Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for missing parties and vague grounds regarding evidence evaluation.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the husband and wife against a third-instance court ruling on a property sale dispute. The appellants argued that the lower court erred in evaluating evidence regarding the timing of the sale and the existence of wills, but the court rejected these claims. The court ruled that the appeal was inadmissible because the grounds cited were merely arguments about evidence rather than legal errors, and the appeal was also procedurally flawed due to the absence of certain defendants.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 576 and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if its grounds consist solely of arguments regarding the evaluation of evidence rather than specific legal errors, and if the grounds are vague and fail to identify the specific provision violated.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 714 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 714/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Π. συζ. Χ. Γ., το γένος Ι. Γ., 2 Χ. Γ. του Π., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Τροβά.
Των αναιρεσίβλητων: 1.α) Β. συζ. Σ. Ρ. το γένος Δ. Σ., κατοίκου ... (...) και 1.β) Σ. Σ. του Δ., κατοίκου ...), ως υπεισελθόντων στη θέση της αρχικώς πρώτης εφεσίβλητης και ήδη αποβιώσασας Γ. χήρας Δ. Σ., το γένος Γ. Κ., 2.α) Τ. Σ. του Γ., συζ. Ε. Κ., κατοίκου ... (...), 2.β) Α. Σ. του Γ., συζ. Ν. Μ., κατοίκου ...), 2.γ) Α. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 2.δ) Ι. Σ. του Γ., συζ. Δ. Π., κατοίκου ..., ως υπεισελθόντων στη θέση της αρχικώς δεύτερης εφεσίβλητης Ν. χήρας Γ. Σ., το γένος Γ. Κ., 3)Α. χήρας Κ. Σ.. το γένος Γ. Κ. κατοίκου ... (...), 4)Κ. συζ. Γ. Κ. (K. K.), το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., ..., Australia), 5)Α. συζ. Μ. Σ., το γένος Β. Κ., κατοίκου ... (...), 6)Γ. συζ. Α. Λ., το γένος Β. Κ., κατοίκου ..., 7)Α. συζ. Α. Λ., θυγ. Ν. Α., κατοίκου ... (...) που δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2008 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Π. συζ. Σ. Κ., το γένος Χ. Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2010 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 311/2014 μη οριστική και 135/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-10-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εάν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου. Η γνωστοποίηση του λόγου διακοπής της δίκης [θάνατος διαδίκου], γίνεται με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης [ΟλΑΠ 22/200Θ] .
Δεν μπορεί, όμως, να γίνει με τις προτάσεις, οι οποίες, απλά, κατατίθενται και δεν επιδίδονται. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 134 εδ.α' ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει έδρα στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.
Τέλος, κατά το άρθρο 4 παρ. α' της υπογραφείσας μεταξύ της Ελλάδος και της Μεγάλης Βρετανίας, στις 27-02-1936, Σύμβασης δικαστικής αρωγής επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, η οποία κυρώθηκε με τον Α.Ν. 730/1937 (ΦΕΚ, Α', 227/15-06-1937) και άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτής, από την ανταλλαγή των επικυρώσεών της από τα συμβαλλόμενα μέρη στις 16.11.1937 και στην οποία σύμβαση προσχώρησε νόμιμα, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16 αυτής, η Αυστραλία, στις 14-12-1938, με ισχύ αυθημερόν (ΦΕΚ Α 445/1938), η επίδοση μπορεί να ενεργηθεί και χωρίς οιαδήποτε αίτηση προς τις αρχές της χώρας εκτέλεσης ή μεσολάβησης τούτων (όπως η επίδοση αυτή προβλέπεται στο άρθρο 3 της Σύμβασης), με έναν από τους εκτιθέμενους, στο άρθρο αυτό (4), τρόπους, μεταξύ των οποίων είναι και, κατά την περ.1 του εν λόγω άρθρου "υπό προξενικού υπαλλήλου ενεργούντος εξ ονόματος της χώρας προελεύσεως", το δε ζήτημα της εγκυρότητας οποιασδήποτε επίδοσης, η οποία συντελείται με οποιαδήποτε από τις μεθόδους που αναγράφονται στην ως άνω παράγραφο α' του άρθρου 4, παραμένει, σύμφωνα με την παρ.
δ' του ίδιου άρθρου 4, αντικείμενο ελεύθερης κρίσης των οικείων δικαστικών αρχών των συμβαλλόμενων μερών σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτών. Από τις διατάξεις αυτές και το συνδυασμό τους προς τη διάταξη της παρ. η' του άρθρου 3 της Σύμβασης, σύμφωνα με την οποία, " η εκτελούσα την αίτησιν προς επίδοσιν αρχή θέλει παρέχει πιστοποιητικόν αποδεικνύον την γενόμενην επίδοσιν ή επεξηγούν τους λόγους ων ένεκα εκωλύθη αύτη, εκθέτον το γεγονός, τον τρόπον και την ημερομηνίαν της τοιαύτης επιδόσεως ή αποπειραθείσης επιδόσεως, θέλει δε αποστείλει το ως είρηται πιστοποιητικόν προς τον προξενικόν υπάλληλον τον εξαποστείλαντα την προς επίδοσιν αίτησιν..", προκύπτει ότι με αυτές καθιερώνεται η αρχή της πραγματικής περιέλευσης του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, η οποία αποδεικνύεται, αν μεν η επίδοση γίνει σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης (μέσω της αρμοδίας αρχής της χώρας εκτέλεσης), με πιστοποιητικό, που παρέχεται από την εκτελούσα την αίτηση προς επίδοση αρχή, το οποίο αποδεικνύει την γενόμενη επίδοση ή επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους κωλύθηκε αύτη, αν δε η επίδοση γίνει σύμφωνα με το άρθρο 4 της Σύμβασης, με πιστοποιητικό επίδοσης κατά τα οριζόμενα στη νομοθεσία της χώρας του επιμεληθέντος την επίδοση συμβαλλόμενου μέρους, οι δικαστικές αρχές της οποίας θα ελέγξουν το ζήτημα της εγκυρότητος της επίδοσης κατά το οικείο εσωτερικό δίκαιο (ΑΠ 1607/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία συζητήθηκε, με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, η κρινόμενη από 02/10/2018 αίτηση για αναίρεση της 135/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών όλοι οι αναιρεσίβλητοι, απλοί ομόδικοι, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις αριθμ..../20-03- 201 9,.../03-07-2019,.../26-03-2019, .../18-03-2019,.../18-03-2019,…/26-03-2019,.../26-03-2019,.../26-03-2019 και .../26-03-2019 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών Θ. Τ., του Πρωτοδικείου Αιγίου και Γ. Α. του Εφετείου Πατρών ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης , με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου της Προεδρεύουσας Αρεοπαγίτη του Γ'Πολιτικού Τμήματος, Ασπασίας Μαγιάκου και κλήση για τη συζήτησή της , για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο ,επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτη , Β.
Ρ., τρίτη, Τ. Σ., τέταρτη, Α. Σ., πέμπτο, Α. Σ., έκτη, Ι. Σ., έβδομη, Α. Σ., ένατη, Α. Σ., δέκατη, Γ. Λ. και ενδέκατη, Α. Λ., από τους αναιρεσιβλήτους. Ο δεύτερος από τους αναιρεσιβλήτους Σ. Σ. , όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες και δη από την προφορική βεβαίωση της συζύγου του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου προς τον δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε.
Α., ο οποίος, κατόπιν παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσειόντων, μετέβη στην οικία του προκειμένου να του επιδώσει την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, απεβίωσε. Οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης δεν ισχυρίζονται ότι τον κλήτευσαν, ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει κλήτευσή του.
Ακόμη από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου του άνω απολειπόμενου αναιρεσιβλήτου και νόμιμη επανάληψή της, κατ' άρθρ. 291 και 292 ΚΠολΔικ, καθόσον δεν έγινε γνωστοποίηση του θανάτου αυτού και δήλωση εκούσιας στο όνομά του επανάληψης της δίκης. Επομένως, εφόσον α) δεν προκύπτει νόμιμη κλήτευση του ανωτέρω από τους αναιρεσείοντες και β) δεν επαναλήφθηκε η βιαίως διακοπείσα δίκη με νόμιμο τρόπο, πρέπει ,κατά τις αναφερόμενες στην προεκτεθείσα νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 και 3 ΚΠολΔικ, να χωρισθεί ως προς τον εν λόγω απολιπόμενο 2ο αναιρεσίβλητο η υπόθεση και να κηρυχθεί ως προς αυτόν απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Περαιτέρω, αναφορικά με την όγδοη από τους αναιρεσιβλήτους Κ. Κ., η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (08/01/2020), έγινε, όπως προεκτέθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, όπως προκύπτει από την .../8-3-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε.
Α. , επέδωσαν, αντίγραφο της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου της Προεδρεύουσας Αρεοπαγίτη του Γ' Πολιτικού Τμήματος Ασπασίας Μαγιάκου και κλήση προς συζήτηση, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με σκοπό να αποσταλεί στην ανωτέρω αναιρεσίβλητη στην αναγραφόμενη στο δικόγραφο αυτό γνωστή διεύθυνσή της στη Μελβούρνη Αυστραλίας.
Ο Εισαγγελέας, αφού παρέλαβε το εν λόγω δικόγραφο, ενήργησε, όπως ορίζει το άρθρο 134 παρ. 3 ΚΠολΔ, και απέστειλε το ανωτέρω δικόγραφο , για επίδοση στην ανωτέρω διάδικο, από το Προξενείο της Ελλάδας στην Μελβούνη Αυστραλίας, στην εκεί ως άνω γνωστή διεύθυνσή της. Στη συνέχεια, η ως άνω αρμόδια Ελληνική Αρχή ακολούθησε τη διαδικασία επίδοσης που προβλέπεται στην άνω Σύμβαση, πλην, παρά τις ειδοποιήσεις στις οποίες προέβη προς την ανωτέρω διάδικο, εκείνη δεν επέδειξε ενδιαφέρον για παραλαβή του επιδοτέου δικογράφου, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με αριθμ.
πρωτ. .../ΑΣ646 /01-10-2019 έγγραφο του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στη Μελβούρνη Αυστραλίας προς την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Επομένως, εφόσον, υπάρχει άρνηση παραλαβής από την ανωτέρω παραλήπτρια των εγγράφων αυτών, η εγκυρότητα της επίδοσης αυτής, κρίνεται, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, κατά το οικείο εσωτερικό δίκαιο, ήτοι σύμφωνα με το άρθρο 136 παρ.1 ΚΠολΔ,κατά το οποίο, η επίδοση, κατά τον ως άνω τρόπο, θεωρείται ότι συντελέστηκε από την επίδοση του εγγράφου στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (08-03-2019)j ανεξάρτητα από τον χρόνο της αποστολής και το γεγονός της άρνησης λήψης αυτού από τον παραλήπτη.
Συνακόλουθα, για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, υφίσταται σύμφωνα με την ανωτέρω Σύμβαση, νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση της αίτησης αναίρεσης και της κλήσης προς συζήτηση στην όγδοη των αναιρεσιβλήτων, η οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίστηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ.2ΚΠολΔ, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο.
Πρέπει, επομένως, ως προς την εν λόγω (8η) απολιπόμενη αναιρεσίβλητη και ως προς τους προαναφερόμενους(1η, 3η, 4η,5ο, 6η, 7η, 9η 10η και 11η) λοιπούς απολιπόμενους αναιρεσιβλήτους, που κλητεύθηκαν, όπως προεκτέθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολ Δ).
Β. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης, κατά τα σημεία που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση, διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 23/09/2008 αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, η Π. Κ. και Σ. Κ., νομίμως εκπροσωπούμενος ,ως τελών σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, από την πρώτη ενάγουσα ,σύζυγο του, με την ιδιότητα της δικαστικής συμπαραστάτριας αυτού, ζήτησαν, μεταξύ άλλων, ο μεν δεύτερος να αναγνωρισθεί, κατ' άρθρο 131 ΑΚ, η ακυρότητα τριών συμβολαιογραφικών πράξεων, πώλησης ακινήτου, εξόφλησης τιμήματος και σύστασης ισόβιας οίκησης, η δε πρώτη να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που της προκάλεσε η κατ'άρθρο 919 ΑΚ αδικοπρακτική συμπεριφορά τους.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ 73/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, η οποία, αφού απέρριψε τα αναφερόμενα σ'αυτήν αγωγικά αιτήματα, αναγνώρισε την ακυρότητα των ένδικων συμβολαιογραφικών πράξεων και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή, αναφορικά με την αξίωση της πρώτης ενάγουσας για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της.
Κατόπιν εφέσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθ. 135/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή κατ'ουσία, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη κατά το εκκληθέν κεφάλαιο της που αναφερόταν στην
ακυρότητα της συσταθείσας, συμβολαιογραφικώς, πράξης οίκησης, και, αφού το Εφετείο κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, απέρριψε την αγωγή ως προς το εν λόγω αίτημα, λόγω του επισυμβάντος θανάτου των αρχικώς εναγόντων ως απαράδεκτη , επειδή για τον ως άνω λόγο εξέλειπε το αντικείμενο της , και την επικύρωσε κατά τα λοιπά. Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι-εκκαλούντες άσκησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Γ1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠολ.7/2006).
Εξάλλου, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή όταν γεννιέται αμφιβολία για την έννοια απευθυντέων δηλώσεων βουλήσεως, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία ή η δήλωση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, αν και ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.(ΑΠ 1732/2012,1628/2006).
Κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1340/2017,765/2014).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 182 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι, όταν ή άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας, αυτή ισχύει, εφόσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυρότητα, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη μετατροπή μιας άκυρης δικαιοπραξίας σε άλλη έγκυρη είναι οι ακόλουθες: 1) Η ακυρότητα της πρώτης και η για την ακυρότητα αυτή άγνοια των μερών, 2) η άκυρη δικαιοπραξία να περιέχει και τα στοιχεία της κατά μετατροπή έγκυρης και 3) υποθετική βούληση των μερών να ισχύσει η μετά μετατροπή άλλη δικαιοπραξία, εάν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα.
Για να χωρήσει όμως η μετατροπή πρέπει να γίνει επίκλησή της από ένα από τα μέρη που έλαβαν μέρος στη δικαιοπραξία και απόδειξη από το ίδιο της υποθετικής θέλησης αυτών που μετείχαν στη δικαιοπραξία(ΑΠ792/2006). Ακόμη το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.
Σ. Δ. Α.), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν. δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη".
Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συμβιβάζεται κατ' αρχήν, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, καθώς επίσης κατά τις περιπτώσεις που ασκείται εις βάρος της Εθνικής Οικονομίας (άρθρ. 5 παρ. 1, 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος, σχ.
Ο λ. ΑΠ 33/2002. 34/2002, 4/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 131 παρ. 1 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 2447/1996, η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του".
Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών από τις άνω αιτίες δεν είχε έλλογη κρίση, που να επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεως με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατεί να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή.
Η ρύθμιση αναφέρεται στην ανικανότητα κατά τη στιγμή της δηλώσεως βουλήσεως για την συγκεκριμένη δικαιοπραξία που προσβάλλεται εκάστοτε (ΑΠ 430/2016, 274/2011, 223/2008), χωρίς να είναι απαραίτητο ο δικαιοπρακτών να έχει κηρυχθεί σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.
επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει το Εφετείο δέχθηκε, κατ'ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Δυνάμει του υπ' αριθ. ...28-12-1995 παραχωρητηρίου του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ), που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αιγιαλείας (τόμος ..., αριθ....), ο αρχικώς ενάγων και ήδη αποβιώσας στις 8-6-2009, Σ.
Κ., απέκτησε την κυριότητα ενός διαμερίσματος της εργατικής εστίας και συγκεκριμένα του υπ' αριθ. 24 διαμερίσματος του πρώτου (Α1) πάνω από το ισόγειο ορόφου του υπ' αριθ. 6 στίχου πολυκατοικίας, επιφάνειας 86,70 τ.μ., που βρίσκεται στις Εργατικές Κατοικίες ... του νομού Αχαΐας, στο δε διαμέρισμα τούτο συστήθηκε με το ίδιο παραχωρητήριο δικαίωμα ισόβιας οίκησης υπέρ της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιώσασας, στις 17-2-2009, συζύγου του, Π.
Κ.. Από την απόκτηση του παραπάνω διαμερίσματος οι αρχικώς ενάγοντες κατοικούσαν σ' αυτό μόνοι τους, αφού δεν είχαν αποκτήσει τέκνα, ενώ τη φροντίδα τους, λόγω της προχωρημένης ηλικίας τους (ήταν γεννημένοι το 1916 και το 1921, αντίστοιχα) αναλάμβαναν περιστασιακά συγγενείς τους, μη διαμένοντες κοντά τους ή ακόμη και γείτονές τους, όπως η Β.
Γ.. Το έτος 2001 ο Σ. Κ. υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο με δεξιά ημιπληγία και αφασία εκπομπής ισχαιμικού τύπου, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει έκτοτε προβλήματα όρασης, κινητικότητας και εκφοράς του λόγου, με την πάροδο δε του χρόνου και την πρόοδο της ηλικίας του αντιμετώπιζε επιπλέον και προβλήματα σε γνωστικό επίπεδο, λόγω της εν τω μεταξύ εμφανισθείσας και προοδευτικά εξελισσόμενης γεροντικής άνοιας, η οποία, σε συνδυασμό με το προηγηθέν εγκεφαλικό επεισόδιο, επέφερε σταδιακά και με προοδευτική ένταση των εμφανισθέντων συμπτωμάτων της (απώλεια μνήμης, αντίληψης κ.λ.π.), που γίνονταν αντιληπτά σε όσους τον συναναστρέφονταν ή απλώς τον συναντούσαν και μιλούσαν μαζί του, την
πλήρη αποδιοργάνωση των νοητικών λειτουργιών του. Συνεπεία της εν λόγω διανοητικής ανικανότητάς του, αδυνατούσε να συναλλάσσεται με τρίτους και να διαχειρίζεται από μόνος του τις εκφεύγουσες της απλής καθημερινότητας υποθέσεις του και για το λόγο τούτο τη διεκπεραίωσή τους είχε αναλάβει αποκλειστικά η σύζυγος του, έστω και με την άβουλη συμμετοχή αυτού, που συνίστατο απλώς στην υπογραφή των αναγκαίων εγγράφων καθ' υπόδειξή της.
Περί τα μέσα του έτους 2006 η Π. Κ., αναζητώντας κάποιο πρόσωπο να φροντίζει για τις καθημερινές οικιακές ανάγκες της ίδιας και του συζύγου της, τις οποίες την εποχή εκείνη κάλυπτε περιστασιακά η ανιψιά τους, Γ. Α., κατόπιν σύστασης της τελευταίας, απευθύνθηκε στην 1η εναγομένη, που ήδη τη γνώριζε επειδή ήταν γειτόνισσά της (κατοικούσε κι εκείνη στις ίδιες Εργατικές Κατοικίες) και κατάγονταν από το ίδιο χωριό και συμφώνησαν να απασχολείται καθημερινά στην οικία της αντί αμοιβής € 3 την ώρα, όπως πράγματι έγινε.
Με την πάροδο των μηνών η 1η εναγομένη πέτυχε να κερδίσει τη συμπάθεια και την εμπιστοσύνη της Π. Κ., λόγω της καθημερινής επαφής τους και της κατ' αυτήν επιδειχθείσας καλής συμπεριφοράς της, που χαρακτηριζόταν από προθυμία, ευγένεια και καλοσύνη, και επιπλέον, λόγω των επανειλημμένων υποσχέσεών της ότι μαζί με τον 2° εναγόμενο (σύζυγο της) θα αναλάμβαναν να γηροκομήσουν την ίδια και το σύζυγο της, φροντίζοντάς τους μέχρι το θάνατο τους.
Υπό την ως άνω διαμορφωθείσα κατάσταση η 1η εναγομένη, με επαναλαμβανόμενες πιεστικές παρακλήσεις της προς την Π. Κ. ζητούσε πλέον να της αφήσει με διαθήκη ο Σ. Κ. την οικία του μετά το θάνατο αυτού (η Π. Κ. θα είχε το δικαίωμα οίκησης), επειδή η ίδια (1η εναγομένη) δεν είχε δικό της σπίτι, παρά διέμενε σε μισθωμένη οικία.
Η αρχικώς ενάγουσα, αφενός μεν έχοντας πλήρη επίγνωση της αντικειμενικής αδυναμίας της, λόγω της προχωρημένης ηλικίας της (85 ετών), να αναλάβει μόνη της για το υπόλοιπο της ζωής της τόσο τα οικιακά βάρη, όσο και την ατομική προσωπική φροντίδα της και επιπλέον την περιποίηση του επίσης ηλικιωμένου (90 ετών) και πάσχοντος (σωματικά και διανοητικά), κατά τα προεκτεθέντα, συζύγου της, περιστάσεις που καθιστούσαν απολύτως αναγκαία την καθημερινή παρουσία και την οικιακή φροντίδα από έμπιστο άνθρωπο, τον οποίο είχε βρει στο πρόσωπο της 1ης εναγόμενης, αφετέρου δε έχοντας πεισθεί στις υποσχέσεις των εναγομένων ότι θα τους φρόντιζαν μέχρι το θάνατο τους, ενόψει και της μέχρι τότε απροθυμίας οποιουδήποτε συγγενή τους να αναλάβει να τους γηροκομήσει, ανταποκρίθηκε στις παρακλήσεις της 1ης εναγομένης, συμφωνώντας στη σύνταξη διαθήκης του συζύγου της με τιμώμενα πρόσωπα την τελευταία και το σύζυγο της (εναγομένους).
Μάλιστα, η 1η εναγόμενη ζήτησε από την αρχικώς ενάγουσα, η οποία είχε την αποκλειστική διαχείριση των χρημάτων αυτής και του συζύγου της, λόγω της πλήρους ανικανότητας του τελευταίου, κατά το χρόνο εκείνο, να προβαίνει σε συναλλαγές με σημαντικά χρηματικά ποσά, να της δανείσει το ποσό των € 3.000, που δήθεν θα απαιτείτο για τα έξοδα σύνταξης της διαθήκης, τα οποία η ίδια δεν διέθετε, με αποτέλεσμα, στις 28-12-2006, να μεταβούν στο υποκατάστημα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στο Αίγιο και η αρχικώς ενάγουσα να προβεί σε ανάληψη του αιτηθέντος ποσού δανείου από κοινό λογαριασμό που τηρούσε με το σύζυγο της, το οποίο εν συνεχεία παρέδωσε στην 1η εναγομένη.
Την επομένη, 29-12-2006, οι αρχικώς ενάγοντες μετέβησαν, καθ' υπόδειξη των εναγομένων και με τη συνοδεία αυτών, με αυτοκίνητο που οδηγούσε ο γνωστός των τελευταίων, Λ. Ρ., που εξετάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στο συμβολαιογραφείο του άγνωστου μέχρι τότε στο ζεύγος Κ. συμβολαιογράφου Αιγίου Α.
Π., προκειμένου να συνταχθεί η διαθήκη του Σ. Κ., όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ της αρχικώς ενάγουσας και των εναγομένων. Όμως, αντί για διαθήκη συντάχθηκε το υπ' αριθ. .../29-12- 2006 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αιγιαλείας (τόμος ..., αριθ. …), με το οποίο ο μεν Σ.
Κ. πωλούσε και μεταβίβαζε την κυριότητα της προπεριγραφείσας οικίας του, κατ' ίσο εξ αδιαιρέτου ποσοστό (1/2), σε καθέναν από τους εναγόμενους συζύγους, αντί τιμήματος € 30.431,70, που αντιστοιχούσε στην αντικειμενική αξία του (σημειωτέον ότι η πραγματική αξία του, σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων, ανερχόταν τουλάχιστον 60.000 ευρώ η δε Π.
Κ. παραιτείτο από το δικαίωμα ισόβιας οίκησης επί της ίδιας οικίας, αμφότεροι δε οι αρχικώς ενάγοντες υπέγραψαν το εν λόγω συμβόλαιο στα υποδειχθέντα σ' αυτούς σημεία, ειδικά δε η εξ αυτών Π. Κ., ως εκ τρίτου συμβαλλομένη, έχοντας η τελευταία την πλανημένη αντίληψη ότι η συμμετοχή αυτής, όπως και του συζύγου της, αφορούσε στη σύνταξη της διαθήκης του τελευταίου, καθόσον μάλιστα δεν της παραδόθηκε, αλλά ούτε και η ίδια ζήτησε να λάβει, αντίγραφο του συνταχθέντος εγγράφου.
Στο ίδιο συμβόλαιο μνημονεύτηκε ρητώς ότι μέρος του τιμήματος, ανερχόμενο στο ποσό των € 15.000, κατέβαλαν οι εναγόμενοι στον αρχικώς ενάγοντα εκτός του συμβολαιογραφείου και πριν τη σύνταξη του συμβολαίου αυτού, κατά δήλωση των συμβληθέντων μερών, καθώς και ότι το υπόλοιπο τίμημα των € 15.431,70 πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε μία άτοκη δόση έως τις 30-6-2007.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι μετά πάροδο τριών μηνών και συγκεκριμένα στις 27-3-2007, κατόπιν ενεργειών των εναγομένων για την τυπική διευθέτηση της οικονομικής τους εκκρεμότητας σε σχέση με το πιστωθέν υπόλοιπο τίμημα των € 15.431,70, ο ίδιος ως άνω συμβολαιογράφος, λόγω των εν τω μεταξύ αυξανόμενων κινητικών προβλημάτων του Σ.
Κ. και της εκ του λόγου τούτου αδυναμίας του προς μετακίνηση, μετέβη στην οικία των αρχικώς εναγόντων, όπου, με εντολή των εναγομένων, συνέταξε την υπογραφείσα από τον Σ. Κ. υπ' αριθ. ...27-3-2007 "πράξη εξόφλησης υπολοίπου πιστωθέντος τιμήματος πώλησης συμβολαίου", στην οποία ο τελευταίος φέρεται να δηλώνει ότι πληρώθηκε εμπροθέσμως το παραπάνω πιστωθέν τίμημα και επομένως ότι επήλθε ολοσχερής εξόφληση του τιμήματος της πωληθείσας οικίας του.
Η υπογραφή της αμέσως πιο πάνω εξοφλητικής πράξης έλαβε χώρα ενώπιον της αρχικώς ενάγουσας, η οποία αφενός μεν εξακολουθούσε να πιστεύει ότι με το πρώτο συμβόλαιο είχε συνταχθεί διαθήκη, αφετέρου δε, είχε πειστεί στα λεγόμενα των εναγομένων - για την αλήθεια των οποίων δεν είχε κανένα λόγο να αμφιβάλει μέχρι τότε - ότι η νέα αυτή συμβολαιογραφική πράξη ήταν αναγκαία για την ολοκλήρωση της σύνταξης της διαθήκης και για το λόγο αυτό δεν αντιτάχθηκε στην υπογραφή της από το σύζυγο της.
Αναφορικά με την ακρίβεια ή μη του περιεχομένου των παραπάνω δύο συμβολαιογραφικών εγγράφων λεκτέα τα εξής: α) Η σύνταξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου δεν ανταποκρινόταν στην αληθή βούληση της αρχικώς ενάγουσας, μέσω, της οποίας δρομολογήθηκε η υπογραφή του ίδιου συμβολαίου και από το σύζυγο της, αφού αυτή είχε την πεπλανημένη πεποίθηση, που της είχαν δημιουργήσει οι εναγόμενοι και ιδίως η εξ αυτών 1η εναγόμενη, ότι θα συντασσόταν διαθήκη, β) Το αναγραφόμενο στο ίδιο συμβόλαιο τίμημα πώλησης δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική αξία της φερόμενης ως πωληθείσας οικίας, αφού η πραγματική της αξία, με βάση τις καταθέσεις των εξετασθέντων στην πρωτοβάθμια δίκη προσώπων, ανερχόταν τουλάχιστον στο διπλάσιο ποσό (€ 60.000).
γ) Ουδέποτε καταβλήθηκε στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό ως τίμημα πώλησης, αφού δεν προσκομίζεται κανένα αποδεικτικό έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει αφενός μεν η καταβολή του, εν όλω ή εν μέρει, με μετρητά ή με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, αφετέρου δε η προηγηθείσα ανάληψή του από τους εναγόμενους από κάποιο τραπεζικό λογαριασμό (ενόψει του σημαντικού ύψους αυτού) είτε των ίδιων είτε συγγενικών τους προσώπων, από τους οποίους υποστηρίζουν ότι το έλαβαν, ενώ, τέλος, δεν προκύπτει ούτε η τύχη του ποσού αυτού μετά την υποτιθέμενη είσπραξή του από τους ενάγοντες, αν δηλαδή αυτό κατατέθηκε σε κάποιο πιστωτικό ίδρυμα ή επενδύθηκε ή δαπανήθηκε για αγορά ή για άλλο συγκεκριμένο σκοπό κ.λ.π.
Ειδικώς, όσον αφορά τη φερόμενη ως πραγματοποιηθείσα αρχική καταβολή των € 15.000, οι εναγόμενοι επιμελήθηκαν της εξέτασης του μάρτυρα Λ. Ρ., ο οποίος κατέθεσε ότι η καταβολή αυτή έγινε ενώπιόν του, πριν τη σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου, σε ένα παγκάκι έξω από το συμβολαιογραφείο. Όμως, η εν λόγω κατάθεση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία υπαγορεύουν να γίνει δεκτό ότι αν πράγματι οι εναγόμενοι είχαν δώσει το πιο πάνω χρηματικό ποσό στους ενάγοντες, τότε αμφότερες οι πλευρές θα επιδίωκαν η σχετική καταβολή να γίνει ενώπιον του συμβολαιογράφου και συγκεκριμένα οι μεν εναγόμενοι προκειμένου αυτή (καταβολή) να αναφερθεί στο συνταχθέν συμβόλαιο και να περιβληθεί με την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που αναγνωρίζει το άρθρο 438 ΚΠολΔ, οι δε ηλικιωμένοι ενάγοντες, λόγω του δικαιολογημένου φόβου τους μήπως η εν λόγω χρηματική συναλλαγή γίνει αντιληπτή από τρίτο πρόσωπο με παραβατική συμπεριφορά, που θα επιδιώξει να τους αφαιρέσει το εισπραχθέν ποσό και έτσι εκτεθεί σε κίνδυνο η σωματική τους ακεραιότητα και η ζωή τους.
Εξάλλου, είναι ασύνηθες και μάλλον προκλητικό για όποιον επιβουλεύεται την ιδιοκτησία άλλου να πραγματοποιείται χρηματική συναλλαγή σημαντικού ποσού, όπως αυτό των € 15.000, σε υπαίθριο και προσιτό σε απροσδιόριστο αριθμό προσώπων δημόσιο χώρο με λήπτες του ποσού ηλικιωμένα πρόσωπα και επιπλέον να γίνεται στον ίδιο χώρο καταμέτρηση των χρημάτων από τους τελευταίους, όπως επίσης αναληθώς κρίνεται ότι κατέθεσε ο ίδιος παραπάνω μάρτυρας.
Τέλος, ας σημειωθεί αφενός μεν ότι μία ημέρα πριν τη φερόμενη καταβολή των € 15.000, η 1η εναγομένη, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ζήτησε και έλαβε ως δάνειο από την αρχικώς ενάγουσα το ποσό των € 3.000, που όπως αποδείχθηκε δαπανήθηκε για την πληρωμή του φόρου μεταβίβασης και εν μέρει για την κάλυψη των συμβολαιογραφικών εξόδων σύνταξης του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, γεγονός που έρχεται σε λογική αντίφαση με την ανεύρεση από τους εναγόμενους και την καταβολή του ποσού των € 15.000 στους ενάγοντες, μία μόλις ημέρα μετά τη χορήγηση του δανείου, αφετέρου δε ότι τρεις μήνες μετά τη φερόμενη πλήρη εξόφληση του τιμήματος οι εναγόμενοι ζήτησαν και έλαβαν στεγαστικό δάνειο από την "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε.", ποσού € 42.000, με παραχώρηση προσημείωσης υποθήκης στην μεταβιβασθείσα σ' αυτούς οικία (βλ.
την υπ' αριθ. 664/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου), χωρίς βεβαίως να προκύπτει ότι τα χρήματα αυτά, ή μέρος τους, καταβλήθηκαν στον αρχικώς ενάγοντα ως τίμημα, γεγονός, άλλωστε, που δεν επικαλούνται ούτε οι εναγόμενοι. Τέλος, αποδείχθηκε ότι μετά την υπογραφή της προαναφερθείσας συμβολαιογραφικής πράξης εξόφλησης τιμήματος και αφού πλέον δεν υπήρχε καμία οικονομική εκκρεμότητα των εναγόμενων έναντι του αρχικώς ενάγοντος, ώστε ο τελευταίος να δύναται να στραφεί εναντίον τους για την ικανοποίηση της απαίτησης του για καταβολή του υπόλοιπου τιμήματος , επισπεύδοντας εκτέλεση με βάση το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που με ρητή μνεία σ' αυτό είχε κηρυχθεί τίτλος εκτελεστός για το πιστωθέν τίμημα, η 1η εναγόμενη μετάβαλε συμπεριφορά προς τους αρχικώς ενάγοντες, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τις οικιακές και προσωπικές ανάγκες τους και απειλώντας την αρχικώς ενάγουσα ότι μόλις πεθάνει ο Σ.
Κ. θα την βάλει σε γηροκομείο. Κατόπιν της ανωτέρω μεταστροφής της συμπεριφοράς της 1ηζ εναγομένης και παγίωσης αυτής, η αρχικώς ενάγουσα θορυβήθηκε και για πρώτη φορά άρχισε να υποπτεύεται ότι τα συμβόλαια που είχαν υπογραφεί από την ίδια και το σύζυγο της δεν ήταν διαθήκη. Τούτο εκμυστηρεύτηκε στις αρχές Ιανουάριου 2008 στη γειτόνισσά της, Ε.
Μ., από την οποία ζήτησε να τη συνοδεύσει στο συμβολαιογραφείο του Α. Π. για να λάβει αντίγραφα των μέχρι τότε υπογραφέντων δύο συμβολαίων και να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι το περιεχόμενο τους. Εν τέλει, η λήψη αντιγράφων των πιο πάνω συμβολαίων επιτεύχθηκε με τη μεσολάβηση του υιού της Ε. Μ., Δ., ο οποίος τα έλαβε από τον συντάξαντα αυτά συμβολαιογράφο για λογαριασμό της αρχικώς ενάγουσας, από δε την ανάγνωσή του περιεχομένου τους επιβεβαιώθηκαν οι υποψίες της αρχικώς ενάγουσας ότι δεν είχε συναφθεί διαθήκη, αφού αντιλήφθηκε πλέον ότι είχε συνταχθεί αφενός μεν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της οικίας στην οποία διέμεναν, δυνάμει του οποίου ο μεν σύζυγος της είχε υπογράψει ως πωλητής, η ίδια δε ως παραιτηθείσα από την ισόβια οίκηση και αφετέρου πράξη εξόφλησης του δήθεν καταβληθέντος τιμήματος.
Λόγω του ενδεχόμενου, πλην όμως ορατού, κινδύνου να επιδιώξουν οι εναγόμενοι να απομακρύνουν αυτή και το σύζυγο της από την οικία τους και έτσι να μείνουν στα γεράματά τους δίχως σπίτι και κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο, η αρχικώς ενάγουσα απευθύνθηκε στον ανιψιό της Α. Σ., που εξετάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και αφού του εξέθεσε πως είχαν τα πράγματα, του ζήτησε να τη βοηθήσει να "πάρουν" πίσω την οικία τους από τους εναγόμενους.
Ο τελευταίος επισκέφθηκε διαδοχικά τόσο τους δικηγόρους που υποχρεωτικά είχαν παρασταθεί στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο για λογαριασμό των συμβληθέντων σ' αυτό μερών (από την πλευρά του αρχικώς ενάγοντος-πωλητή είχε παρασταθεί δικηγόρος, που του είχαν διορίσει οι εναγόμενοι), όσο και το συμβολαιογράφο που το είχε συντάξει, με αποτέλεσμα, κατόπιν έντονων πιέσεων προς αυτούς και εν συνεχεία πιέσεων των τελευταίων προς τους εναγομένους, να πετύχει να συνταχθεί τρίτο κατά σειρά συμβόλαιο και συγκεκριμένα η υπ' αριθ.../9-4-2008 "σύσταση προσωπικών δικαιωμάτων οίκησης λόγω δωρεών εν ζωή επί οριζοντίου ιδιοκτησίας" του ίδιου συμβολαιογράφου Αιγίου, Α.
Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αιγιαλείας (τόμος ..., αριθ. …), δυνάμει του οποίου οι εναγόμενοι φέρεται ότι μεταβιβάζουν στους αρχικώς ενάγοντες, λόγω δωρεάς, το δικαίωμα της ισόβιας οίκησης επί της ίδιας οικίας που στα τέλη του 2006 ο μεν πρώτος εξ αυτών τους είχε πωλήσει και μεταβιβάσει, η δε δεύτερη είχε αποξενωθεί από το δικαίωμα ισόβιας οίκησης με παραίτηση απ' αυτό.
Και το τελευταίο τούτο συμβόλαιο υπογράφηκε από τους δωρεοδόχους ενάγοντες στην οικία τους, αφού οι τελευταίοι, λόγω επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας τους (επισημαίνεται ότι το επόμενο έτος αποβίωσαν και οι δύο), αδυνατούσαν να μετακινηθούν και να μεταβούν στο συμβολαιογραφείο του συντάξαντα αυτό συμβολαιογράφου.
Από όσα ανωτέρω εκτέθηκαν προκύπτει ότι κατά το χρόνο της σύνταξης και της υπογραφής από το Σ. Κ. όλων των προαναφερόμενων συμβολαιογραφικών εγγράφων και κυρίως του αγοραπωλητηρίου και της εξοφλητικής πράξης, που αποτελούν αντικείμενο ουσιαστικής έρευνας στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, ο τελευταίος τελούσε σε κατάσταση έκπτωσης των νοητικών λειτουργιών του, λόγω της γεροντικής άνοιας σε προχωρημένο στάδιο (συνεπεία και της μεγάλης ηλικίας του των 90 ετών) από την οποία έπασχε, που του απέκλειε τη δυνατότητα να διαμορφώσει ελεύθερα τη βούληση και την κρίση του με λογικούς υπολογισμούς και σκέψεις και έτσι καθιστούσε αδύνατον σ' αυτόν να διαγνώσει τόσο το περιεχόμενο των επιχειρούμενων από αυτόν δικαιοπραξιών, όσο και τις έννομες συνέπειές τους, οι οποίες ήταν ιδιαιτέρως, δυσμενείς για τον ίδιο και τη σύζυγό του, αφού τους στερούσε, δίχως δικαιολογημένο λόγο και δίχως αντάλλαγμα από την συζυγική τους στέγη, που αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο.
Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στην συνδυαστική αξιολόγηση του συνόλου των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η το πρώτον προσκομισθείσα στην έκκλητη δίκη από 4-10-2010 ιατρική βεβαίωση του νευρολόγου Π. Π., διευκρινιστική της προσκομισθείσας στον α' βαθμό από 23-6-2008 ιατρικής γνωμάτευσης του ίδιου ιατρού, ο οποίος, βασιζόμενος στα στοιχεία του ηλεκτρονικού του αρχείου βεβαίωσε ότι εξέτασε για πρώτη φορά το Σ.
Κ. στις 20-5- 2003, δηλαδή δύο έτη μετά την εκδήλωση του εγκεφαλικού του επεισοδίου, χωρίς να διαπιστώσει διαταραχές εκπομπής λόγου και κινητική αδυναμία του, διευκρινίζοντας όμως ότι η εκπομπή του λόγου, που συνίσταται στην ικανότητα του ατόμου να εκφράσει μερικώς ή ολικώς αυτά που σκέφτεται, δεν έχει σχέση με την γνωστική ικανότητα του ατόμου, ως προς την οποία ουδεμία θετική ή αρνητική αναφορά κάνει, και για δεύτερη φορά στις 23-6-2008, δηλαδή ενάμισι έτος μετά τη σύνταξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και της πράξης εξόφλησης, οπότε διαπίστωσε ότι αυτός έπασχε από γεροντική άνοια με πλήρη αποδιοργάνωση των νοητικών λειτουργιών του, σε βαθμό που η επικοινωνία μαζί του ήταν σχεδόν αδύνατη, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να διαχειριστεί τις υποθέσεις του, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την χρονικά προηγηθείσα, με ημερομηνία 10-1-2008, βεβαίωση του ιατρού - ειδικού παθολόγου Γ.
Γ. Μάλιστα, για το λόγο τούτο, με την υπ' αριθμ. 144/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, ο αρχικώς ενάγων τέθηκε υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, διορισθείσας ως δικαστικής συμπαραστάτης του της συζύγου του, η οποία, υπό την ιδιότητά της αυτή, άσκησε και για δικό του λογαριασμό την κρινόμενη αγωγή.
Αν και δεν προσκομίζεται ιατρική γνωμάτευση για την κατάσταση της διανοητικής υγείας του αρχικώς ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από 20-5-2003 έως 10-1-2008, που μεσολάβησε μεταξύ της εξέτασής του από τους ιατρούς Π. Π. και Γ. Γ., εντούτοις κρίνεται ότι η εσχάτως ιατρικά διαγνωσθείσα διανοητική κατάστασή του (αποδιοργάνωση διανοητικών λειτουργιών) ίσχυε και κατά τους κρίσιμους χρόνους της σύνταξης των επίμαχων δύο συμβολαίων, που δεν απέχουν πολύ από τη χρονικά πλησιέστερη προς αυτούς από 10-1-2008 ιατρική γνωμάτευση του Γ.
Γ. (το αγοραπωλητήριο συμβολαιο συντάχθηκε ένα περίπου έτος πριν και η εξοφλητική πράξη συντάχθηκε εννέα μήνες πριν), δεδομένου ότι η ως άνω διανοητική ανικανότητα του Σ. Κ. βεβαιώνεται και από τους επιμελεία των εναγόντων εξετασθέντα μάρτυρα και ενόρκως βεβαιώσαντες, οι οποίοι παραθέτουν περιστατικά που υπέπεσαν στην άμεση αντίληψή τους, από τα οποία συνάγεται ότι ήδη πριν τη σύνταξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ο Σ.
Κ. εκδήλωνε εμφανή συμπτώματα βαθμιαίας επιδεινούμενης γεροντικής άνοιας και νοητικής υστέρησης, όπως απώλεια πρόσφατης μνήμης, αδυναμία αντίληψης καταστάσεων και αναγνώρισης προσώπων, σύγχυση, έλλειψη προσοχής και αδυναμία διαχείρισης των προσωπικών του υποθέσεων, τις οποίες, όπως ήδη εκτέθηκε, διεκπεραίωνε αποκλειστικά για λογαριασμό του η σύζυγος του.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις περί του αντίθετου καταθέσεις του μάρτυρα ανταπόδειξης και των ενόρκως βεβαιωσάντων με επιμέλεια των εναγομένων, το περιεχόμενο των οποίων κρίνεται ως μη ανταποκρινόμενο στην αλήθεια, και ιδίως του εξ αυτών συντάξαντος τα επίδικα συμβολαιογραφικά έγγραφα, συμβολαιογράφου Αιγίου Α.
Π., ο οποίος, παραδόξως, μετά την πάροδο τριών ετών από τη σύνταξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, φέρεται να θυμάται επακριβώς όσα διημείφθησαν μεταξύ αυτού και του άγνωστου μέχρι τότε σ' αυτόν αρχικώς ενάγοντος, μεταφέροντας κατά λέξη τις απαντήσεις του τελευταίου, προκειμένου να καταδείξει ότι αυτός αντιλαμβανόταν πλήρως το είδος και το περιεχόμενο της σύμβασης, στην οποία είχε συμβληθεί.
Παρά ταύτα, το ίδιο το περιεχόμενο των ερωτήσεων του παραπάνω συμβολαιογράφου προς τον αρχικώς ενάγοντα μαρτυρεί ότι ούτε ο ίδιος ήταν βέβαιος για την διανοητική και αντιληπτική ικανότητα του συνομιλητή του, αφού, μετά τη σύνταξη και την υπογραφή του συμβολαίου ή του συμβολαίου, φέρεται να κάνει διάλογο με τον αρχικώς ενάγοντα για να του καταστήσει σαφές ότι με την ήδη συναφθείσα σύμβαση αποξενώνεται πλήρως από την οικία του και ότι οι εναγόμενοι μπορούν να ζητήσουν να τους παραδοθεί η νομή της, ενώ συγχρόνως προτείνει σ' αυτόν και στη σύζυγο του, για λόγους ηθικής όπως καταθέτει, να συσταθεί υπέρ τους δικαίωμα ισόβιας οίκησης, πράγμα παράδοξο όχι μόνο σε σχέση με το χρόνο που έγινε η σχετική πρόταση (μετά την υπογραφή του συμβολαίου και των τηρούμενων από το συμβολαιογράφο βιβλίων από τα συμβληθέντα μέρη), αλλά και σε σχέση με την αρχικώς ενάγουσα, η οποία λίγη ώρα μόλις πριν είχε δηλώσει ότι παραιτείται από το δικαίωμά της αυτό, γεγονός που μαρτυρεί επιπλέον ότι ούτε η τελευταία είχε αντιληφθεί ότι με το εν λόγω συμβόλαιο ο μεν σύζυγος της έχανε την κυριότητα, η ίδια δε, έχανε την ισόβια οίκηση.
Μάλιστα, προκειμένου να καταδειχθεί η αναξιοπιστία του ως άνω συμβολαιογράφου, ως ενόρκως βεβαιώσαντος, σε σχέση με την επικαλούμενη απ' αυτόν διανοητική ικανότητα του αρχικώς ενάγοντος κατά τη σύνταξη των δύο πρώτων συμβολαιογραφικών πράξεων, αξίζει να σημειωθεί, ότι αν και κατά τη σύνταξη του τρίτου κατά σειρά συμβολαίου (σύσταση οίκησης) η κατάσταση της διανοητικής υγείας του αρχικώς ενάγοντος (πλήρης αποδιοργάνωση των νοητικών λειτουργιών του) πιστοποιείτο πλέον και από ιατρικά έγγραφα, εντούτοις αυτός θεώρησε και πάλι ότι ο αρχικώς ενάγων ήταν διανοητικά ικανός να συμβληθεί στο πιο πάνω συμβόλαιο, δεχόμενος την υπογραφή του από τον τελευταίο, προφανώς καθ' υπόδειξη της τελούσας σε πλάνη συζύγου του, όπως είχε γίνει και με τα προηγούμενα δύο συμβόλαια.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αποδειχθέντος ότι κατά το χρόνο της σύνταξης τόσο του υπ' αριθ. .../29-12-2006 πωλητηρίου συμβολαίου, όσο και της υπ' αριθ. ...27-3-2007 πράξης εξόφλησης του συμβολαιογράφου Αιγίου Α. Π. ο αρχικώς ενάγων, Σ. Κ., έπασχε από διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (άρθρο 131 ΑΚ) και μείωνε σημαντικά την ικανότητά του για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, τα ως άνω συμβόλαια είναι άκυρα, αφού θεωρούνται ως μη γενόμενα, κατά τους ορισμούς του άρθρου 180 ΑΚ.
Περαιτέρω, από τα ίδια προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε, σε σχέση με την ασκηθείσα από την αρχικώς ενάγουσα και κληρονομηθείσα από τους καθολικούς διαδόχους της αγωγική αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ότι η σύνταξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και της δι' αυτού παραίτησης της αρχικώς ενάγουσας από το δικαίωμα ισόβιας οίκησης επιτεύχθηκε με παραπλάνησή της από τους εναγομένους, οι οποίοι, επιθυμώντας να κατοχυρώσουν με ανέκκλητο τρόπο την απόκτηση απ' αυτούς της κυριότητας της οικίας του Σ.
Κ. (που σε περίπτωση σύνταξης διαθήκης δε θα επιτυγχανόταν, αφού ανά πάσα στιγμή ο διαθέτης θα μπορούσε να ανακαλέσει τη διαθήκη του και να ορίσει άλλο τιμώμενο πρόσωπο, όπως είχε πράξει στο παρελθόν), της παρέστησαν ψευδώς ότι θα συνταχθεί διαθήκη, όπως αυτή επιθυμούσε, όχι μόνο αποκρύπτοντάς της κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να οδηγήσει τη σκέψη της στην πράγματι συναφθείσα αγοραπωλησία και παραίτηση από την οίκηση, αλλά και εκμεταλλευόμενοι συγχρόνως τόσο την τυφλή εμπιστοσύνη που τους είχε δείξει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν σε προηγούμενο σημείο, σε συνδυασμό με την ανάγκη της ίδιας και του συζύγου της για καθημερινή φροντίδα από τρίτο πρόσωπο εφ' όρου ζωής, όσο και την απειρία της σε συναλλαγές του είδους αυτού, αλλά και την άγνοιά της για τους νομικούς όρους που τυχόν θα άκουγε εντός του συμβολαιογραφείου.
Η εκ προθέσεως προπεριγραφείσα συμπεριφορά των εναγομένων ήταν ηθικά επιλήψιμη, ως αντικείμενη στις ιδέες του κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, έγινε δε με αποκλειστικό σκοπό τον προσπορισμό στους εναγόμενους παράνομου οφέλους (κτήση κυριότητας απαλλαγμένης από κάθε εμπράγματο περιορισμό) με πρόκληση αντίστοιχης ζημίας στον αρχικώς ενάγοντα και - αναγκαίως - στη σύζυγο του, συνιστάμενης αυτής (ζημίας) στην αξία των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των αρχικώς εναγόντων (κυριότητα/ και οίκηση, αντίστοιχα), από τα οποία αυτοί απεκδύθηκαν χωρίς κανένα δικαιολογημένο λόγο στη δύση της ζωής τους και μάλιστα χωρίς να λάβουν κανένα αντάλλαγμα, επιβαρυνόμενοι εν αγνοία τους ακόμη και με τα έξοδα για την κατάρτιση του συμβολαίου, αφού αυτά καλύφθηκαν από το χορηγηθέν και μη αποδοθέν δάνειο των € 3.000.
Επισημαίνεται ότι η εκ των υστέρων σύσταση δικαιώματος οίκησης υπέρ των αρχικώς εναγόντων με την υπ' αριθ.../9-4-2008 συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Αιγίου δεν αναιρεί την αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά των εναγομένων, αλλά αντιθέτως την επιβεβαιώνει, αφού οι τελευταίοι υποχρεώθηκαν προς τούτο κατόπιν πιέσεων του εξετασθέντος, ως μάρτυρα, συγγενούς των αρχικώς εναγόντων και συστάσεων του πληρεξουσίου δικηγόρου τους για την αποφυγή άλλων δυσμενών γι' αυτούς εννόμων συνεπειών της παράνομης συμπεριφοράς τους.
Ως εκ τούτου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των άρθρων 919 και 932 ΑΚ και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στην αρχικώς ενάγουσα για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την εις βάρος της αδικοπραξία. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων έναντι της αρχικώς ενάγουσας, όπως αυτές έχουν εκτενώς περιγράφει και ιδίως το είδος και την ένταση της επελθούσας προσβολής, το βαθμό του πταίσματος των εναγομένων και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, κρίνεται ότι το ύψος αυτής (χρηματικής ικανοποίησης) ανέρχεται στο εύλογο και δίκαιο ποσό των € 5.000, το οποίο, μετά το θάνατο της αρχικώς ενάγουσας, δικαιούνται οι υπεισελθόντες στην δικονομική θέση της καθολικοί της διάδοχοι, κατά το λόγο της εξ αδιαθέτου κληρονομικής τους μερίδας από τους, εις ολόκληρον ευθυνόμενους για την καταβολή του, εναγομένους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την αιτιολογία της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή α) αναγνωρίζοντας την ακυρότητα του υπ' αριθ. .../29-12-2006 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και της υπ' αριθ. ...27-3-2007 εξοφλητικής πράξης του συμβολαιογράφου Αιγίου Α.
Π., ως προς τον αρχικώς ενάγοντα Σ. Κ. και β) αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στους καθολικούς διαδόχους της αρχικώς ενάγουσας, Π. Κ., το ποσό των € 5.000 για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, σύμφωνα με τους ειδικότερους υπολογισμούς που αναφέρονται στην εκκαλούμενη απόφαση, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς οι συναφείς υπό στοιχεία α', β', γ', ε', στ', ζ', η' και θ' λόγοι έφεσης κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Απορριπτέοι, εξάλλου, κρίνονται και οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης, ως αλυσιτελείς". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι κατά την κατάρτιση των επίμαχων συμβολαιογραφικών πράξεων, πωλητηρίου συμβολαίου, που καταρτίσθηκε στις 29/12/2006 και εξοφλητικής απόδειξης ,που υπογράφτηκε στις 27/3/2007, ο αρχικώς ενάγων -πωλητής Σ.
Κ., έπασχε από τη νόσο της γεροντικής άνοιας , λόγω και της προχωρημένης ηλικίας του, 91 ετών, η οποία ασθένεια, σε συνδυασμό και με εγκεφαλικό επεισόδιο που είχε υποστεί στο παρελθόν, του προκάλεσε απώλεια μνήμης, αντίληψης κλπ και ότι εκ του λόγου αυτού τελούσε σε κατάσταση έκπτωσης των νοητικών του λειτουργιών, που του απέκλειε τη δυνατότητα να διαμορφώσει ελεύθερα τη βούληση και την κρίση του με λογικούς υπολογισμούς και καθιστούσε έτσι αδύνατον σ'αυτόν να διαγνώσει τόσο το περιεχόμενο των επιχειρούμενων από αυτόν δικαιοπραξιών, όσο και τις έννομες συνέπειές τους, οι οποίες ήσαν ιδιαιτέρως δυσμενείς για τον ίδιο και τη σύζυγο του, αφού τους στερούσε, χωρίς δικαιολογημένο λόγο και δίχως αντάλλαγμα, από την συζυγική τους στέγη, που αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο.
Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η δήλωση βούλησης του ανωτέρω στις προμνημονευόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις είναι άκυρη, εξαιτίας του ότι ο τελευταίος, κατά το χρόνο κατάρτισής τους έπασχε από διανοητική διαταραχή , που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και μείωνε σημαντικά την ικανότητά του για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, μετά δε από αυτό, επικύρωσε κατά τούτο την εκκαλούμενη απόφαση, αφού απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων.
Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με όλα τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, τα συνιστώντα την διανοητική διαταραχή του αρχικώς ενάγοντος - πωλητή, κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάρτισης των ένδικων συμβολαιογραφικών πράξεων, πώλησης και εξόφλησης τιμήματος, η οποία περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.
Συνεπώς, οι διαλαμβανόμενες, στον πρώτο αναιρετικό λόγο και το πρώτο (πρώτο μέρος) και έκτο ,με στοιχεία Α' και ΣΤ', αντίστοιχα, σκέλη, αιτιάσεις με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 131ΑΚ , και ότι παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ , που επιβάλλει σεβασμό της ελευθερίας της βούλησης και της περιουσίας, είναι αβάσιμες, ενώ απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο έβδομος αναιρετικός λόγος με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, για πλημμέλεια δηλαδή από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος, κατά το ίδιο πιο πάνω Α' σκέλος, και κατά το δεύτερο μέρος, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, ότι δεν εφάρμοσε το νομοθετικό καθεστώς των ακινήτων του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ), χωρίς την ενάριθμη αναφορά της συγκεκριμένης διάταξης ή των διατάξεων ,δηλαδή του άρθρου ή άρθρων, που διέπουν τον ΟΕΚ, οι οποίες φέρονται ότι παραβιάσθηκαν (ΑΠ ολ18/2005), επί πλέον δε χωρίς να αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη νομικό σφάλμα δηλαδή;
που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση, περί την εφαρμογή του διέποντος τον ΟΕΚ νόμου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικά εάν πράγματι παραβιάσθηκε και ποιος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, είναι, κατά τούτο, απαράδεκτος ως αόριστος. Τέλος, οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες ,στο τρίτο μέρος, του άνω πρώτου σκέλους, του ίδιου πιο πάνω πρώτου αναιρετικού λόγου, και στο δεύτερο και τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, αιτιάσεις αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων, στη μη αιτιολόγηση της αποδοχής ή όχι των αποδεικτικών μέσων και δη των ιατρικών γνωματεύσεων, όπως εκείνη του νευρολόγου Π.
Π., του ειδικού παθολόγου Γ. Γ. και των εγγράφων της ΕΤΕ που αφορούν στην κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών του αρχικού ενάγοντος και, συνεπώς, πλήττουν την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, είναι δε, για το λόγο αυτό, απαράδεκτες ( άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Με το δεύτερο σκέλος, με στοιχείο Β', του πρώτου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 , 179 ΑΚ και ειδικότερα εκείνες του άρθρου 179, τις οποίες εφάρμοσε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ακυρότητας της επίμαχης συμβάσεως αγοραπωλησίας ως καταπλεοναστικής- αισχροκερδούς.
Ο λόγος αυτός κατά τις πιο πάνω αιτιάσεις του είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο εφάρμοσε την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, ενώ αυτό δεν έγινε, όπως προκύπτει από περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε, αφού ήδη με την πρωτόδικη απόφαση, η σωρευόμενη και ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ αγωγική βάση είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη( φύλλο 5ο αναιρεσιβαλλομένης).
Σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που είχαν τεθεί από τους διαδίκους υπ' όψη του δικαστηρίου της ουσίας. Ισχυρισμοί που δεν είχαν προβληθεί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν για τη θεμελίωση λόγων αναίρεσης, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις (ΑΠ 484/2018).
Με το τρίτο σκέλος, με στοιχείο Γ' ,του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αυτεπάγγελτα και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ , στην οποία θεμελιώνεται η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός, ως προς την άνω αιτίαση, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η πιο πάνω ένσταση δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, καθόσον δεν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη, ούτε για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, όπως, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης , προκύπτει το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε ρητά, ούτε έμμεσα κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς την δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων στο επίμαχο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, όσον αφορά τη με αυτό μεταβίβαση από τον πωλητή, αρχικώς ενάγοντα Σ.
Κ., στους εναγομένους της οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) κυριότητάς του, και δεν προσέφυγε σε κανένα άλλο στοιχείο εκτός από το γράμμα της επίμαχης σύμβασης αγοραπωλησίας για την ανεύρεση της βούλησης των συμβαλλόμενων μερών. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το τέταρτο, με στοιχείο Δ, σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ επί των πιο πάνω δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων στο επίμαχο πωλητήριο συμβόλαιο, μολονότι η προσφυγή αυτή ήταν επιβεβλημένη, επειδή διαπίστωσε κενό στις εν λόγω δηλώσεις βουλήσεως και, έτσι, οδήγησε στην ευθεία παραβίαση των αμέσως πιο πάνω ερμηνευτικών κανόνων, είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα πρόταση, αβάσιμος.
Με τον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο, κατά το πέμπτο, με στοιχείο Ε', σκέλος αυτού, αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 182ΑΚ, καθόσον ,μετά την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης συμβάσεως πωλήσεως, έπρεπε να δεχθεί ότι αυτή ήθελε, κατά μετατροπή, ισχύσει ως διαθήκη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά το άνω σκέλος του, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης δεν προκύπτει, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην μείζονα πρόταση, ότι ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας από τους εναγόμενους - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες προβλήθηκε ισχυρισμός περί μετατροπής της πιο πάνω άκυρης σύμβασης αγοραπωλησίας σε έγκυρη διαθήκη, με τη συνδρομή των νόμιμων προς τούτο προϋποθέσεων.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος στο σύνολο του. 2) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι νομίμως.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά όταν παρά τη βεβαίωση αυτή από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα( ΑΠ 180/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης , κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος αυτού από τον αριθμό 11 γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία αυτοί νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη της αβασιμότητας της αγωγής των εναγόντων και συγκεκριμένα α) τις τρεις δημόσιες διαθήκες του αρχικώς ενάγοντος Σ.
Κ. καθώς και την δημόσια διαθήκη της αρχικής ενάγουσας Π. Κ., β) τις κινήσεις στους τραπεζικούς λογαριασμούς του Σ. Κ. και γ) την ένορκη βεβαίωση του Α. Π., συμβολαιογράφου Αιγίου, ο οποίος συνέταξε τις επίμαχες συμβολαιογραφικές πράξεις. Ο λόγος αυτός ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και "...
τις με επίκληση προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους -εκκαλούντες ένορκες βεβαιώσεις, μεταξύ των οποίων τη με αριθμό .../28-12-2009 του συμβολαιογράφου Αιγίου Α. Π. και όλα τα έγγραφα που μετ'επικλήσεως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ... " σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, ειδική αναφορά στο περιεχόμενο της οποίας κάνει στην προσβαλλομένη (φύλλο 12ο, 2η σελίδα) και τα πιο πάνω έγγραφα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολο του. 3) Ο από το άρθρο 20 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1025/2014). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ένδικων συμβολαιογραφικών πράξεων, πωλητηρίου συμβολαίου με αριθμό .../2006 και εξοφλητικής πράξεως ,με αριθμό ...2007, με το να δεχθεί:" ότι η πραγματική αξία του επίμαχου ακινήτου ήταν διπλάσια από την αναγραφόμενη" και "ότι το αναγραφόμενο τίμημα δεν καταβλήθηκε".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς την άνω αιτίαση, είναι αβάσιμος, επειδή το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω συμβολαιογραφικών εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, οι δε λοιπές αιτιάσεις ,που διαλαμβάνονται στον ίδιο λόγο, είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος στο σύνολο του. 4) Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (Ολ.
ΑΠ 8/2005) και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν. Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται ιδρύει τον από τον αριθμό 1 εδ.
β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς. Επομένως ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ'αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Ο λόγος πάντως αυτός δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και όταν χρησιμοποιούνται για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, εκφεύγουσα του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 1025/2014,2157/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 1 εδ.β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι μολονότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, προέκυπτε η καταβολή από αυτούς του συμφωνηθέντος τιμήματος για την πώληση του επίμαχου ακινήτου, το Εφετείο με τις παραδοχές αφενός "ότι δεν καταβλήθηκε το συμβατικό αντάλλαγμα για την πώληση του ακινήτου, παρά την μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα Λ.
Ρ., ο οποίος κατέθεσε ότι η καταβολή αυτή έγινε πριν τη σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου σε ένα παγκάκι έξω από το συμβολαιογραφείο, εκτιμώντας ότι η καταβολή του συμβατικού ανταλλάγματος κατά τον συγκεκριμένο τρόπο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας" και αφετέρου "ότι το δάνειο που έλαβαν από την αρχική ενάγουσα των 3000 ευρώ την παραμονή της σύνταξης του συμβολαίου, το οποίο δαπανήθηκε για την εξόφληση του φόρου μεταβίβασης και εν μέρει των συμβολαιογραφικών εξόδων και το στεγαστικό δάνειο που έλαβαν οι εναγόμενοι, τρεις μήνες μετά την φερόμενη πλήρη εξόφληση του τιμήματος, ποσού 42.000 ευρώ, από την Τράπεζα Eurobank δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα χρηματικά αυτά ποσά ή μέρος τους καταβλήθηκε στον αρχικώς ενάγοντα ως τίμημα", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σχετικά με την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στις περί πωλήσεως διατάξεις του ΑΚ.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον τα ανωτέρω δεν αποτελούν δίδαγμα κοινής πείρας , σε κάθε δε περίπτωση, οι διαλαμβανόμενες στον ανωτέρω λόγο αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι οι αναιρεσείοντες υπό την επίφαση της παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας, αιτιώνται την απόφαση ως προς τις παραδοχές της, που κατά τη γνώμη τους (αναιρεσειόντων) δεν προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό, από το οποίο κατά την άποψή τους προκύπτει αντίθετο πόρισμα που δεν πληροί το πραγματικό της εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθρου 131 ΑΚ., αποδίδουν, δηλαδή στην προσβαλλομένη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δικ., περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. 5) Από τη διάταξη του αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που καθορίζει δεσμευτικά ο νόμος.
Στον ΚΠολΔικ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (340 ΚΠολΔικ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθ. 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρ. 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα" (ΑΠ 87/2013, 233/2011).
Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το αποδεικτικό μέσο ως προς το οποίο υπάρχει παράβαση κατά την αποδεικτική αυτού δύναμη και να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι έγινε η επίκληση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας( ΑΠ225/2009).
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο παραβίαση της διάταξης του άρθρου 352 του ίδιου Κώδικα, ως προς την αποδεικτική δύναμη της δικαστικής (όπως στο αναιρετήριο χαρακτηρίζεται) ομολογίας της αρχικής ενάγουσας, στην οποία εκείνη είχε προβεί σχετικά με την ικανότητα προς δικαιοπραξία, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του συμβαλλόμενου συζύγου της, αρχικού δεύτερου ενάγοντα, ενόψει του ότι αυτή (αρχική ενάγουσα) ανέφερε "ότι είχε αποδεχθεί η ίδια τη σύνταξη διαθήκης και όχι της πώλησης, ομολόγησε δηλαδή ότι ο συμβαλλόμενος σύζυγός της, αρχικώς ενάγων, είχε ικανότητα για δικαιοπραξία κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθώς δεν είναι δυνατό επιλεκτικά να υπάρχει ή όχι ανάλογη ικανότητα".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία και, ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι επικαλέστηκαν στο δικαστήριο της ουσίας την άνω ομολογία ούτε κάτι τέτοιο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων. 6) Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί του αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 180/2011).
Ακόμη "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι κάθε περιστατικό, που αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκουμένου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 1795/2008).
Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι: α) η ένδικη σύμβαση πωλήσεως καταρτίσθηκε μόλις παρήλθε η δεκαετία που προβλέπεται από την νομοθεσία του ΟΕΚ, β) η πώληση συνήφθη ένα μήνα μετά τη γνωριμία με τους εναγομένους, αγοραστές, γ) τη σύνταξη από τον πωλητή και τη σύζυγο του σε προγενέστερο χρόνο διαθηκών, δ) την παράσταση δικηγόρων στα συμβόλαια, ε) την υπογραφή πράξης εξόφλησης του τιμήματος, στ) τη σύναψη στεγαστικού δανείου και ζ) το όφελος του πωλητή καθώς πέτυχε να μην ανακληθεί η παραχώρηση, κίνδυνο που διέτρεχε λόγω της κινητής και ακίνητης περιουσίας που διέθετε.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενοι με αυτόν ισχυρισμοί ανάγονται στην επίκληση αποδεικτικών μέσων και την εκτίμηση αποδείξεων και ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "πράγματα" με την προαναφερόμενη έννοιά τους.7) Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό αποδεικτικά στοιχεία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ενάριθμα, σε ποιο λόγο αναιρέσεως υπάγεται η επικαλούμενη με το λόγο αυτό πλημμέλεια, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται με τους αριθμούς 1 έως και 20 στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος της αναίρεσης ,πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3ΚΠολΔ εδάφ.
ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων δεν θα επιδικασθούν, καθόσον, λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, δεν υπάρχει σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον απολιπόμενο δεύτερο Σ. Σ. από τους αναιρεσιβλήτους.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν.
Απορρίπτει την από 2 Οκτωβρίου 2018 αίτηση των Π. συζύγου Χ. Γ. και Χ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 135/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ