Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
719/2015 KI-generiert

Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership via adverse possession under Greek Civil Code.

Geschäftsnummer 719/2015
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the State's request to overturn the lower court's ruling on property ownership. The Association successfully claimed title through thirty years of continuous, good-faith possession of a forest plot, a fact the appellate court had thoroughly verified. The Court upheld this decision, rejecting the State's arguments that the lower court failed to specify the exact nature of the predecessor's acquisition.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 1094 of the Civil Code; Article 216(1)(a) of the Code of Civil Procedure: For a claim of ownership acquired derivatively, the plaintiff must state the direct predecessor's ownership, but the appellate court may rely on the lower court's finding of good-faith adverse possession without further specification of the predecessor's title.

Schlagwörter

KI-generiert
adverse possession good faith possession derivative ownership appeal dismissal forest land title continuous possession Civil Code Greece maritimer Raum

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 1094 of the Civil Code
Article 216(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 719 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 719/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΓΕΝΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΥΝ.Π.Ε", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Στάικο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5067/2008 μη οριστική, 7057/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1858/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 19/2/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 11/11/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρο 1094 του ΑΚ. σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 216 παρ.1 περ. α' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, και ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ήταν κύριος του πράγματος που μεταβίβασε.

Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνο αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ' υποφορά.

είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Συνίσταται δε ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μία συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε ως την εισαγωγή του ΑΚ στις 23-2-1946.

ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι το ίδιο πρόσωπο είχε στην νομή του με καλή πίστη το ακίνητο για μία συνεχή τριακονταετία. Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής στην τελευταία αυτή περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στα ως άνω δικόγραφα του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο. Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει υλικές πράξεις νομής επί του ακινήτου, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του να το έχει ως δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.

Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας- αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη η μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 18/9/2006 ένδικη αγωγή, την οποία ο Άρειος Πάγος εκτιμά ως διαδικαστικό έγγραφο (άρθρο 56 παρ.2 ΚΠολΔ), ισχυρίστηκε ότι κατέστη κύριος έκτασης δάσους 100.110 τ.μ., αποτελούμενη από δύο τεμάχια 12.350 τ.μ. και 87.750 τ.μ., αντίστοιχα, που περιλαμβάνονται σε μεγαλύτερης έκτασης ιδιωτικό δασόκτημα, με την ονομασία "Σταμάτα Αττικής", το οποίο ήδη συντίθεται από νεαρό δάσος πεύκης και προέρχεται από τα υπολειφθέντα με αναγκαστικές και εκούσιες απαλλοτριώσεις συνεχόμενα και αποτελούντα ενιαίο σύνολο δάση των άλλοτε διακεκριμένων κτημάτων "Σταμάτα", "Διόνυσος" και "Καστρί", όπως ειδικότερα περιγράφεται στην αγωγή κατά θέση, έκταση και όρια.

Ότι την κυριότητα της πιο πάνω (επίδικης) έκτασης απέκτησε από αληθείς κυρίους, δυνάμει του .../2006 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Παναγιώτου Κανακάρη, νόμιμα μεταγεγραμμένου, στους δε δικαιοπαρόχους του (άμεσους, απώτερους και απώτατους) η εν λόγω έκταση είχε περιέλθει κατά κυριότητα δυνάμει των ειδικότερα αναφερόμενων στην αγωγή καθολικών και ειδικών διαδοχών, οι οποίες ξεκινούν από το έτος 1834.

Ότι η κτήση κυριότητας του μείζονος ιδιωτικού δασοκτήματος (τμήμα του οποίου αποτελεί και η επίδικη έκταση) από τους απώτατους δικαιοπαρόχους του έγινε με αγοραπωλησίες από τους Οθωμανούς προκτήτορες, οι οποίες επικυρώθηκαν με τις 593/1842 και 341/1836 αποφάσεις της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών ιδιοκτησιών Εξεταστικής Επιτροπής, κατ' άρθρο 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", οι οποίες (αποφάσεις) κηρύχθηκαν εκτελεστές.

Ότι τόσο επί του περιελθόντος στον αναιρεσίβλητο επίδικου ακινήτου όσο και επί του μεγαλύτερου ιδιωτικού δασοκτήματος, του οποίου αποτελεί μέρος, ο ίδιος και όλοι οι αναφερόμενοι αναλυτικά στην αγωγή δικαιοπάροχοι του (άμεσοι, απώτεροι και απώτατοι) άσκησαν συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως από το έτος 1830 τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής με νόμιμους τίτλους και καλή πίστη, έχοντας την απόλυτη πεποίθηση ότι αποκτούν την κυριότητα και νομή αυτών από αληθείς κυρίους και νομείς, κι έτσι έχει καταστεί επίσης κύριος της επίδικης έκτασης με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας.

Ότι, ειδικότερα, οι πράξεις νομής που άσκησε ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) στο επίδικο ακίνητο συνιστάνται μεταξύ άλλων, στη συλλογή καρπών από τα υφιστάμενα σε ορισμένα τμήματα αυτού ελαιόδεντρα, στην καταμέτρηση και οριοθέτηση του με τη σύνταξη σχετικού τοπογραφικού διαγράμματος και στην κίνηση της διαδικασίας ένταξης του στο ρυμοτομικό σχέδιο Σταματάς, ενώ οι πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων του συνίσταντο.

ενδεικτικά, στην καλλιέργεια, στην υλοτομία, στις εκχερσώσεις, στις απαλλοτριώσεις, στις άδειες κατατμήσεων, στις αποφάσεις αναγκαστικής εισδοχής ποιμνίων, στην περισυλλογή ρητίνης και στη συλλογή καρπών από τα υφιστάμενα ελαιόδεντρα. Κατόπιν αυτών ζήτησε, ενόψει της αμφισβήτησης της κυριότητας του από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, να αναγνωριστεί ότι αυτός (αναιρεσίβλητος) είναι κύριος του επίδικου ακινήτου.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, διότι διαλαμβάνονται σε αυτή όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία ως προς την απόκτηση της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), αφού εκτίθενται οι προσήκουσες πράξεις νομής που ασκήθηκαν σε αυτό, τόσο από τους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους του με καλή πίστη και την πεποίθηση ότι είναι κύριοι από το έτος 1830 μέχρι τη μεταβίβαση του σ' αυτόν (έκτακτη χρησικτησία), όσο και από τον ίδιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών και μέχρι την άσκηση της αγωγής, με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του.

Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα και το ορισμένο της αγωγής αυτής η περαιτέρω αναφορά στις επιμέρους πράξεις νομής που άσκησαν οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου στην επίδικη έκταση που προσιδιάζουν στη φύση της, αφού αναφέρεται ότι πρόκειται για ενιαίο ιδιωτικό δασόκτημα, όπου ο φυσικός εξουσιασμός των πιο πάνω δικαιοπαρόχων και το πνευματικό στοιχείο της νομής τους επεκτεινόταν σε όλη την έκταση του, εντός του οποίου, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση των 100.100 τ.

μ. Ούτε ήταν επίσης αναγκαία η έκθεση πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Δημοσίου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ΒΡΔ και του άρθρου 21 του ν. 21-6/7-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", αφού τα περιστατικά αυτά είναι απαραίτητα για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία στην περίπτωση που πρόκειται για δημόσιο κτήμα, δηλαδή για ακίνητο, του οποίου έχει γίνει κύριο το Δημόσιο και όχι όταν πρόκειται, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, για έκταση που αποτελεί μέρος μεγαλύτερης ιδιωτικής δασικής έκτασης, για την οποία είχαν υποβληθεί εμπροθέσμως στην επί Οικονομικών Γραμματεία οι σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας και είχε αναγνωριστεί ως τέτοια με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της, οι οποίες κηρύχθηκαν εκτελεστές.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό που πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με λόγο έφεσης το ήδη αναιρεσείον (εναγόμενο-εκκαλούν) στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, γιατί: α) δεν αναφέρεται σ' αυτήν συγκεκριμένες πράξεις νομής των απώτατων δικαιοπαρόχων του ήδη αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος-εφεσιβλήτου) στην επίδικη έκταση, παρά μόνο στο μείζον κτήμα "Σταμάτα-Διόνυσος" και β) δεν εκτίθενται τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ και του άρθρου 21 του ν.

της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" που ρυθμίζουν την έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου (αναιρεσιβλήτου) δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των άρθρων 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Για την κτήση κυριότητος επί ακίνητου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται κατά μεν τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 και παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 (βασ.50 14), αδιάλειπτη νομή του πράγματος με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, η οποία (καλή πίστη), όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ.(5.8),27 πανδ.(18.1), 10, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 πανδ.(41.10)και 109 πανδ.(50.16), συνίσταται στην ειλικρινή, πεποίθηση, ότι δια της κτήσεως της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητος άλλου, κατά δε την διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ ο χρόνος αυτός περιορίστηκε στην εικοσαετία, συνυπολογιζομένου, κατ' αμφότερα τα δίκαια, και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως.

Προκειμένου δε περί εκτάκτου χρησικτησίας που άρχισε υπό το κράτος του προϊσχύσαντος δικαίου και συμπληρώθηκε υπό τον Αστικό Κώδικα, που δεν απαιτεί το στοιχείο της καλής πίστεως του νομέως, είναι απαραίτητη η ύπαρξη της καλής πίστεως για τον μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο (23/2/1946). Την συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστεως συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος και η κρίση αυτού ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, εμπεριέχουσα καθεαυτή και χωρίς άλλη επεξήγηση την κατά τις προμνημονευθείσες διατάξεις, κοινώς δε κρατούσα, έννοια της.

Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 του Εισ.Ν.ΑΚ., οι περί χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται από της εισαγωγής του και επί προαρξαμένης χρησικτησίας, μη συμπληρωθείσης μέχρι τότε. Στην περίπτωση αυτή η απαιτουμένη εικοσαετία προς συμπλήρωση του χρόνου της εκτάκτου χρησικτησίας αρχίζει από της εισαγωγής του ιδίου Κώδικος, εκτός εάν ο μακρύτερος του προϊσχύσαντος δικαίου χρόνος συμπληρώνεται ενωρίτερα, οπότε η χρησικτησία συμπληρώνεται με την παρέλευση του χρόνου αυτού του προϊσχύσαντος δικαίου.

Εξάλλου, προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά (εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17.11/1 /12/1836 β.δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 του εν λόγω β.δ/τος), σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 18, 24 παρ 1 πανδ.(41.3), 9 εισ.(2.9), 2 κωδ.(7.30) και 2 βασ. (50.10), που εφαρμόζονται εν προκειμένω διαχρονικώς κατά το όρθρο 51 του ΕισΝΑΚ και μη τροποποιηθείσες από τα άρθρα 18 και 21 του από 21 Ιουνίου 1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", εξαιρούνταν της τακτικής, όχι όμως και της εκτάκτου χρησικτησίας και επομένως μπορούσε κάποιος να χρησιδεσπόσει και επί δημοσίου κτήματος και να αποκτήσει επ' αυτού την κυριότητα πρωτοτύπους, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, δια της επί συνεχή τριακονταετία ασκήσεως επ' αυτού νομής με καλή πίστη.

Η τριακονταετής όμως νομή έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11 Σεπτεμβρίου 1915, καθόσον μεταγενεστέρως τα δημόσια κτήματα εξηρέθησαν και της εκτάκτου χρησικτησίας, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των βάσει αυτού εκδοθένων διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που ίσχυσαν έκτοτε μέχρι και πέραν του έτους 1926, δια των οποίων ανεστάλη κάθε παραγραφή και κάθε νόμιμη και δικαστική προθεσμία επί αστικών διαφορών, και του άρθρου 21 του από 2.4/16.5.1926 ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π.", διατηρηθέντος σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ.

Από δε την διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. από 16 Νοεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών" , σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ιδίου διατάγματος, προκύπτει, ότι αναγνωρίζεται η κυριότητα του Δημοσίου σε κάθε έκταση, η οποία πριν από την έναρξη της ισχύος που αποτελούσε δάσος, με εξαίρεση εκείνων για τις οποίες υπήρχε έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής ότι προ του αγώνος ανήκαν σε ιδιώτες και υπό την προϋπόθεση ότι υπεβλήθησαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία οι σχετικοί της ιδιοκτησίας τίτλοι εντός της υπό του άρθρου 3 παρ. 1 τούτου ιδίου β.δ/τος οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας.

Μετά δε την κατά τον τρόπο αυτό αναγνώριση της κυριότητος του Δημοσίου σε κάθε εδαφική έκταση, η οποία πριν από την έναρξη ισχύος του άνω β.δ/τος είχε δασικό χαρακτήρα, αρκεί η υπό του Δημοσίου επίκληση και απόδειξη, προς θεμελίωση της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή ενστάσεως ιδίας κυριότητος, της υπάρξεως της ιδιότητος του δάσους προ της ενάρξεως ισχύος του άνω διατάγματος.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 369,1033 και 1192 ΑΚ, συνάγεται ότι για την μεταβίβαση της κυριότητος επί ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και αυτού που αποκτά, υποκείμενη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σε αυτόν η κυριότητα και καταχώριση του συμβολαίου στα οικεία βιβλία μεταγραφών.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο έχει συνολικό εμβαδό 100.100 τμ και αποτελείται από δύο μέρη, εμβαδού 12.350 τμ το ένα και 87.750 τμ το άλλο, τα οποία αποτελούν τμήματα μεγαλύτερου ακινήτου, το οποίο αποτελούσαν διακεκριμένα δασοκτήματα, τα οποία συνόρευαν μεταξύ τους, και ειδικότερα το δασόκτημα της "Σταμάτας" και το δασόκτημα του "Διονύσου", τα οποία βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του άλλοτε Δήμου Μαραθώνα του Νομού Αττικής.

Πριν από την απελευθέρωση και τη συγκρότηση του Ελληνικού Κράτους, τα δύο αυτά δασοκτήματα ανήκαν σε Οθωμανούς και αποτελούσαν "τσιφλίκια", δηλαδή συγκροτημένες αγροτοκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις (χωρία). Μετά την απελευθέρωση, το πρώτο δασόκτημα (τσιφλίκι) Σταματάς, το οποίο ανήκε στους Οθωμανούς Μ. Α.

γιο του Δ. Μ., γιο του Μ. Ε., Μ. γιο του Η. Μ. Μ. Α. και Ο. γιων του Μ. Χ. Ε., το αγόρασε, από τους ιδιοκτήτες του αυτούς, ο Κ. Ζ., Γραμματέας των Εξωτερικών τότε, ως αντιπρόσωπος, δηλαδή κατ' εντολή και με χρήματα, του Α. Δ., σύμφωνα με την 523/25 από 28-1-1834 έγγραφη δήλωση αυτού (Κων/νου Ζωγράφου), η οποία είναι κατατεθειμένη στην πράξη .../1850 του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Βελισσαρίου. Το πωλητήριο (Χοτζέτι), που συντάχθηκε για την πώληση αυτή, η οποία έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του από 3ης Φεβρουαρίου 1830 Πρωτοκόλλου του Λονδίνου "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", με το οποίο επιτράπηκε στους Τούρκους μετανάστες, εκείνους, δηλαδή, που κατά την έναρξη του Αγώνα εγκατέλειψαν το Ελληνικό έδαφος και επανήλθαν στην Ελλάδα μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου, να πωλήσουν ιδιωτικές τους εκτάσεις, τις οποίες είχαν αποκτήσει πριν αρχίσει ο Αγώνας για την Ανεξαρτησία της Ελλάδος, έχει απολεσθεί.

Η σύνταξη του, όμως, αποδεικνύεται κυρίως από το έγγραφο 13/20-10-1830 της "Κατά την Εύβοιαν και Αττικήν Ελληνικής Επιτροπής" προς "Τον επί των εκποιήσεων των κατά την Εύβοιαν και Αττικήν Οθωμανικών Ιδιοκτησιών πληρεξούσιον της Κυβερνήσεως Δημήτριον Περρούκαν", το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: "Στέλλεται το τουρκικόν πωλητήριον του Χ.

Ε., υιού του Σ., δια του οποίου επώλησεν επιτροπικός από μέρους των προς τον Πελοπονήσιον Κ. Ζ., επιτροπεύοντος εις την αγοράν αυτήν του Ι. Β., υιού του Π., τα κατωτέρω κτήματα τα οποία έχουν συντροφικά εκ κληρονομιάς από τους αποθανόντες πατέρες των, και τα οποία κείνται εις το τσιφλίκι το ονομαζόμενο επάνω και κάτω Σταμάτα εις την επαρχίαν Αττικής, δηλ:

ένδεκα ερείπια ζευγαρόσπιτα, ένδεκα αλώνια και βοσκήν χειμερινήν και θερινήν ομού με δένδρα κάρπιμα και άκαρπα. Όλα αυτά για γρόσια χίλια πεντακόσια. Προς δε και ένδεκα ζευγάρια υποκείμενα εις το ρηθέν τσιφλίκι της Σταματάς, εξ ων τα μεν τέσσερα είναι μερίδιον του Μ. Α., το εν μερίδιον του Τ., το άλλον του Μ., τα δε λοιπά πέντε του Μ.

του Α. και του Ο., αυτών δε των ζευγαριών όλων τα όρια είναι γνωστά εις τους κατοίκους και γείτονας του τσιφλικιού. Όλα αυτά τα ένδεκα ζευγάρια τα επώλησε δια γρόσια είκοσι εννέα χιλιάδες, τα οποία και έλαβεν ομού με τα ανωτέρω χίλια πεντακόσια, αφού παρέδωσεν εις το ειρημένον Κ. Ζ. αγοραστήν τα ρηθέντα κτήματα και τον αποκατέστησε νόμιμον κύριον αυτών...Συναποστέλλεται και αντίγραφο των εργασιών, δι' ων επεξεργασθείσα η επιτροπή τα προς τούτο καθώς και περί των ορίων τα οποία δεν αναφέρονται εις το τουρκικόν πωλητήριον ως είθισται να μην αναφέρονται εις τα περί ζευγαριών όρια, παρεδέχθη ως νόμιμον την πώλησιν ταύτην".

Όσον αφορά, τα όρια του τσιφλικιού αυτού οι μάρτυρες Κ. Σ. και Σ. Σ., τους οποίους εμφάνισε ενώπιον της Επιτροπής αυτής ο πωλητής Χ. Ε., ως επίτροπος των ως άνω πωλητών, κατέθεσαν, σχετικά με την ερώτηση που αφορούσε τα όρια του ακινήτου, ο μεν πρώτος ότι "Από το ένα μέρος η γη του Μοναστηριού του Βρανά, το άλλο μέρος το άσπρο χώμα με τον Μαραθώνα σύνορο, το άλλο μέρος η Σπάτα, το Κατηφόρι, χωρίζει με το Λιόση και πιάνει τη δημοσιά και έρχεται στο Βιλατούρι σύνορο με το Μπογιάτι, στο Σιναξάλι πάλι με το Μπογιάτι σύνορο και πιάνει όσο τρέχουν τα νερά σύνορο με το Ρουπάκι πιάνει τη στράτα και έρχεται σύνορο με την Κηφισιά, πιάνει πάλι την επάνω στράτα του Μαραθώνα σύνορο με το Διόνυσο και όσο τρέχουν τα νερά και βγαίνει αγνάντια στη Ραπιντόσα κατεβαίνει και πιάνει στο Μουλίθι στο ρεύμα και βγαίνει πια στο ρεύμα στου Βρανά και σμίγει με το πρώτο σύνορο ...

αυτά τα σύνορα τα εγνώρισα από μικρό παιδί και μπορώ πάντοτε να τα δείξω", ο δε δεύτερος "Από το ένα μέρος σύνορο Μοναστήρι Βρανά, το άλλο μέρος καθώς έρχεται η ρίζα τ' άσπρα χώματα σύνορο με το Μαραθώνα, το άλλο μέρος Σπάτα, στο Κατηφόρι χωρίζει με τα Λιόσια και πιάνει την μεγάλη δημοσιά και έρχεται με το Βιλατούρι και μοιράζει με το Μπογιάτι και πάλι με το Μπογιάτι μοιράζει σύνορο Σιναξάλι, και καθώς τρέχουν τα νερά έρχεται με το Μπογιάτι σύνορο ως το ήμερο Ρουπάκι και μοιράζει με την Κηφισιά και γυρίζει και πιάνει τη δημοσιά του Μαραθώνα και μοιράζει σύνορο με το Διόνυσο όσον τρέχουν τα νερά και βγαίνει αγνάντια στην Ραπετόσα και γυρίζει το σύνορο στο Μουλίθι και έρχεται κάτω του Βρανά και γλυτόνομεν το σύνορο".

Μετά τις καταθέσεις των μαρτύρων αυτών, εκδόθηκε η απόφαση 593/10-2-1942 "Της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπής", με την οποία (απόφαση) αναγνωρίσθηκε, ως νόμιμος κύριος του τσιφλικιού Σταματάς, ο Κ. Ξ. "κατά τα εν τω Χοτζετίω σύνορα" και διατάχθηκε η εκτέλεση της. Μετά την αγορά του δασοκτήματος αυτού, ο Κ.

Ζ. παρέδωσε αμέσως τη νομή και την κατοχή του στον Α. Λ., στο όνομα και για λογαριασμό του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, το αγόρασε. Ο πραγματικός αυτός αγοραστής Α. Λ. νεμήθηκε έκτοτε αυτό μέχρι το θάνατο του κατά το έτος 1850 με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, παραχωρώντας το σε τρίτους για θερινή και χειμερινή βοσκή ποιμνίων, καλλιεργώντας τις εκτάσεις που ήταν δεκτικές καλλιέργειας, ξυλεύοντας και παραχωρώντας δικαίωμα ρητινοσυλλογής σε τρίτους, επιβλέποντας αυτό αυτοπροσώπως και με ιδιωτικούς φύλακες και γενικά ασκώντας όλες εκείνες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του όλου δασοκτήματος.

Μετά το θάνατο του Α. Λ., υπεισήλθε στην κληρονομιά του, αναμείχθηκε σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου και συνέχισε τις ίδιες πράξεις νομής η σύζυγος του Λ., ως επίτροπος του εξ αδιαθέτου κληρονόμου (Νεαρά 118) ανήλικου γιου αυτής και του θανόντος συζύγου της Θ.. Μετά το θάνατο, κατά το έτος 1855, και του εν λόγω τέκνου, το οποίο δεν είχε συνάψει γάμο και δεν είχε αφήσει διαθήκη, υπεισήλθε στην κληρονομιά αυτού, αναμείχθηκε σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου και συνέχισε τις ίδιες πράξεις νομής με διάνοια κυρίας και με καλή πίστη η προαναφερόμενη μητέρα του Λ..

Ειδικότερα, η τελευταία προέβαινε σε παραχώρηση προς τρίτους δικαιώματος εγγραφής υποθήκης επί όλου του δασοκτήματος και διεξήγαγε σχετική δίκη με τον ιδιοκτήτη του γειτονικού κτήματος Μπογιατίου Α. Κ., γενικά δε επέβλεπε το όλο δασόκτημα και απαγόρευε την αυθαίρετη είσοδο κάθε τρίτου μέχρι το έτος 1872, οπότε το μεταβίβασε κατά κυριότητα στον Κ.

Β. με το συμβόλαιο .../1872 του Συμβολαιογράφου Αθηνών Στ. Ταβανάκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα. Εξάλλου, το δεύτερο δασόκτημα Διονύσου αγόρασε από τον Οθωμανό Σ. Α., γιο του Δ. Α., στον οποίο ανήκε, με έγγραφο πωλητήριο (Χοτζέτι), το οποίο συντάχθηκε κατά το έτος 1836, ο Ι. Π., πρόξενος τότε της Ελλάδας στη Ρωσία.

Το πωλητήριο τούτο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "Το εν τη περιοχή Αθηνών κείμενον τσιφλίκι Διόνυσος περιλαμβάνον γαίας εκτάσεως δύο ζευγών, εκ των οποίων αι γαίαι του ενός ζεύγους περιήλθον εις αυτόν παρά του εκ πατρός θείου του δια παραχωρητηρίου κτηματολογικού τίτλου, αι δε γαίαι του ετέρου ζεύγους εκ πατρικής κληρονομιάς, όπερ τσιφλίκι εκτείνεται, αρχόμενον από της οδού της αγούσης προς Μαραθώνα και ακολουθούν παροχθίως τον ρύακα, φθάνει μέχρι της κρήνης του Αγίου Γεωργίου, εκείθεν δε διερχόμενον δια των κορυφογραμμών του προς ανατολάς όρους συναντάται μετά της μάνδρας του σεραφειού, εκείθεν δε διερχόμενον έμπροσθεν της μάνδρας του Τ.

Α. Α., φθάνει εις το όρος Μονής Πεντέλης και εις τα μέρη, όπου ρέουσι τα ύδατα που πλησιάζει τα σύνορα του χωρίου Κηφισίας από όπου επανέρχεται εις τον ρύακα της αφετηρίας. Τούτο το τσιφλίκι το περιλαμβανόμενον εντός των προαναφερομένων ορίων και γνωστόν μεταξύ των κατοίκων και περιοίκων με το όνομα "Διόνυσος", όπερ περιλαμβάνει γαίας εκτάσεως δύο ζευγών, δύο οικίας εις κατάστασιν ερειπίων, δύο αλωνότοπους και ρέοντα ύδατα, ελαιόδενδρα και άλλα καρποφόρα και άκαρπα δένδρα, δάση, θερινές και χειμερινές νομές, μεθ' όλων των ανηκόντων εις αυτό παραρτημάτων ...

δ' οριστικής και αμετακλήτου πωλήσεως επώλησε εις τον ειρημένον Π. έναντι του συμπεφωνημένου τιμήματος των 5.250 γροσιών". Για την πώληση αυτή, εκδόθηκε η απόφαση 341/11-12-1836 της πιο πάνω αναφερόμενης "Επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπής", με την οποία (απόφαση) αναγνωρίστηκε, ως κύριος και κάτοχος του δασοκτήματος αυτού, ο αγοραστής.1.

Π. "κατά τα εν τω Χοτζετίω ρητά σύνορα" και διατάχθηκε η νόμιμη εκτέλεση της. Έτσι, περιήλθε αυτό στην κατοχή του, το νεμήθηκε δε έκτοτε με καλή πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1872, επιβλέποντας αυτό αυτοπροσώπως ή με ιδιωτικούς φύλακες, εμποδίζοντας την είσοδο σ' αυτό κάθε τρίτου, παραχωρώντας σε τρίτους τη χρήση αυτού, λόγω μίσθωσης, είτε για κοπή καυσόξυλων και βοσκή ποιμνίων, είτε για ρητινοσυλλογή και παραγωγή ανθράκων, είτε για την καλλιέργεια των καλλιεργήσιμων εκτάσεων και παρέχοντας σε τρίτους δικαίωμα προς εγγραφή υποθήκης επί αυτού.

Κατά το έτος 1872, ο Ι. Π., με το συμβόλαιο .../1872 του Συμβολαιογράφου Αθηνών Στ. Ταβανάκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε το εν λόγω δασόκτημα Διονύσου στον Κ. Β., στον οποίο, όπως ήδη σημειώθηκε, η Λ. χήρα Α. Λ. είχε πωλήσει, με το συμβόλαιο .../1872 του ίδιου Συμβολαιογράφου, το δασόκτημα Σταματάς. Έτσι, τα δύο αυτά δασοκτήματα "Επάνω και Κάτω Σταμάτα" και "Επάνω και Κάτω Διόνυσος", που συνόρευαν μεταξύ τους, συνενώθηκαν και αποτέλεσαν ενιαίο δασόκτημα.

Ακολούθως, ο νέος ιδιοκτήτης Κ. Β. συνέχισε να ασκεί επί του ενοποιημένου πλέον δασοκτήματος, με τα ίδια προσόντα, δηλαδή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής. Στη συνέχεια, με το συμβόλαιο .../1877 του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Γρυπάρη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, τα ενοποιημένα δασοκτήματα Σταμάτας και Διονύσου στην Ε.

Δ. Σ.. Στο συμβόλαιο αυτό, αναφέρονται τα όρια του όλου ενιαίου δασοκτήματος ως "αρχόμενα από Βρανά και καταλήγοντα πάλιν εις το αυτό σημείον κύκλω ερχόμενα κάτωθεν του Αγίου Γεωργίου του Βρανά εις τον δρόμον του Αγίου Νικολάου, ασπρόχωμα Μαραθώνος, σύνορον μετά του Μαραθώνος, μέχρι του Παλαιομύλου Πετράκη εις το ρεύμα των Ντιστριλιών ακολουθεί το ρεύμα μέχρι της ράχεως του Διακοπή, εκεί διευθύνεται, εις το ρεύμα της Σπάτας, ακολουθεί δε αυτό μέχρι της Τσούμπας Λιοφάτιζα, εκείθεν δε καθώς τρέχουν τα νερά μέχρι της κορυφής του Κατηφοριού εις την πάλαιαν οδόν την άγουσαν εις Κηφισίαν, σύνορο δε με το Λιόση, ακολουθεί δε την οδόν ταύτην μέχρι της Ντέλεζας, εκείθεν εις το Ζοράνι εις τα σπίτια του Κυρίου Δ.

Κ. προς τον Ταξιάρχην, σύνορον με γαίας Δ. Κ. κατά το εξηγμένον εκ του παρά τω Πρωτοδικείω Αθηνών κατατεθειμένου πρωτοτύπου υπογραφέντος υπό του Κ. Β. και Λ. Λ. ... μέχρι του δρόμου του από Μαραθώνος εις Κηφισίαν άγοντος ακολουθεί τον δρόμον τούτον προς την Κηφισίαν και φθάνει μέχρι του Καστριού, εκείθεν δε σύνορον με τας Κηφισίας γαίας του Κουτσού, ακολουθεί την ράχιν μέχρι της Κάτω Κλιόρεζας, σύνορον της Μονής Πετράκη, εκείθεν ανεβαίνει εις άνω Κλιόρεζαν το σύρραχον καθώς τρέχουν τα νερά μέχρι της κορυφής του Πεντελικού όρους, εκείθεν κατεβαίνει πάλιν καθώς τρέχουν τα νερά συνορον με την Μονήν Πεντέλης και έπειτα σύνορον με Ραπεδόσαν, ακολουθεί την ράχιν ήτις μετ' αυτού απολήγει εις το ρεύμα πλησίον της Σπηλιάς.

Το σύνορον ακολουθεί το ρεύμα τούτο μέχρι το Μουλίθι, εκείθεν δε πάλιν μέχρι του δρόμου του διερχομένου κάτωθι της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου Βρανά". Η αγοράστρια αυτή πέθανε τον ίδιο χρόνο (1877), χωρίς να αφήσει τέκνα ούτε διαθήκη. Στην κληρονομιά της υπεισήλθαν, αναμείχθηκαν με πρόθεση κληρονόμων και συνέχισαν να ασκούν τις ίδιες πράξεις νομής, με τα ίδια προσόντα, οι κληρονόμοι της Σ., Δ., Α.

και Μ. Ι. Β. Μ. (αδελφοί της), Α.-Β., Κ. Δ. Ρ. και Λ. Δ. Ρ. (αδελφές της) και η μητέρα της Α. Ι. Β. Μ.. Μάλιστα, ο Δ. Σ., ενεργώντας ως έμμεσος αντιπρόσωπος των κληρονόμων αυτών, εκμίσθωσε μέρος μεν του δασοκτήματος "Σταματάς" στο Β. Γ. για τρία χρόνια για την κατασκευή ασβεστοκαμίνου, μέρος δε του δασοκτήματος "Διόνυσος" στο Δ.

Π. για βοσκή των αιγοπροβάτων του. Περαιτέρω, με το συμβόλαιο .../31-3-1883 του ίδιου Συμβολαιογράφου Γ. Γρυπάρη, οι ως άνω κληρονόμοι, δια του αντιπροσώπου και πληρεξουσίου τους Δημητρίου Γ. Ράλλη, Υπουργού τότε Δικαιοσύνης, πώλησαν και μεταβίβασαν το ενοποιημένο δασόκτημα, όπως αυτό ακριβώς περιγράφεται πιο πάνω, στον Α.

Η., με τίμημα 315.000 δραχμές. Έκτοτε, ο νέος αγοραστής του όλου δασοκτήματος Α. Η. συνέχισε να νέμεται αυτό, ασκώντας ανάλογες, προς εκείνες των δικαιοπαρόχων του, διακατοχικές πράξεις, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι νεμόμενος το ακίνητο το οποίο είχε αγοράσει και το οποίο είχε περιέλθει στους δικαιοπαρόχους του με την πιο πάνω σειρά τίτλων, δεν έβλαπτε οπωσδήποτε το δικαίωμα κυριότητας άλλου επί αυτού και ειδικότερα του Ελληνικού Δημοσίου.

Συγκεκριμένα, ο Α. Η. εκμίσθωνε το όλο δασόκτημα ή συγκεκριμένα τμήματα του για βοσκή και εξαγωγή ρητίνης, χορηγούσε δικαίωμα προς εγγραφή υποθήκης σε δανειστές του, παραχωρούσε το δικαίωμα λατόμευσης σε συγκεκριμένα μέρη του κτήματος και παραχωρούσε τμήματα αυτού χάριν συμβιβασμού προς τρίτους. Κατά το έτος 1903, ο Α.

Η. με το συμβόλαιο .../1903 του Συμβολαιογράφου Αθηνών Τάσου Οικονόμου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, κατ' ίσα ιδανικά μέρη, λόγω νέμησης, το δασόκτημα αυτό στα τέκνα του Θ. και Η.. Τα τέκνα του αυτά συνέχισαν έκτοτε να ασκούν, κατά το ιδανικό του μερίδιο το καθένα, τις ίδιες πράξεις νομής, τις οποίες ασκούσαν και οι δικαιοπάροχοι τους, με καλή πίστη μέχρι την έναρξη της ισχύος του ΑΚ και διάνοια κυρίου μέχρι το θάνατο τους, ήτοι μέχρι το έτος 1935 ο πρώτος και το έτος 1958 τουλάχιστον ο δεύτερος.

Ειδικότερα, παραχώρησαν επανειλημμένα δικαίωμα εγγραφής υποθήκης υπέρ της Τράπεζας Αθηνών και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, άσκησαν αιτήσεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων περί νομής κατά τρίτων καταπατητών, εκμίσθωσαν αυτό σε τρίτους για συλλογή ρητίνης, ξύλευση, δημιουργία ασβεστοκαμίνων, βοσκή ποιμνίων, καλλιέργεια των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης η οποία ορίστηκε για την απαλλοτρίωση διάσπαρτων αγροτικών εκτάσεων, εμβαδού 6.500 περίπου στρεμμάτων, μέσα στα όρια του όλου ακινήτου, προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και προσφύγων κατά το έτος 1925, ζήτησαν και έλαβαν άδειες κατάτμησης για την εκποίηση τμημάτων σε τρίτους, άδειες υλοτομίας ιδιωτικού δάσους, εγκρίσεις διαχειριστικών εκθέσεων κάρπωσης και συντήρησης αυτού και γενικά άσκησαν όλες τις πράξεις εκείνες που προσιδιάζουν στη φύση και στο σκοπό του κτήματος αυτού.

Μετά το θάνατο του Θ. Α. Η. στις 23-5-1935, υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν στην κληρονομιά του, στην οποία περιλαμβανόταν και το ιδανικό του μερίδιο, ήτοι το 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου ευρύτερου ακινήτου, με πρόθεση συγκληρονόμων, τα πέντε τέκνα του, ήτοι ο Χ. Η., ο Α. Η., ο Κ. Η., η Σ. συζ. Ι. Π., το γένος Η., η Φ.

συζ. Γ. Χ., το γένος Η., κατά ποσοστό 6/60 εξ αδιαιρέτου έκαστος, μετά την αποποίηση από τη μητέρα τους του κληρονομικού μεριδίου που περιήλθε σ' αυτή με την 302/12-7-1935 πράξη του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Εξάλλου, μετά το θάνατο του Η. Α. Η. στις 9-5-1964, υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν στην κληρονομιά του, στην οποία περιλαμβανόταν και το ιδανικό του μερίδιο, ήτοι το 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου ευρύτερου ακινήτου, δυνάμει των από 7-6-1948 και από 15-10-1959 δύο ιδιόγραφων διαθηκών, που δημοσιεύτηκαν με τα πρακτικά 1775/19-3-1964 και 1776/19-3-1964 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκαν κυρίες με την απόφαση 5013/1964 του ίδιου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό αφενός μεν με το .../17-6-1964 συμβόλαιο συμβιβασμού επί κληρονομιάς προς συμπλήρωση νόμιμης μοίρας, το οποίο συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Αθηνών Ιωάννη Παπαγιάννη και μεταγράφηκε νόμιμα, αφετέρου δε με την .../26-1-1965 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, η οποία συντάχθηκε από τον ίδιο Συμβολαιογράφο και μεταγράφηκε νόμιμα, οι κατωτέρω αναφερόμενοι κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγος του Δ.

χήρα Η. Α. Η., κατά ποσοστό 10/60 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα του Ε. Η. Η., κατά ποσοστό 5/60 εξ αδιαιρέτου, Δ. σύζυγος Π. Α., θυγατέρα Η. Α. Η., κατά ποσοστό 10/60 εξ αδιαιρέτου και οι ανήλικες θυγατέρες του γιου του Χ. Η. Η. Χ. και Χ. Η., επιτροπευόμενες από τη μητέρα τους Δ., ήδη σύζυγο Χ. Τ., κατά ποσοστό 5/60 εξ αδιαιρέτου καθεμία.

Οι εν λόγω κληρονόμοι συνέχισαν να ασκούν της ίδιες διακατοχικές πράξεις, τις οποίες ασκούσαν και οι δικαιοπάροχοι τους με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι την έναρξη της ισχύος του Αστικού Κώδικα. Περαιτέρω, με το συμβόλαιο .../25-10-1966, το οποίο συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Αθηνών Κων/νο Κανακάρη και μεταγράφηκε νόμιμα την 24-6-1967 στον τόμο … των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου Μαραθώνα με αύξοντα αριθμό 885, οι προαναφερόμενοι συγκληρονόμοι του Θ.

Α. Η. και του Η. Α. Η. μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, στον εφεσίβλητο συνεταιρισμό την επίδικη δασική έκταση, συνολικού εμβαδού 100.100 τμ, όπως προαναφέρθηκε. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 118.413/1122/26-5-1966 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας, δυνάμει της οποίας επιτράπηκε η κατάτμηση της δασικής έκτασης. Έκτοτε, τα μέλη του εφεσίβλητου συνεταιρισμού ασκούν επί της επίδικης δασικής έκτασης τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό της πράξεις νομής και ειδικότερα επιβλέπουν και οριοθετούν αυτή, συλλέγουν τους καρπούς των υφισταμένων επί τμημάτων της ελαιοδέντρων κλπ.

Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε η επιχείρηση από το Ελληνικό Δημόσιο οποιασδήποτε διακατοχικής πράξεως επί του όλου δασοκτήματος "Σταμάτας-Διονύσου" και, συνεπώς, και του επιδίκου, το οποίο, όπως έχει λεχθεί, αποτελεί τμήμα του. Για το ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του εν λόγω μείζονος δασοκτήματος "Σταμάτας-Διονύσου" και περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης κυριότητας του εφεσίβλητου συνεταιρισμού και των δικαιοπαρόχων του, γνωμοδότησε, με την πιο πάνω αναφερόμενη έκθεση του, ο πραγματογνώμονας Γ.

Γ., Αγρονόμος-Τοπογράφος Μηχανικός, ο οποίος, αφού διενήργησε επιτόπια εφαρμογή των προαναφερόμενων τίτλων, σε συσχετισμό και αξιολόγηση με τα υπόλοιπα έγγραφα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο, όπως περιγράφεται στην αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, περιλαμβάνεται ολόκληρο στους τίτλους κτήσης κυριότητας του εφεσίβλητου συνεταιρισμού και των δικαιοπαρόχων του.

Επίσης, ο ίδιος πραγματογνώμονας γνωμοδότησε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου, το οποίο αποτυπώνεται στο από 10-6-1982 σχεδιάγραμμα τελικής οριοθέτησης του δασοκτήματος "Σταμάτας-Διόνυσου", το οποίο συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Σ.-Π.-Β., που είχαν διοριστεί με την απόφαση 8515/1979 του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Αντίθετα, τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου (Δασικές Αρχές) μέχρι το έτος 1979, αντιμετώπιζαν και διαχειρίζονταν το εν λόγω κτήμα ως ιδιωτικό. Με την έννοια του ιδιωτικού δάσους, ενέκριναν διαχειριστικές πράξεις των διαφόρων δασολόγων, καθώς και την αναγκαστική εισδοχή ποιμνίων, και παρείχαν στους εκάστοτε κυρίους του κτήματος αυτού άδειες για υλοτομία και ρητινοσυλλογή, ανθρακοποιΐα, εκχερσώσεις και κατατμήσεις.

Επίσης, προέβη σε απαλλοτρίωση μέρους του κτήματος προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και αστών προσφύγων, κατά το έτος 1925, σε απαλλοτρίωση υπέρ των ΣΕΚ για την επέκταση της σιδηροδρομικής γραμμής Μπογιατίου, σε απαλλοτρίωση πηγής ύδατος για τις ανάγκες του εργοταξίου κατασκευής της λίμνης Μαραθώνα, καταβάλλοντας τη σχετική αποζημίωση στους Θ.

και Η. Η.. Όμως, με την κοινή απόφαση 160561/1000/23-2-1979 των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, η επίδικη έκταση χαρακτηρίστηκε ως δημόσια δασική και, έτσι, αμφισβητήθηκε η κυριότητα του εφεσίβλητου συνεταιρισμού επί αυτής. Η αμφισβήτηση αυτή, σημειωτέον, αφορούσε το συνολικό ακίνητο "Σταμάτας-Διονύσου", προηγήθηκαν δε αναγνωριστικές της κυριότητας αγωγές των ιδιοκτητών του υπόλοιπου τμήματος κατά του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες έγιναν δεκτές με τις αποφάσεις 8514/1979 και 8515/1979 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έγιναν αμετάκλητες, μετά την απόρριψη των εφέσεων, οι οποίες ασκήθηκαν κατ' αυτών, με την απόφαση 15778/1988 του Δικαστηρίου τούτου και, ακολούθως, της αναίρεσης που ασκήθηκε κατά της τελευταίας, με την απόφαση 1230/1991 του Αρείου Πάγου.

Επομένως, οι δικαιοπάροχοι του εφεσίβλητου, καθώς και ο τελευταίος, νεμήθηκαν το επίδικο με διάνοια κυρίου συνεχώς, τουλάχιστον από το έτος 1883 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενεργώντας σ' αυτό εμφανείς υλικές πράξεις, με τις οποίες εκδήλωναν τη βούληση τους για εξουσίαση αυτού.

Μέχρι την 11-9-1915 είχε συμπληρωθεί νομή αυτών αθροιστικά, δεδομένου ότι καθένας από αυτούς μπορούσε να προσμετρήσει στη νομή του τη νομή του δικαιοπαρόχου του, πολύ πέραν από την τριακονταετία που απαιτούνταν κατά το χρόνο εκείνο για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, η οποία μέχρι την ως άνω ημερομηνία (11-9-1915) αποτελούσε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής, νόμιμο τρόπο κτήσεως κυριότητας ακινήτων που ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο.

Εξάλλου, όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του εφεσίβλητου νέμονταν το ακίνητο αυτό με καλή πίστη, έχοντας, δηλαδή, την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβαλλόταν κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας στο ακίνητο αυτό άλλου προσώπου και μάλιστα του Ελληνικού Δημοσίου. Τούτο προκύπτει από ισχυρά τεκμήρια που συνάγονται από τα ακόλουθα αποδεδειγμένα γεγονότα:

α) Από την ύπαρξη τίτλων, οι οποίοι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, καλύπτουν πλήρως το επίδικο, β) από το γεγονός ότι το αρμόδιο όργανο του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή η "Η επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπή" αναγνώρισε το δικαίωμα κυριότητας των αρχικών δικαιοπαρόχων του εφεσίβλητου επί του μείζονος ακινήτου και γ) από το γεγονός ότι άλλα αρμόδια όργανα του εκκαλούντος θεωρούσαν, όπως έχει ήδη λεχθεί, το επίδικο ως ιδιωτικό.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με ανάλογες σκέψεις δέχθηκε τα ίδια, ως προς την άσκηση από τους δικαιοπαρόχους του εφεσίβλητου πράξεων νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (μέχρι την 23-2-1946) επί του επίδικου ακινήτου, ορθά εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν σ' αυτό και, συνεπώς, ο δεύτερος και ο τρίτος από τους λόγους της κρινόμενης έφεσης, με τους οποίους το εκκαλούν υποστηρίζει το αντίθετο, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι είναι ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες του προϊσχύσαντος ΒΡΔ, αναφορικά με την αδιάλειπτη νομή του επίδικου ακινήτου με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία για την κτήση κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της, διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο με παράγωγο, άλλως με πρωτότυπο τρόπο.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης ιδιωτικής δασικής έκτασης, για την οποία υπάρχουν έγγραφες αποδείξεις τουρκικής αρχής ότι ανήκε σε ιδιώτες προ του αγώνος και οι σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας είχαν υποβληθεί στην επί των Οικονομικών Γραμματεία εντός της από το άρθρο 3 παρ.1 του β.δ.

της 16/11/1836 "περί ιδιωτικών δασών" προβλεπόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας. Ότι την κυριότητα της μείζονος αυτής έκτασης απέκτησαν ο αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός και οι (απώτεροι και απώτατοι) δικαιοπάροχοι του με παράγωγο τρόπο άλλως με πρωτότυπο τρόπο, και ειδικότερα με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενοι αυτή στην τελευταία περίπτωση με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσέβαλαν τα δικαιώματα κυριότητας τρίτων, τουλάχιστον από το έτος 1883 αδιαλείπτως μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής (2006), ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις, με την βούληση να την εξουσιάζουν ως κύριοι.

Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας και η περαιτέρω εξειδίκευση: α) των επί μέρους πράξεων νομής στο επίδικο τμήμα της μείζονος έκτασης, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε παραπάνω, πρόκειται για ενιαία έκταση και ο φυσικός εξουσιασμός των δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου και το πνευματικό στοιχείο της νομής επεκτεινόταν σε όλη την έκταση, μέσα στην οποία εμπίπτει, κατά τις σχετικές παραδοχές, κατά το επίδικο ακίνητο, και β) των περιστατικών, από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε τη δικανική κρίση για τη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης, με την έννοια που προαναφέρθηκε.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ" ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19/2/2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1858/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ