυτές δεν υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό και δεν είναι κατώτερες από τα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής κάλυψης που ισχύουν και προβλέπονται κάθε φορά από τα νομίμως εγκεκριμένα τιμολόγια ασφαλίστρων και έτσι με την αποδοχή της πρότασης αυτής, η οποία μπορεί να γίνει και με την έγερση της σχετικής από τον ενδιαφερόμενο αγωγής κατά του ασφαλιστή, καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής που ιδρύει, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ, άμεση ευθύνη του αναδεχόμενου απέναντι στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από το ατύχημα μέχρι το πιο πάνω ποσό.
Στην περίπτωση αυτή της σωρευτικής αναδοχής χρέους (συμβατικής), η έκταση της ευθύνης του αναδοχέα ρυθμίζεται κατά τις λοιπές γενικές διατάξεις των άρθρων 472 έως 475 ΑΚ και, επομένως, αυτός, δηλαδή εδώ ο ασφαλιστής, υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση όπως και ο οφειλέτης-ζημιώσας, και, συνακόλουθα, η απαίτηση του ζημιωθέντος προσώπου που στηρίζεται σε αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή κατά τους όρους του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 2016/2013, ΑΠ 1363/ 2010).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ενώ η παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι, κατ' αρχήν, πενταετής και, εφόσον η δικαστική επιδίωξη αυτής της αξίωσης είναι δυνατή, πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει, η παραγραφή αυτή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Ως γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς, ωστόσο, να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (ΑΠ 674/2013, ΑΠ 666/2010). Αφού, λοιπόν, καθοριστικό χρονικό σημείο για τη μεταβίβαση της προαναφερόμενης, από την αδικοπραξία, αξίωσης στο ΙΚΑ είναι εκείνο που γεννήθηκε η σχετική αξίωση στο πρόσωπο του παθόντος ασφαλισμένου του, δηλαδή ο χρόνος του ατυχήματος, από τότε αρχίζει να τρέχει σε βάρος του ΙΚΑ η πενταετής παραγραφή από τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ, εκτός αν πρόκειται για απρόβλεπτες ζημιογόνες συνέπειες που επήλθαν μεταγενέστερα, οπότε, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η μεταβίβαση στο ΙΚΑ της σχετικής αξίωσης επέρχεται όχι από το χρόνο του ατυχήματος, που οι εν λόγω επιζήμιες συνέπειες δεν γεννήθηκαν ακόμα, αλλά από τότε που αυτές έγιναν αντιληπτές και για τον παθόντα ασφαλισμένο του, οι οποίες μέχρι τότε ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, και έλαβε γνώση αυτών (ΑΠ 666/2010).
Επίσης, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδάφ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντίστοιχα εκκρεμοδικία (ΑΠ 1014/2015, ΑΠ 996/2014, ΑΠ 1993/2013, ΑΠ 323/2013).
Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", αν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται, κατ' αρχήν, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημιώσεως για αποθετική ζημία, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.
Και τούτο, διότι και το μέρος αυτό της αξίωσης, αν και δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία, για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στη βραχυχρόνια παραγραφή που ισχύει μέχρι την τελεσιδικία, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ (ΑΠ Ολομ., 24/2003, 38/1996, ΑΠ 1014/2015, ΑΠ 996/2014).
Στην περίπτωση που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη και, συνεπώς, για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ένστασης παραγραφής.
Έτσι, ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεστεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεστεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ένστασής του (ΑΠ 1010/2015, ΑΠ 323/ 2013, ΑΠ 21/2012, ΑΠ 666/2010 - αντίθετες, πάντως, ΑΠ 674/ 2013, ΑΠ 33/2013, ΑΠ 1368/2010).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις (ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή), ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 51/2011, ΑΠ 938/2010). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη 52/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, ήτοι πριν την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρ. 1 του Ν. 4335/2015, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση των λόγων αναίρεσης ζήτημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Με την 503/2009 τελεσίδικη απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε στις 05.08.2009, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, κατά των πρωτόδικων 91/2007 και 92/2007 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η πρώτη των οποίων, ως εκδοθείσα επί αγωγών του και νυν ενάγοντος κατά της και νυν εναγομένης για καταψήφιση αποζημιώσεως από την ίδια αιτία που ανάγεται σε προγενέστερο χρόνο, ενδιαφέρει εν προκειμένω, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι για το τροχαίο ατύχημα, που έλαβε χώρα στις …-08-2003 και περί ώρα 10.20' στην επαρχιακή οδό ..., από το οποίο τραυματίσθηκε βαριά ο ασφαλισμένος στο ενάγον και ήδη εφεσίβλητο Ι.Κ.Α.
Δ. Τ., αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο και νυν πρώτος εναγόμενος και ήδη μη διάδικος Γ. Γ., που οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ΚΑΒ-... I.Χ.Φ. αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη απέναντι στους τρίτους στη δεύτερη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α,Ε.Γ.Α." και επιπροσθέτως ότι συνυπαίτιος του τραυματισμού του, κατά ποσοστό 30%, λόγω της παραλείψεώς του να προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας, ήταν και ο ανωτέρω παθών ασφαλισμένος στο ενάγον και ήδη εφεσίβλητο Ι.Κ.Α., Δ.
Τ.. Ο τελευταίος, από το ατύχημα, υπέστη βαρύτατο κάταγμα Θ12 σπονδύλου με πλήρη θλάση νωτιαίου μυελού και παραπληγία κάτω άκρων. Μεταφέρθηκε αμέσως μετά το ατύχημα στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας και στη συνέχεια, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του, στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο "Παπανικολάου" της Θεσσαλονίκης, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις …-09-2003.
Στη συνέχεια νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο … μέχρι τις 06-10-2003 και ακολούθως μεταφέρθηκε στο κέντρο αποκατάστασης παραπληγικών "Άγιοι Ανάργυροι" στην Αθήνα, πάσχοντας από πλήρη αισθητικοκινητική παραπληγία επιπέδου Θ12 (χειρουργηθείσα με οπίσθια σπονδυλοδεσία), όπου παρακολούθησε πρόγραμμα αποκατάστασης μέχρι τις 19-03- 2004.
Το ως άνω ατύχημα και ο εξ αυτού τραυματισμός του προαναφερόμενου παθόντος αναγγέλθηκε στις αρμόδιες υπηρεσίες του ασφαλίζοντος αυτόν ήδη εφεσιβλήτου - ενάγοντος Ι.Κ.Α. (περιφερειακό κατάστημα Καρδίτσας) στις 15.12.2003 και με απόφαση του διευθυντή αυτού χαρακτηρίστηκε ως εργατικό στις 18.12.2003. Εξαιτίας του σοβαρού τραυματισμού του ο ως άνω παθών κατέστη ανάπηρος, όπως γνωμοδότησε η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Καρδίτσας, η οποία με την 15/20-05-2004 γνωμάτευσή της διαπίστωσε πάθηση με ποσοστό αναπηρίας άνω του 80% για το χρονικό διάστημα εκ του ατυχήματος μέχρι 28.02.2006.
Με βάση τη γνωμάτευση αυτή εκδόθηκαν οι 624/04-06-2004 και 625/04-06-2004 αποφάσεις του Διευθυντή του Περιφερειακού Καταστήματος του ενάγοντος Ι.Κ.Α. Καρδίτσας, με τις οποίες απονεμήθηκε στον ως άνω ασφαλισμένο του σύνταξη βαριάς αναπηρίας από εργατικό ατύχημα, με ποσό ίσο με αυτό της πλήρους σύνταξης και επικουρική σύνταξη βαριάς αναπηρίας, αντιστοίχως, για το χρονικό διάστημα από 25.08.2003 μέχρι 28.02.2006, καθώς επίσης η 626/04-06-2004 απόφαση του ιδίου, με την οποία του χορηγήθηκε και παραπληγικό επίδομα για το χρονικό διάστημα από 24.11.2003 μέχρι 28.02.2006, κατόπιν δε εκδόσεως της 1/06-02-2006 γνωματεύσεως της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Καρδίτσας, που διαπίστωσε και πάλι πάθηση του ανωτέρω εκ του προαναφερόμενου ατυχήματος με ποσοστό αναπηρίας άνω του 80% από 01.03.2006 έως τις 28.02.2009, η καταβολή των ανωτέρω παροχών παρατάθηκε αντιστοίχως με τις 230/27.02.2006, 231/27.02.2006 και 232/27.02. 2006 αποφάσεις του ιδίου ως άνω διευθυντή του ενάγοντος για το παραπάνω χρονικό διάστημα.
Το ενάγον Ι.Κ.Α., επικαλούμενο τα πραγματικά περιστατικά του ως άνω ατυχήματος και την εξ αυτού "ισόβια αναπηρία (ισόβια παραπληγία κάτω άκρων)" και εντεύθεν "ισόβια ανικανότητα προς εργασία" του τραυματισθέντος σ' αυτό ασφαλισμένου του Δ. Τ. και την εκ του νόμου αυτοδίκαιη υποκατάστασή του στα δικαιώματα αυτού, άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, κατά του ήδη μη διαδίκου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, Γ.
Γ. και της ήδη εκκαλούσας, ασφαλίζουσας για τις προς τρίτους ζημίες το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ασφαλιστικής εταιρίας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ", τις -προγενέστερες της ενδίκου- από 21-6-2006 (αριθμ. εκθ. κατ. 206/21.06.2006) και 29-6-2006 (αριθμ. εκθ. κατ. 220/29.06.2006) αγωγές του, με την πρώτη των οποίων ζητούσε ασφαλιστικές παροχές που κατέβαλε και θα κατέβαλε στον ασφαλισμένο της για δαπάνες νοσηλείας, πρόσθετης περίθαλψης, έκτακτης νοσοκομειακής περίθαλψης, ως και για σύνταξη (κύρια και επικουρική), κατά το χρονικό διάστημα από 25-08-2003 μέχρι 28-02-2009 και παραπληγικό επίδομα κατά το χρονικό διάστημα από 24-11-2003 μέχρι και 28-02-2009, συνολικού ποσού 105.779,63 ευρώ και με τη δεύτερη ζητούσε παροχές που κατέβαλε για δαπάνες νοσηλείας και έκτακτης νοσοκομειακής περίθαλψης του ασφαλισμένου του κατά το χρονικό διάστημα από 22.08.2003 έως 18.09.2003, συνολικού ποσού 31.224,03 ευρώ.
Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό η προαναφερόμενη 91/2007 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η αναφερόμενη ανωτέρω 503/2009 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που δημοσιεύθηκε στις 05.08.2009, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον, τότε εναγόμενο και ήδη μη διάδικο, οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, Γ.
Γ. και συνυπαίτιο του τραυματισμού του κατά ποσοστό 30% τον παθόντα, ασφαλισμένο στο ενάγον Ι.Κ.Α. Δ. Τ., και, δεχθείσα τις αγωγές κατά ένα μέρος, υποχρέωσε, σε ολόκληρο, αυτόν (ήδη μη διάδικο Γ. Γ.) και την ήδη εκκαλούσα, ασφαλίζουσα για τις προς τρίτους ζημίες το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ασφαλιστική εταιρία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ", τότε εναγομένους, να του καταβάλουν τα εκεί αναφερόμενα ποσά (63.723,63 και 1.396,96 ευρώ, .αντιστοίχως) για τις ανωτέρω αιτίες.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι δυνάμει των υπ' αριθμ. 1511/18.12.2008, 1512/18.12.2008 και 1513/18.12.2008 αποφάσεων του Διευθυντή του Περιφερειακού Καταστήματος ΙΚΑ - ΕΤΑΜ …, παρατάθηκε η χορήγηση στον ανωτέρω ασφαλισμένο του ενάγοντος παθόντα σύνταξης βαριάς αναπηρίας (κύριας και επικουρικής) και παραπληγικού επιδόματος, εξαιτίας του επιδίκου ατυχήματος, για το χρονικό διάστημα από 01-03-2009 μέχρι 28-02-2014, καθόσον με την 12/24-11-2008 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Καρδίτσας κρίθηκε και πάλι αυτός ανάπηρος εκ του ανωτέρω ατυχήματος με ποσοστό μεγαλύτερο του 80% για το χρονικό αυτό διάστημα.
Ενόψει τούτων το ενάγον άσκησε την ένδικη αγωγή και ζήτησε την επιδίκαση των αντίστοιχων ποσών για το ως άνω χρονικό διάστημα, ως και διαφορών εκ του ανακαθορισμού του ποσού των συντάξεων (κυρίας και επικουρικής) και του παραπληγικού επιδόματος από 01.01.2007 έως 28.02.2009. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εκ του ενδίκου ατυχήματος κατάσταση της υγείας του ασφαλισμένου στο ενάγον παθόντος Δ.
Τ. και η εξ αυτής ανικανότητά του για εργασία και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν προβλεπτή από την αρχή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι, πέρα από τον αρχικό (βασικό και βαρύτατο) τραυματισμό του που αναφέρθηκε ανωτέρω (βαρύτατο κάταγμα Θ12 σπονδύλου με πλήρη θλάση νωτιαίου μυελού και παραπληγία κάτω άκρων - πλήρη αισθητικοκινητική παραπληγία επιπέδου Θ12 - χειρουργηθείσα με οπίσθια σπονδυλοδεσία), υπήρξε και κάποια άλλη περαιτέρω επιπλοκή της υγείας αυτού, που να συνιστά απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης αυτής ώστε να θεμελιώνεται για την ένδικη αξίωσή του νέα παραγραφή με αφετηρία το χρόνο εμφανίσεως των εν λόγω συνεπειών.
Από την αρχή τα βασικά τραύματά του και σωματικές του βλάβες που αναφέρθηκαν κατέστησαν αυτόν πλήρως ανίκανο για κάθε εργασία, λόγο για τον οποίο η αρμόδια πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή Καρδίτσας του ενάγοντος με τις διαδοχικές υπ' αριθμ. 15/20-05-2004, 1/06-02-2006 και 12/24-11-2008 γνωματεύσεις τον έκριναν ανάπηρο για το χρονικό διάστημα από τον τραυματισμό του μέχρι τις 28-02-2014 με το ίδιο κάθε φορά ποσοστό μεγαλύτερο του 80%.
Αυτός ήταν και ο λόγος που με αιτιολογία τα ίδια ακριβώς τραύματα και σωματικές βλάβες του ασφαλισμένου του που από την πρώτη στιγμή διαπιστώθηκαν το ενάγον ζήτησε και του επιδικάσθηκαν, λόγω της υποκαταστάσεώς του στα δικαιώματα αυτού, ασφαλιστικές παροχές που του είχε καταβάλει λόγω της απότοκης του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού σοβαρού τραυματισμού του ανικανότητάς του προς εργασία, για το προγενέστερο χρονικό διάστημα από 25.08.2003 έως 28.02.2009.
Τα ίδια ακριβώς τραύματα και σωματικές βλάβες αυτού επικαλείται το ενάγον και με την ένδικη αγωγή για να θεμελιώσει όμοιες ασφαλιστικές παροχές για το επόμενο χρονικό διάστημα από 01.03.2009 έως 28.02.2014, πέραν βέβαια και των αιτούμενων διαφορών λόγω του ανακαθορισμού των σχετικών ποσών συντάξεως και παραπληγικού επιδόματος που ανάγονται στο ίδιο ανωτέρω προγενέστερο χρονικό διάστημα.
Επομένως, όλες οι αιτίες της ζημίας (φύση, είδος και έκταση τραυμάτων) ήταν από την αρχή γνωστές. Το ίδιο το ενάγον Ι.Κ.Α. στην ένδικη αγωγή του ισχυρίζεται ότι "συνεπεία της επιδίκου συγκρούσεως και της ισόβιας αναπηρίας του ασφαλισμένου του (ισόβια παραπληγία κάτω άκρων)... κρίθηκε ισόβια ανίκανος προς εργασία λόγω παραπληγίας κάτω άκρων με ποσοστό αναπηρίας 80% και καθηλωμένος διά βίου στο αναπηρικό αμαξίδιο...", ενώ καμία συγκεκριμένη (μεταγενέστερη) επιπλοκή της υγείας του δεν επικαλείται και ούτε αποδεικνύεται τέτοια με κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό.
Η έκδοση των προμνημονευθεισών μεταγενέστερων αποφάσεων (1511/18.12. 2008, 1512/18.12.2008 και 1513/18.12.2008) του Διευθυντή του Περιφερειακού Καταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ …, με τις οποίες παρατάθηκε η χορήγηση στον ανωτέρω ασφαλισμένο του ενάγοντος παθόντα σύνταξης βαριάς αναπηρίας και παραπληγικού επιδόματος εξαιτίας του επιδίκου ατυχήματος για τον ένδικο χρόνο, δεν αποτελεί όρο για τη γένεση το πρώτον της αξιώσεως του Ι.Κ.Α., αλλά έχουν αξία για τον καθορισμό του τελικού ύψους της μεταβιβαζόμενης στο Ι.Κ.Α.
αξιώσεως του παθόντος. Αντίθετη άποψη που θα εξαρτούσε τη γένεση της αξιώσεως αποζημιώσεως του Ι.Κ.Α. κατά του υποχρέου από την έκδοση της αποφάσεως του αρμόδιου οργάνου του Ι.Κ.Α. θα ήταν αντίθετη στο άρθρο 18 του ν. 1654/1986 που συνδέει τη μεταβίβαση της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος με τη γένεση της αξιώσεως αλλά και θα μετέθετε χρονικά την έναρξη της παραγραφής, συνδέοντας αυτή με πράξη (έκδοση πράξεως του αρμόδιου οργάνου του Ι.Κ.Α) που εμπίπτει στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του δανειστή, με αποτέλεσμα, ουσιαστικά, να επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής σε βάρος του υποχρέου...
Εφόσον, επομένως, η ένδικη ζημία του παθόντος ήταν προβλέψιμη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ήδη από την αρχή, γεννήθηκε υπέρ αυτού αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ήδη αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή το ατύχημα και ο τραυματισμός του.
Επομένως, οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος γεννήθηκαν το χρόνο του ατυχήματος (22.08.2003) και η προθεσμία της διετούς παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντος Ι.Κ.Α. έναντι της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του άρθρου 10 § 2 του π.δ. 237/1986 που κωδικοποίησε το ν. 489/1976, άρχισε από την επομένη ημέρα της επελεύσεως του γεγονότος αυτού (23.08.2003) και συμπληρώθηκε στις 23.08. 2005, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος του άρθρου 7 § 2 του ν. 3557/2007 (14.05.2007), που αντικατέστησε το ως άνω άρθρο 10 § 2 του π.δ. 237/1986 (ν. 489/1976), με το οποίο προβλέπεται πλέον πενταετής παραγραφή των αξιώσεων αυτών (του παθόντος ή του υποκατασταθέντος στην απαίτηση αυτού Ι.Κ.Α.
κατά του ασφαλιστή) και, επομένως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη και το άρθρο 18 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, δεν καταλαμβάνονται από το νόμο αυτό. Όμως, κι αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι η νέα πενταετής παραγραφή του ανωτέρω άρθρου 7 § 2 του ν. 3557/ 2007, καταλαμβάνει και την ένδικη περίπτωση, αυτή συμπληρώνεται στις 23.08.2008, αφού αρχίζει την επομένη του ατυχήματος (23.08.2003) και συνεχίζεται μέχρι τη συμπλήρωση της πενταετίας από την αρχική έναρξη, κατά τα προεκτεθέντα επίσης στη νομική σκέψη.
Η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 29.03.2010 (και συγκεκριμένα το νωρίτερο κατά την ημερομηνία αυτή της κατάθεσής της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού δεν προσκομίζεται αποδεικτικό επιδόσεως αυτής, η οποία -επίδοση- δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται ή να επακολουθεί της ανωτέρω ημερομηνίας κατάθεσής της).
Επομένως, η επίδικη αξίωση έχει υποπέσει στην ως άνω διετή παραγραφή του άρθρου 10 § 2 του π.δ. 237/1986 (ν. 489/1976) και, σε κάθε περίπτωση, και στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 7 § 2 του ν. 3557/2007. Επίσης, έχει υποπέσει και στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 477 ΑΚ, εν σχέσει με την επικουρική αγωγική βάση της σωρευτικής αναδοχής χρέους (που, σε κάθε περίπτωση, ερευνάται εν προκειμένω λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως...), ενόψει του ότι το ενάγον Ι.Κ.Α., ως νέος φορέας της ενδίκου αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος ασφαλισμένου του..., έλαβε γνώση της ζημίας του τελευταίου και δη των επιζήμιων συνεπειών της πράξης και του προς αποζημίωση υποχρέου (των οποίων σημειωτέον ότι ο ίδιος ο παθών έλαβε γνώση κατά το χρόνο επέλευσης της ζημίας, ήτοι εκείνον του ατυχήματος) τουλάχιστον στις 15.12.2003, οπότε έγινε, κατά τα ανωτέρω, η αναγγελία του ατυχήματος σ' αυτό (Ι.Κ.Α.), σε κάθε δε περίπτωση στις 20.05.2004, οπότε η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Καρδίτσας αυτού με την 15/20-05-2004 γνωμάτευσή της διαπίστωσε πάθηση με ποσοστό αναπηρίας άνω του 80% και έκτοτε έως το χρόνο άσκησης της ενδίκου αγωγής (στις 29.03.2010) παρήλθε πενταετία (αφού αυτή είχε συμπληρωθεί στις 15.12.2008 και, σε κάθε περίπτωση, στις 20.05.2009).
Το γεγονός δε ότι ο παθών και ο υπεισερχόμενος στα δικαιώματα αυτού ασφαλιστικός του φορέας Ι.Κ.Α. δεν μπορεί ακόμη τότε να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής... Η ανωτέρω δε παραγραφή: 1) δεν διεκόπη με την άσκηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας των προαναφερόμενων προγενέστερων αγωγών (από 21-6-2006...
και 29-6-2006...), ενόψει του ότι με αυτές κατά τα ανωτέρω ζητήθηκε αποζημίωση για μέρος μόνο της σχετικής αξιώσεως, για το οποίο και μόνο διεκόπη η παραγραφή, όχι δε και για τις ένδικες αξιώσεις που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο, έστω και αν, ως προς τις τελευταίες, το ενάγον είχε διατυπώσει στις προγενέστερες αγωγές επιφύλαξη για τη δικαστική επιδίωξή τους, αφού, σύμφωνα με τα προπαρατιθέμενα στη νομική σκέψη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ.
α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία... και 2) δεν επιμηκύνθηκε σε εικοσαετία κατ' άρθρο 268 εδ. α' ΑΚ, λόγω της τελεσιδικίας της εκδοθείσης επί των ανωτέρω αγωγών αποφάσεως (503/05.08.2009 του Εφετείου Λάρισας), ενόψει του ότι η τελεσιδικία αυτής προέκυψε στις 05.08.2009, με τη δημοσίευση της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, όταν ήδη η ένδικη αξίωση είχε υποκύψει στην ανωτέρω βραχυχρόνια (διετή και πενταετή κατά τα ανωτέρω) παραγραφή, ενώ, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, η νέα αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει, αναγκαίως, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή...].
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι επίδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος έχουν υποπέσει στη διετή και, σε κάθε περίπτωση, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 κ.ν. 489/1976 (ως προς την κύρια βάση της αγωγής), αλλά και στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 εδάφ. α' ΑΚ (ως προς την επικουρική βάση της), κατά παραδοχή, ως βάσιμης, της σχετικής ένστασης της αναιρεσίβλητης, και, στη συνέχεια, δέχθηκε, ως κατ' ουσίαν, βάσιμη την από 14-11-2012 έφεση της τελευταίας κατά της πρωτόδικης 79/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε ως προς τους διαδίκους αυτούς και, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση ως προς τους ίδιους διαδίκους, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένδικη, από 29-3-2010 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 121/29-3-2010, αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της αναιρεσίβλητης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το επίμαχο ουσιώδες ζήτημα της ένστασης παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσείοντος και, συγκεκριμένα, του χρόνου έναρξης της παραγραφής αυτής, το οποίο τέθηκε ενώπιόν του με τους λόγους έφεσης της αναιρεσίβλητης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης και, άρα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, μετά τις ανέλεγκτες παραδοχές ότι δεν υπήρξε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του παθόντος - ασφαλισμένου στο αναιρεσείον Δ. Τ. και ότι οι επίδικες ζημίες αποτελούσαν όλες προβλεπτές από την αρχή ζημίες, ήτοι το μέγεθος των σωματικών βλαβών του παθόντος και η αναμενόμενη εξέλιξή τους ήταν αμέσως μετά το ατύχημα προβλεπτές, προσδιορίζει επακριβώς το σημείο έναρξης της παραγραφής, αφού, αναφορικά μεν με την κύρια βάση της αγωγής, διαλαμβάνει ότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις γεννήθηκαν κατά το χρόνο του ατυχήματος, αναφορικά δε με την επικουρική βάση της, τοποθετεί το σημείο γνώσης της ζημιών και, ειδικά, των επιζήμιων συνεπειών τους τουλάχιστον στις 15-12-2003, όταν έγινε η αναγγελία του ατυχήματος στο αναιρεσείον και, σε κάθε περίπτωση, στις 20-5-2004, όταν η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Καρδίτσας του αναιρεσείοντος, με τη 15/20-5-2004 γνωμάτευσή της, διαπίστωσε πάθηση του ασφαλισμένου -παθόντος με ποσοστό αναπηρίας άνω του 80%.
Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο, με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ο χρόνος έναρξης παραγραφής των επίδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος συναρτήθηκε, εσφαλμένα, με τους παραπάνω χρόνους (χρόνο του ατυχήματος αφενός και 15-12-2003, αλλιώς, 20-5-2004 αφετέρου) και όχι από τότε που έγιναν αντιληπτές για τον παθόντα ασφαλισμένο αλλά και το ίδιο το αναιρεσείον οι (μεταγενέστερες, κατά την άποψή του) επιζήμιες συνέπειες, δηλαδή από τις 18-12-2008, όταν εκδόθηκαν οι 1511, 1512 και 1513, από 18-2-2008, αποφάσεις του Διευθυντή του Περιφερειακού Καταστήματος Καρδίτσας του αναιρεσείοντος, που αναφέρουν για ύπαρξη ποσοστού αναπηρίας του παθόντος - ασφαλισμένου ανώτερου του 80%, κατά το έτος του επανελέγχου του και για δυσμενή εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του, των οποίων η έκδοση, (όπως έχει αναπτυχθεί στη μείζονα σκέψη), δεν αποτελεί όρο για τη γένεση των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος, αλλά έχουν αξία για τον καθορισμό του τελικού ύψους των αξιώσεων του παθόντος που μεταβιβάζονται στο τελευταίο.
Επισημαίνεται μάλιστα ότι το ίδιο ποσοστό αναπηρίας είχε διαπιστωθεί και με τις γνωματεύσεις της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Καρδίτσας του αναιρεσείοντος και τις προηγούμενες αποφάσεις του Διευθυντή του ίδιου πιο πάνω καταστήματος που παρατίθενται στην πληττόμενη απόφαση.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν προβαίνει σε εκτιμήσεις σχετικά με την αξιοπιστία κάποιου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 233/ 2011).
Η τελευταία αυτή κρίση είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1491/2009). Για να είναι όμως ορισμένος και, άρα, παραδεκτός λόγος αναίρεσης που προβάλλεται με βάση τη διάταξη αυτή, πρέπει να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο και να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ποία αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποίο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασής του (ΑΠ 1491/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ' άρθρ. 15 ν. 2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 677/2015).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σ' αυτόν, στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμο, τον σχετικό ισχυρισμό (ένσταση) της αναιρεσίβλητης για το ότι οι επίδικες ζημίες του παθόντος - ασφαλισμένου στο αναιρεσείον ήταν από την αρχή προβλεπτές, μολονότι η υπόχρεη, για την απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού, αναιρεσίβλητη δεν τον απέδειξε.
Ο παρών λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, σύμφωνα με όσα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη αναφέρονται, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται ποία αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας και σε ποίο επακριβώς αποδεικτικό μέσο. Αλλά και με την εκδοχή ότι ο λόγος αυτός επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, καθόσον, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο παραπάνω άρθρο (559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ), πλήττεται η, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση, σύμφωνα με όσα επίσης στην ανωτέρω νομική σκέψη αναφέρονται.
Εν πάση, όμως, περιπτώσει, ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, είναι και αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και, συγκεκριμένα, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση και που μνημονεύονται σ' αυτή (βλ.
ιδίως 5ο φύλλο - 1η όψη της απόφασης), με τη σημείωση ότι οι διάδικοι δεν πρότειναν προς εξέταση μάρτυρες και, επομένως, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Εξάλλου, αφού υπάρχει παραδοχή του Εφετείου για το ότι αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της ένστασης παραγραφής της αναιρεσίβλητης, επειδή, προφανώς, θεωρήθηκαν επαρκείς οι αποδείξεις που προσκομίστηκαν (και από αυτήν), δεν στοιχειοθετείται ούτε ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο "αναίρεση επιτρέπεται...
αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης", ήτοι, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης με το άρθρ. 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001, του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, τον οποίο (λόγο), να επισημανθεί, νομιμοποιείται να προτείνει μόνο ο διάδικος, του οποίου ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε για έλλειψη αποδείξεων ή ανεπάρκειά τους, αν και δεν ήταν υπόχρεος για την προσκόμισή τους (σχετ.
ΑΠ 233/2011, ΑΠ 164/2009).
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ. Θ' ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Μαΐου 2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 9/24-5-2016 αίτηση του "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" και ήδη "ΕΦΚΑ" για αναίρεση της 52/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ