Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
711/2015 KI-generiert

Supreme Court allows second appeal, remands case for substantive trial due to procedural error.

Geschäftsnummer 711/2015
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece allowed the State's second appeal against the Second Instance Court's decision, rejecting the intervenors' additional interventions. The court held that the Second Instance Court failed to examine the substantive merits of the case because it incorrectly treated the second appeal as a procedural review rather than a full retrial. Consequently, the case was remanded for a new substantive hearing before the appellate court acting as a court of first instance.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 580 and 581 of the Code of Civil Procedure; Upon a second appeal, the Supreme Court must examine the case substantively, and if the lower court failed to do so, the case must be remanded for a new substantive trial.

Schlagwörter

KI-generiert
second appeal procedure substantive trial requirement remand for retrial Code of Civil Procedure economic principle of litigation

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 520 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 581 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 and 3 of Law 3693/1957
Article 52 paragraph 18 of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987
Article 2 of the Ministerial Circular 134423/1992
Article 281 of Law 3463/2006

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 711 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 711/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. χας Ν. Π., το γένος Γ. Ζ., 2)Α. συζ. Σ. Π., το γένος Ν. Π., κατοίκων ... και 3)Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης, που εδρεύει στην Πεντέλη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τράκη, ο οποίος δήλωσε ότι η 1η απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους: α)Ε. Π. του Ν., κάτοικο ..., β)Γ. Π. του Ν., κάτοικο ... και γ)Ι. - Μ. Π. του Ν., κάτοικο ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο. Η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μποτή, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Α. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Δήμου Βριλησσίων, που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νοτάρη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Β. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Γ. Α. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Γκότση, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Και οι δύο υπέρ του αναιρεσείοντος και κατά των αναιρεσιβλήτων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με α)την από 21-6-1985 αγωγή του αρχικού διαδίκου Γ. Ζ. και β)την από 9-10-1985 πρόσθετη παρέμβαση της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πεντέλης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2794/1986 του ίδιου Δικαστηρίου και 3693/1987 του Εφετείου Αθηνών που ανέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Κατόπιν αυτού εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3114/1987 μη οριστική, 7319/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 4153/2007 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1646/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2418/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 15-11-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 10/11/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτως παρεμβάσεων, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ.περ.α, 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης η πρώτη των αναιρεσιβλήτων Α. Π., απεβίωσε την 25-12-2013 δηλαδή μετά την άσκηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την 18-11-2013 και κληρονομήθηκε από τους Ε., Γ. και Ι.-Μ. Π., μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, οι οποίοι, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στο αναιρεσείον το γεγονός του θανάτου της προαναφερομένης καθολικής δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνη τη διακοπείσα δίκη, Ο θάνατος της τελευταίας και η συγγενική σχέση, που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή της αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσιβλήτους ληξιαρχική πράξη θανάτου, το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και τα πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί μη αποποίησης της κληρονομίας και μη δημοσίευσης διαθήκης.

Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 80 παρ.3, 558 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, πρέπει όμως να επιδίδεται σ’ αυτόν η κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης για να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται και κατά της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης, που παρενέβη προσθέτως υπέρ του ενάγοντος, ως δικονομική εγγυήτρια αυτού ο οποίος απεβίωσε κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης και στη δικονομική του θέση υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητοι ενώ δεν έπρεπε να στραφεί κατ’ αυτής, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, άλλωστε ούτε οι λόγοι αναίρεσης αφορούν της πρόσθετη παρέμβαση. Πλην όμως το γεγονός τούτο εκτιμάται ως κλήση αυτής στην προκειμένη δίκη, στην οποία νομίμως παρίσταται και ζητάει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική της δαπάνη.

Επειδή κατά το άρθρο 80 Κ.Πολ.Δ., αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν. Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρέμβασης κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1εδαφ.

Β Κ.Πολ.Δ. Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει όμως είτε αυτά να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της.

Έτσι για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεν αρκεί η επίκληση από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, γενικότερων ηθικών ή κοινωνικών συμφερόντων, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 81 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή δηλαδή με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με την επίδοση αντιγράφου αυτής στους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση άσκησε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος-εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ο Δήμος Βριλησσίων με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε ση γραμματεία του (Αρείου Πάγου) και επιδόθηκε στους διαδίκους, Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του επικαλέσθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στα διοικητικά του όρια, ότι ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ότι έχουν δασική μορφή και ότι "ενδεχόμενη αναγνώριση των καθ’ ων η παρέμβαση ως κυρίων των επιδίκων, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την σε αυτό αναφυόμενη χλωρίδα, αλλά και για το φυσικό περιβάλλον εν γένει, δεδομένου ότι οι καθ’ ων επί των επιδίκων, στην απίθανη περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι είναι κύριοι αυτών, θα ανεγείρουν σε αυτό οικοδομές, καταστρέφοντας το περιβάλλον και το φυσικό τοπίο της περιοχής".

Τα περιστατικά όμως αυτά δε συγκροτούν την έννοια του εννόμου συμφέροντος του προσθέτως παρεμβαίνοντος προς άσκηση της πρόσθετης παρέμβασής του, όπως αυτή αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλλά ανάγονται στο γενικότερο κοινωνικό συμφέρον.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η πρόσθετη αυτή παρέμβαση ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Επίσης άσκησε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο Γ. Α. με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του και επιδόθηκε στους διαδίκους.

Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του επικαλέσθηκε ότι σε τμήμα του επιδίκου, επιφάνειας 1.000 τ.μ., έχει εμπράγματο και αποκλειστικό δικαίωμα οικήσεως και έχει εγκατασταθεί σ’ αυτό με την οικογένειά του από το 1970, ότι η επίδικη έκταση είναι τμήμα δασικής εκτάσεως, η δε μεταβιβαστική της κυριότητας δικαιοπραξία από την Ιερά Μονή Πεντέλης προς τον ενάγοντα είναι άκυρη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 60 του ΝΔ/τος 86/1969 και 216 του Ν.4173/1929, καθ’ όσον έγινε χωρίς άδεια του Υπουργού Γεωργίας, έτσι ώστε σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή, θα ανατραπεί το δικαίωμά του και το συμφέρον του αφού θα αποβληθεί από το επίδικο τμήμα.

Και η πρόσθετη αυτή παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του προσθέτως παρεμβάντος προς άσκηση αυτής, καθ’ όσον ούτε η ιδιότητα του επιδίκου ακινήτου ως δασικής έκτασης, ούτε η ακυρότητα της μεταβιβαστικής της κυριότητας αυτού δικαιοπραξίας προς τον ενάγοντα, ούτε και η αόριστη επίκληση της απόκτησης δικαιώματος οίκησης, που δε συναρτάται με συμβατική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου συγκροτούν την έννοια του εννόμου συμφέροντος υπό την προεκτεθείσα έννοια.

Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αρχικώς ενάγων Γ. Ζ., άσκησε την ένδικη αγωγή, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά του αναιρεσείοντος, στην οποία ένωσε και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της δικαιοπαρόχου, του τρίτης των αναιρεσιβλήτων, Ιεράς Μονής, πωλήτριας του επιδίκου, ως δικονομικής εγγυήτριας αυτού, με την οποία ζήτησε να παρέμβει στη δίκη και να τον υποστηρίξει.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 7319/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που συνεκδίκασε με την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, που άσκησε υπέρ του ενάγοντος η προσεπικληθείσα, τις οποίες δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε το αναιρεσείον έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 4153/2007 απόφαση του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση.

Η απόφαση αυτή του Εφετείου αναιρέθηκε με την 1646/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου κατά παραδοχή αναιρετικών λόγων που στήριζαν πλημμέλειες από τους αρ. 19 και 11β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος, σε σχέση με την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δέχθηκε ότι η αναιρεθείσα απόφαση διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των αναγκαίων περιστατικών στα οποία θεμελιωνόταν κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν.9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.σπαρ Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 (Πανδ.18.1), ν.7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου η απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από τη δικαιοπάροχο του ενάγοντος, Ιερά Μονή, με έκτακτη χρησικτησία και πιο συγκεκριμένα επειδή δεν ανέφερε ποιες πράξεις νομής άσκησε η τελευταία στο επίδικο ακίνητο, καθώς επίσης δεν προσδιόριζε και το χαρακτήρα του, αν δηλαδή ήταν δασικό, αγροτικό ή χορτολιβαδικό.

Σε σχέση δε με την πλημμέλεια από τον αρ. 11β του ίδιου άρθρου δέχθηκε ο Άρειος Πάγος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη έγγραφα των αναιρεσιβλήτων, των οποίων δεν είχε γίνει επίκληση. Ακολούθως παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση, το οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δικάζοντας την έφεση, με την 408/2011 παρεμπίπτουσα απόφαση αυτού διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης στο επίδικο ακίνητο και τέλος με την 2418/2013 οριστική του απόφαση, το Εφετείο αφού ανακάλεσε τη διάταξη της προαναφερόμενης μη οριστικής απόφασης περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Η τελευταία αυτή εφετειακή απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ’ Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 432 επ.

Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει αιτιάσεις από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο που έχει πετρώδη μορφή, είναι άγονο και μη καλλιεργήσιμο, βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Βριλησσίων περιλαμβάνεται στο κτήμα με το τοπωνύμιο "...", εκτάσεως πολλών χιλιάδων στρεμμάτων, το οποίο εκτείνεται στο Πεντελικό όρος, αποτελείται από δάση, δασοτόπους, βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες γαίες και συνορεύει βόρεια με την κορυφογραμμή του Πεντελικού όρους από τη θάλασσα και πλησίον του παλαιού συνοικισμού της Νέας Μάκρης μέχρι την υψηλότερη κορυφή και τη θέση "...", νότια με τις θέσεις και τα χωριά, ...

και με την οδό ... μέχρι τη Ραφήνα, ανατολικά με θάλασσα από τη Ραφήνα μέχρι τη Νέα Μάκρη και δυτικά με τα όρια της Μονής Πετράκη και με το δρόμο προς ... προς ... περιλαμβανομένων και των θέσεων ... και ..., ανήκε στην κυριότητα της προσθέτως παρεμβάσας Ιεράς Μονής Πεντέλης, η οποία απέκτησε το δικαίωμα αυτό με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα τούτο με καλή πίστη από το 1600, με τις διακατοχικές πράξεις που αναφέρονται στην απόφαση συνέχεια μέχρι και το 1972, που μεταβίβασε την κυριότητα αυτού στον ενάγοντα με αιτία την πώληση, για την οποία συντάχθηκε σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νομοτύπως και έτσι κατέστη ο τελευταίος παραγώγως κύριος του επιδίκου και ότι σε κάθε περίπτωση και αν ακόμα το επίδικο ήταν δάσος.

βοσκότοπος ή λιβάδι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, κατέστη κυρία τούτου η δικαιοπάροχος του ενάγοντος Ιερά Μονή, με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα καλοπίστως τούτο πλέον των τριάντα ετών μέχρι την 11-9-1915, δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε νομίμως και προσκόμισε με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη των ισχυρισμών του ότι το επίδικο έχει δασική μορφή, ανήκει στην κυριότητά του και ουδέποτε νεμήθηκε τούτο η δικαιοπάροχός του ενάγοντος 1) την από 29-3-2006 τεχνική έκθεση του δασολόγου Α.

Ρ. η οποία συντάχθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης για την αναγνώριση της κυριότητας ακινήτου παρακείμενου του επιδίκου, που ασκήθηκε από τους φερόμενους ως ιδιοκτήτες τούτων Π. κατά του αναιρεσείοντος, απώτατη δε δικαιοπάροχος των τελευταίων ήταν η Ιερά Μονή Πεντέλης, επί της οποίας εκδόθηκε η 4705/2007 απόφαση ου Εφετείου Αθηνών υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, στην οποία αναφέρεται ότι το κτήμα ...

δεν εκτείνεται μέχρι τα ... αλλά αφορά άλλη θέση στη Νέα Μάκρη, 2) φωτοαντίγραφο του χάρτη Κάουπερτ του έτους 1882, που αφορά το όρος Πεντελικό, στον οποίο το τοπωνύμιο ... αποτυπώνεται στην τότε περιοχή του Μαραθώνα και σημερινή περιοχή της Νέας Μάκρης 3) την από 7-5-1980 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ.

Τ., από την οποία προκύπτει ότι ο Μεγάλος Κώδικας της Ιεράς Μονής που περιγράφει τα ακίνητα αυτής νοθεύτηκε με εγγραφές που έγιναν σε χρόνο μεταγενέστερο της αρχικής σύνταξής του και από διαφορετικό από το συντάκτη του πρόσωπο 4) το 813/1976 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας από το οποίο προκύπτει ότι οι κώδικες της Μονής δεν αναφέρονται σε δασικές εκτάσεις και βουνά από την Πεντέλη μέχρι τον Ευβοϊκό κόλπο 5) το από 4-11-1972 ενημερωτικό σημείωμα του Γενικού Διευθυντή Δασών και την από 10-7-1972 έκθεση του Προϊσταμένου του Τμήματος Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, που επιβεβαιώνουν ότι στο ΠΔ/γμα 25-1-1933 η περιουσία της Μονής καταγράφεται πολύ μικρότερη από αυτή που διεκδικεί 6) το ...1985 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Πεντέλης με το οποίο διατάχθηκε η αποβολή του ενάγοντος και του προαναφερομένου προσθέτως παρεμβάντος Γ.

Α. από τμήμα του επιδίκου 7) τις 223 και 224/1986 τελεσίδικες αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου με τις οποίες απορρίφθηκαν οι ανακοπές των προαναφερομένων σε βάρος των οποίων εκδόθηκε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και 8) το 1858/2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών της Περιφέρειας Αττικής που συντάχθηκε με αφορμή την ένδικη υπόθεση από το οποίο προκύπτει ότι το επίδικο ανήκει στο αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο και δεν περιλαμβάνεται στο κτήμα ....

Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της έφεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των παραπάνω εγγράφων. Περαιτέρω από την περιλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης και τις λοιπές αιτιολογίες της δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο αλλά καταλείπονται αμφιβολίες αν λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν τα έγγραφα αυτά για τα οποία ουδεμία μνεία ή αναφορά γίνεται σε αντίθεση με τα λοιπά μνημονευόμενα έγγραφα, παρά το σημαντικό αποδεικτικό τους ενδιαφέρον.

Ειδικότερα δεν ασχολείται το Εφετείο με την παραπάνω τεχνική έκθεση σύμφωνα με την οποία το κτήμα ... δεν εκτείνεται μέχρι τα ... αλλά είναι κοντά στη Νέα Μάκρη. Την άποψη αυτή του συντάξαντος τη σχετική έκθεση δασολόγου υιοθέτησε με την 4705/2007 απόφασή του το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο είχε προσκομισθεί από το Ελληνικό Δημόσιο κατά την εκδίκαση αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής εναντίον του, προς απόδειξη της ουσιαστικής αβασιμότητας αυτής, που αφορούσε ακίνητο στην ίδια περιοχή που βρίσκεται και το επίδικο, παρακείμενο τούτου, όπως δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους δεχόμενο ειδικότερα το Εφετείο ότι το τότε επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στο κτήμα ...

αφού βρίσκεται δυτικά του δυτικού ορίου του και απέχει είκοσι χιλιόμετρα από αυτό, η δε θέση ... είναι περιοχή περιορισμένης έκτασης κοντά στη Νέα Μάκρη. Δεν ασχολήθηκε επίσης το Εφετείο και με την 224/1986 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, που απέρριψε την ανακοπή του ενάγοντος κατά του Ελληνικού Δημοσίου προς ακύρωση του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, που αφορούσε τμήμα του επιδίκου ακινήτου και δέχθηκε ότι δεν πιθανολογήθηκε ότι η Ιερά Μονή δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος απέκτησε κυριότητα σ’ αυτό καθ’ όσον οι επικαλούμενες από την ίδια πράξεις νομής γίνονταν σε άλλη περιοχή με απροσδιόριστη έκταση και συγκεχυμένα όρια ούτε άλλωστε ασχολείται το Εφετείο και με τα λοιπά παραπάνω έγγραφα, που όλα έχουν σχέση με το τοπονύμιο ..., στο Πεντελικό όρος, δηλαδή την ακριβή του θέση καθώς και την επιφάνεια και τα όρια ακινήτου κυριότητας της Ιεράς Μονής σ’ αυτήν τη θέση.

Και μπορούσε βέβαια το Εφετείο ως μη δεσμευόμενο από την τεχνική αυτή έκθεση και τις παραδοχές της παραπάνω αποφάσεως καθώς και από το περιεχόμενο των λοιπών προαναφερομένων εγγράφων να καταλήξει σε αντίθετο πόρισμα, όμως ενόψει της σοβαρότητας των αποδεικτικών αυτών μέσων έπρεπε να τα αντικρούσει.

Συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν.4045/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δε γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παραγράφου 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ’ ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ’ ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ.2 και 570 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 237 Κ.Πολ.Δ.

και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορεί δηλαδή να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσον της αίτησης αναίρεσης όσον και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ’ αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.

Έτσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.

Συνεπώς πρέπει κατά παραδοχή του παραπάνω αναιρετικού λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Περαιτέρω πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ., 22 παρ. 1,3 του Ν.3693/1957, όπως διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της Υ.Α. Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992), καθώς και οι προσθέτως παρεμβάντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι υπέβαλαν ιδιαίτερα δικόγραφα προτάσεων επί των προσθέτων παρεμβάσεων μειωμένη ως προς το Δήμο Βριλησσίων σύμφωνα με το άρθρο 281 του Ν.3463/2006 "Κύρωση Κώδικα Δήμων και κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει 1) την από 9-10-2014 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Βριλησσίων υπέρ του αναιρεσείοντος και 2) την από 10-9-2014 πρόσθετη παρέμβαση του Γ. Α. υπέρ του αναιρεσείοντος.

Καταδικάζει 1) τον προσθέτως παρεμβαίνοντα Δήμο Βριλησσίων στη δικαστική δαπάνη των καθ’ ων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν εξακοσίων (600) ευρώ και 2) τον προσθέτως παρεμβαίνοντα Γ. Α. στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Αναιρεί την 2418/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ