Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
743/2024 KI-generiert

Supreme Court partially allows appeal, upholds demolition order, and orders compensation between corporate parties.

Geschäftsnummer 743/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court partially allowed the appeals filed by two companies against lower court decisions regarding a municipal dispute. The court upheld the demolition order for an underground car station while rejecting the appellants' arguments that the lower court erred in its findings. Consequently, the companies were ordered to pay each other legal costs and damages based on their respective partial victories across the three levels of jurisdiction.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 176, 178, 183, 191 para 2 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may partially allow appeals, uphold specific lower court rulings, and order the mutual offset of litigation costs between parties based on their partial success and failure in the proceedings.

Schlagwörter

KI-generiert
partial appeal allowance litigation cost offset demolition order enforcement mutual compensation three levels of jurisdiction corporate civil dispute partial victory assessment

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 176, 178, 183, 191 para 2 of the Code of Civil Procedure

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 743 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 743/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των καλουσών - εκκαλουσών - αντεφεσιβλήτων: 1) εταιρίας με την επωνυμία "Ξ. Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρίας με την επωνυμία "Φ. Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 15-9-2023 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του ...Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του καθού η κλήση - εφεσιβλήτου - αντεκαλούντος: Δήμου ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσαντίνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-1985 προσφυγή του ήδη καθού η κλήση που κατατέθηκε στο Εφετείο ..., επί της οποίας εκδόθηκε η 7935/1986 μη οριστική του Εφετείου ..., η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... και την από 20-1-1987 ανταγωγή της ήδη δεύτερης καλούσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2721/1987 μη οριστική και 217/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., 6784/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., κατόπιν ασκήσεως της από 25-2-2004 ανακοπής ερημοδικίας, 8370/2007 και 8374/2007 του Εφετείου .... Κατά της 8374/2007 απόφασης του Εφετείου ... ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1617/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου ... και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν και κατά της 8370/2007 απόφασης του Εφετείου ... ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1568/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου ... και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2025/2017 απόφαση του Εφετείου ..., την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 22-5-2017 αίτησή τους και τους από 27-5-2017 και 21-3-2018 πρόσθετους αυτής λόγους, ενώ με το από 8-10-2018 υπόμνημα και τα δύο από 11-10-2018 συμπληρωματικά υπομνήματά τους ενώπιον του Αρείου Πάγου ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 289/2020 του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 2015/2017 απόφαση του Εφετείου ... και διακράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα οριζόταν με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων και 1818/2022 του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-4-2007 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3472/2007 έφεσης των καλουσών εταιριών καθώς και της αντέφεσης του καθ' ου η κλήση. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 17-11-2022 κλήση των καλουσών.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 17-11-2022 κλήση των αναιρεσειουσών και μετά την έκδοση α) της υπ' αρ. 289/2020 παραπεμπτικής απόφασης του Αρείου Πάγου και β) της υπ' αρ. 1818/2022 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης και της αντέφεσης κατά της υπ' αρ. 217/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., φέρονται προς περαιτέρω κατ' ουσίαν συζήτηση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, α) η υπ' αρ.

κατάθ. 3472/2007 έφεση των αναιρεσειουσών κατά της υπ' αρ. 6784/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που απέρριψε την από 25/2/2004 ανακοπή ερημοδικίας τους κατά της ερήμην αυτών εκδοθείσας υπ' αρ. 217/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... και β) η υπ' αρ. κατάθ. 3207/2004 έφεση των αναιρεσειουσών και η υπ' αρ. καταθ. .../2007 αντέφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της ίδιας ως άνω 217/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ....

Η πιο πάνω κλήση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής της υπόθεσης, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Ο καθ' ου η κλήση - αναιρεσίβλητος Δήμος άσκησε κατά των καλουσών -αναιρεσειουσών ενώπιον του Εφετείου ... την από 10/7/1985 προσφυγή του, έχουσα χαρακτήρα αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 7935/1986 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ..., με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση λόγω αρμοδιότητας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ....

Το τελευταίο αυτό δικαστήριο, αρχικά με την υπ' αρ. 2721/1987 απόφασή του συνεκδίκασε την ανωτέρω αγωγή με την ασκηθείσα ενώπιόν του από 20/1/1987 ανταγωγή της δεύτερης αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου και αφού ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, υποχρέωσε τους διαδίκους να αποδείξουν με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες τα αναφερόμενα στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, τελικά, με την υπ' αρ. 217/2004 οριστική απόφασή του, που εκδόθηκε ερήμην των αναιρεσειουσών, έκανε εν μέρει δεκτές και την αγωγή και την ανταγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής (217/2004) οι αναιρεσείουσες άσκησαν τόσο την από 25/2/2004 με αριθ. έκθ. κατάθ. .../2004 ανακοπή ερημοδικίας, όσο και την επίσης από 25/2/2004 με αριθ. έκθ. κατάθ. 3207/2004 έφεση, ενώ και ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 28/6/2007 με αριθ. έκθ. κατάθ. .../2007 αντέφεσή του. Επί της ανακοπής ερημοδικίας των αναιρεσειουσών εκδόθηκαν διαδοχικά η υπ' αρ. 6784/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που την απέρριψε, η υπ' αρ. 8370/2007 απόφαση του Εφετείου ..., που απέρριψε την υπ' αρ.

κατ. 3472/2007 έφεση των αναιρεσειουσών κατά της ανωτέρω απορριπτικής αποφάσεως και η υπ' αρ. 1568/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για νέα συζήτηση αυτής. Επί της εφέσεως των αναιρεσειουσών και της αντεφέσεως του αναιρεσιβλήτου Δήμου κατά της υπ' αρ. 217/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., εκδόθηκαν αρχικά η υπ' αρ. 8374/2007 απόφαση του Εφετείου ..., η οποία απέρριψε την αντέφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την έφεση των αναιρεσειουσών, εξαφάνισε κατά ένα μέρος την εκκαλουμένη υπ' αρ. 217/2014 απόφαση και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως προς τα αιτήματα αποδόσεως του επιδίκου σταθμού και καταβολής αποζημίωσης και, στη συνέχεια, η υπ' αρ. 1617/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο αυτό δικαστήριο.

Ακολούθως με τρεις κλήσεις του αναιρεσιβλήτου Δήμου επαναφέρθηκαν για συζήτηση αντίστοιχα οι δύο ανωτέρω εφέσεις των αναιρεσειουσών και η αντέφεση του ιδίου και εκδόθηκε η υπ' αρ. 2025/2017 απόφαση του Εφετείου ..., το οποίο (συνεκδικάζοντας τις εφέσεις και την αντέφεση) απέρριψε την υπ' αρ. κατ. 3472/2007 έφεση των αναιρεσειουσών κατά της υπ' αρ. 6784/2006 απόφασης, που είχε απορρίψει την ανακοπή ερημοδικίας αυτών και αφού έκανε δεκτές την έφεση και την αντέφεση κατά της υπ' αρ. 217/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...

και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και απέρριψε την ανταγωγή, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης ένστασης συμψηφισμού του αντεναγομένου Δήμου. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αναίρεση και δύο δικόγραφα προσθέτων λόγων αναίρεσης οι αναιρεσείουσες, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 289/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκανε δεκτό τον τρίτο λόγο αναίρεσης, που αφορούσε στην απόρριψη της έφεσης των αναιρεσειουσών κατά της υπ' αρ. 6784/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...

που είχε απορρίψει την ανακοπή ερημοδικίας τους και αφού έκρινε ότι παρέλκει η έρευνα και των λόγων αναίρεσης, που αφορούν στα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την έφεση και την αντέφεση κατά της υπ' αρ. 217/2004 απόφασης, αναίρεσε στο σύνολό της την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας ότι "από την ευδοκίμηση ή μη της από 12.4.2007 έφεσης, με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθ.6784/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που απέρριψε την από 25.2.2004 ανακοπή ερημοδικίας, εξαρτάται κατά δικονομική αναγκαιότητα και η έρευνα της από 25.2.2004 έφεσης και από 28.6.2007 αντέφεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η υπ' αριθ. 217/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την από 10.7.1985 αγωγή και την από 20.1.1987 ανταγωγή, δεδομένου ότι, εάν γίνει δεκτή η ανακοπή ερημοδικίας, εξαφανίζεται η υπ' αριθ. 217/2004 απόφαση και ερευνάται εξ αρχής η αγωγή (άρθρο 509 ...Πολ.Δ) και άρα η από 25.2.2004 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών και η από 28.6.2007 αντέφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου θα καταστούν εκ των υστέρων απαράδεκτες, διότι θα στρέφονται κατά ανύπαρκτης απόφασης", ακολούθως δε, επειδή επρόκειτο για δεύτερη αναίρεση της υπόθεσης, τόσον κατά το σκέλος της ανακοπής ερημοδικίας όσο και κατά το σκέλος της έφεσης και της αντέφεσης κατά της υπ' αρ. 217/2004 απόφασης, διακράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο ορισθησόμενη με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, ενώ απέρριψε και το αίτημα των αναιρεσειουσών για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Επομένως, με την προαναφερόμενη από 17-11-2022 κλήση των αναιρεσειουσών, νομίμως εισάγεται σε νέα ουσιαστική συζήτηση η υπόθεση. Οι ανωτέρω δύο εφέσεις και η αντέφεση πρέπει να συνεκδικασθούν γιατί είναι συναφείς, υπάγονται στην ίδια, τακτική, διαδικασία και διευκολύνεται με τη συνεκδίκαση η διεξαγωγή της δίκης (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αφού από την παραδοχή ή μη της έφεσης κατά της υπ' αρ. 6784/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας των αναιρεσειουσών και από την εντεύθεν εξαφάνιση ή μη της υπ' αρ. 217/2004 ερήμην αυτών εκδοθείσας απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, εξαρτάται το παραδεκτό ή μη της έφεσης και της αντέφεσης κατά της τελευταίας αυτής απόφασης.

Περαιτέρω η υπ' αρ. κατ. 3472/2007 έφεση αυτή των αναιρεσειουσών κατά της ανωτέρω υπ' αρ. 6784/2006 απόφασης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και συνεπώς πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 2145/1993 και ίσχυε (από 28-5-1993) κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Αν η ανακοπή ερημοδικίας ασκήθηκε εμπροθέσμως και συμφώνως προς τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 503 παρ.1 και 505 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εάν πιθανολογείται ότι είναι βάσιμος ο λόγος που προτάθηκε, τότε το Δικαστήριο εξαφανίζει την ερήμην απόφαση που ανακόπηκε, διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου και προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση που υπήρχε, πριν την απόφαση που εξαφανίστηκε.

Άλλως, εάν η ανακοπή δεν ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ή εάν δεν πιθανολογείται η βασιμότητα του λόγου της, το Δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο509 ΚΠολΔ) (ΑΠ 559/2020). Για τη βασιμότητα των λόγων της ανακοπής ερημοδικίας αποφαίνεται το δικαστήριο κατά πιθανολόγηση, σύμφωνα με το άρθρο 509 ΚΠολΔ ΑΠ 415/2005).

Ως ανώτερη βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 294/2023, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 289/2020). Ειδικότερα, ως ανώτερη βία στο πεδίο του δικονομικού δικαίου νοείται κάθε τυχαίο και ανυπαίτιο γεγονός παρακωλυτικό της εμφανίσεως του διαδίκου στο ακροατήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υποθέσεώς του, το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί από αυτόν ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 289/2020).

Τέτοια γεγονότα μπορεί να είναι, πλην άλλων, και η, χωρίς οιαδήποτε προειδοποίηση, αλλαγή την τελευταία στιγμή της αίθουσας του δικαστηρίου, που ορίστηκε για τη συζήτηση της υπόθεσης, και στην οποία (αίθουσα) κλήθηκε ο διάδικος να παραστεί και να ασκήσει τα δικαιώματά του, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επί πλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας.

Αν, όμως, έχει έγκαιρα, επισημανθεί η αλλαγή με σχετική ανακοίνωση, η ανώτερη βία αποκλείεται (ΑΠ 289/2020, ΑΠ 1568/2013). Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες:

Η δικονομική ανώτερη βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κύρωσης που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανώτερη βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη. Επομένως, στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανώτερη βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξιδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, με αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη, η δε έννοια της ανώτερης βίας του άρθρου 501 ...Πολ.Δ είναι έννοια νομική εκ του ουσιαστικού δικαίου, αφού ανήκει σε εκείνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, που ρυθμίζουν την άσκηση και τη διασφάλιση του κατοχυρωμένου - από το άρθρο 20 του Συντάγματος- δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 289/2020).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που δόθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση υπ' αρ. 6784/2006 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού και από τα έγγραφα, που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την ανωτέρω υπ' αρ.

κατ. 3472/2007 έφεση των καλουσών-αναιρεσειουσών: Με την από 5/12/2002 κλήση του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... ο αναιρεσίβλητος - εφεσίβλητος Δήμος ζήτησε να ορισθεί νέα ημέρα και ώρα συζήτησης (μετά τη ματαίωσή της κατά τη δικάσιμο της 5-12-2002) της ένδικης από 10-7-1985 αγωγής του κατά των αναιρεσειουσών - εκκαλουσών και της ένδικης από 20-1-1987 ανταγωγής της δεύτερης αναιρεσείουσας- δεύτερης εκκαλούσας κατά του ιδίου, μετά την περάτωση των αποδείξεων επ' αυτών, που διατάχθηκαν με την υπ' αρ. 2721/1987 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ....

Η κλήση κατατέθηκε με αριθμό έκθ. κατάθ. .../9-12-2002 και ορίστηκε ημερομηνία συζήτησής της στις 27/3/2003 ημέρα Πέμπτη και ώρα 9.00 π.μ. στο Κτίριο …, Αίθουσα … του δικαστηρίου με αριθμό πινακίου .... Η κλήση αυτή επιδόθηκε νόμιμα στις αναιρεσείουσες-εκκαλούσες εταιρείες στις 11/12/2002 και συντάχθηκαν οι υπ' αρ. ... και .../2002 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ...

Π. .... Κατά την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης και στις 8.50 π.μ., δηλαδή 10 λεπτά της ώρας πριν την ορισθείσα ώρα συζήτησης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εκκαλουσών μετέβησαν στην αναφερόμενη στην επιδοθείσα κλήση αίθουσα … του κτιρίου … του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., μαζί με φάκελο, που περιείχε τις προτάσεις τους και τα σχετικά έγγραφα, που επρόκειτο να καταθέσουν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όπου διαπίστωσαν ότι η υπόθεση δεν ήταν γραμμένη στο ...

πινάκιο, που πράγματι δικαζόταν στην αίθουσα αυτή. Αμέσως τρέχοντας μετέβησαν στη γραμματεία του δικαστηρίου, που βρισκόταν στο κτίριο … και πληροφορήθηκαν ότι η υπόθεσή τους θα εκδικαζόταν στο κτίριο … αίθουσα … στο ... πινάκιο με αριθμό …. Αμέσως προσέτρεξαν στην αίθουσα αυτή και διαπίστωσαν ότι η υπόθεση είχε μόλις συζητηθεί ερήμην τους και δικαζόταν η υπόθεση με αριθμό πινακίου ….

Στον χώρο της αίθουσας βρίσκονταν και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του εφεσιβλήτου Δήμου, οι οποίοι είχαν πληροφορηθεί την αλλαγή της αίθουσας συνεδρίασης γιατί προσήλθαν σε προηγούμενη ημέρα για να καταθέσουν δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αυτοί, αν και βρίσκονταν στην αίθουσα του δικαστηρίου, δεν είχαν ανακαλέσει τη δήλωσή τους ώστε να παρασταθούν με φυσική παρουσία τους, αλλά είχαν επιλέξει να εκπροσωπήσουν τον Δήμο με τη δήλωση αυτή.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εκκαλουσών, ενόψει του ότι η υπόθεση είχε μόλις συζητηθεί, ζήτησαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του εφεσιβλήτου Δήμου να απευθυνθούν από κοινού στο δικαστήριο, ώστε η υπόθεση να εκδικασθεί κατ' αντιμωλία των διαδίκων, αλλά αυτοί αρνήθηκαν και αποχώρησαν, στη συνέχεια δε, όπως προαναφέρθηκε, εκδόθηκε ερήμην των εκκαλουσών η προσβαλλόμενη με την ανακοπή ερημοδικίας υπ' αρ. 217/2004 απόφαση.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η μεταβολή του κτιρίου και της αίθουσας συζήτησης της υπόθεσης δεν προβλεπόταν ως δυνατότητα στον Κανονισμό Λειτουργίας του Πρωτοδικείου ..., ούτε αποτελούσε κοινή πρακτική γνωστή στους δικηγόρους, αφού τέτοια πρακτική υπήρχε και ήταν γνωστή μόνο για τις υποθέσεις που είχαν προσδιορισθεί στα καταργηθέντα πινάκια ..., ...

και ... με ώρα συνεδρίασης στις 7.00 μ.μ. μετά την κατάργηση των απογευματινών αυτών συνεδριάσεων και όχι για τις υποθέσεις που είχαν προσδιορισθεί εξ αρχής για τις 9.00 π.μ. Επίσης για την αλλαγή αυτή δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε ανακοίνωση του Πρωτοδικείου ..., είναι δε χαρακτηριστικό ότι η μάρτυρας του Δήμου Σ.

Μ., η οποία ήταν εκ των πληρεξουσίων δικηγόρων, που τον είχαν εκπροσωπήσει κατά την ανωτέρω επίδικη δικάσιμο, καταθέτει ότι, όταν απευθύνθηκε στη Διοίκηση του Πρωτοδικείου ... και ζήτησε την εγκύκλιο με βάση την οποία γίνονταν οι αλλαγές, έλαβε την απάντηση ότι αυτά "είναι εσωτερικά έγγραφα και δεν μπορούν να της τα δώσουν".

Αποδεικνύεται επομένως ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εκκαλουσών δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου και δεν συμμετείχαν στην εκδίκαση της υπόθεσης από το τυχαίο και ανυπαίτιο γι' αυτούς γεγονός της αλλαγής του κτιρίου και της αίθουσας εκδίκασης της υπόθεσης σε σχέση με αυτήν που είχαν κληθεί και στην οποία πήγαν έγκαιρα, η οποία αλλαγή έγινε αιφνιδιαστικά χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να λάβουν γνώση αυτής, με αποτέλεσμα λόγω του εξαιρετικού και απρόβλεπτου αυτού γεγονότος, το οποίο δεν μπορούσε να αποτραπεί από αυτούς ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως και επομένως συνιστά ανωτέρα βία, να δικασθούν ερήμην οι εκκαλούσες εταιρείες, που εκπροσωπούσαν.

Κατά συνέπεια, ο σχετικός δεύτερος λόγος της ανακοπής ερημοδικίας είναι βάσιμος και, ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας και έτσι απέρριψε τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής ερημοδικίας, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί.

Κατόπιν αυτού, κατά παραδοχή ως βασίμων του δεύτερου και του τρίτου λόγου της εφέσεως (παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων) πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση των εναγομένων και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη υπ' αρ. 6784/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση για ουσιαστική έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η εμπροθέσμως και νομοτύπως ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας, κατά παραδοχή ως βασίμου του δεύτερου λόγου αυτής (παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου αυτής), να εξαφανισθεί η ανακοπτόμενη υπ' αρ. 217/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...

και, αφού διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου ερημοδικίας στις ανακόπτουσες, να προχωρήσει το δικαστήριο της εξέταση της ουσίας της διαφοράς, απορριπτομένων των στρεφόμενων κατά της (ήδη εξαφανισθείσας) υπ' αρ. 217/2004 απόφασης υπ' αρ. κατ. 3207/2004 έφεσης των εναγομένων εταιρειών και υπ' αρ. κατ. .../2007 αντέφεσης του Δήμου, αφού μετά την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με αυτές απόφασης, κατά παραδοχή της ανακοπής ερημοδικίας, αυτές κατέστησαν άνευ αντικειμένου και συνεπώς είναι απαράδεκτες.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο που συμφωνήθηκε και ο αντισυμβαλλόμενος του, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 1287/2018).

Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της συμβάσεως, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ την συμφωνημένη αμοιβή του (ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 346/2010).

Η αμοιβή, που συνιστά ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης μίσθωσης έργου, μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση αυτής εφάπαξ (κατ` αποκοπήν), κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, με ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη (ΑΠ 690/2023, ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 682/2010). Κατά το άρθρο 700 του ΑΚ "ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση.

Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται όμως απ` αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν γίνει καταγγελία από τον εργοδότη της συμβάσεως μισθώσεως έργου πριν από την περάτωση του έργου, οφείλεται στον εργολάβο ολόκληρη η συμφωνημένη αμοιβή, δηλαδή εκείνη που θα παρεχόταν σ` αυτόν, αν δεν μεσολαβούσε η καταγγελία και περατωνόταν το έργο, εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι περιορισμού της αμοιβής από τους αναφερόμενους στην εν λόγω διάταξη ειδικούς λόγους έκπτωσης, που μπορούν να προβληθούν κατ` ένσταση από τον εργοδότη.

Η καταγγελία είναι μονομερής δικαιοπραξία που απορρέει από διαπλαστικό δικαίωμα και επιτρέπεται να γίνει μέχρι την περάτωση του έργου, δεν έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη ορισμένου λόγου, ούτε για το κύρος της απαιτείται σχετική υπαιτιότητα του εργολάβου ή προσφορά της συμφωνημένης αμοιβής του. Μετά την καταγγελία η σύμβαση εργολαβίας, θεωρείται ότι έχει λυθεί για το μέλλον, διατηρεί όμως αυτή την ισχύ της μέχρι την καταγγελία και συνεπώς ο εργοδότης διασώζει τα δικαιώματά του από τα άρθρα 688-691 ΑΚ αν το τμήμα του έργου που κατασκευάσθηκε μέχρι την καταγγελία έχει τέτοιες ελλείψεις, ώστε να καθίσταται αδύνατη η χρησιμοποίησή του για τη συνέχιση της κατασκευής του από άλλον εργολάβο.

Η επερχόμενη με την καταγγελία του εργοδότη λύση της συμβάσεως μισθώσεως έργου δημιουργεί αυτομάτως αμοιβαίες υποχρεώσεις, για τον μεν εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι περιορισμού αυτής με τους προτεινόμενους κατ` ένσταση του ειδικούς λόγους έκπτωσης από το άρθρο 700 εδ.

β`ΑΚ, για το δε εργολάβο να παραδώσει το εκτελεσθέν από αυτόν τμήμα του έργου στον εργοδότη, ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του, η μη εκπλήρωση της οποίας δικαιολογεί την άρνηση πληρωμής της αμοιβής του από τον εργοδότη, κατ` εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 374-378 ΑΚ (ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 1051/2020, ΑΠ 962/2020, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 1617/2009).

Ειδικός λόγος ασκήσεως από τον εργοδότη της αγωγής περί νομής κατά του εργολάβου μπορεί να ανακύψει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 982, 987 και 989 του ΑΚ, μόνο αν ο εργολάβος, προκειμένου περί ακινήτου, εκδήλωσε μεταστροφή της βούλησής του να κατέχει ως αντιπρόσωπος του εργοδότη (δυνάμει της μεταξύ αυτών συμβατικής σχέσης) το ακίνητο επί του οποίου εκτελείται το έργο, αντιποιούμενος έτσι δικό του δικαίωμα νομής και περιήλθε το γεγονός αυτό σε γνώση του αντιπροσωπευόμενου εργοδότη (ΑΠ 1617/2009).

Περαιτέρω, με το ΒΔ 468/1968 "Περί εκτελέσεως δημοτικών και κοινοτικών έργων και προμηθειών", το οποίο καταργήθηκε μεν με το άρθρο 72 παρ. 1 του Π.Δ. 28/1980, αλλά κατά το άρθρο 71 παρ. 1 και 2 του εν λόγω Π.Δ. οι διατάξεις αυτού συνεχίζουν να εφαρμόζονται για τα έργα που δημοπρατήθηκαν προ της ενάρξεως της ισχύος του Π.Δ.

και μέχρι την πλήρη εκκαθάριση των εξ αυτών σχέσεων, ρυθμίστηκε το πλαίσιο εκτέλεσης των δημοτικών και κοινοτικών έργων και ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: Ότι, κατά κανόνα, η εκτέλεση των έργων αυτών ενεργείται "επί τη βάσει συμβάσεως, κατόπιν τακτικού διαγωνισμού" (άρθρο 3 παρ. 1), ότι ο διαγωνισμός διενεργείται "δι' ενσφραγίστων προσφορών, κατόπιν διακηρύξεως, εκδιδομένης υπό του δημάρχου ή προέδρου κοινότητας, βάσει όρων καθοριζομένων υπό του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και εγκρινομένων υπό του νομάρχου", ότι, προκειμένου να γίνει αξιοποίηση δημοτικών ή κοινοτικών ακινήτων, "μπορεί να διενεργηθεί διαγωνισμός με αντιπαροχή, οι όροι του οποίου εγκρίνονται από το Υπουργείο Εσωτερικών" " (άρθρο 6 παρ. 1 και 2 εδ.

α') και ότι "απαγορεύεται η υπό του αναδόχου εκχώρησις εις τρίτον του αντικειμένου της συμβάσεως άνευ εγκρίσεως του νομάρχου, παρεχομένης μετά σύμφωνον γνώμην του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Δι' έργα άνω των 2.000.000 δραχμών αξίας απαιτείται έγκρισις του Υπουργού Εσωτερικών. Εν πάση περιπτώσει ο ανάδοχος παραμένει προσωπικώς υπεύθυνος απέναντι του εργοδότου δήμου ή κοινότητος των εργατών και τρίτων.

Εάν ο ανάδοχος εκχωρήση μέρος ή το όλον του έργου άνευ της κατά τα ως άνω εγκρίσεως, κηρύσσεται έκπτωτος δι' αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, εγκρινομένης δι' αποφάσεως του νομάρχου" (άρθρο 11 παρ. 1 και 2). Και επίσης, ότι η συνιστώμενη κατά το άρθρο 31 του ως άνω Β.Δ. Επιτροπή Παραλαβής Έργων, υποχρεούται κατά το άρθρο 32 εντός δύο μηνών από τη σύστασή της να ελέγξει την επιμέτρηση του περαιωθέντος έργου παρουσία του αναδόχου ή του πληρεξουσίου του και να παραλάβει το έργο ως σύνολο συντάσσοντας "εις τετραπλούν" Πρωτόκολλο Προσωρινής Παραλαβής του, που υπογράφεται από τα μέλη της Επιτροπής Παραλαβής, τον επιβλέποντα το έργο και τον ανάδοχο ή τον πληρεξούσιό του, αν δε ο τελευταίος δεν παρασταθεί, αν και κλήθηκε, ή αν αρνείται να υπογράψει το Πρωτόκολλο, αυτό του κοινοποιείται εντός 10 ημερών από την υπογραφή, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο άρθρο αυτό.

Εξάλλου, στο άρθρο 15 του ν. 1491/13-11-1984 ορίζονται τα εξής: "1. Συμβάσεις ανάμεσα στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. και ιδιώτη, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αναφερόμενες στην εκτέλεση ή στην εκμετάλλευση οποιουδήποτε έργου επάνω σε κοινόχρηστο χώρο ή στο υπέδαφός τους, που καταρτίστηκαν ως τη δημοσίευση τους Ν. 1337/1983 (ΦΕΚ 33), επιτρέπεται να καταγγελθούν από το Δημόσιο, το Ν.Π.Δ.Δ.

ή τον Ο.Τ.Α. μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. 2. Η καταγγελία γίνεται με μονομερή δήλωση του αρμόδιου κατά περίπτωση υπουργού, αν πρόκειται για το Δημόσιο, ή του διοικητικού συμβουλίου του Ν.Π.Δ.Δ. ή του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Η δήλωση κοινοποιείται με απόδειξη στον ιδιώτη, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή στο νόμιμο διάδοχό του.

Όταν η διαμονή, η κατοικία ή η έδρα, στα νομικά πρόσωπα, είναι άγνωστη εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του ...Πολ.Δ. 3. Η καταγγελία μπορεί να αφορά το σύνολο ή μέρος της σύμβασης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, αν είναι αναγκαίο για τη συνέχιση της εφαρμογής του υπόλοιπου μέρους της σύμβασης που δεν καταγγέλλεται να συμπληρωθούν ή να τροποποιηθούν οι όροι της σύμβασης, η δήλωση μπορεί να συνοδεύεται και από τη γνωστοποίηση των νέων όρων.

Αν η καταγγελία αναφέρεται σε μέρος μόνο της σύμβασης, ο ιδιώτης δικαιούται να καταγγείλει στον αντισυμβαλλόμενο και το υπόλοιπο τμήμα της, με δήλωση του που γνωστοποιείται επί αποδείξει μέσα σε αναπτρεπτική προθεσμία τριάντα ημερών από την κοινοποίηση σ` αυτόν της καταγγελίας. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, θεωρείται ότι ο ιδιώτης αποδέχεται τη διατήρηση σε ισχύ του τμήματός της που δεν καταγγέλθηκε, καθώς και τους τυχόν νέους συμπληρωματικούς ή τροποποιητικούς όρους. 4.

Η ολική ή μερική λύση της σύμβασης επέρχεται από την κατά την προηγούμενη παράγραφο κοινοποίηση της καταγγελίας, από την οποία παύουν αντίστοιχα για τον εφεξής χρόνο οι συνέπειές της. Αν καταγγελθεί από τον ιδιώτη εμπρόθεσμα το υπόλοιπο μέρος της σύμβασης, η λύση γι` αυτό επέρχεται από τη γνωστοποίηση της καταγγελίας του στο αντισυμβαλλόμενο μέρος. 5.

Ο ιδιώτης μπορεί να αξιώσει από το αντισυμβαλλόμενο μέρος, που κάνει χρήση του παρεχόμενου από το άρθρο αυτό δικαιώματος, αποζημίωσης μόνο για τη θετική ζημία που υφίσταται από την ολική ή μερική λύση της σύμβασης. Η σχετική αξίωση παραγράφεται αν παρέλθει διετία από τη λύση της σύμβασης". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι παρέχεται η δυνατότητα στο αρμόδιο, κατά νόμο, διοικητικό όργανο, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση του νόμου, να καταγγείλει τη σύμβαση, που αφορά σε εκμετάλλευση έργου σε κοινόχρηστο χώρο ή στο υπέδαφός του, χάριν του δημοσίου συμφέροντος που, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση της διατάξεως και τις προπαρασκευαστικές συζητήσεις στη Βουλή κατά την ψήφισή της, συνίσταται στην καλύτερη λειτουργική εξυπηρέτηση της πόλης στο σύνολο της, σύμφωνα με τις σύγχρονες αναπτυξιακές συνθήκες (ΑΠ 1617/2009).

Η καταρχήν συνταγματική κατοχύρωση της οικονομικής ελευθερίας, με το άρθρο 5 παρ. 1 και παρ. 3 του Συντάγματος, δεν συνεπάγεται την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων που προσβάλλουν δικαιώματα τα οποία αποκτήθηκαν με σύμβαση. Διότι η αρχή της οικονομικής ελευθερίας επιδέχεται, γενικότερα, περιορισμούς χάριν του δημοσίου συμφέροντος, όπως προκύπτει από την επιφύλαξη που διατυπώνουν οι ίδιες συνταγματικές διατάξεις.

Ούτε η λύση των συμβάσεων με μονομερή διοικητική πράξη παραβιάζει την καθιερούμενη στο Σύνταγμα αρχή της διακρίσεως των εξουσιών και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 2 του Συντάγματος, σύμφωνα προς την οποία η επίλυση των ιδιωτικών διαφορών ανήκει στα πολιτικά δικαστήρια, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ.

α', κατά την οποία, κανένας δεν μπορεί να στερηθεί χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που ορίζεται από το νόμο. Και τούτο διότι το διοικητικό αυτό μέτρο δεν αφορά σε επίλυση διαφοράς, που προκύπτει μεταξύ των συμβληθέντων και ανάγεται στην ερμηνεία ή την εφαρμογή όρων της συμβάσεως, αλλά με το μέτρο αυτό ο νομοθέτης υπήγαγε στη σφαίρα της κρατικής επεμβάσεως, για το δημόσιο συμφέρον, ορισμένη συμβατική σχέση που έχει συναφθεί με το δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, και παρέσχε στη διοίκηση την εξουσία να καταγγέλει για λόγους δημοσίου συμφέροντος και παρά τη βούληση του αντισυμβληθέντος, με μονομερή διοικητική πράξη και ειδική διοικητική διαδικασία, τη σύμβαση, η δε σχετική διοικητική πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 95 του Συντάγματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά στο ένδικο μέσο της αιτήσεως ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΑΠ 1617/2009, ΣΤΕ 276/1986).

Συνεπώς και η κατά το ανωτέρω άρθρο καταγγελία δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Περαιτέρω, η διάταξη αυτή εναρμονίζεται μεν με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, αφού και στην περίπτωση αυτή, με μονομερή δήλωση του εργοδότη λύεται για το μέλλον η σύμβαση έργου, αλλά περαιτέρω διαφέρει από την διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ ως προς τα δικαιώματα του αναδόχου-εργολάβου, μετά την καταγγελία και την λύση της σύμβασης, αφού αυτός δεν δικαιούται, μετά την καταγγελία, την συμφωνημένη με την σύμβαση έργου αμοιβή του, από την οποία αφαιρούνται κατ' ένσταση του εργοδότη, η δαπάνη που εξοικονόμησε ο εργολάβος από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε αυτός από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί, όπως προβλέπει το άρθρο 700 ΑΚ, αλλά μόνο τη θετική ζημία, που υφίσταται από την λύση της σύμβασης, κατά την παρ. 5 του ανωτέρω άρθρου 15 Ν. 1491/1984, η οποία ως ειδικότερη διάταξη εφαρμόζεται, όταν γίνει καταγγελία σύμβασης δημοσίου έργου, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, θετική δε ζημία, κατά το άρθρο 298 εδ.

α'ΑΚ, συνιστά η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος δανειστή, είτε με την μείωση του ενεργητικού της είτε με την αύξηση του παθητικού της και συνεπώς δεν αποτελεί τέτοια θετική ζημία η αξία του εκτελεσθέντος έργου, με βάση την σύμβαση δημοσίου έργου, που καταγγέλθηκε. Εξάλλου, εύλογη αιτία που δύναται να δικαιολογήσει κατά τις περιστάσεις την καθυστέρηση εκπλήρωσης της οφειλής είναι και η έγκυρη και βάσιμη άσκηση εκ μέρους του οφειλέτη, του από το άρθρο 325 ΑΚ προβλεπομένου δικαιώματος επίσχεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου αυτού, εάν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής ωσότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί ειδική εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής της καλής συναλλακτικής πίστης, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ο οφειλέτης αντιτάσσει βασίμως κατά του δανειστή ότι αρνείται να εκπληρώσει την οφειλόμενη προς αυτόν παροχή του, μέχρις ότου και ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει έναντι αυτού, οπότε ο τελευταίος δεν καθίσταται υπερήμερος (ΑΠ 1011/2023, ΑΠ 1431/2022), η προβολή δε του ισχυρισμού αυτού μπορεί να γίνει είτε εξωδίκως, είτε στο δικαστήριο με την προβολή σχετικής αναβλητικής ένστασης.

Συνάφεια αξίωσης και ανταξίωσης υπάρχει όταν οι δύο απαιτήσεις προέρχονται από την ίδια έννομη σχέση ή εξ αφορμής αυτής (ΑΠ ΑΠ 1011/2023, ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 1374/2012, ΑΠ 1377/2012, ΑΠ 1561/2003). Όταν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα επισχέσεως, εφόσον τούτο δεν αποκλείεται είτε από το νόμο είτε από τη βούληση των μερών είτε από τη φύση και το περιεχόμενο της σχέσεως ή της συγκεκριμένης απαιτήσεως σε συνδυασμό με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1561/2003).

Συναφής με την οφειλή αξίωση είναι και κάθε αξίωση του υπόχρεου να αποδώσει ένα πράγμα, η οποία, σύμφωνα με τους κανόνες της συναλλακτικής καλής πίστης, έχει συνάφεια ή σχέση με το πράγμα που πρέπει να παραδώσει, οπότε η επίσχεση παρέχει στον κατέχοντα το πράγμα το δικαίωμα να διατηρήσει προσωρινώς την κατοχή, μέχρι να εκπληρώσει ο αντισυμβαλλόμενός του την παροχή του και συνεπώς το δικαίωμα επισχέσεως μπορεί να προταθεί από τον εργολάβο κατά του εργοδότη και στη σύμβαση έργου, αν ο εργοδότης δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι του εργολάβου, που απορρέουν από τη σύμβαση ή το νόμο (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 884/2004, ΑΠ 720/1988).

Συνεπώς, σε περίπτωση καταγγελίας σύμβασης έργου κατά το ανωτέρω άρθρο 15 Ν. 1491/1984 από το Δημόσιο, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, ο εργολάβος από τον οποίο ζητείται, μετά την καταγγελία της σύμβασης έργου και τη λύση της, η απόδοση του έργου, νομίμως προβάλλει, είτε εξωδίκως είτε ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου, ένσταση επίσχεσης του έργου, μέχρις ότου το καταγγέλλον τη σύμβαση ανωτέρω νομικό πρόσωπο του καταβάλει τη θετική ζημία του κατά την παρ. 5 του ανωτέρω άρθρου, δεδομένου ότι η απαίτησή του αυτή είναι συναφής προς την υποχρέωσή του να αποδώσει το έργο, γιατί προέρχονται από την ίδια σύμβαση, αφού σημειωθεί α) ότι επιτρέπεται η προβολή της ένστασης αυτής και κατά των ανωτέρω νομικών προσώπων, εφ' όσον αφορά όχι τη δημόσια, αλλά την ιδιωτική περιουσία τους, που περιλαμβάνει περιουσιακά στοιχεία, που έμμεσα μόνο με την αξία ή τις προσόδους τους παρέχουν σε αυτά οικονομικά μέσα για την αντιμετώπιση των αναγκών τους και της λειτουργίας τους και τα οποία συνεπώς μπορούν να κατασχεθούν από τους δανειστές του (ΟλΑΠ 17/2002) και συνεπώς ως κατασχετά πράγματα, επιτρέπεται γι' αυτά η προβολή, τόσο ένστασης συμψηφισμού κατά το άρθρο 451 Α...., όσο και ένστασης επίσχεσης κατά το άρθρο 327 Α....

και β) ότι η διάταξη του άρθρου 8 Ν. 2097/1952, σύμφωνα με την οποία κατά του Δημοσίου δεν συγχωρείται εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, που επιδικάζουν χρηματικές οφειλές ή δικαστική δαπάνη, η οποία έχει εφαρμογή κατά το Ν.Δ. 31/1968 και για τους ΟΤΑ, θεωρείται καταργημένη, γιατί βρίσκεται σε αντίθεση με τις αρχές του κράτους δικαίου και της παροχής πλήρους, έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που θεμελιώνονται στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 94 παρ. 4, 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής καθώς και των άρθρων 2 παρ. 3 και 14 παρ. 1 του διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΟλΑΠ 21/2001, ΑΠ 1200/2018).

Τέλος, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση προσώπου, που αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο ή υλικό αγαθό και ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο. `Εννομο συμφέρον υπάρχει όταν από τη συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα, από την οποία απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο (ΑΠ 692/2023, ΑΠ 1815/2022).

Συνεπώς αίτημα αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής μπορεί να αποτελέσει και η αναγνώριση της μη νομιμότητας ασκηθείσας εξωδίκως ένστασης επίσχεσης, εφόσον με την προβολή της ένστασης αυτής απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος.

Για την κατάφαση της "παρανομίας", δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1776/2023, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017).

Η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, δεν συνιστά αδικοπραξία, οι δε έννομες συνέπειες της παράβασης ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της σύμβασης κλπ) (ΑΠ 1776/2023, ΑΠ 560/2022).

Η υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτή μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 1776/2023, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 845/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 εδ. α` του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β` της ίδιας διάταξης, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.

Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας(ΑΠ 169/2024, ΑΠ 1372/2022). Υποχρέωση απόδοσης της ωφελείας, από εκείνον που έγινε πλουσιότερος από την περιουσία ή με ζημία άλλου, αναγνωρίζεται όχι μόνον στις ενδεικτικώς αναφερόμενες σε αυτό περιπτώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή της αχρεώστητης παροχής και της παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη, αλλά σε κάθε περίπτωση κατά την οποία από την παροχή του δότη γίνεται πλουσιότερος ο λήπτης χωρίς νόμιμη αιτία (ΑΠ 169/2024, ΑΠ 1833/2023, ΑΠ 311/2023).

Εξάλλου, αφού στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη, συνάγεται ότι, αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 169/2024, ΑΠ 1966/2022).

Η διοίκηση αλλότριων ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρ. 730-740 ΑΚ ως ενοχή εξωδικαιοπρακτική, που παράγεται αμέσως από το νόμο μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υπόθεσης και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση, χωρίς να έχει δικαίωμα ή σχετική υποχρέωση.

Οι διατάξεις αυτές διακρίνουν μεταξύ γνήσιας και μη γνήσιας διοίκησης αλλότριων, ενώ και η γνήσια διοίκηση αλλότριων διακρίνεται περαιτέρω σε θεμιτή και αθέμιτη, η δε μη γνήσια σε αυτή που διεξάγεται εν γνώσει του διοικητή ότι αφορά ξένη υπόθεση και σε αυτή που γίνεται εν αγνοία του, οπότε πρόκειται για ιδιοτελή κατά πλάνη διοίκηση αλλότριων(ΑΠ 562/2021, ΑΠ 670/2020, ΑΠ 2049/2013, ΑΠ 1604/2013).

Η έννοια της γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων δίδεται από τις διατάξεις του άρθρου 730 ΑΚ, κατά τις οποίες όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να τη διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέλησή του, δεν λαμβάνεται δε υπόψη αντίθετη θέληση του τελευταίου για τη διοίκηση της υπόθεσής του, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη.

Εφόσον ο διοικητής ανέλαβε τη διοίκηση της ξένης υπόθεσης και την διεξάγει ως ξένη, προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του κυρίου, πρόκειται για γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής έχει κατά το άρθρο 736 ΑΚ το δικαίωμα να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως, άλλως πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως, διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής δικαιούται, κατά το άρθρο 737 ΑΚ, να ζητήσει μόνο την απόδοση των δαπανών του, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Αντίθετα, πρόκειται για μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, όταν ο διοικητής διοικεί την ξένη υπόθεση σαν δική του, δηλαδή αποβλέποντας στο δικό του συμφέρον και όχι στο συμφέρον του κυρίου, οπότε, αν μεν αγνοεί, ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και τη διεξάγει νομίζοντας πως είναι δική του, τότε, κατά το άρθρο 740 ΑΚ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων, αλλά αυτές για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή τις αδικοπραξίες, εφόσον ειδικότερα η πλάνη του διοικητή οφείλεται σε αμέλειά του και η διοίκηση της ξένης υπόθεσης συνιστά παράνομη πράξη, όπως κατά κανόνα συμβαίνει.

Αν όμως ο διοικητής γνωρίζει, ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και παρόλα αυτά τη διοικεί σαν δική του, τότε κατά το άρθρο 739 ΑΚ και με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία έχει και πάλι τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλοτρίων, ενώ δαπάνες έχει δικαίωμα να απαιτήσει μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 841/2022, ΑΠ 562/2021, ΑΠ 670/2020).

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, πραγματική βούληση υπάρχει, όταν ο κύριος της υπόθεσης έχει εκφραστεί περί της ανάγκης της ενεργείας των πράξεων, ενώ εικαζόμενη βούληση είναι, όχι εκείνη την οποία μπορεί να εικάσει ο διοικητής, αλλά η βούληση που μπορεί να θεωρηθεί σε παρόμοιες περιστάσεις, αντικειμενικά ερευνώμενες, ως τέτοια του κυρίου της υπόθεσης, άλλως πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως διοίκηση αλλότριων.

Αν ο διοικητής αλλοτρίων ενεργεί παρά την αντίθετη, ρητώς εκφρασθείσα βούληση του κυρίου, η ενέργεια του αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται προς την εικαζόμενη θέληση του κυρίου για τη διοίκηση της υπόθεσης, έστω και αν η επιχειρούμενη πράξη γίνεται προς το συμφέρον του τελευταίου. Το συμφέρον του κυρίου νοείται αντικειμενικώς, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η υποκειμενική παράσταση του διοικητή, αλλά η κρίση του μέσου συνετού ανθρώπου σε μία τέτοια περίπτωση.

Λαμβάνεται δε υπόψη όταν δεν μπορεί να διακριβωθεί η πραγματική ή η εικαζόμενη θέληση του. Κατ` αρχήν, δηλαδή, το συμφέρον αυτό είναι επικουρικό σε σχέση με την εν λόγω θέληση του κυρίου. Το γεγονός ότι, με τη διαχείριση της ξένης υπόθεσης, εξυπηρετείται συγχρόνως, έμμεσα ή εν μέρει, και του διοικητή το συμφέρον, έστω και αν τούτο προέχει, δεν εμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων για τη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων (ΑΠ 841/2022, ΑΠ 562/2021).

Ειδικότερα στην περίπτωση της μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, στην οποία ο διοικητής, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση την διοικεί ως δική του, ανεξάρτητα από την αδικοπρακτική ευθύνη του διοικητή, ο νόμος, με σκοπό την πληρέστερη κατοχύρωση των δικαιωμάτων του κυρίου της υποθέσεως, ορίζει ως εφαρμοστέες και στη μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων τις διατάξεις που ρυθμίζουν την ευθύνη του διοικητή στη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, παραπέμποντας έτσι με το άρθρο 739 ΑΚ μεταξύ άλλων και στη διάταξη του άρθρου 734 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο διοικητής αλλοτρίων έχει απέναντι στον κύριο υποχρέωση να λογοδοτήσει, να αποδώσει όσα απέκτησε από τη διοίκηση και να καταβάλει τόκους κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως (ΑΠ 841/2022, ΑΠ 1343/2013), τέτοια είναι δε και διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ, που ορίζει και ότι ο εντολοδόχος έχει την υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής.

Κατ` αυτόν τον τρόπο ο κύριος της υπόθεσης μπορεί να επιτύχει όχι μόνο την αποκατάσταση της ζημίας του από την αυθαίρετη επέμβαση στη διαχείριση της υπόθεσής του, αλλά να αξιώσει και την απόδοση του κέρδους, που αποκόμισε ο διοικητής από τη διοίκηση αλλοτρίων κατά το ποσό που αυτό υπερβαίνει συνήθως τη προξενηθείσα ζημία (ΑΠ 841/2022, ΑΠ 855/2019, ΑΠ 1343/2013).

Στην περίπτωση αυτή θα πρόκειται αντίστοιχα, είτε για πραγματική συρροή αξιώσεων, όταν ο κύριος της υπόθεσης ζητεί αποζημίωση και το επιπλέον κέρδος, που αποκόμισε από τη διαχείριση της ξένης υπόθεσης ο διοικητής, είτε για απλή συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της αυτής ενιαίας αξίωσης, όταν ζητεί αποζημίωση θεμελιώνοντας την αξίωσή του από κοινού στις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων και σ` αυτές για τις αδικοπραξίες(ΑΠ 1343/2013).

Έτσι η αγωγή, με την οποία ο κύριος της υπόθεσης προβάλλει αξιώσεις κατά του διοικητή αυτής, επικαλούμενος ευθύνη του από σχέση μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, είναι ορισμένη, όταν περιέχει ως στοιχεία α) τη διεξαγωγή ξένης υπόθεσης, που μπορεί να αφορά την επιχείρηση νομικών ή υλικών πράξεων ή και να μην έχει περιουσιακό αντικείμενο, β) τη γνώση του διοικητή ότι η υπόθεση είναι ξένη, δηλαδή πρέπει να γνωρίζει θετικά και όχι απλώς να αγνοεί, έστω και από βαριά αμέλειά του, ότι η υπόθεση που διεξάγει είναι ξένη και γ) τη διεξαγωγή της ξένης υπόθεσης από το διοικητή προς το δικό του αποκλειστικά συμφέρον παρά την ως άνω αντίθετη γνώση του(ΑΠ 1343/2013, ΑΠ 1604/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο καθ' ου η κλήση Δήμος ..., στην ανωτέρω, στρεφόμενη κατά των καλουσών ανωνύμων εταιρειών, από 10-7-1985 προσφυγή του - έχουσα χαρακτήρα αγωγής - ενώπιον του Εφετείου ..., από το οποίο παραπέμφθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ..., εξέθεσε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ότι με την από 15-11-1971 σύμβαση εκτελέσεως έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού ως εργοδότη και της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης καλούσας) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " Ξ.

Α.Ε." ως εργολάβου-αναδόχου, ανέλαβε η τελευταία την υποχρέωση να κατασκευάσει με δαπάνες της, εντός 24 μηνών, ήτοι μέχρι τις 15-11-1973, έναν υπόγειο σταθμό αυτοκινήτων στην Πλατεία ... στην ..., ο οποίος θα περιλαμβάνει και δευτερεύουσες εγκαταστάσεις, όπως πλυντήριο-λιπαντήριο αυτοκινήτων, βενζιναντλίες και υπόγεια καταστήματα και περιγράφεται αναλυτικά στην σύμβαση, με εργολαβικό αντάλλαγμα (αμοιβή) την παραχώρηση σε αυτήν της εκμετάλλευσης του έργου για 24 έτη, μετά την πλήρη και προσήκουσα αποπεράτωση και παράδοση αυτού, με παράλληλη υποχρέωση της να καταβάλει στον εργοδότη Δήμο ποσοστά επί των ακαθαρίστων εισπράξεών της από την εκμετάλλευση αυτή, ανερχόμενα σε 7% κατά την πρώτη πενταετία, 9% κατά τη δεύτερη πενταετία και 12% κατά τα υπόλοιπα έτη, οπωσδήποτε δε κατ` ελάχιστο ποσό 800.000 δρχ.

ετησίως κατά την πρώτη πενταετία, 900.000 δρχ. ετησίως κατά τη δεύτερη πενταετία και 1.000.000 δρχ. ετησίως κατά τα υπόλοιπα έτη εκμετάλλευσης του έργου. Ότι με την από 4-11-1972 έγγραφη σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ όλων των διαδίκων, η δεύτερη εναγομένη- ήδη δεύτερη καλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Φ.

Α.Ε." ανέλαβε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώτης εναγομένης εργολάβου, η οποία όμως παρέμεινε εις ολόκληρον με αυτήν υπόχρεη έναντι του ιδίου. Ότι, ενώ το έργο από υπαιτιότητα της Φ. Α.Ε δεν ολοκληρώθηκε στη συμφωνημένη προθεσμία, αλλά ούτε και μεταγενέστερα, αφού είναι ελλιπές και το κατασκευασθέν μέρος του φέρει κακοτεχνίες, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή, και ενώ δεν έχει συναφθεί η προβλεπόμενη στην εργολαβική σύμβαση ιδιαίτερη σύμβαση παραχώρησης και εκμετάλλευσης του έργου, η δεύτερη εναγομένη, αυτοβούλως, αυθαιρέτως και παρανόμως και χωρίς συγκατάθεση του ιδίου, ισχυριζόμενη ότι υφίσταται ατύπως η ιδιαιτέρα σύμβαση παραχώρησης, άρχισε από τις 21-12-1974 και εφεξής να λειτουργεί και να εκμεταλλευεται για ίδιο όφελος τον υπόγειο σταθμό αυτοκινήτων, που είχε μέχρι τότε στοιχειωδώς αποπερατώσει, χωρίς να αποδίδει στον ίδιο το συμφωνημένο ποσοστό επί των εισπράξεών της.

Ότι με την υπ' αρ. .../1976 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής η επίδικη σύμβαση υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 207/1975 "Περί αναθεωρήσεως ή λύσεως συμβάσεων της δικτατορικής περιόδου" και μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες, αρχικά να αναθεωρηθεί η σύμβαση, ώστε να περιορισθεί η διάρκεια της προβλεπόμενης εκμετάλλευσης στα 16 έτη, ακολούθως δε να λυθεί αυτή, οι οποίες προσπάθειες απέβησαν άκαρπες, γιατί οι αντίστοιχες αποφάσεις της Οικονομικής Επιτροπής και της Επιτροπής Τιμών και Εισοδημάτων ακυρώθηκαν με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, τελικά, κατόπιν της υπ` αρ. .../1985 πράξεως του Δημοτικού Συμβουλίου του, που εγκρίθηκε με την .../1985 απόφαση της Νομαρχίας Αττικής, με την από 4-2-1985 δήλωση του, που επιδόθηκε στις καλούσες μέσα στην εξάμηνη αποκλειστική προθεσμία του άρθρου 15 παρ. 1 ν. 1491/1984, κατήγγειλε αμφότερες τις από 15-11-1971 και από 4-11-1972 συμβάσεις σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο και κάλεσε τις εναγόμενες να παύσουν να έχουν εφεξής οποιαδήποτε σχέση με το έργο και να του το αποδώσουν μαζί με όλα τα ωφελήματά του.

Ότι οι εναγόμενες αρνήθηκαν να του αποδώσουν το έργο και την εκμετάλλευσή του και επίσης αρνήθηκαν να του καταβάλουν και τα ανωτέρω συμφωνημένα ποσοστά επί των ακαθαρίστων εισπράξεων από την εκμετάλλευση του και προέβαλαν "δικαίωμα επισχέσεως επί του συνόλου των εισπράξεων μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεώς της αξίας του έργου ποσού 950.000.000 δραχμών", εισάγοντας αυθαίρετα στην όλη διαφορά την έννοια της "αξίας" του έργου, ενώ το κρίσιμο για την διαφορά είναι το "κόστος" αυτού, δηλαδή ό,τι δαπανήθηκε για την κατασκευή του τμήματος του, που έχει ολοκληρωθεί.

Ότι όπως προέκυψε από δειγματοληπτικό έλεγχο, που διενήργησε ορισθείσα από τον Υπουργό Εσωτερικών Επιτροπή, αλλά και από εκθέσεις υπηρεσιών του ιδίου, κατά το έτος 1979, οι ακαθάριστες εισπράξεις από την εκμετάλλευση του υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων με 600 θέσεις στάθμευσης, πλέον 120 θέσεων, που προορίζονταν με τη σύμβαση για καταστήματα και χρησιμοποιούντο από τις εναγόμενες ως εκμισθούμενοι και αυτοί χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων, με μέσο όρο διακινουμένων αυτοκινήτων ημερησίως τα 1.409 αυτοκίνητα, και με βάση το εφαρμοζόμενο από αυτές υπερβολικά εκπτωτικό τιμολόγιο (μέχρι 1 ώρα στάθμευσης 27 δραχμές, από 1-2 ώρες στάθμευσης 38 δραχμές, από 2-3 ώρες στάθμευσης 49 δραχμές, από 3-4 ώρες στάθμευσης 54 δραχμές, από 4-5 ώρες στάθμευσης 59 δραχμές, από 5-6 ώρες στάθμευσης 65 δραχμές, από 6-7- ώρες στάθμευσης 65 δραχμές, από 6-7 ώρες στάθμευσης 70 δραχμές, από 7-8 ώρες στάθμευσης 76 δραχμές, για καθεμία επί πλέον ώρα 5 δραχμές, για διανυκτέρευση 30 δραχμές και για παραμονή πέραν των 3 ημερών 100 δραχμές ανά 24ωρο), ανήλθαν, κατά μέσο όρο σε 80.835 δραχμές ημερησίως, που αντιστοιχούν σε 29.504.775 δραχμές και όχι σε 25.715.564 δραχμές, που αναφέρει στα λογιστικά βιβλία της η δεύτερη εναγομένη.

Ότι οι εναγόμενες όφειλαν και μπορούσαν, κατά χρηστή και τακτική εκμετάλλευση του σταθμού και σε αναλογία με τα εφαρμοζόμενα υπέρτερα τιμολόγια άλλων λιγότερο κεντρικών σταθμών αυτοκινήτων, όπως αναφέρεται στην αγωγή, να έχουν αποκομίσει ακαθάριστες εισπράξεις από την λειτουργία του, κατά το έτος 1979 το ποσό των 55.000.000 δραχμών.

Ότι από την λειτουργία του πλυντηρίου- λιπαντηρίου, κατά το ίδιο έτος 1979 είχαν ακαθάριστες εισπράξεις ποσού 4.050.760 δραχμών, όπως αναφέρεται στην αγωγή. Ότι από την μη λειτουργία των προβλεπομένων στην σύμβαση καταστημάτων, τα οποία δεν κατασκεύασαν, και από την μη εκμετάλλευση των προβλεπομένων αντλιών πωλήσεως βενζίνης, που δεν λειτούργησαν, κατά χρηστή και τακτική διαχείριση, έπρεπε να έχουν ετήσιες ακαθάριστες εισπράξεις για το 1979 τα ποσά των 3.110.400 και 1.487.904 δραχμών αντιστοίχως, όπως επίσης αναφέρεται στην αγωγή.

Ότι κατά τα προηγούμενα του έτους 1979 έτη θα είχαν πραγματοποιηθείσες και πραγματοποιητέες ετήσιες ακαθάριστες εισπράξεις για τις ανωτέρω αιτίες μειωμένες κατά ποσοστό 10% ετησίως "λόγω μικροτέρου ύψους τιμών", ενώ κατά τα επόμενα έτη και μέχρι το έτος 1984 αυξημένες αντίστοιχα, κατά ποσοστό 20% ετησίως, από τις οποίες για όλα τα έτη λειτουργίας του σταθμού με βάση τα συμφωνηθέντα ποσοστά του επί των ακαθαρίστων εισπράξεων δικαιούται συνολικά το ποσό των 74.800.000 δραχμών, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή.

Ότι το ποσό αυτό επικουρικά το δικαιούται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού μετά βεβαιότητος κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα το είχε εισπράξει, αν είχε συναφθεί η σύμβαση παραχώρησης της εκμεταλλευσης του σταθμού με τις εναγόμενες η με άλλο εργολάβο, επικουρικότερα δε το δικαιούται κατά τις διατάξεις περί διοικήσεως αλλοτρίων.

Mε βάση το ανωτέρω ιστορικό, ο ενάγων Δήμος ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη και παράνομη η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως από τις εναγόμενες, β) να υποχρεωθούν αυτές να του παραδώσουν το κατασκευασθέν έργο και την εκμετάλλευσή του, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης κατά των νομίμων εκπροσώπων τους και γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρόν εκάστη τούτων, να του καταβάλουν το ανωτέρω ποσό των 74.800.000 δραχμών νομιμοτόκως, "κατά την εν τω ιστορικώ ανάλυσιν", άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η προσφυγή - αγωγή είναι παραδεκτή, απορριπτόμενου του ισχυρισμού των εναγομένων εταιρειών ότι είναι απαράδεκτη γιατί, όπως προβάλλουν, πρόκειται για αγωγή αποβολής από τη νομή, η οποία δεν γράφτηκε στα βιβλία διεκδικήσεων μέσα σε 30 ημέρες από την κατάθεσή της κατά το άρθρο 220 παρ. 1 ΚΠολΔ και τούτο γιατί ο ενάγων Δήμος δεν ισχυρίζεται στην αγωγή του ότι οι κατέχουσες, δυνάμει της ένδικης σύμβασης έργου, το επίδικο ακίνητό του εναγόμενες εκδήλωσαν μεταστροφή της βούλησής τους να κατέχουν αυτό ως αντιπρόσωποί του, αντιποιούμενοι έτσι δικό του δικαίωμα νομής, ώστε να πρόκειται για αγωγή αποβολής από την νομή του, αλλά με αυτήν ο ενάγων ζητεί την παράδοση του μερικώς εκτελεσθέντος έργου μετά την καταγγελία και την εντεύθεν λύση της σύμβασης έργου, ενώ περαιτέρω, αντίθετα από ότι υποστηρίζουν οι εναγόμενες, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ...

ήταν καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να τη δικάσει, καθόσον η υπ' αριθμ. 7935/1986 παραπεμπτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ..., στο οποίο είχε αρχικά ασκηθεί η αγωγή, κατέστη τελεσίδικη, αφού, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους δεν προσβλήθηκε με έφεση και επομένως αυτή, κατά το άρθρο 46 εδ. β' ΚΠολΔ, έχει καταστεί υποχρεωτική για την αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ....

Περαιτέρω, η αγωγή, ως προς το δεύτερο αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να παραδώσουν στον ενάγοντα το κατασκευασθέν έργο, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 επ. ΒΔ 468/1968, 681, 700, 361 Α.... και 15 παρ. 1-4 Ν. 1491/84, απορριπτομένων ως μη νομίμων: α) του πρώτου αιτήματος περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας και παρανομίας του ασκηθέντος πριν την άσκηση της αγωγής δικαιώματος επισχέσεως από τις εναγόμενες, το οποίο αποτελεί αίτημα αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, γιατί, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, οι εναγόμενες έχουν δικαίωμα να λάβουν αποζημίωση για τη θετική τους ζημία μετά τη λύση της σύμβασης και συνεπώς νομίμως κατά τα άρθρα 325 Α....

και 15 παρ. 5 Ν. 1491/1984 άσκησαν την ένσταση επισχέσεως αρνούμενες να παραδώσουν το εκτελεσθέν έργο μέχρι να τους καταβληθεί η ανωτέρω αποζημίωση και β) του παρεπομένου αιτήματος απειλής χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως κατά των νομίμων εκπροσώπων των εναγομένων εταιρειών, γιατί η αναγκαστική εκτέλεση της εκδοθησόμενης απόφασης γίνεται κατά το άρθρο 943 ΚΠολΔ με την αποβολή από αρμόδιο δικαστικό επιμελητή εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και την εγκατάσταση στο ακίνητο του υπέρ ου αυτή και συνεπώς δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 946 και 947 ΚΠολΔ, οι οποίες, στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις επιτρέπουν την επιβολή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης ως μέσα έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.

Επίσης, η αγωγή, ως προς το τρίτο αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των 74.800.000 δραχμών, είναι νόμιμη μόνο κατά τη δεύτερη επικουρική βάση, με την οποία γίνεται επίκληση μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων και κατά το σκέλος του με το οποίο ζητούνται τα ποσοστά επί των πραγματοποιηθεισών εισπράξεων από την εκμετάλλευση του ημιτελούς έργου από τις εναγόμενες νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, στηριζόμενο, εκτός από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και στις διατάξεις των άρθρων 739, 734, 719 και 346 Α...., πλην όμως, το αίτημα της δεύτερης αυτής επικουρικής βάσης της αγωγής για απόδοση ποσοστού επί των πραγματοποιητέων κατά χρηστή διοίκηση εισπράξεων είναι μη νόμιμο γιατί, όπως προαναφέρθηκε, κατά τα άρθρα 739, 734 και 719 Α....

επί μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων ο κύριος μπορεί να ζητήσει από τον διοικητή μόνο ό,τι απέκτησε αυτός από τη διοίκηση, όχι δε και ό,τι όφειλε να αποκτήσει, ενώ μη νόμιμο είναι και το αίτημα καταβολής τόκων για το χρονικό διάστημα πριν την επίδοση της αγωγής γιατί, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν υπήρξε υπερημερία των εναγομένων ως προς την καταβολή του αιτούμενου ποσού.

Επίσης, η κυρία βάση της αγωγής ως προς το αίτημα καταβολής του ποσού των 74.800.000 δραχμών είναι μη νόμιμη γιατί, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν, δεν συνήφθη η προβλεπόμενη, από τη σύμβαση έργου, έγγραφη σύμβαση παραχώρησης της εκμετάλλευσης του πλήρως περατωθέντος έργου, ούτε και συμφώνησε άτυπα ο ενάγων για την εκμετάλλευση του ημιτελούς έργου από τις εναγόμενες, αλλά, αντίθετα, γίνεται επίκληση μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, αφού αναφέρεται ότι οι εναγόμενες άρχισαν να εκμεταλλεύονται το ημιτελές έργο σαν δικό τους γνωρίζοντας ότι "πρόκειται για ξένη υπόθεση" και συνεπώς ο ενάγων δεν μπορεί να αντλήσει δικαιώματα από μη καταρτισθείσα σύμβαση, ενώ επίσης, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η παραβίαση της σύμβασης έργου από τις εναγόμενες, με την έναρξη εκμετάλλευσης του ημιτελούς έργου, αποτελεί μεν παραβίαση της συναφθείσας στις 15/11/1971 σύμβασης έργου, αλλά δεν αποτελεί και παράνομη πράξη και συνεπώς αδικοπραξία, ώστε να γεννάται δικαίωμα αποζημίωσης για τον ενάγοντα, ενώ, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι η παράβαση αυτή αποτελεί αδικοπραξία, ο ενάγων δεν ζητεί αποζημίωση από την αιτία αυτή, αλλά την απόδοση των ληφθέντων από τις εναγόμενες.

Ακόμη, η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι μη νόμιμη, γιατί στην αγωγή δεν γίνεται επίκληση πλουτισμού των εναγομένων από μη νόμιμη αιτία, αντίθετα δε, γίνεται επίκληση μόνο του πλουτισμού τους από την εξωδικαιοπρακτική αιτία της μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων. Επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η αγωγή πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν, κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησής της, αφού σημειωθεί ότι ο ενάγων Δήμος δεν υποχρεούται στην καταβολή δικαστικού ενσήμου γιατί ως ΟΤΑ απολαμβάνει τα ουσιαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου.

Με τη διάταξη του άρθρου 288 Α...., το οποίο ορίζει ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", θεσπίζεται υπέρ του οφειλέτη και του δανειστή κανόνας αναγκαστικού δικαίου, με τον οποίο προσδιορίζεται ο τρόπος εκπλήρωσης της παροχής, κατά συνέπεια δε και το μέγεθος αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλόμενη σε χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο ευθύνη στις συναλλαγές, σύμφωνα και με τα συναλλακτικά ήθη.

Λειτουργεί ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις που λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων και των μεταβολών, που επήλθαν μετά τη σύναψη της σύμβασης, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο, και παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, κατ` απόκλιση από τα συμφωνημένο, να προσδιορίζει την παροχή που πρέπει να εκπληρωθεί, αυξομειώνοντας και διαμορφώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός της, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1526/2021, ΑΠ 1337/2018).

Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν, μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, επέρχεται μεταβολή των συνθηκών, η οποία δεν συγκεντρώνει μεν τους όρους του άρθρου 388 Α...., καθιστά όμως την εκπλήρωση της παροχής, για κάποιο εκ των συμβαλλομένων μερών, ιδιαιτέρως επαχθή, σε βαθμό τέτοιο, ώστε να υπάρχει υπέρβαση του, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικό ήθη, κινδύνου, που μπορούσε να αναλάβει το συμβαλλόμενο αυτό μέρος (Ολ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 1526/2021, ΑΠ 1337/2018). Μεταβολή των συνθηκών υπάρχει και όταν μεσολαβήσει νομισματική έκπτωση ή ουσιώδης υποτίμηση του νομίσματος από τον χρόνο της παροχής μέχρι το χρόνο απόδοσης της παροχής. Στην περίπτωση αυτή η αξία του χρόνου της παροχής θα αναχθεί με βάση την αρχή της καλής πίστης στο ισάξιό της κατά τον χρόνο αποδόσεως της παροχής (ΑΠ 1526/2021, ΑΠ 1383/2013, ΑΠ 1685/2010), ενώ το δικαστήριο που δικάζει μπορεί να προσφύγει και στα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανάλυση των σχετικών αποδείξεων (ΑΠ 1526/2021, ΑΠ 1233/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, η πρώτη εναγόμενη Ξ. Α.Ε. με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... συνομολογεί την κατάρτιση των από 15/11/1971 και 4/11/1972 συμβάσεων, στη συνέχεια αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή, ισχυριζόμενη ότι η διάταξη του άρθρου 15 Ν. 1491/1984 είναι αντισυνταγματική και περαιτέρω προβάλλει: 1) την από το άρθρο 992 Α....

ένσταση της ενιαύσιας παραγραφής της αγωγής νομής του ενάγοντος και 2) την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, ισχυριζόμενη ότι η επίδικη καταγγελία των συμβάσεων από τον ενάγοντα δεν απέβλεπε στη θεραπεία κάποιας πολεοδομικής λειτουργικής ανάγκης της πόλης των ..., όπως προβλέπει το άρθρο 15 Ν. 1491/1984, αλλά έγινε με μοναδικό σκοπό την αύξηση των εισοδημάτων του με την αυτοεκμετάλλευση του σταθμού αυτοκινήτων.

Επίσης, και η δεύτερη εναγόμενη Φ. Α.Ε., με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου συνομολογεί τη σύναψη των δύο επιδίκων συμβάσεων, αρνείται δε περαιτέρω αιτιολογημένα την αγωγή, ισχυριζόμενη ότι η διάταξη του άρθρου 15 Ν. 1491/1984 είναι αντισυνταγματική και προβάλλει και αυτή τις ανωτέρω ενστάσεις παραγραφής και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος με το ίδιο ανωτέρω περιεχόμενο.

Περαιτέρω η δεύτερη εναγομένη προβάλλει επιπλέον και τις ακόλουθες ενστάσεις: α) Ένσταση μισθωτικού δικαιώματος της ιδίας στο επίδικο έργο, ισχυριζόμενη ότι μέχρι την 31/8/1974, άλλως μέχρι την 31/12/1974, είχε συντελεσθεί αυτοδικαίως η προσωρινή παραλαβή του έργου της κατασκευής του επίδικου υπογείου σταθμού αυτοκινήτων, το οποίο μέχρι τότε ήταν πλήρως αποπερατωμένο πλην:

α) της υπόγειας διάβασης πεζών και της κατασκευής των προβλεπόμενων από τη σύμβαση καταστημάτων, για τα οποία ο ενάγων Δήμος είχε απαγορεύσει κάθε συνέχιση εργασίας από τον Νοέμβριο του 1975 και εφεξής παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες της και β) της διαμόρφωσης της πλατείας, την οποία δεν επέτρεψε ο ενάγων, ότι με το επιδοθέν στον ενάγοντα από 18/1/1985 έγγραφό της του προσέφερε την προβλεπόμενη στη σύμβαση έργου χρηματική εγγύηση και τον κάλεσε να προσέλθει στις 22/1/1985 και ώρα 10.00 στη συμβολαιογράφο ...

Μ. Σ. - Λ. για τη σύναψη σύμβασης μισθώσεως του σταθμού, όπως προβλέπεται στη σύμβαση έργου, αλλά ο ενάγων δεν εμφανίστηκε συνταχθείσας της σχετικής υπ' αρ.../1985 πράξης της ανωτέρω συμβολαιογράφου και ότι έτσι συνάφθηκε αυτοδικαίως σύμβαση μισθώσεως διαρκείας 24 ετών, η οποία δεν καταγγέλθηκε με την επίδικη καταγγελία του ενάγοντος.

β) Επικουρικά και για την περίπτωση που κριθεί ότι η καταγγελία των συμβάσεων κατά το άρθρο 15 Ν. 1491/1984 είναι νόμιμη και επέφερε τη λύση τους, προβάλλει ένσταση επισχέσεως της αποδόσεως του ακινήτου στον ενάγοντα μέχρις αποκαταστάσεως της θετικής της ζημίας κατά το άρθρο 15 παρ. 5 Ν. 1491/1984, η οποία ζημία συνίσταται στην εκ ποσού 1.452.321.979 δραχμών αξία του έργου, με τιμές Α' τριμήνου 1985, αναγομένη στο ποσό των 2.900.000.000 δραχμών κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, με βάση τους προβλεπόμενους στις συμβάσεις δημοσίων έργων συντελεστές αναθεώρησης τιμών, άλλως στην εκ ποσού 179.933.903 δραχμών δαπάνη για την κατασκευή του έργου κατά τον χρόνο κατασκευής του, αναγομένη με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών λόγω της σημαντικής αγοραστικής μειώσεως της αξίας της δραχμής μέχρι τον ανωτέρω χρόνο, στο ίδιο ανωτέρω ποσό των 2.900.000.000 δραχμών, με βάση τη χρυσή λίρα Αγγλίας, για τη στοιχειοθέτηση δε της ένστασης παραθέτει αναλυτικό πίνακα των εκτελεσθεισών εργασιών με την τιμή εκάστης εργασίας και επίσης την τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά τους ανωτέρω χρόνους.

Επί των ανωτέρω ισχυρισμών των εναγομένων λεκτέα τα ακόλουθα: α) Ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 15 Ν. 1491/1984 είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη. β) Η ένσταση παραγραφής είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή δεν είναι αγωγή νομής.

γ) Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 281 Α.... δ) Η ένσταση ύπαρξης μισθωτικού δικαιώματος της δεύτερης εναγομένης είναι νόμιμη στηριζόμενη στα άρθρα 1 επ. ΒΔ 468/1968, 361, 574 Α.... ε) Η ένσταση επίσχεσης είναι μη νόμιμη κατά την κυρία βάση της, αφού κατά την παρ. 5 του άρθρου 15 Ν. 1491/1984 ο εργολάβος δεν δικαιούται ούτε την αμοιβή του ούτε την αξία του έργου κατά τον χρόνο της καταγγελίας, αλλά μόνο τη θετική ζημία που υπέστη λόγω της καταγγελίας, ενώ αυτή είναι νόμιμη κατά την επικουρική της βάση, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, στηριζόμενη στην ανωτέρω διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 15 Ν. 1491/1984 και στα άρθρα 325 και 288 Α....

Η δεύτερη εναγομένη Φ. στην από 20/1/1987 ανταγωγή της, όπως παραδεκτά αυτή συμπληρώθηκε με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, αφού αρνείται και πάλι την ανωτέρω αγωγή του Δήμου, επικουρικά και για την περίπτωση που κριθεί ότι η καταγγελία των συμβάσεων από τον εναγόμενο Δήμο είναι νόμιμη, ασκεί ανταγωγή και ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, κατά την παρ. 5 του άρθρου 15 Ν. 1491/1984, να της καταβάλει νομιμοτόκως από την ημερομηνία της πρώτης συζήτησης της ανταγωγής το ποσό των 2.900.000.000, άλλως δε των 1.452.321.797 δραχμών, που αντιστοιχεί στην αξία του έργου κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της ανταγωγής, άλλως του χρόνου της καταγγελίας της σύμβασης, με αναπροσαρμογή της αξίας του σύμφωνα με τους συντελεστές αναθεώρησης που ίσχυσαν για τα δημόσια έργα και επικουρικά το ίδιο ποσό των 2.900.000.000 δραχμών, το οποίο δαπάνησε για την κατασκευή του έργου, με αναπροσαρμογή με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών του αρχικού ποσού των 179.933.903 δραχμών που δαπάνησε για την κατασκευή του στον χρόνο της πρώτης συζήτησης της ανταγωγής, λόγω της επελθούσας σημαντικής απομειώσεως της αξίας της δραχμής, εκθέτοντας όλα όσα ανέφερε και στην προαναφερθείσα ένσταση επισχέσεως.

Η ανταγωγή ασκήθηκε παραδεκτά στο ανωτέρω δικαστήριο, που είναι αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο να την δικάσει (άρθρα 18, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά μεν την κυρία βάση της που υπολογίζει την αποζημίωση της αντενάγουσας με βάση την αξία του έργου είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, όπως αναφέρθηκε κατά την εξέταση της ιδίας βάσης στην ανωτέρω ένσταση επίσχεσης, κατά δε την επικουρική βάση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 5 Ν. 1491/1984, 297, 298 εδ.

α, 288, 346 Α...., αφού σημειωθεί ότι με βάση την από το άρθρο 106 ΚΠολΔ πηγάζουσα θεμελιώδη αρχή της διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, νομίμως ζητεί τόκους η αντενάγουσα από το μεταγενέστερο της άσκησης της ανταγωγής χρονικό σημείο της πρώτης συζήτησης αυτής, κατά το οποίο άλλωστε ζητεί να υπολογισθεί και η αναπροσαρμογή του ποσού της ζημίας της κατά την καλή συναλλακτική πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Συνεπώς η ανταγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν κατά την ίδια ανωτέρω τακτική διαδικασία, αφού καταβλήθηκε το απαιτούμενο για το αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. τα αναφερόμενα στην υπ' αρ. 2721/1987 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... γραμμάτια είσπραξης).

Ο αντεναγόμενος Δήμος, με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης αρνείται αιτιολογημένα την ανταγωγή, ισχυριζόμενος ότι η δαπάνη της αντενάγουσας για το μερικώς και ελλιπώς κατασκευασθέν έργο δεν υπερβαίνει τα 45.000.000 δραχμές με τιμές Α' εξαμήνου 1973 και περαιτέρω προβάλλει ένσταση εξοφλήσεως του ποσού αυτού, άλλως συμψηφισμού:

α) με το ποσό των 366.506.546 δραχμών, που καθ' ομολογίαν της αντενάγουσας εισέπραξε αυτή από την εκμετάλλευση του μερικώς εκτελεσθέντος έργου για τα έτη 1975 έως 1986, όπως αναφέρεται ειδικότερα για κάθε έτος, και β) με το ποσό των 20.000.000 δραχμών που αποκόμισε αυτή από έξοδα εκμεταλλεύσεως του περιφράγματος του έργου για διαφημίσεις από το έτος 1972 έως το έτος 1981, τα οποία δικαιούται ο ίδιος από την εκμετάλλευση του έργου, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και επικουρικά προβάλει τις ανωτέρω ενστάσεις κατά τα αναφερόμενα και στην αγωγή του ποσοστά επί των ακαθαρίστων εισπράξεων για τα έτη 1975-1984, που ανέρχονται σε 80.000.000 δραχμές.

Η ένσταση εξόφλησης είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, γιατί ο εναγόμενος δεν επικαλείται οποιαδήποτε καταβολή προς την αντενάγουσα κατά τα άρθρα 416 επ. Α.... Η ένσταση συμψηφισμού, κατά το μέρος που αφορά τα αιτούμενα με την αγωγή ληφθέντα ποσοστά επί των εισπράξεων για τα έτη 1975-1984, είναι απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας, αφού τα ίδια αυτά ποσοστά τα ζητεί ο αντεναγόμενος με την αγωγή του, αλλά όμως, κατά το πέραν των ποσοστών αυτών μέρος των εισπράξεων, όπως και για ολόκληρα τα ποσά των ετών 1985 και 1986, αυτή είναι ορισμένη, όπως δεσμευτικά κρίθηκε και με την υπ' αρ. 1617/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, και νόμιμη κατά την κυρία βάση της μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 441, 739, 734 και 719 Α...., αφού όπως προαναφέρθηκε, ο κύριος δικαιούται να ζητήσει από τον διοικητή της υπόθεσής του οτιδήποτε απέκτησε κατά τη διοίκηση αυτής, ενώ μη νόμιμη είναι η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, γιατί όπως προαναφέρθηκε κατά την εξέταση της ιδίας βάσης της αγωγής, στην ένσταση δεν γίνεται επίκληση πλουτισμού των εναγομένων από μη νόμιμη αιτία, αντίθετα δε γίνεται επίκληση του πλουτισμού τους μόνο από την εξωδικαιοπρακτική αιτία της μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (δύο για κάθε πλευρά), που δόθηκαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, που ορίστηκε με την υπ' αρ. 2721/1987 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., όπως αυτή συμπληρώθηκε ως προς τον αριθμό των μαρτύρων με την υπ' αρ. 19/1989 απόφαση του Εισηγητή και οι οποίες καταθέσεις περιέχονται στην υπ' αρ. 1597/1990 Εισηγητική Έκθεση αυτού, από τις κατωτέρω, ειδικά αναφερόμενες κάθε φορά, δικαστικές ομολογίες των διαδίκων και από τα έγγραφα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, πλην:

α) της υπ' αρ. .../1986 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Τ. Σ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενες εταιρείες και λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος Δήμου, β) της υπ' αρ. .../1990 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα ... ... ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο Δήμος και λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εταιρειών και γ) των υπ' αρ. .../1981, .../2001, .../2001 και .../2005 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων ... ..., Ε.

Γ., Σ. Χ. και Χ. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη ... η πρώτη τούτων, της συμβολαιογράφου ... Ε. Φ. - ... η δεύτερη και η τρίτη τούτων και της συμβολαιογράφου ... Α. Μ. η τέταρτη τούτων, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο Δήμος, χωρίς προσκομιδή εκθέσεων επιδόσεως προς τις εταιρείες για να παρασταθούν κατά τη λήψη τους, οι οποίες όλες ένορκες βεβαιώσεις δεν θα ληφθούν υπόψη, γιατί, κατά την εφαρμοζόμενη στην προκειμένη περίπτωση τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., όπως ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής και της ανταγωγής και κατά το τότε ισχύον άρθρο 341 ΚΠολΔ, δηλαδή υπό καθεστώς αυστηρής απόδειξης, ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που συντάχθηκαν ειδικά για τη συγκεκριμένη δίκη δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον ανωτέρω χρόνο, οι ένορκες βεβαιώσεις δεν κατονομάζοντο μεταξύ των αποδεικτικών μέσων με το άρθρο αυτό, αποτελώντας στην ουσία μαρτυρία ληφθείσα χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις και συνεπώς απαγορευμένη (ΑΠ 468/2019, ΑΠ 1047/2015, ΑΠ 1320/2011, ΑΠ 691/2009, ΑΠ 1470/1998), ενώ ως προς τη ληφθείσα πριν την έναρξη των δικών υπ' αρ. 12.037/1981 ένορκη βεβαίωση και αυτή δεν θα ληφθεί υπόψη για τους ανωτέρω λόγους, επειδή λήφθηκε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία στα πλαίσια της ίδιας αντιδικίας των διαδίκων, συνεπώς και για τη δίκη αυτή (ΑΠ 320/2003, ΑΠ 732/1999), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων - αντεναγόμενος Δήμος ... (στο εξής Δήμος), για να αντιμετωπίσει τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες για την ύπαρξη θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων στο κέντρο της ..., αποφάσισε, μετά και υπόδειξη του αρμοδίου Υπουργείου Δημοσίων Έργων και Συγκοινωνιών, την κατασκευή υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων στην πλατεία ...

στην ... και την κατασκευή και άλλων συναφών εκμεταλλεύσιμων χώρων, στα πλαίσια της οποίας απόφασης, με την υπ' αρ. 541/30-6-1970 Διακήρυξή του προκήρυξε διαγωνισμό με την υποβολή ενσφραγίστων προσφορών για την εκτέλεση του έργου, το οποίο ορίστηκε ότι θα γίνει σύμφωνα με την από 8/6/1970 Συγγραφή Υποχρεώσεων και με εφαρμογή των διατάξεων του ΒΔ 468/1968 "Περί εκτελέσεως Δημοτικών και Κοινοτικών Έργων και Προμηθειών".

Ο Διαγωνισμός διενεργήθηκε στις 10/11/1970 και απέβη άκαρπος, με νέα δε με αρ. πρωτ. 710/28-5-1971 διακήρυξη του Δήμου προκηρύχθηκε νέος διαγωνισμός με τροποποίηση της αρχικής διακήρυξης κυρίως ως προς τον αριθμό των θέσεων στάθμευσης. Όλες οι ανωτέρω αποφάσεις του Δήμου εγκρίθηκαν με αποφάσεις της Νομαρχίας Αττικής αρχικά και του Υπουργείου Εσωτερικών τελικά.

Με βάση τη δεύτερη αυτή διακήρυξη διενεργήθηκε διαγωνισμός στις 21/6/1971 ενώπιον της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου και, μετά την αξιολόγηση των προσφορών που υποβλήθηκαν, ανάδοχος ανακηρύχθηκε η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ξ. Α.Ε." (στο εξής Ξ.), δια των υπ' αρ. .../1971 και .../1971 αποφάσεων της Δημαρχιακής Επιτροπής, που εγκρίθηκαν με την υπ' αρ. .../1971 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αρ. .../1971 απόφαση του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού Εσωτερικών.

Σε εκτέλεση των ανωτέρω, μεταξύ του Δήμου και της Ξ. συνήφθη η από 15/11/1971 έγγραφη "Σύμβαση Εκτελέσεως Έργου", δια της οποίας η ανάδοχος Ξ., κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στη Συγγραφή Υποχρεώσεων, όπως αυτή τροποποιήθηκε, ανέλαβε την υποχρέωση: α) να εκπονήσει την οριστική μελέτη για την κατασκευή του έργου "Υπόγειον Συγκρότημα Σταθμού Αυτοκινήτων και Άλλων Εκμεταλλεύσιμων Χώρων εν τη Πλατεία ...", μετά της επιφανειακής διαμορφώσεως της πλατείας και να την υποβάλει στον Δήμο εντός προθεσμίας 180 ημερών από της υπογραφής της σύμβασης και β) να κατασκευάσει το έργο, με δαπάνες της, σύμφωνα με την οριστική μελέτη αρμοδίως εγκριθησομένη, τη Συγγραφή Υποχρεώσεων, τις συνοδεύουσες την προσφορά της Ξ.

Συνοπτική Έκθεση και Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων και την από 9/10/1971 "Συμπληρωματική Ανακεφαλαιωτική Έκθεση", μέσα σε προθεσμία 24 μηνών από τη σύναψη της σύμβασης, δηλαδή μέχρι τις 15/11/1973. Για την περίπτωση παράβασης των ανωτέρω συμβατικών υποχρεώσεων της Ξ. προβλέφθηκε η καταβολή ποινικής ρήτρας υπέρ του Δήμου και το δικαίωμά του να κηρύξει έκπτωτη αυτή, όπως ειδικότερα αναφέρεται στη σύμβαση, ενώ για την περίπτωση οριστικής απαγόρευσης ή αναστολής των εργασιών με παραγγελία οποιασδήποτε αρχής συμφωνήθηκε ότι επέρχεται αναστολή της διαδρομής των συμβατικών προθεσμιών.

Το εργολαβικό αντάλλαγμα της Ξ. για την εκπόνηση της οριστικής μελέτης και για την κατασκευή του έργου συμφωνήθηκε να είναι η ανάθεση από τον Δήμο στην Ξ. για 24 έτη του δικαιώματος εκμεταλλεύσεως του έργου στο σύνολό του, δηλαδή του υπογείου σταθμού αυτοκινήτων μαζί με τις υπόλοιπες εγκαταστάσεις (καταστήματα, συνεργεία επισκευής, λιπάνσεως και πλύσεως αυτοκινήτων και βενζιναντλίες), η οποία ανάθεση συμφωνήθηκε να γίνει με την κατάρτιση έγγραφης μισθωτικής σύμβασης αμέσως μετά την προσωρινή παραλαβή του έργου από τον Δήμο ως συνόλου και την κατάθεση από την Ξ.

ποσού 2.000.000 δραχμών ως εγγύηση καλής εκτέλεσης των όρων της μισθωτικής σύμβασης, ως μίσθωμα δε συμφωνήθηκε να καταβάλει η Ξ. στον Δήμο ποσοστά επί των ετήσιων ακαθαρίστων εισπράξεών της 7% για τα πρώτα πέντε έτη, 9% για τα επόμενα πέντε έτη και 12% για τον υπόλοιπο χρόνο της μίσθωσης, με ελάχιστο υποχρεωτικό ετήσιο ποσό μισθώματος τις 800.000, 900.000 και 1.000.000 δραχμές αντιστοίχως.

Η Ξ. υπέβαλε εμπρόθεσμα την οριστική μελέτη για την εκτέλεση του έργου και, μετά την έκδοση της 556/24-1-1972 Προσωρινής Άδειας Εκσκαφής Θεμελίων του Πολεοδομικού Γραφείου ... - Προαστίων, άρχισε την εκτέλεση του έργου, που αποτελείτο από τρείς υπόγειους ορόφους, με καθυστερήσεις, λόγω κυρίως των διακοπών εργασιών, που επιβάλλοντο σε αυτό από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, αλλά και της μη έγκαιρης εκδόσεως του αναγκαίου Βασιλικού Διατάγματος για την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου ...

στην πλατεία ..., το οποίο ήταν προϋπόθεση για την έκδοση της αναγκαίας οικοδομικής άδειας κατασκευής του σταθμού από το ανωτέρω Πολεοδομικό Γραφείο. Στη συνέχεια με το από 4/11/1972 έγγραφο "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Εκχωρήσεως", που καταρτίστηκε μεταξύ του Δήμου, της Ξ. και της δεύτερης εναγομένης - αντενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Φ.

Α.Ε." (στο εξής Φ.) συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: 1) Ο Δήμος αποδέχθηκε την κατ' επίκληση φόρτου εργασίας, αίτηση της Ξ., κατά το άρθρο 11 του ΒΔ 468/1968, να εκχωρήσει αυτή την από 15/11/1971 εργολαβική σύμβαση από της συντελέσεώς της ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στη Φ., η οποία θα υπεισέλθει στη σύμβαση στη θέση της ως ανάδοχος του έργου, με τον όρο η Ξ., λόγω εγγύησης υπέρ της Φ., να εξακολουθήσει να ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τη Φ.

έναντι του ιδίου. 2) Κατόπιν αυτού η Ξ. εκχώρησε προς την Φ. όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της από την από 15/11/1971 εργολαβική σύμβαση, ανέλαβε δε η τελευταία έναντι του Δήμου την υποχρέωση να ολοκληρώσει το έργο, με το δικαίωμα να λάβει και το συμφωνηθέν αντάλλαγμα, δηλαδή την εκμετάλλευση αυτού μετά την ολοκλήρωσή του. 3) Η Ξ., λόγω εγγυήσεως υπέρ της Φ., συμφώνησε ρητά να ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τη Φ.

για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της τελευταίας έναντι του Δήμου από την από 15/11/1971 εργολαβική σύμβαση. Μετά τη σύναψη της ανωτέρω σύμβασης η Ξ. αποχώρησε από το έργο και σε αυτό εγκαταστάθηκε η Φ., η οποία συνέχισε την εκτέλεσή του και αφού με τα από 13/11/1973 και 21/11/1973 έγγραφά της προς τον Δήμο ζήτησε παράταση της προθεσμίας περαίωσης του έργου, που έληγε στις 15/11/1973, επικαλούμενη εξωγενείς παράγοντες, που το καθυστέρησαν και δεν οφείλονταν σε υπαιτιότητά της, τελικά με το από 29/7/1974 έγγραφό της προς τον Δήμο του ανέφερε ότι περατώθηκαν οι εργασίες κατασκευής του υπογείου σταθμού αυτοκινήτων, ο οποίος, όπως ισχυρίστηκε, μπορεί να λειτουργήσει και ζήτησε την προσωρινή παραλαβή του.

Ο Δήμος με έγγραφό του προς τη Φ. ανέφερε ότι το έργο δεν έχει περατωθεί πλήρως και ότι δεν θα χορηγήσει παράταση προθεσμίας πριν να εγκρίνει τα τελικά σχέδια διαμορφώσεως της πλατείας ο Υπουργός Δημοσίων Έργων. Στη συνέχεια η Φ., με τα από 16/8/1974 και 31/8/1974 έγγραφά της ανέφερε ότι συμπλήρωσε τις υποδειχθείσες ελλείψεις και ζήτησε την προσωρινή παραλαβή μόνο του σταθμού αυτοκινήτων, αναφέροντας ότι η κατασκευή των καταστημάτων, που προβλεπόταν στο πρώτο υπόγειο του σταθμού, θα βραδύνει, γιατί δεν έχει ακόμη καθορισθεί η θέση της υπόγειας διάβασης πεζών, ενώ, ακολούθως, με το από 11/10/1974 έγγραφό της ζήτησε τη δοκιμαστική λειτουργία του σταθμού αυτοκινήτων και τελικά, μολονότι δεν χορηγήθηκε η αιτηθείσα έγκριση, άρχισε από τις 21/12/1974 να λειτουργεί τον σταθμό αυτοκινήτων και το πλυντήριο και λιπαντήριο αυτοκινήτων και να εισπράττει έσοδα από τη λειτουργία τους.

Κατόπιν αυτού, ο Δήμος άσκησε κατ' αυτής την από 2/1/1975 αίτησή του στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ..., ζητώντας, ως ασφαλιστικό μέτρο, να διαταχθεί η διακοπή λειτουργίας του Σταθμού, η οποία αίτηση απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 2/14-1-1975 απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ..., που επικυρώθηκε με την υπ' αρ. 3/1975 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών ..., γιατί κρίθηκε ότι πρόκειται για διαφορά από σύμβαση έργου, που υπάγεται στην αρμοδιότητα των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Επίσης, ο Δήμος, χωρίς να προβεί σε προσωρινή παραλαβή του τμήματος του έργου, που είχε κατασκευασθεί, με το υπ' αρ. πρωτ. 32.057/18-2-1975 έγγραφό του ζήτησε από τη Φ. να κατεδαφίσει τα καταστήματα που έχει κατασκευάσει σε χώρο, που δεν προβλέπεται από τη σύμβαση και να διαμορφώσει την υπόγεια διάβαση πεζών, μαζί με τα υπόγεια καταστήματα, όπως προβλέπεται στη σύμβαση.

Στη συνέχεια, ο Δήμος και το Ελληνικό Δημόσιο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 207/1975 "Περί αναθεωρήσεως ή ανακλήσεως εγκριτικών πράξεων και αναθεωρήσεως και λύσεως συμβάσεων της δικτατορικής περιόδου, πέραν των υπό του νόμου 141/1975 προβλεπομένων", επεχείρησαν αρχικά να τροποποιήσουν τη σύμβαση μειώνοντας τον χρόνο εκμετάλλευσης του έργου από τη Φ.

και ακολούθως να λύσουν αυτήν, αλλά οι προσπάθειες αυτές δεν τελεσφόρησαν, γιατί η από 13/3/1980 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής (ΦΕΚ Α' 62/15-3-1980), με την οποία περιορίστηκε η σύμβαση εκμετάλλευσης από τα 24 στα 16 έτη και η υπ' αρ. 23/7-2-1983 απόφαση της Επιτροπής Τιμών και Εισοδημάτων (ΦΕΚ Α' 29/2-3-1983), με την οποία κηρύχθηκαν λυμένες ως επιβλαβείς και επιζήμιες για τον Δήμο οι ανωτέρω από 15/11/1971 και 4/11/1972 συμβάσεις, ακυρώθηκαν, η μεν πρώτη με την υπ' αρ. 1929/1982 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, η δε δεύτερη με την υπ' αρ. 295/1984 του ιδίου δικαστηρίου ως εκπρόθεσμη και γι' αυτό απαράδεκτη.

Παρά τη συνεχιζόμενη αυτή αντιδικία του Δήμου και της Φ., η τελευταία συνέχιζε να εκμεταλλεύεται τον σταθμό αυτοκινήτων και να εισπράττει τα έσοδα από τη λειτουργία του, ισχυριζόμενη ότι έχει καταρτισθεί άτυπα σύμβαση εκμετάλλευσης του έργου μεταξύ αυτής και του Δήμου, γεγονός όμως το οποίο δεν αποδείχθηκε, αφού σταθερά ο Δήμος επεδίωκε αρχικά τη μεταρρύθμιση και στη συνέχεια τη λύση της σύμβασης και δεν συναίνεσε ποτέ στην εκμετάλλευση αυτή, η δε Φ.

συνέχιζε να εκμεταλλεύεται σαν δικό της τον σταθμό αυτοκινήτων, γνωρίζοντας ότι αυτός ανήκε στον Δήμο και δεν είχε κανένα δικαίωμα να προβαίνει στην εκμετάλλευση αυτή. Παράλληλα, η Φ., μετά τον Αύγουστο του 1974 και ενόψει της αρχομένης αντιδικίας της με τον Δήμο, σταμάτησε τις απαιτούμενες εργασίες για την αποπεράτωση του έργου, τις οποίες και δεν ολοκλήρωσε ποτέ, αφού απέμεναν οι εργασίες:

α) κατασκευής των καταστημάτων του σταθμού, β) διαμόρφωσης της υπόγειας διάβασης πεζών και κατασκευής των εγκαταστάσεων λειτουργίας αυτής (κλιματισμός, φωτισμός, αερισμός), γ) διαμόρφωσης του χώρου της πλατείας ... πάνω από τον σταθμό και δ) εγκατάστασης της λειτουργίας αερισμού των τριών υπογείων του σταθμού, οι ελλείψεις αυτές δε διαπιστώθηκαν και από την από 30/9/1976 έκθεση εκτιμήσεως του κόστους κατασκευής του σταθμού των πολιτικών Μηχανικών Ι.

Μ. και Α. Ι. και του Μηχανολόγου - Ηλεκτρολόγου Μηχανικού Α. Ζ., οι οποίοι ορίσθηκαν για να αποφανθούν και για το ανωτέρω στοιχείο του κόστους κατασκευής με την υπ' αρ. 835/1976 απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΤΕΕ). Σημειώνεται ότι οι αντικρουόμενοι μεταξύ τους ισχυρισμοί του Δήμου αφενός και των εταιρειών αφετέρου, ως προς την ύπαρξη ή μη κακοτεχνιών στο εκτελεσθέν έργο και ως προς την υπαιτιότητα της μη ολοκλήρωσης αυτού δεν θα εξετασθούν, γιατί παρέλκει η εξέτασή τους, αφού δεν συνδέονται με τα κριθέντα ως νόμιμα αιτήματα της αγωγής, της ανταγωγής και των ενστάσεων.

Περαιτέρω, μετά την ψήφιση του ανωτέρω Ν. 1491/1984 και εντός της εξάμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας, που προέβλεπε αυτός στο άρθρο 15 , ο Δήμος, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, και την από 14-12-1984 έκθεση του Ε. Γ., Διευθυντή Αρχιτεκτονικού Σχεδιασμού αυτού, ο οποίος, στο πλαίσιο αναβάθμισης του κέντρου της πόλης των ..., ώστε να αναδειχθεί η φυσιογνωμία της πόλης και να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής των κατοίκων, εισηγείτο την πεζοδρόμηση της οδού ...

και την σύνδεσή της με υπόγεια διάβαση πεζών με την πλατεία ... κάτω από την οδό ..., εκθέτοντας όμως ότι το σχέδιο αυτό εμποδίζεται από την χρησιμοποίηση από την Φ. του υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων μόνο ως παρκινγκ, με την υπ' αρ. ...1985 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του, αποφάσισε να καταγγείλει τις επίδικες από 15/11/1971 και 4/11/1972 συμβάσεις, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, προκειμένου να ασκήσει τις ευρείες και αποφασιστικές αρμοδιότητες που ανατέθηκαν, με τον οικιστικό νόμο 1337/1983, στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) για την ορθολογική ανάπτυξη, αναμόρφωση και ανάπλαση των πόλεων, ώστε να επιτευχθεί η διαμόρφωση των κατάλληλων πολεοδομικών συνθηκών στην πρωτεύουσα, με την καλύτερη ικανοποίηση των κυκλοφοριακών αναγκών της περιοχής και με την παροχή υπηρεσιών προς το κοινό με βάση την καλύτερη εξυπηρέτησή του, όπως εν περιλήψει αναφέρεται στην απόφαση, ενώ εξουσιοδοτήθηκε ο Δήμαρχος να προβεί στην κοινοποίηση της καταγγελίας των συμβάσεων στις Ξ.

και Φ.. Η απόφαση αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αρ. 2299/29-1-1985 απόφαση του Νομάρχη Αττικής και ακολούθως ο Δήμος, στις 11/2/1985, κοινοποίησε νόμιμα στις ανωτέρω εναγόμενες εταιρείες την ανωτέρω απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του και την εγκριτική αυτής απόφαση του Νομάρχη, καθώς και την από 4/2/1985 "Δήλωση Καταγγελίας Συμβάσεως", με την οποία κατήγγειλε τις επίδικες συμβάσεις και κάλεσε τις εναγόμενες να παραδώσουν το έργο και την εκμετάλλευσή του στην κατάσταση που βρίσκεται αυτό σε Επιτροπή του Δήμου, που θα προσέλθει για την ως άνω παραλαβή στις 14/2/1985 και ώρα 12 το μεσημέρι.

Την ακύρωση της καταγγελίας αυτής ζήτησε η Φ. με την από 31-1-1985 αίτησή της ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά η αίτησή της αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 276/1986 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, το οποίο έκρινε ότι η καταγγελία είναι αιτιολογημένη και δεν είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα. Επίσης η Φ., μόλις πληροφορήθηκε τη λήψη της ανωτέρω απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου για την καταγγελία των συμβάσεων, επέδωσε νόμιμα στον Δήμο, αρχικά στις 18/1/1985 την από 18/1/1985 Εξώδικη Διαμαρτυρία - Δήλωση και Πρόσκληση, με την οποία ισχυρίστηκε ότι η άρνηση του Δήμου να προβεί στην προσωρινή παραλαβή του έργου, από την οποία εξαρτάται η εκπλήρωση της υποχρέωσής του να προβεί στη σύναψη της οριστικής μισθωτικής σύμβασης εκμετάλλευσης του έργου από την ίδια για 24 έτη, αποτελεί αντίθετη στην καλή πίστη παρακώλυση της πλήρωσης της σχετικής αναβλητικής αίρεσης κατά το άρθρο 207 Α...., η οποία αίρεση συνεπώς λογίζεται πληρωθείσα από τις 14/1/1985, που λήφθηκε η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, άλλως από τις 13/7/1984, που επέδωσε στον Δήμο το συναφές 45.834/13-7-1984 έγγραφό της και αφού ανέφερε ότι προτίθεται να καταθέσει την προβλεπόμενη από την από 15/11/1971 σύμβαση εγγυητική επιστολή Τραπέζης ποσού 2.000.000 δραχμών, κάλεσε τον Δήμο να προσέλθει στις 22/1/1985 και ώρα 10.00 π.μ.

στη συμβολαιογράφο ... Μ. Σ. - Λ. και στο γραφείο της, που βρίσκεται στην οδό Ακαδημίας 91-93 στην ..., προκειμένου να υπογραφεί η ανωτέρω σύμβαση εκμετάλλευσης του έργου, ενώ στη συνέχεια, στις 22/1/1985, επέδωσε στον Δήμο και την υπ' αρ. 460/13251-9 εγγυητική επιστολή ποσού 2.000.000 δραχμών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Ο Δήμος δεν εμφανίστηκε την ορισθείσα ημερομηνία και ώρα ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου και συντάχθηκε από αυτήν η υπ' αρ...1985 "Πράξις μη Εμφανίσεως και Πράξις Καταθέσεως Εγγυητικής Επιστολής", η οποία επιδόθηκε στον Δήμο με επιμέλεια της Φ.. Όπως προαναφέρθηκε, η Φ. ισχυρίζεται ότι με την ανωτέρω διαδικασία συνάφθηκε με τον Δήμο η προβλεπόμενη από την από 15/11/1973 ιδιαίτερη σύμβαση παραχώρησης της εκμετάλλευσης του Σταθμού στην ίδια για 24 έτη, αρχής γενομένης από 24/1/1985, αλλά η ένστασή της αυτή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί, σύμφωνα με το άρθρο 18 της Συγγραφής Υποχρεώσεων, η οποία αποτελεί περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης έργου, η προσωρινή, όπως και η οριστική, παραλαβή των έργων "αναφέρεται εις το σύνολο τούτων" και συνεπώς αφού, όπως προαναφέρθηκε δεν είχε ολοκληρωθεί το όλο έργο, δεν μπορούσε ο Δήμος να προβεί στην προσωρινή παραλαβή μόνο του κατασκευασθέντος τμήματος αυτού και συνεπώς αυτός, αρνούμενος να συμπράξει στην παραλαβή αυτή, δεν εμπόδισε κακόπιστα την προσωρινή παραλαβή του όλου έργου και συνακόλουθα την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, από την οποία εξαρτάτο η γέννηση της υποχρέωσής του να συνάψει, σύμφωνα με το άρθρο Γ-ια' της από 15/11/1971 σύμβασης, τη μισθωτική σύμβαση ανάθεσης της εκμετάλλευσης του έργου στη Φ.

για 24 έτη. Απορριπτέα επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμη είναι και η ένσταση ότι η άσκηση του δικαιώματος του Δήμου να καταγγείλει τις επίδικες συμβάσεις είναι καταχρηστική, και τούτο γιατί δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία αυτή είχε ως σκοπό την αύξηση των κερδών του με την εκμετάλλευση από τον ίδιο του σταθμού αυτοκινήτων, αντίθετα δε αποδείχθηκε ότι η καταγγελία των συμβάσεων οφείλεται στην άρνηση για 10 έτη της Φ.

να ολοκληρώσει την κατασκευή του έργου, όπως είχε συμβατική υποχρέωση και μάλιστα σε τμήματα αυτού που αφορούσαν τη συνολική λειτουργία των κυκλοφοριακών συνθηκών στην πλατεία, αφού δεν είχε κατασκευάσει την υπόγεια διάβαση πεζών και δεν είχε διαμορφώσει την πλατεία και συνεπώς η καταγγελία έγινε για να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον της εξυπηρετήσεως των πολεοδομικών και συγκοινωνιακών αναγκών της ευρύτερης περιοχής της πλατείας ..., που ευρίσκεται σε κομβικό σημείο του κέντρου της ...ς, και όχι το στενά οικονομικό συμφέρον του Δήμου.

Επομένως η καταγγελία των συμβάσεων από τον Δήμο είναι νόμιμη και με αυτήν λύθηκαν για το μέλλον, δηλαδή από 11/2/1985 και εφεξής, οι επίδικες συμβάσεις και συνεπώς η Φ., η οποία μόνη κατέχει το έργο μετά τη σύναψη της σύμβασης εκχώρησης στις 4/11/1972 και μόνη το εκμεταλλεύεται μετά τις 22/12/1974, οφείλει να το παραδώσει στον ενάγοντα, ενώ τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να γεννηθεί και σε βάρος της εγγυήτριας Ξ., αφού αυτή δεν κατέχει το έργο και η εγγύηση που έδωσε αυτή με την σύμβαση εκχώρησης αφορά, όπως προαναφέρθηκε, μόνο την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Φ.

έναντι του Δήμου από την από 15/11/1971 εργολαβική σύμβαση. Σημειώνεται ότι με βάση α) αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της αναιρεθείσας, όπως προαναφέρθηκε, υπ' αρ. 2025/2017 απόφασης του Εφετείου ..., β) την επιταγή εκτελέσεως αυτού, που επιδόθηκε νόμιμα στις εναγόμενες εταιρείες στις 20/3/2018 και γ) τις από 26/5/2018 σχετικές εντολές του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος Δήμου προς τον δικαστικό επιμελητή ...

Θ. Ρ., ο τελευταίος, στις 7/6/2018, απέβαλε βιαίως τις εναγόμενες και κάθε τρίτο που έλκει δικαίωμα από αυτές από τον επίδικο σταθμό αυτοκινήτων και εγκατέστησε σε αυτόν τον Δήμο, συνταχθείσας της υπ' αρ. 109/7-6-2018 Έκθεσης Βίαιης Αποβολής και Εγκατάστασης αυτού και συνεπώς, αφού και πάλι με την απόφαση αυτή διατάσσεται η απόδοση του έργου στον Δήμο, θα πρέπει να απορριφθεί και το επαναφερθέν με τις από 11/9/2023 προτάσεις των εναγομένων εταιρειών αίτημά τους να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν την κατά τα ανωτέρω εκτέλεση της υπ' αρ. 2025/2017 απόφασης και να διαταχθεί η επανεγκατάσταση τους στον σταθμό αυτοκινήτων.

Περαιτέρω, από τη λειτουργία και εκμετάλλευση του Σταθμού Αυτοκινήτων η Φ. είχε τα ακόλουθα ακαθάριστα έσοδα, τα οποία θα ληφθούν ως πραγματοποιηθέντα και συνεπώς αποδοτέα στον Δήμο έσοδα στο σύνολό τους, αφού η Φ. δεν υπέβαλε ένσταση απόδοσης από τον Δήμο στην ίδια των γενομένων δαπανών για την κτήση τους κατά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 739 εδ.

β' Α.... Για τα πέντε πρώτα έτη της εκμετάλλευσης η Φ., σύμφωνα ιδίως με την υπ' αρ. πρωτ. ...1980 της Νομαρχίας Αττικής Έκθεση της Επιτροπής, που ορίστηκε από την Κυβερνητική Οικονομική Επιτροπή, η οποία έκθεση στηρίχθηκε κυρίως στα βιβλία της Φ., τα ετήσια ακαθάριστα έσοδά της ανέρχονται σε δραχμές 10.423.616 για το έτος 1975, 16.171.826 για το έτος 1976, 20.788.467 για το έτος 1977, 24.607.406 για το έτος 1978 και 25.715.564 για το έτος 1979 και συνολικά σε 97.706.879 δραχμές.

Για τα επόμενα πέντε έτη, με βάση ιδίως την από 24-1-1991 έκθεση ελέγχου του Δήμου, τις προσκομιζόμενες εκθέσεις ελέγχου της ΔΟΥ ΦΑΕΕ ... και τις δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος της Φ. ανήλθαν σε δραχμές 26.963.811 δραχμές για το έτος 1980, 27.645.571 δραχμές για το έτος 1981, 28.562.643 δραχμές για το έτος 1982, 31.460.067 δραχμές για το έτος 1983 και 34.356.000 δραχμές για το έτος 1984 και συνολικά σε 148.968.092 δραχμές.

Συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι οι ακαθάριστες εισπράξεις της Φ. ανέρχονται στα αναφερόμενα στην αγωγή μεγαλύτερα ποσά, αλλά, αντίθετα, ταυτίζονται με τα αναφερόμενα στην ένσταση συμψηφισμού του Δήμου ανωτέρω μικρότερα (από τα αναφερόμενα στην αγωγή του) ποσά, τα οποία προκύπτουν αναλόγως καθ' ολοκληρίαν ή κατά το μέγιστο ποσοστό τους και από την περιλαμβανόμενη και στις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου προτάσεις των εταιρειών δικαστική ομολογία τους, για το ύψος των ακαθάριστων αυτών εισπράξεων.

Με την αγωγή του ο Δήμος, ενώ όπως προαναφέρθηκε θα μπορούσε να ζητήσει το σύνολο των ποσών αυτών ως ληφθέντων από τη Φ., που ενεργούσε ως μη γνήσια διοικητής της περιουσίας του, ζητεί μόνο ποσοστό 7% για τα πέντε πρώτα έτη, ήτοι ποσό (97.706.879 δραχμές Χ 7% =) 6.839.481,53 δραχμών και ποσοστό 9% για τα επόμενα πέντε έτη, ήτοι ποσό (148.968.092 δραχμές Χ 9% =) 13.407.128,28 δραχμών και συνολικά επομένως πρέπει να του επιδικασθεί μόνο το ποσό αυτό των 20.246.609,81 δραχμών, ήδη δε των 59.417,78 ευρώ, το οποίο υποχρεούνται να καταβάλουν αμφότερες οι εναγόμενες εταιρείες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εκάστη τούτων, αφού με την από 4/11/1972 σύμβαση η Ξ.

ανέλαβε έναντι του Δήμου τη σχετική υποχρέωση. Περαιτέρω, αφού, κατά τα ανωτέρω, ήταν νόμιμη η καταγγελία των συμβάσεων και επήλθε η λύση αυτών, πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν και η επικουρικώς ασκηθείσα ανταγωγή της Φ., με την οποία αυτή ζητεί τη θετική ζημία της κατά την παρ. 5 του άρθρου 15 Ν. 1491/1984, η οποία είναι ίση με την αξία του κατασκευασθέντος έργου από την Ξ.

αρχικά και από την ίδια στη συνέχεια. Το τμήμα του έργου που κατασκευάστηκε και έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης στη συνέχεια από τη Φ., κατασκευάστηκε διακεκομμένα από τον Ιανουάριο του 1972 έως και τον Αύγουστο του 1974, με βάση δε τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στην ανωτέρω ορισθείσα από το ΤΕΕ Επιτροπή, το "κέντρο βάρους" της κατασκευής του έργου κρίθηκε αιτιολογημένα ότι είναι το Α' εξάμηνο του 1973, σύμφωνα με το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί το κόστος κατασκευής του εκτελεσθέντος τμήματος του έργου.

Ο υπολογισμός τόσο του κόστους των εκτελεσθεισών εργασιών, όσο και της αξίας τους είναι ιδιαίτερα δυσχερής, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, επειδή το έργο εκτελείτο με δαπάνη των αναδόχων εταιρειών, της Ξ. αρχικά και της Φ. στη συνέχεια, δεν υπάρχουν ούτε συμφωνημένες τιμές εργασιών ούτε επιμετρήσεις του εκτελεσθέντος έργου, η δε δυσχέρεια αυτή είναι κατά πολύ μεγαλύτερη για τις αφανείς εργασίες, που αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος των εκτελεσθεισών εργασιών, όπως επισημαίνεται και στην ανωτέρω από 30/9/1976 Έκθεση Εκτίμησης του Κόστους από την ορισθείσα από το ΤΕΕ Επιτροπή.

Η αντενάγουσα στην ανταγωγή της, όπως προαναφέρθηκε, αναβιβάζει το κόστος κατασκευής του τμήματος του έργου που κατασκευάστηκε με τιμές του Β' εξαμήνου του 1973 σε 179.933.903 δραχμές, ενώ ο Δήμος ισχυρίζεται ότι το κόστος αυτό δεν υπερβαίνει τα 45.000.000 δραχμές. Το δικαστήριο κρίνει ότι με βάση τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως την εξόχως αναλυτική και πειστική ανωτέρω έκθεση της Επιτροπής του ΤΕΕ, όπως αυτή αιτιολογημένα τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την από 11/2/1977 έκθεσή της ιδίας Επιτροπής, για τη σύνταξη της οποίας τροποποιητικής έκθεσης λήφθηκαν υπόψη και νεώτερα στοιχεία, που έθεσε στη διάθεσή της ο Δήμος και προέρχονται από την παρακολούθηση από αυτόν της κατασκευής του έργου, το κόστος κατασκευής του μερικώς εκτελεσθέντος έργου, για την σύνταξη της μελέτης, οικοδομικές εργασίες (εκσκαφές γαιώδεις, ημιβραχώδεις και βραχώδεις, εκσκαφές θεμελίων, σκυρόδεμα Γ'225 και Β'450, αντιστηρίξεις πρανών δια πασσαλοσανίδων, άοπλο σκυρόδεμα δαπέδων, μόνωση αρμών διαστολής, μόνωση της επιφάνειας του σκυροδέματος, ασφαλτικός τάπητας οδών, κατασκευή κρασπεδορείθρων, πλακόστρωση πεζοδρομίων, αφρώδες σκυρόδεμα, σιδηρά κουφώματα απλά, σιδηρά κουφώματα στραντζαριστά, λοιπές σιδηρουργικές εργασίες κατ' αποκοπή, κουφώματα αλουμινίου, κουφώματα ξύλινα, λοιπές ξυλουργικές εργασίες κατ' αποκοπή, επενδύσεις τοίχων με μάρμαρα, επιστρώσεις δαπέδων με μάρμαρα, επιστρώσεις δαπέδων με τσιμεντοκονία, οπτοπλινθοδομές μπατικές και δρομικές, επιχρίσματα μαρμαροκονίας, επενδύσεις τοίχων με πλακίδια πορσελάνης, υδροχρωματισμοί και ελαιοχρωματισμοί τοίχων και οροφών, ελαιοχρωματισμοί σιδηρών και ξύλινων επιφανειών, κατασκευή δαπέδου τρίτου υπογείου - αποστράγγιση - κανάλι αερισμού, ανακουφιστικό πρίσμα προς την οδό ... - λιθορριπή και εργασίες παροχετεύσεως), ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις του συστήματος αερισμού (δίκτυο σωληνώσεων από γαλβανισμένη λαμαρίνα με τις συνδέσεις και στηρίξεις της, στόμια προσαγωγής και αναρρόφησης αέρα, φυγοκεντρικούς ανεμιστήρες προσαγωγής αέρα 65.000 ...μ./ώρα, 92.000 ...μ./ώρα και απαγωγής αέρα 110.000 ...μ./ώρα και φίλτρα ενεργού άνθρακα), υδραυλικά (σωλήνες υδρεύσεως και αποχετεύσεως και οι συνδέσεις τους, είδη υγιεινής και αντλιοστάσιο ακαθάρτων), πυρόσβεση (σωλήνες πυρόσβεσης, πυροσβεστικές φωτιές και πυροσβεστήρες), ηλεκτρική εγκατάσταση (φωτισμός, καλώδια, σωληνώσεις και πίνακες, ηλεκτρικό υποσταθμό, υποσταθμό ΔΕΗ, ηλεκτροπαραγωγό ζεύγος), πλυντήριο - λιπαντήριο, πρατήριο υγρών καυσίμων, 2 ανελκυστήρες προσώπων, δύο κυλιόμενες κλίμακες, ηλεκτρονικό σύστημα, τηλεφωνικές εγκαταστάσεις, κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης, εργασίες μετατόπισης των υπαρχουσών εγκαταστάσεων ΔΕΗ και ΟΤΕ και απρόβλεπτες δαπάνες (όπως αναφέρονται αναλυτικά στις δύο εκθέσεις, τόσον οι ποσότητες όσο και η τιμή μονάδος των εργασιών αυτών), ανήλθε με τιμές Α' εξαμήνου 1973 στο συνολικό ποσό των 84.420.000 δραχμών.

Το ποσό αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνεται και α) από το από 30/7/1979 Πρακτικό της ορισθείσας από τον Υπουργό Εσωτερικών Επιτροπής Διαπραγματεύσεων μεταξύ των διαδίκων, στο οποίο, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα επιμετρητικά στοιχεία, προσδιορίζεται το κόστος κατασκευής του έργου σε 90.000.000 δραχμές με τιμές Α' εξαμήνου 1973, περιλαμβάνοντας όμως στο ποσό αυτό η Επιτροπή και το κόστος των συμβατικών εργασιών, που δεν πραγματοποίησε η Φ.

και β) την υπ' αρ. .../1980 έκθεση της Επιτροπής, που αποτελείτο από τους Χ. Τ. Οικονομικό Έφορο της ΦΑΒΕ ... και Ν. Ζ. Πρόεδρο του Σώματος Ορκωτών Λογιστών και ορίσθηκε από την Κυβερνητική Οικονομική Επιτροπή, η οποία, με βάση τα λογιστικά βιβλία της Φ. και την έκθεση του διενεργηθέντος φορολογικού ελέγχου σε αυτήν για την χρήση 1975, προσδιορίζει την αξία του εκτελεσθέντος, μέχρι τις 31-12-1975, έργου σε 84.173.716 δραχμές.

Αντίθετα μη πειστική κρίνεται η από 20-10-1993 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Α. Φ., ο οποίος μάλιστα ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ξ., που υπέγραψε γι' αυτήν την επίδικη από 15-11-1971 σύμβαση έργου, στην οποία έκθεση αυτός αναβιβάζει το κόστος κατασκευής του εκτελεσθέντος έργου σε 179.933.903 δραχμές, και τούτο γιατί αυτός, για τον υπολογισμό των τιμών μονάδας του έργου, προέβη σε αναθεώρηση των τιμών, σύμφωνα με τα ισχύοντα επί δημοσίων έργων και στην αναγωγή των τιμών αυτών στις τιμές Α' εξαμήνου 1975, που αναπόδεικτα ισχυρίζεται ότι τελείωσαν οι εργασίες, ενώ τέτοια συμφωνία αναθεώρησης δεν αποδείχθηκε ότι περιλαμβάνεται στις επίδικες συμβάσεις και οι εργασίες ολοκληρώθηκαν τον Αύγουστο του 1974, όπως προαναφέρθηκε, η δε εκτίμηση αυτή του κόστους είναι αντίθετη και με τις ίδιες τις φορολογικές δηλώσεις της Φ.

και τον διενεργηθέντα φορολογικό έλεγχο, με βάση τα οποία στοιχεία προσδιόρισε το κόστος του έργου η τελευταία ανωτέρω Επιτροπή.

Συνεπώς το συνολικό ποσό, που δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση η Φ. για τη θετική ζημία, που υπέστη, από την καταγγελία των συμβάσεων είναι 84.420.000 δραχμές. Περαιτέρω όμως, από τον ανωτέρω χρόνο υπολογισμού του κόστους του έργου και επομένως του υπολογισμού της ζημίας της αντενάγουσας και μέχρι τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της ανταγωγής της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ..., που έγινε στις 5/6/1987, παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα διαρκείας 14 σχεδόν ετών, κατά το οποίο επήλθε ουσιώδης μεταβολή των συνθηκών, με σημαντική αύξηση του τιμαρίθμου και υποτίμηση του νομίσματος και για τον λόγο αυτό το ανωτέρω ποσό των 84.420.000 δραχμών πρέπει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών να αναχθεί στο ισότιμο του ποσού αυτού κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής.

Για τον υπολογισμό της αναπροσαρμογής αυτής, η αντενάγουσα επικαλείται κυρίως την ισοτιμία της δραχμής με τη χρυσή λίρα Αγγλίας κατά τα ανωτέρω αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, αναφέροντας συγκεκριμένες τιμές ισοτιμίας στην ανταγωγή, αλλά ο τρόπος αυτός υπολογισμού δεν είναι δυνατόν να γίνει, γιατί δεν προσκομίζεται από τους διαδίκους κανένα αποδεικτικό στοιχείο για την ισοτιμία αυτή.

Προσφορότερο στοιχείο για τον υπολογισμό αυτό άλλωστε αποτελεί η ίδια η διακύμανση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, για την οποία επίσης δεν προσκομίζονται επίσημα στοιχεία από αρμόδια αρχή, αλλά η διακύμανση αυτή αποδεικνύεται από τη δικαστική ομολογία του Δήμου στην αγωγή του, κατά τον υπολογισμό των ακαθαρίστων εισπράξεων της Φ.

από την εκμετάλλευση του σταθμού, σύμφωνα με την οποία ο ανωτέρω Δείκτης ήταν ανοδικός μέχρι και το έτος 1979 με ρυθμό 10% ετησίως, ενώ από το 1980 έως και το 1984 με ρυθμό 20% ετησίως, ο ίδιος δε ρυθμός του 20% αποδεικνύεται ότι συνέτρεχε και για τα έτη 1985 και 1986, καθώς και για το πρώτο εξάμηνο του 1987, συνάγεται δε και από την αποδεικνυόμενη ουσιωδώς θετική μεταβολή των συντελεστών αναθεώρησης τιμών για τα δημόσια έργα, η οποία μεταβολή, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν μπορεί να ληφθεί αυτοτελώς υπόψη για τον υπολογισμό του κόστους του έργου, αποτελεί δικαστικό τεκμήριο για την ουσιώδη αύξηση της τιμής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα των 14 ετών, αφού αποδεικνύεται ότι ο Δείκτης αυτός αποτελεί το ουσιωδέστερο στοιχείο, που λαμβάνεται υπόψη από την αρμόδια Επιτροπή καθορισμού των συντελεστών αναθεώρησης, κατά τον καθορισμό αυτό.

Με βάση τα στοιχεία αυτά και με τον υπολογισμό της αναπροσαρμογής σύμφωνα με τα ανωτέρω ομολογημένα ποσοστά αύξησης του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή κάθε έτος, το ισότιμο του ποσού της ζημίας της Φ. στον χρόνο συζήτησης της ανταγωγής, μετά τις κατάλληλες αριθμητικές πράξεις, αντιστοιχεί σε 535.883.248,15 δραχμές.

Περαιτέρω ως προς την ένσταση συμψηφισμού, που προέβαλε ο αντεναγόμενος Δήμος, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Όπως προαναφέρθηκε κατά τα πέντε έτη από 1975 έως 1979, οι ακαθάριστες εισπράξεις της Φ. από την εκμετάλλευση του υπογείου σταθμού αυτοκινήτων, όντας αυτή μη γνήσια διοικητής της περιουσίας του Δήμου, ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 97.706.879 δραχμών, από το οποίο επιδικάσθηκε ήδη στον Δήμο το 7%, ήτοι ποσό 6.389.481,53 δραχμών, ενώ για τα επόμενα πέντε έτη από 1980 έως 1984 οι ακαθάριστες αυτές εισπράξεις ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 148.968.092 δραχμών, από το οποίο επιδικάσθηκε στον Δήμο το 9%, ήτοι ποσό 13.467.128,28 δραχμών.

Επίσης η Φ., παρά τη γενομένη καταγγελία των συμβάσεων και τη για το μέλλον λύση αυτών από τις 11/2/1985 και εφεξής, και παρότι ήταν υποχρεωμένη, μετά την καταγγελία και τη λύση των συμβάσεων, να αποδώσει το έργο στην κατάσταση που βρισκόταν, δεν το απέδωσε, αλλά συνέχισε να το εκμεταλλεύεται και για τα ανωτέρω δύο έτη, ισχυριζόμενη ότι η προβλεπόμενη από την από 15/11/1971 σύμβαση έργου σύμβαση εκμετάλλευσης συνήφθη στις 22/1/1985, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε στην απορριφθείσα κατά τα ανωτέρω ένστασή της, και στα πλαίσια του ισχυρισμού της αυτού επέδωσε νομίμως στον Δήμο δια δικαστικού επιμελητή εξώδικες δηλώσεις - προσκλήσεις, με τις οποίες του γνωστοποιούσε τις ακαθάριστες εισπράξεις της αντιστοίχων μηνών του χρονικού διαστήματος από 21/1/1985 έως 21/12/1986 και τον καλούσε να παραλάβει από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το γραμμάτιο που είχε καταθέσει κάθε φορά και αντιστοιχούσε στο συμφωνηθέν με την από 15/11/1971 σύμβαση έργου ποσοστό αμοιβής του Δήμου.

Από την περιεχόμενη στις εξώδικες αυτές προσκλήσεις εξώδικη ομολογία της Φ., το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητεί ειδικά και η Ξ., αλλά και από την περιεχομένη στην ανωτέρω Εισηγητική Έκθεση ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εταιρειών Τ. Σ., ο οποίος είναι ο ταμίας και λογιστής της Φ., αποδεικνύεται ότι οι ακαθάριστες εισπράξεις της για τα έτη 1985 και 1986 ανέρχονται συνολικά στα ποσά των 42.777.941 και 77.992.335 δραχμών αντιστοίχως, τα οποία προβάλλει και ο Δήμος στην ένσταση συμψηφισμού.

Αντίθετα δεν αποδείχθηκε η είσπραξη από τη Φ. του ποσού των 20.000.000 δραχμών για διαφημιστικές καταχωρήσεις, αφού κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίστηκε επ' αυτού. Επομένως, αφού όπως προαναφέρθηκε η Φ. υποχρεούται ως μη γνήσια διοικητής αλλοτρίων να αποδώσει ό,τι έλαβε κατά τη διοίκηση αυτή, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένσταση συμψηφισμού του Δήμου, αφού αφορά ομοειδή (χρηματική) και ληξιπρόθεσμη απαίτησή του κατά της Φ.

και να αφαιρεθεί από το ανωτέρω ποσό της απαίτησης της Φ. κατά του Δήμου η απαίτηση του Δήμου κατ' αυτής για απόδοση των ληφθέντων, με απόσβεση των αμοιβαίων αυτών απαιτήσεων κατά το μέρος που καλύπτονται, από τότε που συνυπήρξαν. Ειδικότερα, από το ανωτέρω ποσό των 535.883.248,15 δραχμών, στο οποίο ανέρχεται η απαίτηση της Φ.

για τη θετική ζημία της, αφαιρούνται: α) για τα έτη 1975-1979 το ποσό των (97.706.879 - 6.839.481,53 =) 90.867.397,47 δραχμών, β) για τα έτη 1980-1984 το ποσό των (148.968.092 - 13.407.128,28 =) 135.560.963,72 δραχμών και γ) το ποσό των (42.777.941 + 77.992.335 =) 120.770.276 δραχμών για τα έτη 1985-1986 και συνολικά αφαιρείται το ποσό των (90.867.397,47 + 135.560.963,72 + 120.770.276=) 347.198.637,19 δραχμών και συνεπώς για τη θετική της ζημία η Φ.

δικαιούται το υπόλοιπο ποσό των (535.883.248,15-347.198.637,19=) 188.684.610,96 δραχμών, ήδη δε των 553.733,26 ευρώ, κατά το οποίο και πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή η ανταγωγή της. Περαιτέρω, παρότι γίνεται δεκτή η αγωγή κατά το ανωτέρω ποσό, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση επίσχεσης, που προέβαλε η Φ., γιατί είναι πλέον άνευ αντικειμένου, αφού, όπως προαναφέρθηκε, έχει ήδη αποδοθεί το έργο στον Δήμο.

Τέλος απορριπτέο είναι και το αίτημα των εταιρειών να εκδοθεί νέα προδικαστική απόφαση, γιατί για όλους τους κρίσιμους και αμφισβητούμενους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων τέθηκε θέμα αποδείξεως με την προαναφερθείσα υπ' αρ. 2721/1987 προδικαστική απόφαση.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει α) να γίνει εν μέρει δεκτή η προσφυγή - αγωγή του Δήμου, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη Φ. Α.Ε. να του παραδώσει το έργο του υπογείου σταθμού αυτοκινήτων στην πλατεία ... στην ..., με όλες τις κατασκευές και εγκαταστάσεις του και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των 59.417,78 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και β) να γίνει εν μέρει δεκτή και η ανταγωγή της αντενάγουσας Φ. Α.Ε. και να υποχρεωθεί ο αντεναγόμενος Δήμος να της καταβάλει το ποσό των 553.733,26 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την πρώτη συζήτηση της ανταγωγής στις 5/6/1987 και μέχρι την εξόφληση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας και συγκεκριμένα για την προσφυγή - αγωγή, για την ανταγωγή, για την ανακοπή ερημοδικίας, για τις δύο εφέσεις και την αντέφεση και για την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής, μετά τους οποίους εκδόθηκαν η ανωτέρω υπ' αρ. 289/2020 απόφαση, όπως και η παρούσα απόφαση, πρέπει να συμψηφιστούν ολικά μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 176, 178, 183, 191 παρ 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Συνεκδικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων: α) την υπ' αρ. εκθ. κατάθ. 3472/2007 έφεση των καλουσών - αναιρεσειουσών κατά της υπ' αρ. 6784/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., β) την υπ' αρ. εκθ. κατάθ. 3207/2004 έφεση των καλουσών - αναιρεσειουσών κατά της υπ' αρ. 217/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... και γ) την υπ' αρ. έκθ. κατάθ. .../2007 αντέφεση του καθ' ου η κλήση - αναιρεσιβλήτου κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως.

- Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την πρώτη από τις ανωτέρω εφέσεις.

-Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αρ. 6784/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ....

-Κρατεί και δικάζει κατ' ουσίαν την από 25/2/2004 ανακοπή ερημοδικίας των καλουσών κατά της υπ' αρ. 217/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ....

- Δέχεται την ανακοπή ερημοδικίας.

-Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ανακοπής παραβόλου στις καλούσες-ανακόπτουσες.

-Εξαφανίζει την υπ' αρ. 217/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ....

- Δικάζει α) την από 10/7/1985 προσφυγή - αγωγή του καθ' ου η κλήση κατά των καλουσών και β) την από 20/1/1987 ανταγωγή της δεύτερης καλούσας κατά του καθ' ου η κλήση.

- Απορρίπτει ότι κρίθηκε στο σκεπτικό ότι πρέπει να απορριφθεί.

- Δέχεται εν μέρει την από 10/7/1985 προσφυγή -αγωγή του Δήμου ....

- Υποχρεώνει τη δεύτερη εναγομένη να παραδώσει στον ενάγοντα το έργο του υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων, που βρίσκεται στην πλατεία ... στην ..., μαζί με όλες τις κατασκευές και εγκαταστάσεις του.

- Υποχρεώνει τις εναγόμενες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εκάστη τούτων, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των πενήντα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δεκαεπτά ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (59.417,78), με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

- Δέχεται εν μέρει την από 20/1/1987 ανταγωγή της εδρεύουσας στην ... ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Φ. Α.Ε.".

- Υποχρεώνει τον αντεναγόμενο Δήμο ... να καταβάλει στην ως άνω αντενάγουσα το ποσό των πεντακοσίων πενήντα τριών χιλιάδων επτακοσίων τριάντα τριών ευρώ και είκοσι έξι λεπτών (553.733,26), με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία πρώτης συζήτησης της ανταγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που έγινε στις 5/6/1987, και μέχρι την εξόφληση. -

Απορρίπτει ως απαράδεκτες την έφεση των καλουσών και την αντέφεση του καθ' ου η κλήση κατά της υπ' αρ. 217/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... Και - Συμψηφίζει ολικά τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 27 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 21 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ